ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4607/2019 I. Κύρωση της Συμφωνίας για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων, II. Εναρμόνιση του Κώδικα Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065, III. Ενσωμάτωση των σημείων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και των άρθρων 4,6,7 και 8 της Οδηγίας 1164/2016, IV. Τροποποίηση του ν. 2971/2001 και άλλες διατάξεις

 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 65
24 Απριλίου 2019
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4607
I. Κύρωση της Συμφωνίας για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων,
II. Εναρμόνιση του Κώδικα Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065,
III. Ενσωμάτωση των σημείων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και των άρθρων 4,6,7 και 8 της Οδηγίας 1164/2016,
IV. Τροποποίηση του ν. 2971/2001 και άλλες διατάξεις

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων και τα συνημμένα δύο (2) Παραρτήματα, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Οικονομικών να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο και επιστολή προς την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (εφεξής Α.Τ.Υ.Ε.) για την ολοκλήρωση της συμμετοχής της Ελλάδος ως μέλους της και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια που αφορά οποιοδήποτε θέμα αναφέρεται στην αρχική συμμετοχή ή σε μελλοντική ειδική ή γενική αύξηση του μεριδίου συμμετοχής της Ελλάδος στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., καθώς και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εφεξής η Ελλάδα έναντι αυτής, βάσει της Συμφωνίας.

Το Υπουργείο Οικονομικών ορίζεται ως επίσημος φορέας με τον οποίο η Α.Τ.Υ.Ε. μπορεί να επικοινωνεί σχετικά με κάθε θέμα που ανακύπτει, βάσει των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως θεματοφύλακας, στον οποίο η Α.Τ.Υ.Ε. μπορεί να τηρεί όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που κατέχει σε δολάρια ή σε όποιο άλλο νόμισμα επιλέξει, καθώς και όλα τα άλλα περιουσιακά στοιχεία της. 

1. Η εγγραφή της Ελλάδος στο αρχικό εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., αφορά κάλυψη συνολικού ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχεί σε εκατό (100) μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) δολαρίων ΗΠΑ έκαστης, εκ των οποίων οι είκοσι (20) αντιστοιχούν στο εγκεκριμένο καταβεβλημένο κεφάλαιο (εξοφληθείσες ή paid-in shares) και οι ογδόντα (80) είναι καταβλητέες (callable shares), σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συμφωνίας που κυρώνεται με το άρθρο 1.

2. Η καταβολή της συμμετοχής της Ελλάδος στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., αφορά τις είκοσι (20) εξοφληθείσες μετοχές, ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δολαρίων ΗΠΑ και γίνεται σε πέντε (5) δόσεις ως εξής:
α) η πρώτη δόση αντιστοιχεί στο είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας των μετοχών και καταβάλλεται κατά την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης της Συμφωνίας στην Α.Τ.Υ.Ε., το αργότερο έως τις 31.12.2019,
β) το υπόλοιπο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αξίας των μετοχών κατατίθεται σε τέσσερις (4) ισόποσες ετήσιες δόσεις από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης εξ’ αυτών.

Το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 51 της Συμφωνίας, το δικαίωμα επιβολής φόρου επί των μισθών και αποδοχών που καταβάλλει η Α.Τ.Υ.Ε. σε Έλληνες πολίτες, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών.

1. Οι συμβάσεις δανείων, πιστώσεων, εγγυήσεων ή άλλων μορφών χρηματοδότησης, στις οποίες συμβάλλεται η Α.Τ.Υ.Ε., η εξόφλησή τους, η πληρωμή τόκων ή προμηθειών επ’ αυτών, τα παρεπόμενα αυτών σύμφωνα παροχής εγγυήσεως, υποθήκης, ενεχύρου ή πάσης άλλης ασφάλειας, οι εκχωρήσεις και κάθε άλλη σχετική με τις παραπάνω πράξεις της ανωτέρω Τράπεζας, σύμβαση ή πράξη ή δικαστική ή εξώδικη ενάσκηση των συναφών δικαιωμάτων ή η εκτέλεση των αντίστοιχων υποχρεώσεων, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, δικαίωμα ή τέλος και εισφορά, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, της εισφοράς της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄ 178), καθώς και από κάθε είδους ή φύσης επιβαρύνσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και γενικά υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

2. Οι πράξεις της παραγράφου 1, διενεργούμενες από ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα προς χρηματοδότηση αυτοχρηματοδοτούμενων ή συγχρηματοδοτούμενων ή δημόσιων έργων της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2052/1992 (Α΄94), της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4413/ 2016 (Α΄148) και της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 166/1996 (Α΄125) και με την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά έτυχαν χρηματοδότησης από την Α.Τ.Υ.Ε., υπάγονται, με εξαίρεση τον φόρο εισοδήματος και με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000 (Α΄248), στο αυτό φορολογικό καθεστώς που απολαμβάνει η Α.Τ.Υ.Ε., σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3. Οι εργασίες και οι συναλλαγές της Α.Τ.Υ.Ε., που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των επίσημων δραστηριοτήτων της, δυνάμει της ανωτέρω συμφωνίας ίδρυσής της, απαλλάσσονται, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α., από κάθε φόρο, δικαίωμα ή τέλος και εισφορά, συμπεριλαμβανομένου του φόρου χρηματιστηριακών συναλλαγών του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (Α΄31), καθώς και από κάθε είδους ή φύσης επιβαρύνσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και γενικά υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

Η ισχύς του παρόντος Μέρους αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η ισχύς της κυρούμενης Συμφωνίας και των Παραρτημάτων της για την Ελλάδα αρχίζει, με βάση την παρ. 2 του άρθρου 3 της Συμφωνίας και τα προβλεπόμενα στην με αριθμό 39/12.5.2017 απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της Τράπεζας, από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης και κατάθεσης από την Xώρα μας του εγγράφου κύρωσης της Συμφωνίας στην Α.Τ.Υ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος.

Με το άρθρο 9 εναρμονίζεται ο Κώδικας Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2016 (EE L 177), σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ (EE L 347), όσον αφορά την αντιμετώπιση των κουπονιών.

1. Στον Κώδικα Φ.Π.Α., όπως ισχύει, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
α. Προστίθεται άρθρο 12α ως εξής:
«Άρθρο 12α Κουπόνια
1. Ορισμοί.
Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος:
α) ως «κουπόνι» νοείται ένα μέσο, για το οποίο υπάρχει υποχρέωση αποδοχής του ως ανταλλάγματος ή μέρους ανταλλάγματος για μια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών και όπου τα αγαθά που θα παραδοθούν ή οι υπηρεσίες που θα παρασχεθούν ή οι ταυτότητες των ενδεχόμενων προμηθευτών αναγράφονται είτε στο ίδιο το μέσο είτε στη σχετική τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανο-
μένων των όρων και των προϋποθέσεων χρήσης αυτού του μέσου,
β) ως «κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού» νοείται ένα κουπόνι, όταν ο τόπος παράδοσης των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι και ο Φ.Π.Α. που οφείλεται για τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες, είναι γνωστά κατά το χρόνο έκδοσης του κουπονιού,
γ) ως «κουπόνι πολλαπλών σκοπών» νοείται ένα κουπόνι διαφορετικό από το κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού.
2. Κάθε μεταβίβαση κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού που πραγματοποιείται από υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος ενεργεί εξ ιδίου ονόματος, θεωρείται ως παράδοση των αγαθών ή παροχή των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι. Η πραγματική παράδοση των αγαθών ή η πραγματική παροχή των υπηρεσιών έναντι κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού, το οποίο γίνεται αποδεκτό από τον προμηθευτή ως αντάλλαγμα ή μέρος ανταλλάγματος δεν θεωρείται ως ανεξάρτητη συναλλαγή.
Όταν μια μεταβίβαση κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού διενεργείται από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί εξ’ ονόματος άλλου υποκειμένου στον φόρο, η μεταβίβαση αυτή θεωρείται ως παράδοση των αγαθών ή παροχή των υπηρεσιών με τα οποία σχετίζεται το κουπόνι, πραγματοποιούμενη από τον άλλο υποκείμενο στον φόρο, εξ’ ονόματος του οποίου ο υποκείμενος στον φόρο ενεργεί.
Αν ο προμηθευτής αγαθών ή υπηρεσιών δεν είναι ο υποκείμενος στον φόρο που, ενεργώντας εξ’ ιδίου ονόματος, εξέδωσε το κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού, ο εν λόγω προμηθευτής θεωρείται, παρ’ όλα αυτά, ότι έχει προμηθεύσει τα αγαθά ή έχει παράσχει τις υπηρεσίες που αφορά το κουπόνι στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.
3. Η πραγματική παράδοση των αγαθών ή η πραγματική παροχή των υπηρεσιών, έναντι κουπονιού πολλαπλών σκοπών που γίνεται αποδεκτό ως αντάλλαγμα ή μέρος ανταλλάγματος από τον προμηθευτή υπόκειται σε Φ.Π.Α., σύμφωνα με το άρθρο 2 ενώ κάθε προηγούμενη μεταβίβαση του εν λόγω κουπονιού πολλαπλών σκοπών δεν υπόκειται σε Φ.Π.Α..
Όταν ένα κουπόνι πολλαπλών σκοπών μεταβιβάζεται από έναν υποκείμενο στον φόρο διαφορετικό από τον υποκείμενο στον φόρο που διενεργεί τη συναλλαγή που υπόκειται στον Φ.Π.Α., σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών που μπορεί να προσδιορισθεί, όπως υπηρεσίες διανομής ή υπηρεσίες προώθησης, υπόκειται σε Φ.Π.Α..
4. Το παρόν άρθρο και η παράγραφος 1α του άρθρου 19 εφαρμόζονται μόνο για τα κουπόνια που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2018.»
β. Στο άρθρο 19 προστίθεται παράγραφος 1α ως εξής:
«1α. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η φορολογητέα αξία της παράδοσης αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται έναντι κουπονιού πολλαπλών σκοπών, όπως ορίζεται στο άρθρο 12α, πρέπει να είναι ίση με το αντάλλαγμα που έχει καταβληθεί για το κουπόνι ή ελλείψει στοιχείων, σχετικά με το εν λόγω αντάλλαγμα, με τη χρηματική αξία που αναγράφεται στο ίδιο το κουπόνι πολλαπλών σκοπών ή στη σχετική τεκμηρίωση, μειωμένη κατά το ποσό του Φ.Π.Α., που αναλογεί στα παραδιδόμενα αγαθά ή τις παρεχόμενες υπηρεσίες.»

2. Η ισχύς της παραγράφου 1 αρχίζει την 1.1.2019.

1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α. αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Ειδικά στην πώληση καρτών τηλεπικοινωνίας και εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων των οποίων προβλέπεται η ακύρωση σε ειδικά μηχανήματα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η τιμή λιανικής πώλησής τους χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας.»

2. Η ισχύς της παραγράφου 1 αρχίζει την 1.1.2019.

Το άρθρο 49 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 49
Κανόνας περιορισμού των τόκων
1. Το υπερβαίνον κόστος δανεισμού εκπίπτει κατά το φορολογικό έτος στο οποίο προκύπτει και μόνο έως ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) των κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του φορολογουμένου.
2. Ο όρος «υπερβαίνον κόστος δανεισμού» σημαίνει το ποσό, κατά το οποίο το εκπεστέο κόστος δανεισμού ενός φορολογουμένου, υπερβαίνει τα φορολογητέα έσοδα από τόκους και άλλα οικονομικώς ισοδύναμα φορολογητέα έσοδα τα οποία λαμβάνει ο φορολογούμενος, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.
Ο όρος «κόστος δανεισμού» περιλαμβάνει δαπάνες για τόκους κάθε μορφής χρέους, άλλες δαπάνες οικονομικά ισοδύναμες με τόκους και έξοδα που προκύπτουν από την άντληση χρηματοδότησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ελληνικό δίκαιο, περιλαμβανομένων ενδεικτικά των πληρωμών στο πλαίσιο δανείων με συμμετοχή στο κέρδος, των τεκμαρτών τόκων επί προϊόντων, όπως τα μετατρέψιμα ομόλογα και τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου, των χορηγήσεων στο πλαίσιο εναλλακτικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων, όπως η Ισλαμική χρηματοδότηση, του στοιχείου του χρηματοοικονομικού κόστους από χρηματοδοτικά μισθώματα, των κεφαλαιοποιημένων τόκων που καταχωρίζονται ως αξία στον ισολογισμό του αντίστοιχου περιουσιακού στοιχείου ή της απόσβεσης των κεφαλαιοποιημένων τόκων, των χορηγήσεων που υπολογίζονται με βάση την επιστροφή κεφαλαίων στο πλαίσιο των κανόνων για τις ενδοομιλικές συναλλαγές κατά περίπτωση, των πλασματικών τόκων βάσει παραγώγων ή συμφωνιών αντιστάθμισης κινδύνου σχετικά με τον δανεισμό μιας οντότητας, ορισμένων συναλλαγματικών κερδών και ζημιών επί δανείων και προϊόντων που συνδέονται με την άντληση χρηματοδότησης, των εγγυήσεων για χρηματοδοτικές ρυθμίσεις, των τελών διακανονισμού και συναφών δαπανών που σχετίζονται με τον δανεισμό κεφαλαίων.
3. Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) υπολογίζονται προσθέτοντας στο φορολογητέο εισόδημα τα ποσά που αντιστοιχούν στο υπερβαίνον κόστος δανεισμού και τις φορολογικές αποσβέσεις, όπως αυτά προκύπτουν μετά τις φορολογικές αναπροσαρμογές που προβλέπονται στον Κ.Φ.Ε.. Το απαλλασσόμενο από φόρους εισόδημα δεν συνυπολογίζεται στα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του φορολογουμένου.
4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, αναγνωρίζεται στο φορολογούμενο το δικαίωμα έκπτωσης του υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού μέχρι του ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.
5. Από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1, εξαιρείται το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που προκύπτει από δάνεια τρίτων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων δημόσιων έργων υποδομής, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του έργου, το κόστος δανεισμού, τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα βρίσκονται όλα στην Ένωση. Ως μακροπρόθεσμο δημόσιο έργο υποδομής νοείται το έργο που παρέχει, αναβαθμίζει, εκμεταλλεύεται και/ή συντηρεί περιουσιακό στοιχείο μεγάλης κλίμακας και το οποίο αποτελεί αντικείμενο σύμβασης παραχώρησης κατά την έννοια των διατάξεων των νόμων 4412/2016 (Α΄ 147) και 4413/2016 (Α΄ 148) ή αποτελεί αντικείμενο σύμβασης Σύμπραξης Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3389/2005.
6. Το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που δεν μπορεί να εκπέσει κατά το τρέχον φορολογικό έτος, με βάση τις παραγράφους 1 έως 5 μεταφέρεται χωρίς χρονικό περιορισμό.
7. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Ο όρος «χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις» περιλαμβάνει τις εξής περιπτώσεις:
α) πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην παρ. 27 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου και νόμου ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), ή επιχείρηση διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) ή όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 235).
β) ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παρ.1 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α΄ 13),
γ) αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016,
δ) ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εκτός αν στο εν λόγω ίδρυμα, δεν εφαρμόζεται εν όλω ή εν μέρει η εν λόγω Οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτής, ή ο εκπρόσωπος ενός ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 της εν λόγω Οδηγίας, ε) συνταξιοδοτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά προγράμματα τα οποία θεωρούνται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης εμπίπτοντα στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 (L 166) και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 (L 284), καθώς και κάθε νομική οντότητα που συστάθηκε με σκοπό τις επενδύσεις τέτοιων προγραμμάτων,
στ) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) τη διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 ή ΟΕΕ που εποπτεύεται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο,
ζ) ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4099/2012,
η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στο σημείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 (L 201),
θ) κεντρικό αποθετήριο αξιών, όπως ορίζεται στο σημείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 (L 257).»

Το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 66
Κανόνες για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες
1. Ως Ελεγχόμενη Αλλοδαπή Εταιρεία νοείται το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή η αλλοδαπή νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, τα κέρδη της οποίας δεν φορολογούνται ή απαλλάσσονται του φόρου στην ημεδαπή, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
(α) στην περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ο φορολογούμενος μόνος του ή από κοινού με τις συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις, κατέχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή έχει την άμεση ή έμμεση κυριότητα επί ποσοστού άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κεφαλαίου ή δικαιούται να εισπράττει ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών του εν λόγω νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,
(β) ο πραγματικός εταιρικός φόρος που έχει καταβάλει για τα κέρδη του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, είναι μικρότερος από τη διαφορά μεταξύ του φόρου που θα οφειλόταν από το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα ή τη
μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, αν ήταν φορολογικός κάτοικος ή διατηρούσε μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΦΕ στην Ελλάδα και του πραγματικού εταιρικού φόρου που έχει καταβάλει για τα κέρδη του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση. Για τον υπολογισμό της διαφοράς της παρούσας, η μόνιμη εγκατάσταση μίας ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας που δεν υπόκειται σε φόρο ή απαλλάσσεται του φόρου στη χώρα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο φόρος που θα οφειλόταν στην ημεδαπή υπολογίζεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία,
(γ) άνω του τριάντα τοις εκατό (30%) του καθαρού εισοδήματος προ φόρων που πραγματοποιεί το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3.
2. Για την εφαρμογή του παρόντος ως συνδεδεμένη επιχείρηση νοείται:
(α) νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα στην οποία ο φορολογούμενος κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω,
(β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω σε έναν φορολογούμενο.
Αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω σε έναν φορολογούμενο και σε ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, όλα τα σχετικά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, περιλαμβανομένου του φορολογουμένου, θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις.
3. Στο φορολογητέο εισόδημα του φορολογουμένου περιλαμβάνεται το μη διανεμηθέν εισόδημα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, που προκύπτει από τις εξής κατηγορίες εισοδήματος:
α) τόκοι ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα που παράγεται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία,
β) δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα που παράγεται από πνευματική ιδιοκτησία,
γ) μερίσματα και εισόδημα από την εκποίηση μετοχών,
δ) εισόδημα από χρηματοδοτική μίσθωση,
ε) εισόδημα από ασφαλιστικές, τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες,
στ) εισόδημα από εταιρείες τιμολόγησης που αποκομίζουν έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών και υπηρεσιών που αγοράζονται και πωλούνται σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις και δεν προσθέτουν καμία ή προσθέτουν ελάχιστη οικονομική αξία.
4.(α) Tο εισόδημα που περιλαμβάνεται στη φορολογητέα βάση υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και με το φορολογικό συντελεστή που ισχύει για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων, σύμφωνα με το Δεύτερο Μέρος ή με το φορολογικό συντελεστή που ισχύει για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων ή νομικών, οντοτήτων, σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος, κατά περίπτωση.
(β) Το εισόδημα περιλαμβάνεται σε εκείνο το φορολογικό έτος του φορολογουμένου, στη διάρκεια του οποίου λήγει το φορολογικό έτος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας και υπολογίζεται κατ' αναλογία προς τη συμμετοχή του φορολογουμένου στο νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα.
(γ) Αν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση πραγματοποιούν σε ένα φορολογικό έτος ζημίες, αυτές δεν περιλαμβάνονται στη φορολογητέα βάση του φορολογουμένου, αλλά συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 27.
5. Όταν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα διανέμει κέρδη ή, σε περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης, αποδίδει κέρδη στον φορολογούμενο, τα οποία περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα του τελευταίου, τα ποσά του εισοδήματος που είχαν περιληφθεί σε προηγούμενο φορολογικό έτος στη φορολογητέα βάση σύμφωνα με την παράγραφο 3 αφαιρούνται από τη φορολογητέα βάση κατά τον υπολογισμό του ύψους του οφειλόμενου φόρου επί των διανεμομένων κερδών.
6. Σε περίπτωση εκποίησης των συμμετοχών του φορολογουμένου στο αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή της δραστηριότητας της μόνιμης εγκατάστασης στην αλλοδαπή, κατά τον υπολογισμό του ύψους του οφειλόμενου φόρου, αφαιρείται από τη φορολογητέα βάση το μέρος εκείνο που έχει ήδη φορολογηθεί σε προηγούμενα φορολογικά έτη με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
7. Ο φόρος αλλοδαπής που έχει καταβάλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση, καθώς και οι συνδεδεμένες εταιρείες σε περίπτωση έμμεσης συμμετοχής, μειώνει τη φορολογική υποχρέωση του φορολογουμένου. Η μείωση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.
8. Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται όταν η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, ασκεί ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα που υποστηρίζεται από προσωπικό, εξοπλισμό, περιουσιακά στοιχεία και εγκαταστάσεις, όπως αποδεικνύεται από συναφή πραγματικά στοιχεία και περιστάσεις. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία έχει φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση σε τρίτη χώρα η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.»

Το άρθρο 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 38
Γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων
1. Κατά τον προσδιορισμό του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δεν λαμβάνει υπόψη τυχόν διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οι οποίες, έχοντας συσταθεί με κύριο σκοπό ή με έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων, δεν είναι γνήσιες, συνεκτιμωμένων όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως «διευθέτηση» νοείται κάθε συναλλαγή, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή γεγονός. Μια διευθέτηση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων είναι μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.
Για τον καθορισμό του γνήσιου ή μη χαρακτήρα μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει αν αυτές αφορούν μία ή περισσότερες από τις εξής, ενδεικτικώς απαριθμούμενες, καταστάσεις:
α) ο νομικός χαρακτηρισμός των μεμονωμένων σταδίων από τα οποία αποτελείται μια διευθέτηση είναι ασυμβίβαστος με τη νομική υπόσταση της διευθέτησης στο σύνολο της,
β) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με μια συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά,
γ) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων περιλαμβάνει στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους,
δ) η σύναψη συναλλαγών είναι κυκλικού χαρακτήρα,
ε) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους, τους οποίους αναλαμβάνει ο φορολογούμενος, ή στις ταμειακές ροές του,
στ) το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από τον φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος.
4. Όταν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, διευθετήσεις ή σειρά διευθετήσεων κρίνονται μη γνήσιες, τότε η φορολογική υποχρέωση, συμπεριλαμβανομένων σχετικών κυρώσεων, υπολογίζεται βάσει των διατάξεων που θα τύγχαναν εφαρμογής εν απουσία της εν λόγω διευθέτησης.
5. Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής του παρόντος και κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

Τα άρθρα 11 έως 13, με τα οποία ενσωματώνονται τα σημεία 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και τα άρθρα 4, 6, 7 και 8 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ, έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2019 και μετά.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως «Aρμόδια Aρχή», κατά την έννοια του στοιχείου ιγ΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως ισχύει, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 115), όταν:
α) «κράτος-μέλος καταγωγής», κατά την έννοια του στοιχείου ια΄ του άρθρου 3 του ίδιου Κανονισμού, όπως ισχύει είναι η Ελλάδα, και
β) η «εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις», κατά την έννοια του στοιχείου β΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού είναι εγκατεστημένη ή προωθείται εμπορικά στην Ελλάδα. 

1. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνείται να προβεί στην κατά το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013, όπως ισχύει, καταχώριση είτε του «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις», κατά την έννοια του στοιχείου γ΄του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, είτε του, διαχειριστή «οργανισμού συλλογικών επενδύσεων», κατά την έννοια του στοιχείου α΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού, κοινοποιεί στους ανωτέρω διαχειριστές, σύμφωνα με το άρθρο 14β του Κανονισμού, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την εν λόγω άρνηση, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 14 και στην παράγραφο 6 του άρθρου 14α, αντίστοιχα, του Κανονισμού.

2. Η απόφαση άρνησης καταχώρισης διαχειριστή, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και η τεκμαιρόμενη, από την άπρακτη πάροδο των ως άνω προθεσμιών, σιωπηρή άρνηση καταχώρισης υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄ 178). 

Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και διερεύνησης στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 345/2013 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού 2016/679/ΕΕ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει, ιδίως, τις εξής εξουσίες:
α) να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα υπό οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνει τα έγγραφα ή αντίγραφα αυτών,
β) να απαιτεί την άμεση παροχή πληροφοριών από τον «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις»,
γ) να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο σχετίζεται με τις δραστηριότητες του «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» ή με τις δραστηριότητες της «εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις», δ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους με ή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση,
ε) να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι ο «διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» συνεχίζει να συμμορφώνεται με τον εν λόγω Κανονισμό,
στ) να εκδίδει εντολή, ώστε να διασφαλίζει ότι ένας «διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» συμμορφώνεται με τον Κανονισμό και δεν επαναλαμβάνει οποιαδήποτε συμπεριφορά ή πρακτική που συνιστά παράβασή του,
ζ) να ζητεί τις καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα αρχεία ανταλλαγής δεδομένων,
η) να ζητεί τη δέσμευση ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων,
θ) να επιβάλλει την προσωρινή απαγόρευση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας,
ι) να απαιτεί την αναστολή της έκδοσης, της εξαγοράς ή της εξόφλησης των μεριδίων προς το συμφέρον των μεριδιούχων, των μετόχων ή του κοινού,
ια) να ζητεί την άσκηση ποινικής δίωξης των μη συμμορφούμενων φυσικών ή νομικών προσώπων.

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, τις εξής διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:
α) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία αναφέρεται το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης,
β) εντολή που υποχρεώνει το υπεύθυνο πρόσωπο να παύσει την παράβαση και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,
γ) αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, οριστική απαγόρευση, κατά του υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού προσώπου, να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα στις οντότητες με χαρακτηρισμό «EuVEKA», σύμφωνα με τον Κανονισμό,
ε) επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο όριο των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.

2. Κατά τον καθορισμό του είδους των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται:
α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,
β) ο βαθμός ευθύνης του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η παράβαση,
γ) η οικονομική επιφάνεια του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, ιδίως, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,
δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
ε) η ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους από την παράβαση, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί, και η τυχόν ανόρθωσή της,
στ) ο βαθμός συνεργασίας του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεδομένης και της ανάγκης εξασφάλισης της παραίτησης του υπαίτιου προσώπου από τα αποκτηθέντα κέρδη ή τις αποφευχθείσες ζημίες,
ζ) η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών,
η) η καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του Κανονισμού και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων πράξεων, καθώς και της λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
θ) η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον,
ι) οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.

3. Οι αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μέτρων που εκδίδονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακυρώσεως, κατά περίπτωση, ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως «Aρμόδια Aρχή», κατά την έννοια του στοιχείου ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2013 (L 115), για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του όταν:
α) «κράτος-μέλος καταγωγής», σύμφωνα με το στοιχείο ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ιδίου Κανονισμού, όπως ισχύει, είναι η Ελλάδα, και
β) το «ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο β΄της παρ. 1 του άρθρου 3 του ιδίου Κανονισμού, είναι εγκατεστημένο ή προωθείται εμπορικά στην Ελλάδα.

1. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνείται να προβεί στην κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, όπως ισχύει, καταχώριση είτε του «διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, είτε του διαχειριστή «οργανισμού συλλογικών επενδύσεων», σύμφωνα με το στοιχείο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, κοινοποιεί στους ανωτέρω διαχειριστές, σύμφωνα με το άρθρο 15β του ιδίου Κανονισμού, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την εν λόγω άρνηση, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 15 και στην παρ. 6 του άρθρου 15α , αντίστοιχα, του Κανονισμού.

2. Η απόφαση άρνησης καταχώρισης, σύμφωνα με την παράγραφο1, καθώς και η τεκμαιρόμενη από την άπρακτη πάροδο των ως άνω προθεσμιών, σιωπηρή άρνηση καταχώρισης, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005.

Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και διερεύνησης στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού 2016/679, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει ιδίως τις εξής εξουσίες:
α) να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα υπό οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνει τα έγγραφα ή αντίγραφα αυτών,
β) να απαιτεί την άμεση παροχή πληροφοριών από τον «διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013,
γ) να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο σχετίζεται με τις δραστηριότητες του «διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013 ή με τις δραστηριότητες του «ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013,
δ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους με ή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση,
ε) να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι ο «διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013, συνεχίζει να συμμορφώνεται με τον εν λόγω Κανονισμό,
στ) να εκδίδει εντολή, ώστε να διασφαλίζει ότι ένας «διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013 συμμορφώνεται με τον ανωτέρω Κανονισμό και ότι δεν επαναλαμβάνει οποιαδήποτε συμπεριφορά ή πρακτική που συνιστά παράβασή του,
ζ) να ζητεί τις υπάρχουσες καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα αρχεία ανταλλαγής δεδομένων, των εμπλεκόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων, στο πλαίσιο των επιτόπιων ελέγχων,
η) να ζητεί τη δέσμευση ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων των μη συμμορφούμενων φυσικών ή νομικών προσώπων,
θ) να επιβάλει την προσωρινή απαγόρευση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας,
ι) να απαιτεί την αναστολή της έκδοσης, της εξαγοράς ή της εξόφλησης των μεριδίων προς το συμφέρον των μεριδιούχων, των μετόχων ή του κοινού,
ια) να ζητεί την άσκηση ποινικής δίωξης των μη συμμορφούμενων φυσικών ή νομικών προσώπων.

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει σε όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού αυτού εκδιδόμενων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τις εξής διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:
α) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία αναφέρεται το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης,
β) εντολή που υποχρεώνει το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο να παύσει την παράβαση και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,
γ) αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, οριστική απαγόρευση κατά του υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού προσώπου να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα σε οντότητες που χρησιμοποιούν την ονομασία «EuSEF», σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό,
ε) επίπληξη ή πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο όριο των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.

2. Κατά τον καθορισμό του είδους των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται:
α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,
β) ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο αποδίδεται η παράβαση,
γ) η οικονομική επιφάνεια του υπαίτιου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, ιδίως, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,
δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστούν,
ε) η ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους από την παράβαση, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί, και η ανόρθωσή της,
στ) ο βαθμός συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεδομένης και της ανάγκης εξασφάλισης της παραίτησης του υπαίτιου προσώπου από τα αποκτηθέντα κέρδη ή τις αποφευχθείσες ζημίες,
ζ) η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών,
η) η καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων ή προηγούμενων παραβάσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων πράξεων, καθώς και της λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
θ) η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον,
ι) οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.

3. Οι αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μέτρων που εκδίδονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακυρώσεως, κατά περίπτωση, ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005. 

1. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 2971/2001 (Α΄285) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. «Αιγιαλός» είναι η ζώνη ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα κατά τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. Ο αιγιαλός αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της Χώρας, που προστατεύεται από την Πολιτεία, η οποία το διαχειρίζεται, σύμφωνα με τη φύση του και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του.
2. «Παραλία» είναι η ζώνη της ξηράς η οποία προστίθεται στον αιγιαλό, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 10, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα, καθώς και για τη διατήρηση και προστασία των ακτών από τη διάβρωση και γενικότερα την προστασία του αιγιαλού. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 7, το πλάτος της παραλίας καθορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα (30) και μέχρι πενήντα (50) μέτρα από τη γραμμή του αιγιαλού. Υφιστάμενα όρια του σχεδίου πόλης ή διαμορφωμένων, με ισχύουσα διοικητική πράξη, οικισμών ή οικισμών προϋφισταμένων του 1923 δεν θίγονται. Η Επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 3, δύναται να καθορίσει μικρότερο πλάτος παραλίας, μετά από αιτιολογημένη κρίση, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τα ειδικότερα γεωμορφολογικά στοιχεία και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος της περιοχής. Στο πλαίσιο εκπόνησης και θεσμοθέτησης των Τοπικών Χωρικών Σχεδίων, στις περιοχές που είναι καθορισμένος ο αιγιαλός, καθορίζεται και η γραμμή παραλίας με βάση τα ως άνω κριτήρια. Στις περιπτώσεις που κατά τη φάση εκπόνησης των Τ.Χ.Σ., έχει ήδη καθορισθεί η παραλία, αυτή ενσωματώνεται ως έχει.
3. «Παλαιός αιγιαλός» είναι η ζώνη ξηράς η οποία προκύπτει από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή νόμιμα τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού.»

2. Η παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«8.«Λιμενικά έργα» είναι εκείνα που εκτελούνται ολικά ή μερικά στον αιγιαλό, την παραλία, την όχθη, την παρόχθια ζώνη, το υδάτινο στοιχείο, τον πυθμένα και το υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού ή στη ζώνη λιμένα, καθώς και εκείνα που επιφέρουν διαμόρφωση ή αλλοίωση των χώρων αυτών.»

Το άρθρο 2 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 2
Κυριότητα αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού
1. Ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη, η παρόχθια ζώνη, το υδάτινο στοιχείο, ο πυθμένας και το υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο έχει υποχρέωση να τα προστατεύει και να τα διαχειρίζεται, σύμφωνα με τις αρχές της αειφορίας και του χωροταξικού σχεδιασμού.
2. Η προστασία των κοινοχρήστων πραγμάτων και του οικοσυστήματος αυτών της παραγράφου 1 είναι ευθύνη του Κράτους, το οποίο μεριμνά για την οργάνωση και λειτουργία ολοκληρωμένου συστήματος καταγραφής, διαχείρισης, εποπτείας και ελέγχου τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τις αρχές της αειφορίας και του χωροταξικού σχεδιασμού.
3. Κύριος προορισμός των κοινοχρήστων πραγμάτων της παραγράφου 1 είναι η ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση του κοινού προς αυτά, καθώς και η επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα, λιμνοθάλασσα, λίμνη ή ποταμό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, επιτρέπεται η εξαίρεση τμημάτων των κοινοχρήστων πραγμάτων της παραγράφου 1 από την κοινή χρήση, αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την υγεία και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Επιτρέπεται, επίσης, η παραχώρηση των πραγμάτων αυτών μόνο κατά χρήση, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
4. Απαγορεύεται η κατασκευή κτισμάτων και εν γένει η τοποθέτηση κατασκευασμάτων στον αιγιαλό, την παραλία, την όχθη, την παρόχθια ζώνη, το υδάτινο στοιχείο, τον πυθμένα και το υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσι-
μου ποταμού. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται μόνο η εκτέλεση έργων για την επιδίωξη των σκοπών τους οποίους προβλέπει ο παρών νόμος, καθώς και για τη διευκόλυνση πρόσβασης στους χώρους αυτούς ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑμεΑ). Αν μεταξύ αιγιαλού και δημόσιας οδού, κατά την έννοια των άρθρων 2, 3 και 4 του ν. 3155/1955 (Α΄ 63) και του άρθρου 1 του π.δ. 347/1993 (Α΄146), παρεμβάλλεται ιδιωτικό ακίνητο, πρέπει να υπάρχει ελεύθερη δίοδος για την ακώλυτη και ασφαλή πρόσβαση στον αιγιαλό από τη δημόσια οδό, σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία.
5. Ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη των μεγάλων λιμνών και των πλεύσιμων ποταμών, που καθορίζονται ή επανακαθορίζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 3,5,6 και 7Α, ανήκουν στη δημόσια κτήση, είναι ανεπίδεκτα κτήσης ιδιωτικών δικαιωμάτων και καταγράφονται ως πράγματα κοινόχρηστα, που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Με την παρούσα δεν θίγονται ήδη κτηθέντα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ισχύουσες συμβάσεις παραχώρησης.

Στο άρθρο 3 του ν. 2971/2001 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5.α) Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομικών Δευτεροβάθμια Επιτροπή Χάραξης των ορίων του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, η οποία αποτελείται από:
i) έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), ο οποίος προτείνεται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., με τον αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο,
ii έναν εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του,
iii) έναν μηχανικό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του, με ειδικότητα τοπογράφου ή πολιτικού μηχανικού ή, αν δεν υπάρχει τέτοιος, με ειδικότητα τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού,
iv) έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής με τον αναπληρωτή του,
v) έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος με τον αναπληρωτή του, με ειδικότητα τοπογράφου ή πολιτικού μηχανικού ή μηχανικού περιβάλλοντος. Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και συνεδριάζει κατά τις ώρες λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών.
β) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη λειτουργία της Επιτροπής.
γ) Αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η εξέταση των ενδικοφανών προσφυγών στις περιπτώσεις επανακαθορισμού του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού κατά το άρθρο 7Α.»

Στο άρθρο 7Α προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Κατά της απόφασης επανακαθορισμού της οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού επιτρέπεται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ανάρτησή της στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, από τους έχοντες έννομο συμφέρον, ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής της παραγράφου 5 του άρθρου 3. Η ενδικοφανής προσφυγή κατατίθεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία την αποστέλλει αμελλητί και πάντως μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, μαζί με ολόκληρο τον σχετικό φάκελο, στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή. Η απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής εκδίδεται μέσα σε ένα τρίμηνο από την περιέλευση σ’ αυτήν της ενδικοφανούς προσφυγής και του φακέλου, κοινοποιείται στον προσφεύγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του Κ.Ε.Δ.Ε., τοιχοκολλάται στο Κατάστημα του οικείου Δήμου και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών.»

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η Επιτροπή, πριν από τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας, διεξάγει αυτοψία και λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ιδίως:» 

Το άρθρο 11 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
Υφιστάμενα έργα και εγκαταστάσεις με βάση αναπτυξιακούς νόμους και συμβάσεις που έληξαν
1α) Μετά τη λήξη σύμβασης που έχει συναφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ή τους Ο.Τ.Α. με τρίτους ή τη λήξη παραχώρησης από το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή διατάξεων αναπτυξιακών νόμων, που αφορούν έργα και εγκαταστάσεις, που έχουν εκτελεσθεί και λειτουργούν νόμιμα ύστερα από άδεια αρμόδιας αρχής σε αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, ο Υπουργός Οικονομικών και ο καθ’ ύλην αρμόδιος Υπουργός αποφασίζουν, αιτιολογημένα, με κοινή απόφαση, ύστερα από σχετικό αίτημα ενδιαφερομένου για τη διατήρηση ή μη αυτών και καθορίζουν τη χρήση τους. Με την ίδια απόφαση ορίζεται το χρονικό διάστημα της παραχώρησης και χρήσης τους, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από είκοσι (20) χρόνια και καθορίζεται το αντάλλαγμα κατά το άρθρο 16Α, το οποίο αναπροσαρμόζεται ανά πενταετία.
β) Ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στην κατά τόπο αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία αίτηση συνοδευόμενη από τεχνικό φάκελο θεωρημένο από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της οικείας Περιφέρειας, στον οποίο περιλαμβάνεται διάγραμμα αποτύπωσης των υφισταμένων έργων και τεχνική έκθεση για τη στατική ικανότητα και λειτουργικότητά τους.
γ) Για τη διατήρηση και περαιτέρω παραχώρηση των έργων και εγκαταστάσεων της παραγράφου 1 ζητούνται οι σύμφωνες γνώμες του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργείου και του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας όσον αφορά την τήρηση της ισχύουσας περιβαλλοντικής νομοθεσίας, καθώς και του Γ.Ε.Ν., στην περίπτωση έργων προς εξυπηρέτηση πλωτών μέσων. Οι γνώμες αυτές πρέπει να διατυπωθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών, άλλως οι κατασκευές κρίνονται μη διατηρητέες. Επιπλέον, ζητούνται οι γνώμες των αρμόδιων υπηρεσιών των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Τουρισμού, για έργα που έγιναν από τον Ε.Ο.Τ. ή για λογαριασμό του ή αφορούν τουριστικούς λιμένες, εκτός αυτών που εμπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης β΄της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 2160/1993 (Α΄118), καθώς και του οικείου Δήμου, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές δεν έχουν γνωμοδοτήσει κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειότησης. Οι γνώμες πρέπει να διατυπωθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών, άλλως η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς αυτές.
2. Σε περίπτωση που στα προς διατήρηση και παραχώρηση της χρήσης έργα και εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται και τεχνικά έργα και εγκαταστάσεις δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού που συνδέονται λειτουργικά και αποτελούν οργανικό σύνολο με αυτά που είχαν αρχικά εγκριθεί και έχουν κατασκευαστεί μέχρι την 28.7.2011 χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής σε αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, είναι δυνατή η διατήρηση και παραχώρηση της χρήσης τους με την κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού της παραγράφου 1. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1.
3. Εφόσον στην απόφαση διατήρησης και παραχώρησης της χρήσης περιλαμβάνονται έργα και εγκαταστάσεις της παραγράφου 2, ο παραχωρησιούχος υποχρεούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί διατήρησης και παραχώρησης να υποβάλλει αίτηση περί αδειοδότησης των μη καλυπτόμενων από την αρχική άδεια έργων κατά τη διαδικασία του άρθρου 14Α.
4. Η απόφαση περί διατήρησης και παραχώρησης της χρήσης ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αζημίως για το Δημόσιο, σε περίπτωση μη υποβολής μέσα στην τασσόμενη αποκλειστική προθεσμία των δύο (2) μηνών της αίτησης της παραγράφου 3 ή στην περίπτωση απόρριψής της.
5. Στην περίπτωση απόρριψης της αίτησης εκ των υστέρων αδειοδότησης, ο παραχωρησιούχος υποχρεούται να αποξηλώσει τις εγκαταστάσεις που υφίστανται χωρίς άδεια μέσα σε τρία (3) χρόνια από την ημέρα κατά την οποία η απόρριψη της αίτησης καθίσταται τελεσίδικη, άλλως η αποξήλωση διενεργείται από το Δημόσιο, η δε δαπάνη της βαρύνει τον παραχωρησιούχο και βεβαιώνεται και εισπράττεται, σύμφωνα με τον Κώσικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.). Από την αποξήλωση εξαιρούνται κατασκευές ή οικοδομήματα, τα οποία τελούν υπό καθεστώς προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (Α΄153), ή έχουν κριθεί διατηρητέα με βάση τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.
6. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Σε περίπτωση που αφορούν βιομηχανικές μονάδες με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας και Ανάπτυξης. Σε περίπτωση που αφορούν ξενοδοχειακές μονάδες με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Τουρισμού. Σε περίπτωση που αφορούν εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών και επιχειρήσεις μεταλλευτικών, λατομικών και βιομηχανικών ορυκτών με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
7. Τα έργα ή εγκαταστάσεις επί του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης, της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού, ανήκουν στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τα καταργεί ή να τα μετατρέπει οποτεδήποτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ασφάλειας ή εθνικής άμυνας, χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση του παραχωρησιούχου.»

Το άρθρο 12 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 12
1. Αν η Επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 3 διαπιστώσει ότι η ακτή διαβρώνεται από τη θάλασσα, επιτρέπεται η κατασκευή, κατά τις διατάξεις περί δημόσιων έργων, των αναγκαίων τεχνικών έργων στον αιγιαλό, την παραλία ή το θαλάσσιο χώρο για την αποτροπή της διάβρωσης. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα σχετικά στοιχεία και προβλέψεις του οικείου Περιφερειακού Σχεδίου για την Προσαρμογή στην Κλιματική αλλαγή των άρθρων 42-45 του ν. 4414/2016 (Α΄ 149) για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, εφόσον αυτό έχει εγκριθεί και περιέχει τέτοιες προβλέψεις, και ειδικότερες διατάξεις, που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η διάβρωση προήλθε από μη νόμιμες ενέργειες ή έργα, επιβάλλονται οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις του άρθρου 29.
2. Αν από τη διάβρωση απειλείται ιδιωτικό ακίνητο, μπορεί να επιτραπεί στον κύριό του να κατασκευάσει με δαπάνη του προ της ιδιοκτησίας του και με την επίβλεψη μηχανικού, που έχει από το νόμο σχετικό δικαίωμα, τα προστατευτικά έργα της παραγράφου 1, βάσει μελέτης η οποία θεωρείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας, που έχει και τον έλεγχο του έργου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της ίδιας Περιφέρειας σχετικά με τη συμβατότητα του συγκεκριμένου έργου με το Περιφερειακό Σχέδιο για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Τα κατασκευασθέντα έργα, εφόσον εμπίπτουν σε χώρους που ανήκουν στο Δημόσιο, δεν θεωρούνται ως όριο ιδιοκτησίας. Σε περίπτωση διαπίστωσης αυθαίρετης κατάληψης των χώρων αυτών λαμβάνονται όλα τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα για την προστασία τους.
3. Αιτήματα των ενδιαφερομένων για την κατασκευή των ανωτέρω έργων υποβάλλονται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, με πλήρη φάκελο, που περιλαμβάνει:
α) ακτομηχανική μελέτη θεωρημένη από τη Διεύθυνση Λιμενικών Υποδομών της, του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, τεχνική μελέτη του έργου θεωρημένη από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας, το σκοπό που αυτό εξυπηρετεί, τον τρόπο αντιμετώπισης της διάβρωσης, στοιχεία που αποδεικνύουν την υφιστάμενη διάβρωση στην περιοχή εκτέλεσης του προστατευτικού έργου και τη σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας, για τη συμβατότητα του έργου με το Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, εφόσον αυτό έχει εγκριθεί και περιέχει τέτοιες προβλέψεις,
β) τοπογραφικό διάγραμμα, κλίμακας 1:500, στο οποίο απεικονίζονται οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, αν υπάρχει, και τα προς κατασκευή έργα, με συντεταγμένες και με αλφαβητική ή αριθμητική περιγραφή των κορυφών τους και υπόμνημα, στο οποίο αναφέρεται αναλυτικά το εμβαδόν των προς αδειοδότηση έργων στη στάθμη της Μέσης Στάθμης Θάλασσας (ΜΣΘ) και
γ) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (Α.Ε.Π.Ο.). Για την αδειοδότηση των προστατευτικών έργων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από σύμφωνη γνώμη των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου και απλή γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας.
Αν οι υπηρεσίες αυτές έχουν ήδη γνωμοδοτήσει κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης του έργου, οι γνωμοδοτήσεις τους μπορεί να συνυποβληθούν από τον ενδιαφερόμενο για την κατασκευή των ανωτέρω έργων μαζί με την αίτηση. Αν στη μελέτη του έργου προβλέπονται τεχνικές αναπλήρωσης της ακτής, η διαδικασία αναπλήρωσης είναι δυνατόν να επαναλαμβάνεται χωρίς νέα αδειοδότηση, εφόσον προβλέπεται στις υποβαλλόμενες μελέτες και για το χρονικό διάστημα ισχύος τους.
4. Αν από τη διάβρωση της ακτής απειλούνται με καταστροφή αρχαία, καθώς και η ακεραιότητα των εγκαταστάσεων αρχαιολογικών χώρων, με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μπορεί να επιτραπεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, η εκτέλεση των αναγκαίων προστατευτικών έργων των αρχαίων με βάση ακτομηχανική και τεχνική μελέτη, που θεωρούνται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας, ανεξάρτητα από το αν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού. Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκτελεί το έργο, ενημερώνει την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για την έναρξη και το πέρας των εργασιών εκτέλεσης του έργου.
5. Για την τροποποίηση ήδη αδειοδοτημένων έργων προστασίας των ακτών, εφόσον με τις τροποποιήσεις αυτές δεν μεταβάλλονται τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και η ακριβής θέση του έργου, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 3, χωρίς να απαιτούνται εκ νέου οι σύμφωνες γνώμες των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου και απλή γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί κατά τη διαδικασία έκδοσης Α.Ε.Π.Ο., η οποία εξακολουθεί να ισχύει. Η τροποποίηση των περιβαλλοντικών όρων για τα έργα αυτά γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 4014/2011.
6. Τα έργα των παραγράφων 1 και 2 ανήκουν στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τα καταργεί ή να τα μετατρέπει οποτεδήποτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ασφάλειας ή εθνικής άμυνας, χωρίς καμία υποχρέωσή του για αποζημίωση ή καταβολή της δαπάνης του ιδιώτη.
7. Αν γίνουν προσχώσεις χωρίς άδεια ή με υπέρβαση της άδειας ή δεν εκτελούνται νόμιμα τα σχετικά έργα, δεν επιτρέπεται η επαναχάραξη του αιγιαλού ή της παραλίας. Οι εκτάσεις που δημιουργούνται από τις προσχώσεις αυτές θεωρούνται αιγιαλός.»

Στον ν. 2971/2001 προστίθεται άρθρο 12Α ως εξής:
«Άρθρο 12Α Επείγοντα Έργα
1 .Επιτρέπεται η εκτέλεση έργων σε χώρο αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού, κατά παρέκκλιση των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας του άρθρου 8, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών πολιτικής προστασίας, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 3013/2002 (Α΄ 102) και εφόσον έχει προηγηθεί η κήρυξη μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή ετοιμότητας πολιτικής προστασίας, με απόφαση του εκάστοτε αρμοδίου οργάνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3013/2002.
2. Για την εκτέλεση των έργων της παραγράφου1 απαιτείται να κατατεθεί στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία και στην αρμόδια Λιμενική Αρχή από τον φορέα εκτέλεσης του έργου η απόφαση εξαίρεσης από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, σύμφωνα με την παρ. 2β του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 του ν. 4456/2017 (Α΄ 42), καθώς και τεχνικός φάκελος για τα απαιτούμενα έργα, εγκεκριμένος από την αρμόδια για την περιβαλλοντική αδειοδότηση αρχή. Ο φορέας εκτέλεσης του έργου ενημερώνει την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία και την αρμόδια Λιμενική Αρχή για την έναρξη και το πέρας των εργασιών εκτέλεσης του έργου, καθώς και την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για την παρακολούθηση των έργων, όπου απαιτείται.
3. Αν στους χώρους στους οποίους επετράπη η εκτέλεση των έργων επείγοντος χαρακτήρα προϋφίστανται έργα που έχουν γίνει χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής και έχουν κατασκευαστεί μέχρι τις 28.7.2011, μετά την εκτέλεση των έργων επείγοντος χαρακτήρα γίνεται η αδειοδότηση και παραχώρηση χρήσης του αιγιαλού των υφιστάμενων έργων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14Α, διαφορετικά διατάσσεται η κατεδάφισή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27. Αν για τα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής έργα απορριφθεί η αίτηση αδειοδότησης και παραχώρησης χρήσης του αιγιαλού, αυτά κρίνονται κατεδαφιστέα.
4. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις του άρθρου 86 του ν. 4504/2017 (Α΄184).»

Το άρθρο 13 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 13
Παραχώρηση απλής χρήσης
1. «Απλή χρήση» αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού, είναι κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, η παραχώρηση απλής χρήσης γίνεται έναντι ανταλλάγματος. Για την παραχώρηση της απλής χρήσης παρέχει αιτιολογημένη γνώμη ο οικείος Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία προτείνονται οι αιγιαλοί, παραλίες, όχθες και παρόχθιες ζώνες που μπορεί να παραχωρηθούν, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος.
2 .α) Η παραχώρηση της απλής χρήσης, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από δημοπρασία, η οποία μπορεί να διεξάγεται και ηλεκτρονικά. Ως τιμή εκκίνησης της δημοπρασίας ορίζεται το αντάλλαγμα του άρθρου 16Α. Σε περίπτωση επανάληψης της δημοπρασίας λόγω έκπτωσης του πλειοδότη, η τιμή εκκίνησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη του πενήντα τοις εκατό (50%) του ανταλλάγματος που κατακυρώθηκε στην αρχική δημοπρασία και πάντως όχι μικρότερη του ανταλλάγματος του άρθρου 16Α, ο δε αρχικός υπερθεματιστής, ο/η σύζυγος αυτού και οι συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του δεύτερου βαθμού, καθώς και οι εταιρείες στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι παραπάνω, αποκλείονται από τη δημοπρασία. Η διάρκεια της δια δημοπρασίας παραχώρησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία δημοπρασίας, οι γενικοί όροι και προϋποθέσεις, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την παραχώρηση.
β) Σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού ή δημοτικές επιχειρήσεις του άρθρου 266 του ν. 3463/2006 (Α΄11) η παραχώρηση μπορεί να γίνει και απευθείας με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος. Η παραχώρηση προς τις δημοτικές επιχειρήσεις του άρθρου 266 του ν. 3463/2006 γίνεται για ιδία χρήση και χωρίς δικαίωμα περαιτέρω παραχώρησης με ή χωρίς αντάλλαγμα. Αν ο παραχωρησιούχος είναι Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού επιτρέπεται η από αυτόν περαιτέρω παραχώρηση, σύμφωνα με την παράγραφο 4 και την περίπτωση α΄της παραγράφου 5, με αντάλλαγμα, που καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Η παραχώρηση μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονική δημοπρασία με τιμή εκκίνησης το αντάλλαγμα που καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Τα ισχύοντα για τις παραχωρήσεις από το Δημόσιο εφαρμόζονται και στις παραχωρήσεις από τους Ο.Τ.Α..
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι θέσεις προς παραχώρηση, τα τεχνικά θέματα, οι λοιποί όροι και οι προϋποθέσεις, και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την παραχώρηση απλής χρήσης, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων των παραγράφων 5 και 6, ειδικότεροι όροι για την παραχώρηση απλής χρήσης σε θέσεις που βρίσκονται σε περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000, καθώς και σε περιοχές για τις οποίες ισχύουν ειδικότερες διατάξεις χαρακτηρισμού τους ως προστατευομένων των νόμων 1650/1986 (Α΄160), 3937/2011 (Α΄ 60) και 3028/2002 (Α΄53). Με την ίδια απόφαση καθορίζονται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ανταλλάγματος για την παραχώρηση, και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Οι ανωτέρω θέσεις αναρτώνται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών.
4. Είναι δυνατή η παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού, για την άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουόμενους ή την αναψυχή του κοινού, ιδίως για εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής, ξαπλωστρών, ομπρελών, λειτουργία αυτοκινούμενου ή ρυμουλκούμενου τροχήλατου αναψυκτηρίου, καθώς και τραπεζοκαθισμάτων, εφόσον εξασφαλίζεται η ελεύθερη διέλευση του κοινού και ανάλογα με τη σύσταση του εδάφους του αιγιαλού, με τη διαδικασία και τους όρους των παραγράφων 2 και 3. Το εμβαδόν κάθε παραχώρησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριακόσια (300) τετραγωνικά μέτρα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παραμένει ελεύθερη έκταση αιγιαλού σε ποσοστό τουλάχιστον εξήντα τοις εκατό (60%) του συνολικού εμβαδού του, ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του αιγιαλού, μη υπολογιζομένου του χώρου που είναι δυσπρόσιτος και μη αξιοποιήσιμος και με τους περιορισμούς, ως προς το ποσοστό κάλυψης του αιγιαλού, που ορίζονται σ’ αυτήν.
5. α) Στα όμορα προς τον αιγιαλό, παραλία, λιμνοθάλασσα, λίμνη ή πλεύσιμο ποταμό κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις (camping), κέντρα αναψυχής, ναυταθλητικά σωματεία αναγνωρισμένα από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και σε επιχειρήσεις θαλάσσιων μέσων αναψυχής, που δραστηριοποιούνται σε χώρο όμορο του κοινοχρήστου και λειτουργούν νόμιμα, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20 (Β΄444/1999), μπορεί να παραχωρείται με αντάλλαγμα η απλή χρήση αιγιαλού, παραλίας, όχθης ή παρόχθιας ζώνης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3, χωρίς δημοπρασία, για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) έτη και για τους σκοπούς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4. Σε περίπτωση ύπαρξης συνεχόμενων όμορων επιχειρήσεων του πρώτου εδαφίου της παρούσας, καταλείπεται από τις προβολές των ορίων κάθε επιχείρησης ελεύθερη ζώνη τουλάχιστον δύο (2) μέτρων εκατέρωθεν των ορίων τους. Αν η πρόσοψη της επιχείρησης είναι μικρότερη των έξι (6) μέτρων, η ελεύθερη ζώνη μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) εκατέρωθεν των ορίων της. Αν μεταξύ των χώρων που ασκείται η δραστηριότητα της επιχείρησης και των κοινόχρηστων χώρων του πρώτου εδαφίου της παρούσας παρεμβάλλεται δημοτική οδός, η ιδιότητα του όμορου διατηρείται. Το ίδιο ισχύει και όταν μεταξύ της επιχείρησης και των ανωτέρω κοινοχρήστων χώρων παρεμβάλλεται πλατεία. Αν υπάρχουν περισσότερες από μία επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται με πρόσοψη σε πλατεία όμορη των ανωτέρω κοινόχρηστων χώρων, διενεργείται δημοπρασία για την παραχώρηση τμημάτων αυτών, η οποία μπορεί να διεξαχθεί και ηλεκτρονικά, με τιμή εκκίνησης το αντάλλαγμα που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Αν μεταξύ των χώρων που ασκείται η δραστηριότητα της επιχείρησης και των κοινόχρηστων χώρων
μεσολαβεί ιδιωτικό ακίνητο ή ακίνητο που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή της εταιρείας με την επωνυμία «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε.», της ανωτέρω παραχώρησης απαιτείται να προηγηθεί η απόκτηση εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος επί του ακινήτου αυτού και η επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και επ’ αυτού, προκειμένου να αποκτηθεί η ιδιότητα του όμορου. Το αντάλλαγμα για την παραχώρηση της παρούσας καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α.
β) Στα όμορα προς τον αιγιαλό κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα και στις οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις (camping) επιτρέπεται η άσκηση επιχείρησης θαλασσίων μέσων αναψυχής ή άλλης συναφούς επιχείρησης, ύστερα από την έκδοση της προς τούτο απαιτούμενης ειδικής άδειας βάσει του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20.
γ) Οι επιχειρήσεις της περίπτωσης β΄ επιτρέπεται να συνάπτουν σύμβαση έργου με τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που διαθέτει όλες τις νόμιμες άδειες και εγκρίσεις, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Λιμένα με αριθμ. 20, με σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων της περίπτωσης β΄. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα ασκείται σε σαφώς καθορισμένο τμήμα του παραχωρηθέντος αιγιαλού, που δεν μπορεί να ξεπερνά το είκοσι τοις εκατό (20%) της συνολικής παραχώρησης, με αντάλλαγμα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το αναλογούν για τον συγκεκριμένο παραχωρούμενο χώρο και καθορισθέν για την παραχώρηση αντάλλαγμα, και για χρονικό διάστημα, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο με το χρόνο της παραχώρησης, σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί να ξεπερνά τον υπόλοιπο χρόνο παραχώρησης. Η παραχώρηση ανακαλείται αν διαπιστωθεί ότι το καταβαλλόμενο αντάλλαγμα είναι υψηλότερο από το αναλογούν για το συγκεκριμένο παραχωρούμενο χώρο και καθορισθέν για την παραχώρηση. Οι διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20 εφαρμόζονται και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για την τήρηση των όρων της παραχώρησης φέρει ο παραχωρησιούχος, ευθυνόμενος πλήρως από κοινού και εις ολόκληρον με τον εξ αυτού έλκοντα δικαιώματα. Η σύμβαση του πρώτου εδαφίου κοινοποιείται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία ασκεί έλεγχο νομιμότητας.
δ) Οι περιπτώσεις β΄και γ΄δεν αποκλείουν την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης ή παρόχθιας ζώνης σε τρίτο επιχειρηματία, στην ίδια περιοχή, για την άσκηση επιχείρησης θαλάσσιων μέσων αναψυχής ή άλλης συναφούς επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμ. 20.
6. Η ανάπτυξη των ομπρελών, ξαπλωστρών και των θαλάσσιων μέσων αναψυχής σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, μπορεί να καλύπτει μέχρι το εξήντα τοις εκατό (60%) του παραχωρούμενου χώρου, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση του κοινού κάθετα και παράλληλα προς τη θάλασσα και η ύπαρξη ελεύθερης ζώνης από την ακτογραμμή πλάτους τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων. Για αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού, που έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000, η κάλυψη δεν μπορεί να υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) του παραχωρούμενου χώρου και εφόσον δεν επηρεάζονται οι στόχοι διατήρησης για το προστατευτέο αντικείμενο. Η παραβίαση των ανωτέρω όρων επιφέρει την ανάκληση της παραχώρησης.
7. Δεν παραχωρείται η χρήση του αιγιαλού, για ομπρέλες, ξαπλώστρες, τραπεζοκαθίσματα και τροχήλατες καντίνες, όταν το μήκος ή πλάτος αυτού είναι μικρότερο των πέντε (5) μέτρων ή όταν το συνολικό εμβαδόν του αιγιαλού είναι μικρότερο των εκατό πενήντα (150) τετραγωνικών μέτρων, εκτός από τις περιπτώσεις που υπάρχουν σε ισχύ άδειες λειτουργίας επιχείρησης, από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 4, και μέχρι τη λήξη τους.
8. Οι περιορισμοί των παραγράφων 6 και 7 ισχύουν και για τις παραχωρήσεις της παραγράφου 5.
9. Στις παραχωρήσεις των παραγράφων 4 και 5 ο παραχωρησιούχος είναι υποχρεωμένος να επισημαίνει επί του εδάφους τα όρια του παραχωρούμενου χώρου με τρόπο, αναγνωρίσιμο και εύκολα αντιληπτό από τους χρήστες του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης ή παρόχθιας ζώνης. Επίσης, είναι υποχρεωμένος να αναρτά σε εμφανές σημείο πινακίδα συγκεκριμένων διαστάσεων με το σχέδιο και τη φωτογραφία του παραχωρούμενου χώρου, ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτή η ενδεχόμενη παραβίαση των ορίων της παραχώρησης και οι αρμόδιες υπηρεσίες στις οποίες ο χρήστης του αιγιαλού μπορεί να καταγγείλει τις παραβάσεις. Τα παραπάνω στοιχεία αναρτώνται και στην ιστοσελίδα του οικείου Δήμου. Ο Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, ύστερα από συνεργασία με την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, είναι υποχρεωμένος να αναρτά σε εμφανές σημείο του αιγιαλού πινακίδα με το σχέδιο του αιγιαλού επί του οποίου θα επισημαίνονται όλες οι παραχωρήσεις στον συγκεκριμένο αιγιαλό. Σε περίπτωση παραβίασης των ορίων της παραχώρησης επιτρέπεται στον χρήστη του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης ή παρόχθιας ζώνης η ελεύθερη χρήση του αυθαιρέτως ή καθ’ υπέρβαση της παραχώρησης καταληφθέντος κοινόχρηστου χώρου.
10. Για τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης των παραγράφων 4 και 5 απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού περί μη οφειλής στον οικείο δήμο.
11. Σε ό,τι αφορά αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού, που περιβάλλουν ή εντός των οποίων βρίσκονται αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και ιστορικοί τόποι, απαραίτητη προϋπόθεση για την παραχώρηση της απλής χρήσης τους αποτελεί η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.
12. Όλοι οι όροι και οι περιορισμοί του παρόντος ισχύουν και εφαρμόζονται και στα Τουριστικά Δημόσια Κτήματα, που έχουν χαρακτηρισθεί τέτοια ή για τα οποία έχει εκδοθεί Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 1 της Κ΄ Συντακτικής Πράξης της 6/14 Φεβρουαρίου 1968 (Α΄33).»

Στον ν. 2971/2001 μετά το άρθρο 13 προστίθεται άρθρο 13Α ως εξής:
«Άρθρο 13Α
Ειδικές περιπτώσεις παραχώρησης απλής χρήσης
1.α) Επιτρέπεται, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, που καθορίζεται με τη με αριθμό 8321.3/06/14/2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (Β΄2788) και με τη διαδικασία της περίπτωσης β΄, να τοποθετούνται στη θάλασσα, χωρίς επέμβαση στον αιγιαλό, πλωτές εξέδρες, επιφάνειας μέχρι εκατόν πενήντα (150) τετραγωνικών μέτρων για εποχιακή χρήση διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών, για την εξασφάλιση πρόσβασης και για την επιδίωξη σκοπών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και για πολιτιστικούς ή τουριστικούς σκοπούς. Απαγορεύεται η χρήση των εγκαταστάσεων του προηγούμενου εδαφίου για τη λειτουργία εστιατορίων ή κέντρων αναψυχής και γενικώς επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος.
β) Για την τοποθέτηση και χρήση πλωτής εξέδρας εντός θαλάσσιας ζώνης λιμένα (ΘΖΛ) εκδίδεται απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, του Γενικού Γραμματέα Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Τουρισμού και εισήγηση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής. Οι γνώμες του προηγουμένου εδαφίου πρέπει να διατυπωθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών, αλλιώς η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς αυτές. Αν η ΘΖΛ βρίσκεται εντός προστατευόμενης περιοχής για την οποία υπάρχει Φορέας Διαχείρισης, για την έκδοση της απόφασης απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του. Για την τοποθέτηση και χρήση πλωτής εξέδρας εκτός ΘΖΛ απαιτείται επιπλέον και η σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, καθώς και του Φορέα Διαχείρισης, εφόσον υπάρχει, η δε σχετική απόφαση εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομικών.
γ) Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας και ιδίως αυτά που αφορούν όρους και τεχνικά ζητήματα ή προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν οι τοποθετούμενες εξέδρες, τη συντήρηση και την απομάκρυνσή τους, καθώς και τις συνθήκες πρόσβασης σε αυτές από την ξηρά και αντίστροφα.
2. Επιτρέπεται, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, καθοριζομένου σύμφωνα με το άρθρο 16Α, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη των Υπουργείων Πολιτισμού και Αθλητισμού και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και του Φορέα Διαχείρισης, εφόσον υπάρχει, να τοποθετούνται στο λιμναίο χώρο ή λιμνοθάλασσα, χωρίς επέμβαση στις όχθες ή τις παρόχθιες ζώνες, πλωτές εξέδρες, επιφάνειας μέχρι πενήντα (50) τετραγωνικών μέτρων για εποχιακή χρήση διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών, για την εξασφάλιση πρόσβασης και για την επιδίωξη σκοπών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και για πολιτιστικούς σκοπούς. Απαγορεύεται η χρήση των εγκαταστάσεων του προηγουμένου εδαφίου για τη λειτουργία εστιατορίων ή κέντρων αναψυχής και γενικώς επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την τοποθέτηση των πλωτών εξεδρών, οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν αυτές, οι όροι συντήρησης και απομάκρυνσής τους, οι συνθήκες πρόσβασης σε αυτές από τις όχθες, τα τεχνικά εν γένει ζητήματα και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Ειδικά για τις λίμνες, το νερό των οποίων προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στη με αριθμ. Γ1(δ)/ΓΠ οικ.67322/6.9.2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, Υγείας και Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 3282).
3. Επιτρέπεται, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη των Υπουργείων Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και εισήγηση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, η τοποθέτηση σε θαλάσσιο χώρο για εποχιακή χρήση διάρκειας έως έξι (6)μηνών, χωρίς επέμβαση στον αιγιαλό, συστημάτων φουσκωτών θαλάσσιων μέσων αναψυχής, θαλάσσιων παιδικών χαρών και λοιπών συναφών συστημάτων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας και ιδίως αυτά που αφορούν όρους και τεχνικά ζητήματα ή προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα ανωτέρω αναφερόμενα συστήματα, η μέγιστη θαλάσσια επιφάνεια που μπορεί να καταλαμβάνουν, οι περιοχές στις οποίες επιτρέπεται η τοποθέτησή τους, ο μέγιστος αριθμός αυτών ανά νομό.
Ειδικά για τις πλωτές εξέδρες εποχιακής χρήσης, ανεξαρτήτως της χωροθέτησής τους σε θαλάσσιο ή λιμναίο χώρο ή σε ποταμό, αν αυτές τοποθετούνται κάθε χρόνο στα ίδια σημεία, απαιτείται ανανέωση της σύμφωνης γνώμης των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού κάθε πέντε (5) έτη.
4. Για την τοποθέτηση και χρήση πλωτής εξέδρας, καθώς και συστημάτων φουσκωτών θαλάσσιων μέσων αναψυχής, σύμφωνα με τις διαδικασίες των παραγράφων 1, 2 και 3, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας των παραγράφων 6 έως 10 του άρθρου 14.
5. Επιτρέπεται, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, η παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, λιμνοθαλασσών, λιμνών και πλεύσιμων ποταμών σε επιχειρήσεις υδατοκαλλιεργειών για την εναπόθεση, αποκλειστικά και μόνο, πρώτων υλών, εφοδίων και εξοπλισμών απαραίτητων για τη λειτουργία τους χωρίς τη χρήση οποιωνδήποτε κατασκευών. Η παραχώρηση γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης.
6. Με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Λιμενική Αρχή, και με την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα δεν αντίκειται σε ειδικότερες διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, μπορεί να παραχωρείται, χωρίς αντάλλαγμα, η απλή χρήση αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού, σε ναυταθλητικά σωματεία, που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, ή στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, με αποκλειστικό σκοπό την άμεση εξυπηρέτηση των αθλητικών αναγκών των μελών τους ή των αθλητικών σκοπών της, αντιστοίχως. Επίσης, επιτρέπεται, η παραχώρηση, άνευ ανταλλάγματος, της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού σε αθλητικούς φορείς, ύστερα από τη σύμφωνα γνώμη του οικείου δήμου, ή σε Ο.Τ.Α. για τη διενέργεια αθλητικών αγώνων, για διάρκεια που δεν μπορεί να ξεπερνά τις τριάντα (30) ημέρες ανά έτος στο σύνολο των παραλιών του Δήμου και με την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα δεν αντίκειται σε ειδικότερες διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Στις περιπτώσεις παραχώρησης της παρούσας δεν πρέπει να εμποδίζεται η ελεύθερη πρόσβαση στον αιγιαλό, την παραλία, την όχθη ή την παρόχθια ζώνη και το υδάτινο στοιχείο της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού. Αν σύμφωνα με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας προβλέπεται αντάλλαγμα, αυτό καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α μειωμένο κατά δέκα τοις εκατό (10%).
7. Επιτρέπεται με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Λιμενική Αρχή, η παραχώρηση, άνευ ανταλλάγματος, τμημάτων του αιγιαλού και της παραλίας προς Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, ύστερα από αίτηση του οικείου Δήμου, για την εκτέλεση έργων επ’ αυτών, μη μονίμως πακτωμένων στο έδαφος, τα οποία διευκολύνουν αποκλειστικά την πρόσβαση ατόμων με ειδικές ανάγκες, ή επιβάλλονται για λόγους δημόσιας τάξης ή ασφάλειας του κοινού. Κάθε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες σε τουλάχιστον μία παραλία της χωρικής του αρμοδιότητας. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας των παραγράφων 6 έως 10 του άρθρου 14. Ο φορέας διαχείρισης του έργου ενημερώνει την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ώστε, αν αυτό βρίσκεται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, να χορηγηθεί έγκριση και να παρακολουθείται η εκτέλεση του έργου.
8. Με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Λιμενική Αρχή, ύστερα από αίτημα του οικείου δήμου, επιτρέπεται η παραχώρηση, με αντάλλαγμα, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού για τη διεξαγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων που διενεργούνται είτε υπό την αιγίδα του οικείου Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού είτε από τον ίδιο τον Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, με την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα δεν αντίκειται σε ειδικότερες διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Οι παραχωρήσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να ξεπεράσουν τις είκοσι (20) ημέρες ανά έτος για το σύνολο των αιγιαλών στην περιφέρεια κάθε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού. Σε περίπτωση που οι πολιτιστικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται εντός κηρυγμένων χερσαίων ή ενάλιων αρχαιολογικών χώρων ή πλησίον μνημείων, για την παραχώρηση απαιτείται η προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.
9. Με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Λιμενική Αρχή, είναι δυνατή η παραχώρηση, με αντάλλαγμα, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης λίμνης, λιμνοθάλασσας και πλεύσιμου ποταμού για τη διεξαγωγή γαμήλιων τελετών και εκδηλώσεων κοινωνικού χαρακτήρα, με την προϋπόθεση ότι δεν αίρεται ουσιωδώς η κοινοχρησία και ότι η δραστηριότητα δεν αντίκειται σε ειδικότερες διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που οι εκδηλώσεις αυτές πραγματοποιούνται εντός κηρυγμένων χερσαίων ή ενάλιων αρχαιολογικών χώρων ή πλησίον μνημείων, για την παραχώρηση απαιτείται η προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Τουρισμού, η οποία εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Στην έκδοση της εν λόγω απόφασης συμπράττει και ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στην περίπτωση που με την απόφαση αυτή καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι για την παραχώρηση για τις περιοχές που είναι ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000, καθώς και σε περιοχές, για τις οποίες ισχύουν ειδικότερες διατάξεις χαρακτηρισμού τους ως προστατευόμενων περιοχών των νόμων 650/1986 (Α΄160), 3937/2011 (Α΄ 60) και 3028/2002. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός παραλιών ανά Δήμο και κοινωνικών εκδηλώσεων ανά παραλία.
10. Αν διαπιστωθεί η διεξαγωγή πολιτιστικής, αθλητικής ή άλλης εκδήλωσης κοινωνικού χαρακτήρα, καθώς και γαμήλιας τελετής, χωρίς τις οικείες άδειες ή κατά παράβαση των όρων της σύμβασης παραχώρησης, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία επιβάλλει σε βάρος του διοργανωτή της εκδήλωσης πρόστιμο, το ύψος του οποίου ανέρχεται στο τριπλάσιο του ανταλλάγματος που θα έπρεπε να καταβληθεί για την παραχώρηση. Το πρόστιμο βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
11. Με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Λιμενική Αρχή, επιτρέπεται η παραχώρηση έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης και υδάτινου στοιχείου θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και πλεύσιμου ποταμού για τις ανάγκες λήψεων με οπτικοακουστικά μέσα. Αν οι λήψεις πραγματοποιούνται εντός κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων ή πλησίον μνημείων, για την παραχώρηση απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Υφιστάμενες διατάξεις για τη λήψη άδειας από άλλες αρχές εξακολουθούν να ισχύουν.
12. Για όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εφόσον οι προς παραχώρηση χώροι εμπίπτουν σε περιοχές που είναι ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000, καθώς και για τις περιοχές για τις οποίες ισχύουν ειδικότερες διατάξεις χαρακτηρισμού τους ως προστατευομένων του ν.1650/1986, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οικείου φορέα διαχείρισης.
13. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής είναι δυνατή η παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού απευθείας, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε Ν.Π.Δ.Δ. και φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, με σκοπό την έρευνα και μελέτη του οικοσυστήματος των ακτών και για λοιπούς ερευνητικούς σκοπούς που αφορούν το περιβάλλον, εφόσον αυτό προβλέπεται στην ιδρυτική τους πράξη ή αν η παραχώρηση κρίνεται απαραίτητη για την άσκηση των συναφών προς τον ανωτέρω σκοπό αρμοδιοτήτων τους.
14. Για τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 και των παραγράφων 2, 3, 5, 9 και 11 απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού περί μη οφειλής στον οικείο Δήμο.»

Το άρθρο 14 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 14
Παραχώρηση χρήσης για την εκτέλεση έργων
1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, είναι δυνατή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 6, η χωρίς δημοπρασία απευθείας παραχώρηση σε φορείς του Δημοσίου Τομέα και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις της χρήσης του αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, για την εκτέλεση έργων που εξυπηρετούν σκοπούς κοινωφελείς ή προστασίας του περιβάλλοντος, ναυταθλητικούς, ερευνητικούς, ύδρευσης, αποχέτευσης, επιστημονικούς, ανάπλασης, βιομηχανικούς, εξορυκτικούς, συγκοινωνιακούς, λιμενικούς, ναυπηγοεπισκευαστικούς, ενεργειακούς, αλιευτικούς και υδατοκαλλιεργητικούς. Τοπικά χωρικά σχέδια και θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο, όπως αυτό ορίζεται στον ν. 4546/2018 (Α΄101), λαμβάνονται υπόψη μετά την έγκρισή τους. Η παραχώρηση μπορεί να περιλαμβάνει και την απλή χρήση του αιγιαλού της παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών των έργων αυτών. Το αντάλλαγμα για τις παραχωρήσεις του παρόντος καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Ειδικά για λιμενικές τουριστικές υποδομές και επιχειρήσεις η παραχώρηση γίνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Τουρισμού. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στους τουριστικούς λιμένες που εμπίπτουν στο άρθρο 29 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118).
2. Επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 1, 6, 7, 8, 9 και 10, η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού ιδίως για:
α) σκοπούς κοινωφελείς ή προστασίας του περιβάλλοντος, εφόσον τα έργα εκτελούνται από το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., συμπεριλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών,
β) ναυταθλητικά έργα με βάση μελέτες, οι οποίες έχουν εγκριθεί από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού,
γ) έργα ανάπλασης του άρθρου 8 του ν. 2508/1997 (Α΄124) που εκτελούνται από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.,
δ) ερευνητικούς σκοπούς,
ε) έργα εξυπηρέτησης ή εγκατάστασης επιχειρήσεων υδατοκαλλιεργειών που λειτουργούν νόμιμα,
στ) την εγκατάσταση σταθερών ή πλωτών εξεδρών, την κατασκευή προβλητών και κρηπιδωμάτων, την εγκατάσταση ανυψωτικών και φορτοεκφορτωτικών μέσων παντός είδους, ήτοι μεταφορικών ταινιών, γερανών, αγωγών μεταφοράς υγρών φορτίων και λοιπών συναφών συστημάτων ή άλλων έργων, τα οποία προορίζονται να εξυπηρετούν τη μεταφορά φορτίων ή εφοδίων, που παράγονται ή χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις υδατοκαλλιεργητικές, βιομηχανικές, εξορυκτικές, ναυπηγοεπισκευαστικές, που λειτουργούν νόμιμα σε ακίνητα επί των οποίων οι ανωτέρω επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα χρήσης με βάση εμπράγματη ή ενοχική σχέση και έχουν κατασκευάσει τις κύριες εγκαταστάσεις τους. Η κατασκευή των έργων, στο πλαίσιο της ανωτέρω παραχώρησης, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, τηρουμένων των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων, καθώς και των οικείων διατάξεων για τους λιμένες. Η κατασκευή των έργων του παρόντος δεν μπορεί να αρχίσει αν προηγουμένως δεν κατατεθεί η απόφαση παραχώρησης στην αρμόδια λιμενική αρχή. Τα έργα ανήκουν στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τα καταργεί ή να τα μετατρέπει οποτεδήποτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ασφάλειας ή εθνικής άμυνας, χωρίς καμία υποχρέωσή του για αποζημίωση ή για καταβολή της δαπάνης κατασκευής και συντήρησής τους στον ιδιώτη. Ο επιβλέπων μηχανικός είναι υπεύθυνος για την κατασκευή του έργου σύμφωνα με την πράξη παραχώρησης και την εγκεκριμένη οριστική μελέτη, ανεξάρτητα από το αν αυτό συνορεύει με τη ζώνη του αιγιαλού ή της παραλίας,
ζ) την κατασκευή έργων και εγκαταστάσεων υποδομής προοριζομένων να εξυπηρετούν την εκτέλεση συγκοινωνιών κάθε μορφής από συγκοινωνιακές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν νόμιμα,
η) την εκτέλεση έργων εγκατάστασης σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), στις οποίες περιλαμβάνεται η τοποθέτηση υποσταθμών, καθώς και η κατασκευή κάθε έργου, που κρίνεται αναγκαίο για τη σύνδεση σταθμού Α.Π.Ε.
με το σύστημα ή το Δίκτυο, συμπεριλαμβανομένου και του αναγκαίου χώρου για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και του αναγκαίου προσωπικού για την ασφαλή λειτουργία και συντήρηση του έργου. Ειδικά για την εκτέλεση των έργων της παρούσας παραγράφου, η απόφαση περί παραχώρησης του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αφορά το χερσαίο τμήμα της χώρας, νησιά ή βραχονησίδες. Είναι δυνατή η παραχώρηση και για την κατασκευή λοιπών έργων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται και για έργα ενίσχυσης του Συστήματος Μεταφοράς ή το Δίκτυο, αλλά και για έργα Διασύνδεσης Νήσων με το Εθνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα Μεταφοράς, τα οποία θα εξυπηρετούν και την αύξηση της διείσδυσης των Α.Π.Ε. και γενικά οποιοδήποτε έργο που συνδέεται με την κατασκευή και τη λειτουργία τους ή αναφέρεται στην Α.Ε.Π.Ο. ως συνοδό έργο, συμπεριλαμβανομένων των έργων οδοποιίας πρόσβασης. Για τα έργα της παρούσας, κατά παρέκκλιση των παραγράφων 6 έως 10, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία μετά την έκδοση της Α.Ε.Π.Ο. του σταθμού Α.Π.Ε. ή του έργου διασύνδεσης, στην οποία πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα έργα, για τα οποία ζητείται η παραχώρηση του ανωτέρω δικαιώματος, συμπεριλαμβανομένων και όσων χαρακτηρίζονται ως συνοδών έργων από την Α.Ε.Π.Ο. Η Κτηματική Υπηρεσία διαβιβάζει αμελλητί και πάντως μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεση σ΄αυτήν της αίτησης και της Α.Ε.Π.Ο., την αίτηση στα Υπουργεία Οικονομίας και Ανάπτυξης, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Τουρισμού και στο Γ.Ε.Ν., εκτός αν οι υπηρεσίες αυτές έχουν ήδη γνωμοδοτήσει κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου και οι γνωμοδοτήσεις τους έχουν συνυποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο με την αίτηση. Μετά τη συγκέντρωση των γνωμών ή την άπρακτη παρέλευση προθεσμίας τριών (3) μηνών από την περιέλευση στις υπηρεσίες αυτές της αίτησης, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία ενεργεί για την έκδοση της απόφασης παραχώρησης.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για τις εγκαταστάσεις αιολικών πάρκων στον εθνικό θαλάσσιο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του ν. 3468/2006 (Α΄ 129).
3. Στα έργα, τα οποία μπορεί να εκτελεστούν για την επιδίωξη των σκοπών των παραγράφων 1 και 2, περιλαμβάνονται και η τοποθέτηση υποθαλάσσιων αγωγών και καλωδίων, ναυδέτων εκτός θαλάσσιας ζώνης λιμένα, πλωτών προβλητών και εξεδρών και η πόντιση τεχνητών υφάλων, εξαιρούμενης της χρήσης για τουριστικούς σκοπούς.
4.α) Η εκτέλεση προσωρινών ή μόνιμων έργων επί αιγιαλού και παραλίας, που έχουν χαρακτηρισθεί Τουριστικά Δημόσια Κτήματα ή για τα οποία έχει εκδοθεί Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 1 της Κ΄ Συντακτικής Πράξης της 6/14 Φεβρουαρίου 1968, καθώς και στον συνεχόμενο ή παρακείμενο αυτών θαλάσσιο χώρο, γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού.
β) Στο Υπουργείο Οικονομικών συνιστάται επταμελής Επιτροπή αποτελούμενη από τον Γενικό Γραμματέα Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Τουρισμού, τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, έναν εκπρόσωπο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Τουρισμού, αναπληρούμενος από τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Η Επιτροπή συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές των μελών και ο Γραμματέας της Επιτροπής με τον αναπληρωτή του. Η Επιτροπή μπορεί, μετά από σχετική εισήγηση του Προέδρου της, να υποβοηθείται στο έργο της από εξειδικευμένους υπαλλήλους, οι οποίοι υπηρετούν σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
γ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη λειτουργία της Επιτροπής.
δ) Αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η εξέταση και η διατύπωση γνώμης προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Τουρισμού για τη συνδρομή των προϋποθέσεων εκτέλεσης έργων της περίπτωσης α΄, κατόπιν υποβολής του φακέλου και των μελετών που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.
ε) Η Επιτροπή, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της, μπορεί να διενεργεί αυτοψίες, καθώς και να ζητεί πληροφορίες, τεχνικά ή άλλα στοιχεία από τους κατά τόπον αρμόδιους φορείς.
5. Η παραχώρηση ισχύει για όσο χρόνο ισχύει η άδεια ίδρυσης ή εγκατάστασης του φορέα/της επιχείρησης, παύει δε αυτοδικαίως και αζημίως για το Δημόσιο, όταν παύσει να ισχύει για οποιονδήποτε λόγο η άδεια αυτή.
6. Ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, συνοδευόμενη από πλήρη φάκελο, ο οποίος περιέχει:
α) ακτομηχανική μελέτη θεωρημένη από το Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών, εφόσον αυτή απαιτείται από το είδος του έργου,
β) την απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4014/2011, ή, κατά περίπτωση, την απόφαση έγκρισης υπαγωγής σε καθεστώς Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων του ν. 4014/2011,
γ) την εγκεκριμένη από την Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της οικείας Περιφέρειας οριστική μελέτη του έργου, συνοδευόμενη από τη σύμφωνη γνώμη των φορέων της παραγράφου 8, εκτός αν αυτές έχουν ήδη δοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης,
δ) την οριογραμμή του αιγιαλού και τα ακριβή όρια του ζητούμενου χώρου επί των υποβάθρων του άρθρου 4 ή σε τοπογραφικά διαγράμματα των προδιαγραφών της παραγράφου 6 του άρθρου 4 και πρόσφατες αεροφωτογραφίες,
ε) φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα,
στ) εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης του έργου,
ζ) έγκριση ή γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής για την ίδρυση ή εγκατάσταση της επιχείρησης. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η χορήγηση της έγκρισης ή γνωστοποίησης αυτής πριν από την παραχώρηση του αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης ή κοίτης πλεύσιμου ποταμού, εκδίδεται η απόφαση περί παραχώρησης, αλλά τελεί υπό τον όρο έκδοσης της εν λόγω άδειας ίδρυσης ή εγκατάστασης μέσα σε ένα (1) έτος από την παραχώρηση. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί τελικά η άδεια για την ίδρυση ή εγκατάσταση της επιχείρησης, ανακαλείται αυτοδικαίως η παραχώρηση και εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Οικονομικών.
7. Κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, εφαρμόζονται οι κείμενες κατά περίπτωση διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Αν δεν προβλέπεται περιβαλλοντική αδειοδότηση, για την παραχώρηση διατυπώνουν τη γνώμη τους και οι εξής συναρμόδιοι φορείς:
α) το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δια του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας,
β) το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, όταν πρόκειται για παραχώρηση αιγιαλού σε βιομηχανικές μονάδες,
γ) το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όταν πρόκειται για παραχώρηση αιγιαλού σε εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών και σε επιχειρήσεις μεταλλευτικών, λατομικών και βιομηχανικών ορυκτών,
δ) το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για έργα σε λιμένες, λίμνες, λιμνοθάλασσες και ποταμούς, καθώς και για την κατασκευή αλιευτικού καταφυγίου με σκοπό την προστασία επαγγελματικών αλιευτικών σκαφών και για την ίδρυση και εγκατάσταση μονάδων ιχθυοκαλλιεργειών, καθώς και για κάθε άλλο θέμα αρμοδιότητάς του,
ε) το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού,
στ) το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής,
ζ) το Υπουργείο Τουρισμού,
η) το οικείο Δημοτικό Συμβούλιο.
Οι γνώμες αυτές διατυπώνονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή πλήρους φακέλου, διαφορετικά η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς αυτές.
8. Για την έγκριση της οριστικής μελέτης του έργου απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εθνικής Άμυνας για θέματα εθνικής άμυνας και ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, εφόσον η τελευταία γνώμη δεν διατυπώθηκε κατά το στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Για παραδοσιακούς οικισμούς απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Οι ανωτέρω γνώμες διατυπώνονται μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή σε αυτούς πλήρους φακέλου. .
9. Η Κτηματική Υπηρεσία, μετά τη διενέργεια αυτοψίας, υποχρεούται να συντάσσει προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κατάθεση σε αυτήν της αίτησης και του πλήρους φακέλου, εισηγητική έκθεση στην οποία καθορίζεται το αντάλλαγμα της παραχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 16Α.
10. Η Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την παραλαβή της εισηγητικής έκθεσης και του φακέλου, προβαίνει στη σύνταξη σχεδίου απόφασης παραχώρησης.
11. α) Η επισκευή και συντήρηση των εγκαταστάσεων των παραγράφων 1, 2 και 3, στις οποίες περιλαμβάνονται και η μερική ή ολική αντικατάσταση τμημάτων τους σε αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, εφόσον δεν επέρχεται αλλοίωση του περιβάλλοντος χώρου ή των γεωμετρικών και τεχνικών χαρακτηριστικών του έργου και δεν τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών, πραγματοποιείται σύμφωνα με την ισχύουσα Α.Ε.Π.Ο., που έχει χορηγηθεί για το συνολικό έργο για το οποίο πρόκειται να γίνει η αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση και δεν απαιτείται νέα απόφαση παραχώρησης της παραγράφου 1. Για την κατά τα ανωτέρω έναρξη προγραμματισμένων εργασιών αντικατάστασης, επισκευής ή συντήρησης απαιτείται η σύνταξη τεχνικής μελέτης εγκεκριμένης από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της οικείας Περιφέρειας, η οποία κοινοποιείται τουλάχιστον προ δεκαπέντε (15) ημερών στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, στη Λιμενική Αρχή, καθώς και στην αρμόδια για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων υπηρεσία.
β) Αν διαπιστωθεί εκτέλεση εργασιών κατά παρέκκλιση των όρων παραχώρησης, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία εκδίδει απόφαση απαγόρευσης, παύσης ή αναστολής εκτέλεσης των σχετικών εργασιών, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια Αστυνομική ή Λιμενική Αρχή. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 29.
γ) Αν διαπιστωθεί εκτέλεση εργασιών κατά παρέκκλιση της σχετικής τεχνικής μελέτης, η αρμόδια Λιμενική Αρχή επιβάλλει πρόστιμο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ανάλογα με την απόκλιση από τη μελέτη, με την επιφύλαξη αυστηρότερων προστίμων που μπορεί να επιβληθούν για παραβίαση της κείμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Επιπλέον, εκδίδεται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία πρωτόκολλο κατεδάφισης και επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα αυτών κατάσταση.
δ) Σε περίπτωση απρόβλεπτης βλάβης σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις που είναι δυνατόν να προκαλέσει περιβαλλοντικό πρόβλημα, θαλάσσια ρύπανση ή πρόβλημα στην ενεργειακή τροφοδοσία της περιοχής, η επέμβαση για αποκατάσταση της βλάβης γίνεται ύστερα από προηγούμενη ενημέρωση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής από τον επιβλέποντα το έργο.
12. Ειδικά για κατασκευές που εξυπηρετούν τη λειτουργία μονάδων υδατοκαλλιεργειών (συνοδές εγκαταστάσεις), για τις οποίες έχει γίνει υπαγωγή στο άρθρο 121 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167), αναστέλλεται από την ημερομηνία υπαγωγής η έκδοση και εκτέλεση Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής και πρωτοκόλλου κατεδάφισης, καθώς και η έκδοση Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης, που αφορά το διάστημα μετά την ημερομηνία υπαγωγής. Η παραχώρηση χρήσης των χώρων αυτών δεν κωλύεται σε αυτή την περίπτωση και η χρήση τους γίνεται με ευθύνη των παραχωρησιούχων. Ομοίως, είναι δυνατή η παραχώρηση για την εκτέλεση έργων σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος. Εφόσον μετά την παρέλευση της διετούς προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 121 του ν. 4495/2017 δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία που ορίζεται σε αυτό, η αναστολή της λήψης των μέτρων προστασίας παύει και αυτά επιβάλλονται, όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις.
13. Έργα καθαρισμού αποκατάστασης λειτουργικών βαθών, όπως προβλέπονται από τη μελέτη κατασκευής των λιμενικών εγκαταστάσεων, που καθίστανται αναγκαία εξαιτίας προσχώσεων που προέρχονται από απώλειες φορτοεκφορτώμενου υλικού, αλλά και άλλες αιτίες, ιδίως, συσσώρευση φερτών υλών, προσαμμώσεις, που οφείλονται σε θεομηνίες ή εξελίσσονται μέσω φυσικών διεργασιών, επιτρέπονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η οποία εκδίδεται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου και την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων), εφόσον δεν έχει δοθεί κατά τη διαδικασία της λιμενικής εγκατάστασης. Στην ανωτέρω απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής ορίζεται και ο τρόπος διάθεσης του υλικού, που αποκομίζεται από τον καθαρισμό του πυθμένα της θάλασσας. Άδειες κατασκευής και χρήσης λιμενικών έργων που έχουν χορηγηθεί ισχύουν και για όλες τις παραπάνω εργασίες. Για την έναρξη των εργασιών απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση της απόφασης στην αρμόδια Λιμενική Αρχή.
14. Εφόσον ο παραχωρησιούχος συμφωνεί, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να επιτραπεί η χρησιμοποίηση των έργων και των εγκαταστάσεων της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 2 και από τρίτες, εκτός από τον παραχωρησιούχο, επιχειρήσεις, που λειτουργούν νόμιμα, για ορισμένο χρονικό διάστημα και πάντως όχι μεγαλύτερο της τριετίας και για σκοπούς που προβλέπονται από τις παραγράφους 1, 2 και 3. Η απόφαση αυτή εκδίδεται ύστερα από προσκόμιση τεχνικής έκθεσης από τον αιτούντα και διατύπωση γνώμης από τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Οι πιο πάνω γνώμες χορηγούνται μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή του αιτήματος. Στην απόφαση υπολογίζεται και το αντάλλαγμα, σύμφωνα με το άρθρο 16Α, το οποίο βεβαιώνεται με πράξη της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και εισπράττεται σύμφωνα με της διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του ανταλλάγματος ανακαλείται η απόφαση του πρώτου εδαφίου της παρούσας.
15. Το αντάλλαγμα χρήσης για την παραχωρούμενη έκταση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, εκτός αν συντρέχει απαλλαγή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 15. Το αντάλλαγμα βεβαιώνεται με πράξη της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και εισπράττεται σύμφωνα με της διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του ανταλλάγματος και παρόδου τριών (3) μηνών από την καθυστέρηση μιας δόσης του καθορισθέντος ανταλλάγματος, ο παραχωρησιούχος εκπίπτει αυτοδίκαια από την παραχώρηση. Για την αυτοδίκαιη έκπτωση από την παραχώρηση εκδίδεται πράξη του Υπουργού Οικονομικών, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα. Ειδικά για τις περιοχές στις οποίες έχουν ιδρυθεί Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών του ν. 4519/2018 (Α΄ 29), ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) από το αντάλλαγμα αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των αντίστοιχων ανωτέρω Φορέων, απαγορευομένης ρητώς της μεταφοράς οποιουδήποτε ποσοστού του σε άλλους φορείς, ταμεία ή νομικά πρόσωπα.
16. Τα έργα του παρόντος άρθρου ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τα καταργεί ή να τα μετατρέπει οποτεδήποτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ασφάλειας ή εθνικής άμυνας, χωρίς καμία υποχρέωσή του για αποζημίωση ή καταβολή της δαπάνης κατασκευής και συντήρησης του κατασκευαστή και χρήστη τους. Η χρήση των έργων μπορεί να παραχωρείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με αντάλλαγμα που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, για ορισμένο χρόνο. Είναι δυνατή η παραχώρηση των έργων για ορισμένο χρόνο σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για κοινωφελείς σκοπούς, αν για τη συνήθη χρήση τους ο φορέας διαχείρισης δεν εισπράττει αντάλλαγμα.
17. α) Επιτρέπεται η παραχώρηση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού για την εκτέλεση έργων δικτύων τηλεπικοινωνιών, ενέργειας, ύδρευσης, αποχέτευσης και βιολογικών καθαρισμών, ακόμα και αν στους ανωτέρω κοινόχρηστους χώρους υφίστανται έργα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής.
β) Στην υποβαλλόμενη τεχνική μελέτη του προς κατασκευή έργου πρέπει να περιγράφεται αναλυτικά και η διαδικασία απαιτούμενης αποκατάστασής του στην περίπτωση που τα υφιστάμενα παράνομα έργα δεν αδειοδοτηθούν και κριθούν κατεδαφιστέα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
18. Διατάξεις που αφορούν την προστασία της ποιότητας και της ποσότητας των υδάτων, σύμφωνα με τις οποίες είναι απαραίτητη η έκδοση άδειας και από τις αρμόδιες για την προστασία της ποιότητας και της ποσότητας των υδάτων ή και άλλες αρχές, εξακολουθούν να ισχύουν.».

Στον ν. 2971/2001 μετά το άρθρο 14 προστίθεται άρθρο 14Α ως εξής:
«Άρθρο 14Α
Αδειοδότηση παραχώρησης χρήσης υφισταμένων άνευ αδείας ή καθ’ υπέρβαση αυτής κατασκευών
1. α) Έργα των άρθρων 12, 12Α και των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 14 που έχουν κατασκευαστεί μέχρι τις 28.7.2011 στον αιγιαλό, την παραλία, την όχθη, την παρόχθια ζώνη, το υδάτινο στοιχείο, τον πυθμένα και το υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού χωρίς να υφίσταται απόφαση παραχώρησης της χρήσης, ανεξαρτήτως της έκδοσης πρωτοκόλλου κατεδάφισης μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, μπορούν να λάβουν παραχώρηση χρήσης με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εκτός από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 86 του ν. 4504/2017, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία μέσα σε δύο (2) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Στη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται ξενοδοχειακές μονάδες, που έχουν κατασκευαστεί από το Δημόσιο, τον Ε.Ο.Τ. ή για λογαριασμό του ή των οποίων το Δημόσιο ή ο Ε.Ο.Τ είχαν τη διαχείριση ή έργα που είναι ουσιωδώς απαραίτητα για τη λειτουργία των εν λόγω ξενοδοχειακών μονάδων του Ε.Ο.Τ.. Επίσης, υπάγονται και οι αυθαίρετες κατασκευές που εξυπηρετούν τη λειτουργία των μονάδων υδατοκαλλιέργειας, για τις οποίες έχει γίνει υπαγωγή στις διατάξεις είτε του άρθρου 121 του ν. 4495/2017 είτε της περίπτωσης α΄ της παρ. 19 του άρθρου 23 του ν. 4178/2013 (Α΄174).
Η ρύθμιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται για κατοικίες κάθε είδους, καταστήματα κάθε είδους, συμπεριλαμβανόμενων εμπορικών και υγειονομικού ενδιαφέροντος, με τα παραρτήματα και προσαρτήματά τους, κάμπινγκ, τουριστικά καταλύματα γενικά και ξενοδοχειακές μονάδες, εκτός των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και για τους τουριστικούς λιμένες του ν. 2160/1993.
Για την αδειοδότηση ακολουθείται η διαδικασία των παραγράφων 6 επ. του άρθρου 14, με εξαίρεση την εγγυητική επιστολή της περίπτωσης στ΄, επιπλέον δε, υποβάλλονται από τον αιτούντα οπωσδήποτε φωτογραφίες και χάρτης της ευρύτερης περιοχής με την ακριβή θέση του έργου και δημόσια έγγραφα και αεροφωτογραφίες συνοδευόμενες από υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού, από τα οποία να προκύπτει ο χρόνος κατασκευής και η έκταση των προς παραχώρηση της χρήσης ή εξαίρεση από την κατεδάφιση έργων, καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ρητώς εξαιρουμένων των μαρτύρων και του όρκου.
β) Αν τα έργα δεν λάβουν την παραχώρηση χρήσης, σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία θεωρούνται αυθαίρετα και κατεδαφιστέα, εκδιδομένης σχετικής διαπιστωτικής πράξης του Υπουργού Οικονομικών. Για την κατεδάφιση ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 27. Αν η αίτηση της αδειοδότησης ή εξαίρεσης από την κατεδάφιση απορριφθεί, το παράνομο έργο κατεδαφίζεται με δαπάνη του αιτούντος και επιβάλλεται, για όσο χρόνο δεν κατεδαφίζεται, αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης. Αν η κατεδάφιση γίνει από υπηρεσίες του Δημοσίου, το κόστος επιβαρύνει τον αυθαίρετο χρήστη του έργου και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
γ) Στα έργα και κατασκευές που λαμβάνουν παραχώρηση χρήσης με βάση τις περιπτώσεις α΄ και β΄ επιτρέπονται οι εργασίες συντήρησης ή επισκευής τους με τις διαδικασίες του άρθρου 14.
2. α) Προϋπόθεση για την παραχώρηση της χρήσης των έργων, είναι η καταβολή ή ο νόμιμος διακανονισμός της αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης που καθορίζεται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία για την αυθαίρετη και παράνομη χρήση της έκτασης για το προηγούμενο χρονικό διάστημα και μέχρι πέντε (5) έτη αναδρομικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η κατ’ έτος αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης ορίζεται σε ποσό αντίστοιχο με το εφεξής καταβαλλόμενο ετήσιο αντάλλαγμα για τη χρήση του χώρου του έργου, προσαυξημένο κατά το ένα τρίτο (1/3) του ποσού αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο η καταβαλλόμενη προσαύξηση διατίθεται για την προστασία και αποκατάσταση της κοινοχρησίας επί των κοινόχρηστων χώρων αιγιαλού και παραλίας. Η εξόφληση της αποζημίωσης μπορεί να γίνει: αα) εφάπαξ, με καταβολή του πενήντα τοις εκατό (50%) του οφειλόμενου ποσού, ή ββ) με άτοκες δόσεις επί του αρχικώς βεβαιωμένου ποσού και διαγραφή προσαυξήσεων. Η ρύθμιση του προηγουμένου εδαφίου δεν αφορά την προσαύξηση του ενός τρίτου (1/3) της αποζημίωσης, η οποία καταβάλλεται εφάπαξ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο αριθμός των δόσεων και κάθε σχετικό θέμα εξόφλησης της αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης. Από την καταβολή αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης εξαιρούνται έργα υποδομών ή κοινής ωφέλειας που αφορούν κοινόχρηστα αγαθά εφόσον αποδεδειγμένα έχουν κατασκευασθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), είτε από Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, είτε από νομίμως λειτουργούσες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας εφόσον ανήκουν αποκλειστικά ή κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο ή σε Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, με την προϋπόθεση το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης να μην έχει επικυρωθεί δικαστικά ή να μην έχει βεβαιωθεί ταμειακά η αποζημίωση.
β) Από την κατάθεση της αίτησης για την παραχώρηση της χρήσης και μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας αναστέλλεται : αα) η εκτέλεση των πρωτοκόλλων κατεδάφισης, εκτός αυτών που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης έχουν καταστεί τελεσίδικα, και διοικητικής αποβολής και η έκδοση νέων, καθώς και ββ) η έκδοση νέων πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης και η επιβολή νέων προστίμων για τα προς παραχώρηση της χρήσης με την παρούσα διαδικασία έργα και για όσο χρόνο διαρκεί αυτή.
γ) Η διετής αποκλειστική προθεσμία της παραγράφου 1, καθώς και η αναστολή των μέτρων της περίπτωσης β΄, αναστέλλουν την παραγραφή των απαιτήσεων και δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την παραγραφή των ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την κατασκευή και χρήση των έργων και εγκαταστάσεων του παρόντος και την αναγκαστική είσπραξη των επιβληθέντων προστίμων και αποζημιώσεων. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω διετούς αποκλειστικής προθεσμίας και κατά το διάστημα που εκκρεμεί η απόφαση επί της υποβληθείσας αίτησης για παραχώρηση της χρήσης, αναστέλλεται η πρόοδος των ποινικών διαδικασιών που σχετίζονται με την κατασκευή και χρήση των έργων και εγκαταστάσεων του παρόντος. Αν απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο η αίτηση παραχώρηση της χρήσης, τότε λαμβάνονται και εκτελούνται όλα τα μέτρα, η έκδοση των οποίων είχε ανασταλεί.
3. Με την απόφαση περί παραχώρηση της χρήσης των έργων παραχωρείται και η χρήση του χώρου των κατασκευών ή έργων. Η παραχώρηση γίνεται πάντοτε με αντάλλαγμα, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α , εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, του ανταλλάγματος μπορεί να εξαιρεθούν ή να επιβληθεί μειωμένη καταβολή του για έργα υποδομής ή κοινής ωφέλειας που αφορούν κοινόχρηστα αγαθά και ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού ή σε Ν.Π.Δ.Δ., από την χρήση των οποίων ο κύριος του έργου ή ο φορέας διαχείρισης δεν εισπράττει αντάλλαγμα ή το εισπραττόμενο αντάλλαγμα δεν υπερβαίνει την αναγκαία για την συντήρηση του έργου δαπάνη.
4. Ο χώρος των κατασκευών ή έργων για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί άδεια με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 27, παραχωρείται εφεξής κατά χρήση έναντι ανταλλάγματος, που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α, εκτός αν πρόκειται για έργα υποδομής ή κοινής ωφέλειας που αφορούν κοινόχρηστα αγαθά, ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού ή σε Ν.Π.Δ.Δ. και από τη χρήση των οποίων ο κύριος του έργου ή ο φορέας διαχείρισης δεν εισπράττει αντάλλαγμα ή το εισπραττόμενο αντάλλαγμα δεν υπερβαίνει την αναγκαία για την συντήρηση του έργου δαπάνη. Για την παραχώρηση του προηγουμένου εδαφίου υποβάλλεται αίτηση από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, διαφορετικά θεωρείται αυθαίρετος χρήστης και λαμβάνονται σε βάρος του τα προβλεπόμενα μέτρα.
5. Έργα που υλοποιήθηκαν στον αιγιαλό, στην παραλία και στον συνεχόμενο ή παρακείμενο θαλάσσιο χώρο πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου από νομίμως λειτουργούσες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και αφορούν τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων θεωρούνται νόμιμα και εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από την αρμόδια Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Την ευθύνη για την απόδειξη του χρόνου και του φορέα κατασκευής και την καταγραφή του έργου την έχει ο αιτών. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απαλλαγή από την καταβολή αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης. Για τη συντήρηση ή επισκευή των έργων της παρούσας εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 11 του άρθρου 14.
6. Η παραχώρηση της χρήσης έργων και εγκαταστάσεων, που έχουν εκτελεσθεί μη νόμιμα εντός του αιγιαλού, παραλίας, όχθης ή παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού είτε από νομίμως λειτουργούντα ναυταθλητικά σωματεία, αναγνωρισμένα από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού είτε από την ίδια τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού γίνεται, κατ’ εξαίρεση, με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 18Α.
7. Αν υφίσταται άμεσος κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον λόγω βλάβης ή φθορών σε υφιστάμενες λειτουργούσες εγκαταστάσεις και έργα, για τα οποία έχει ήδη υποβληθεί αίτηση για την παραχώρηση της χρήσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, για την εκτέλεση των επειγουσών εργασιών επισκευής, προς αποτροπή του κινδύνου, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 11 του άρθρου 14.»

Το άρθρο 15 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 15
1. Απαγορεύεται η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης, της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, εθνικής άμυνας, δημόσιας τάξης, ασφάλειας, προστασίας αρχαιοτήτων, υγείας ή προστασίας του περιβάλλοντος.
2. Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι δυνατή η παραχώρηση της χρήσης του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης, της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
3. Οι παραχωρήσεις του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης, της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού υπόκεινται πάντοτε σε μονομερή ανάκληση από το Δημόσιο για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, εθνικής άμυνας, δημόσιας τάξης, ασφάλειας, δημόσιας υγείας, προστασίας αρχαιοτήτων και προστασίας του περιβάλλοντος, εφαρμογής των τοπικών χωρικών σχεδίων και του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδίου, όπως αυτό ορίζεται στον ν. 4546/2018 (Α΄101), καθώς και για την αποκατάσταση του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, αζημίως για το Δημόσιο.
4. Για την παραχώρηση της χρήσης του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης , της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού καταβάλλεται αντάλλαγμα. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί ο Υπουργός Οικονομικών να αποφασίζει την χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση, για την εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας ή για την εκτέλεση εκδηλώσεων εκπαιδευτικού, ερευνητικού, αθλητικού ή πολιτιστικού περιεχομένου βραχείας χρονικής διάρκειας, αποκλειστικά σε υπηρεσίες του Δημοσίου, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού και νομικά Πρόσωπα του ν. 3429/2005 (Α΄ 314). Σε περίπτωση παραχώρησης έναντι ανταλλάγματος, το αντάλλαγμα ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α μειωμένο κατά δέκα τοις εκατό (10 %). Στην πράξη παραχώρησης περιλαμβάνονται όροι χρήσης που διασφαλίζουν την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού. Με τις πράξεις παραχώρησης τίθενται από τη Διοίκηση όροι και προϋποθέσεις για τη χρήση συγκεκριμένων εκτάσεων και για περιορισμένη χρονικά διάρκεια χρήσης. Επίσης, μπορεί να τίθενται περιορισμοί για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος που αφορά την εθνική άμυνα και δημόσια ασφάλεια, άλλη δημόσια ανάγκη ή την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
5. Όταν στην παραχωρούμενη έκταση περιλαμβάνονται αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και ιστορικοί τόποι απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Όταν στην παραχωρούμενη έκταση περιλαμβάνονται προστατευόμενες περιοχές, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
6. α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 14 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), οι πράξεις παραχώρησης είναι προσωποπαγείς. Ο παραχωρησιούχος δεν επιτρέπεται να μεταβιβάσει μερικά ή ολικά το δικαίωμα, που αποκτά με την πράξη παραχώρησης σε άλλον, ή να συνάψει οποιαδήποτε σχέση γι’ αυτό με ή χωρίς αντάλλαγμα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις του παρόντος νόμου.
β) Αν ο παραχωρησιούχος είναι Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η περαιτέρω παραχώρηση προς τρίτους με αντάλλαγμα που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α και με την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου.
γ) Οι Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού είναι υποχρεωμένοι, εκ των παραχωρουμένων σ’ αυτούς κοινόχρηστων χώρων αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, να παραχωρούν κάθε χρόνο το δέκα τοις εκατό (10%), κατά προτεραιότητα, με κριτήρια κοινωνικά, εντοπιότητας ή σε επιχειρήσεις μορφών κοινωνικής οικονομίας και με αντάλλαγμα, που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Προς τον σκοπό αυτό, οι Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού ανακοινώνουν κάθε χρόνο τις θέσεις, οι οποίες παραχωρούνται με τα ανωτέρω κριτήρια. Αν υποβληθούν περισσότερες από μία αιτήσεις διενεργείται προφορική δημοπρασία, στην οποία ως τιμή εκκίνησης ορίζεται το αντάλλαγμα που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ρυθμίζονται τα κοινωνικά κριτήρια, οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης.
7. Το αντάλλαγμα για τις παραχωρήσεις των άρθρων 13 και 13Α, είτε αυτές γίνονται απευθείας από το Δημόσιο είτε από τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού προς τρίτους, και ανεξαρτήτως του τρόπου παραχώρησης (ήτοι με απευθείας παραχώρηση προς τους όμορους, προφορική ή ηλεκτρονική δημοπρασία) κατατίθεται από τον παραχωρησιούχο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ύστερα από σχετικό σημείωμα που εκδίδει η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, ύστερα από ενημέρωση του οικείου Ο.Τ.Α. σχετικά με την προς τον τρίτο παραχώρηση, και αποδίδεται κατά εξήντα τοις εκατό (60%) στον οικείο Ο.Τ.Α. και κατά σαράντα τοις εκατό (40%) στο Δημόσιο. Ειδικά για τις περιοχές για τις οποίες έχουν ιδρυθεί Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών του ν. 4519/2018, από το αντάλλαγμα ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) εκ του αποδιδόμενου στους Ο.Τ.Α. και ένα τοις εκατό (1%) εκ του αποδιδόμενου στο Δημόσιο, αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο για τη χρηματοδότηση των αντίστοιχων Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών.
8. Αν ο δικαιούχος παραχώρησης, αρχικός ή τελικός, παραβιάζει διατάξεις του νόμου ή όρους και περιορισμούς που έχουν τεθεί στην πράξη παραχώρησης ή προβαίνει σε μεταβολή του σκοπού, της χρήσης ή της φύσης του παραχωρηθέντος ακινήτου, ανακαλείται υποχρεωτικά η παραχώρηση, αζημίως για το Δημόσιο, με την έκδοση σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εφαρμόζονται τα άρθρα 27 και 29 και υφιστάμενα έργα καταλαμβάνονται από το Δημόσιο.
9. Η πράξη παραχώρησης δεν υποκαθιστά άλλες απαιτούμενες άδειες ή εγκρίσεις.
10. Ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να εξαιρεί, με απόφασή του, από την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού ιδίως για λόγους επικινδυνότητας, δημόσιας ασφάλειας, προστασίας του περιβάλλοντος, ιστορικής προστασίας, για λόγους κοινωνικούς και για λόγους μεγάλης τοπικής σημασίας, ύστερα από τεκμηριωμένη γνωμοδότηση του οικείου Ο.Τ.Α. ή της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας. Οι εξαιρέσεις της παρούσας ισχύουν για πέντε (5) έτη, μετά την πάροδο των οποίων επανεξετάζονται όλες οι περιπτώσεις. Ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να τροποποιεί ανά έτος την απόφασή του με την προσθήκη και νέων εξαιρέσεων. Για όσους από τους εξαιρούμενους αιγιαλούς της παρούσας παραγράφου υφίστανται ενεργές συμβάσεις παραχώρησης κατά το χρόνο έκδοσης της Υπουργικής Απόφασης του προηγουμένου εδαφίου, η εξαίρεση αρχίζει από τη λήξη της παραχώρησης.
11. Οι πράξεις παραχώρησης καταχωρίζονται σε Ηλεκτρονικό Μητρώο Πληροφοριών (ΗΜΠ), το οποίο εξασφαλίζει τη διασύνδεση και διαλειτουργικότητα, με ηλεκτρονικά μέσα, με τους λοιπούς συμπράττοντες φορείς του Δημοσίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Τουρισμού καθορίζονται οι όροι, οι προδιαγραφές, η παροχή και συντήρηση, οι διαδικασίες και άδειες ηλεκτρονικής πρόσβασης και εισαγωγής πληροφοριών του ΗΜΠ, τα στοιχεία που καταχωρίζονται στο ΗΜΠ και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την υλοποίηση και τη λειτουργία του.»

Το άρθρο 16 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 16
1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Τουρισμού, για σκοπούς που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους, επιτρέπεται η παραχώρηση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 13 και 14, της χρήσης νησίδων, υφάλων, σκοπέλων και αβαθών θαλασσίων εκτάσεων, καθώς και του συνεχόμενου αιγιαλού και της παραλίας για την εξυπηρέτηση σκοπών γεωργικών, κτηνοτροφικών (ιδίως για εκτροφή ζώων, εγκατάσταση μελισσοκομείων και εκτροφείων σαλιγκαριών), αλιευτικών, υδατοκαλλιέργειας, ναυταθλητικών, τουριστικών, ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε, ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, εθνικής άμυνας και ασφάλειας και περιβαλλοντικής έρευνας. Με την αίτηση για την παραχώρηση προσκομίζεται η απαιτούμενη από ειδικές διατάξεις άδεια και βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας ότι η συγκεκριμένη χρήση ή δραστηριότητα δεν αντίκειται σε συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό, σε ειδικότερες διατάξεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ν. 1650/1986 ή σε διατάξεις περί χρήσεων γης. Στην περίπτωση παραχώρησης για σκοπούς περιβαλλοντικής έρευνας εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Επιτρέπεται κατά τον ίδιο τρόπο και για τους σκοπούς της παραγράφου 1 χωρίς δημοπρασία, η κατά χρήση παραχώρηση νησίδων του Δημοσίου σε αγροτικούς, αγροτοβιομηχανικούς, γεωργικούς, κτηνοτροφικούς και αλιευτικούς συνεταιρισμούς, οργανώσεις παραγωγών του αγροτικού τομέα και σε δημοτικές επιχειρήσεις του άρθρου 266 του ν. 3463/2006. Με την αίτηση για την παραχώρηση προσκομίζεται η απαιτούμενη από ειδικές διατάξεις άδεια και βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας ότι η συγκεκριμένη χρήση ή δραστηριότητα δεν αντίκειται σε συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό, σε ειδικότερες διατάξεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ν. 1650/1986 ή σε διατάξεις περί χρήσης γης.
3. Η παραχώρηση της παραγράφου 1 γίνεται ύστερα από δημοπρασία, η οποία μπορεί να διενεργείται και ηλεκτρονικά, τα δε πρακτικά της εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομικών. Ως τιμή εκκίνησης ορίζεται το αντάλλαγμα που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατή η απευθείας παραχώρηση σε Ν.Π.Δ.Δ., επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, αλλά και σε ιδιώτες αν προηγήθηκαν δύο (2) άγονες δημοπρασίες ή αν σε αυτές δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από περισσότερους ενδιαφερόμενους και δεν αναπτύχθηκε πραγματικός ανταγωνισμός. Το αντάλλαγμα της απευθείας παραχώρησης του προηγούμενου εδαφίου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α.
4. Για την εκτέλεση έργων στο πλαίσιο της παραχώρησης του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 14.
5. Στις παραχωρήσεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 15.»

Στον ν. 2971/2001 μετά το άρθρο 16 προστίθεται άρθρο 16Α ως εξής:
«Άρθρο 16Α
Αντάλλαγμα χρήσης – αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης
1. Το αντάλλαγμα χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού για τις χρήσεις των άρθρων 11, 12, 13, 13Α, 14 και 16, καθώς και η αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης των χώρων αυτών, καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου για την παραχώρηση οργάνου με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:
Τ.Β. = Τιμή Βάσης.
Ε.Δ. = Είδος Δραστηριότητας. Ε.Χ. = Εμβαδόν Χώρου.
2. Η Τιμή Βάσης για κάθε γεωγραφική περιοχή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Για τον καθορισμό της τιμής βάσης λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές και μισθωτικές αξίες των πλησιέστερων ακινήτων εκάστης γεωγραφικής περιοχής.
3. Το Είδος Δραστηριότητας διαιρείται στις εξής κατηγορίες:
α) Απλή χρήση (ομπρέλες – ξαπλώστρες, καντίνες, μη μηχανοκίνητα θαλάσσια μέσα αναψυχής κ.λπ.).
β) Απλή χρήση με μηχανοκίνητα μέσα αναψυχής.
γ) Απλή χρήση των παραγράφων 8, 9, 11 και 13 του άρθρου 13Α (πολιτιστικές εκδηλώσεις, γαμήλιες τελετές, εκδηλώσεις κοινωνικού χαρακτήρα, λήψεις με οπτικοακουστικά μέσα, ερευνητικοί σκοποί).
δ) Απλή χρήση των παραγράφων 2, 3 και 5 του άρθρου 13Α (φουσκωτά θαλάσσια μέσα αναψυχής, υδατοκαλλιέργειες).
ε) Έργα των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 (έργα κοινής ωφέλειας, ναυταθλητικά, ανάπλασης, εξυπηρέτησης ερευνητικών σκοπών).
στ) Έργα της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 14 (Υδατοκαλλιέργειες) και της παραγράφου 3 του άρθρου 14 (υποθαλάσσιοι αγωγοί, καλώδια, ναύδετα κ.λπ.).
ζ) Έργα του άρθρου 11 και των περιπτώσεων στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 (έργα και εγκαταστάσεις που εκτελέστηκαν ύστερα από σύμβαση με το Δημόσιο, τον Ε.Ο.Τ., τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ή τους Ο.Τ.Α. ή με βάση αναπτυξιακούς νόμους, καθώς και έργα λιμενικά, συγκοινωνιακά, Α.Π.Ε κ.λπ.).
4. Ο συντελεστής βαρύτητας κάθε Είδους Δραστηριότητας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο μαθηματικός τύπος από τον οποίο θα προκύπτει το αντάλλαγμα χρήσης με βάση τα προηγούμενα κριτήρια και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του. Το αντάλλαγμα υπολογίζεται σε ετήσια βάση και ειδικά για τις χρήσεις του άρθρου 14 αναπροσαρμόζεται ανά πενταετία.
Το αντάλλαγμα που προκύπτει από το παρόν άρθρο στις περιπτώσεις των δημοπρασιών αποτελεί την τιμή εκκίνησης.

Στο άρθρο 24 του ν. 2971/2001, όπως ισχύει, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
1. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Επιτρέπεται ο φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα, με απόφαση της διοίκησής του, που εγκρίνεται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν., από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και από το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, να παραχωρεί, με αντάλλαγμα και για ορισμένο χρονικό διάστημα, τη χρήση χώρων που βρίσκονται μέσα στη Χερσαία Ζώνη Λιμένα. Εφόσον η παραχώρηση αφορά έργο ή δραστηριότητα που απαιτεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων, ακολουθείται υποχρεωτικά η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Για παραχώρηση χώρων της ζώνης λιμένα σε βιομηχανικές μονάδες, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών, μεταλλευτικές, λατομικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις βιομηχανικών ορυκτών απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ενώ για αλιευτικές και υδατοκαλλιεργητικές επιχειρήσεις απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Οι γνώμες του προηγουμένου εδαφίου πρέπει να διατυπωθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών, αλλιώς η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς αυτές. Στην απόφαση παραχώρησης καθορίζεται το αντάλλαγμα για τη χρήση των ανωτέρω χώρων, καθώς και οι λοιποί όροι της παραχώρησης. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται για τους τουριστικούς λιμένες του άρθρου 29 του ν. 2160/1993.»
2. H παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με απόφαση του αρμόδιου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν. και του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, εγκρίνονται οι παραχωρήσεις απλής χρήσης των χώρων της χερσαίας ζώνης λιμένα χρονικής διάρκειας μικρότερης των τριών (3) ετών, που δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε έργο μόνιμης ή προσωρινής φύσης. Οι παραχωρήσεις απλής χρήσης των χώρων στην περιοχή αρμοδιότητας των Οργανισμών Λιμένων Α.Ε., εγκρίνονται από το Διοικητικό τους Συμβούλιο. Οι παραχωρήσεις απλής χρήσης τελούν πάντα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων ή των υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του ή του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου για την προστασία του αιγιαλού. Για παραχωρήσεις που συνοδεύονται από οποιοδήποτε έργο μόνιμης ή προσωρινής
φύσης και εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο των Οργανισμών Λιμένων Α.Ε., πριν από την υλοποίηση της παραχώρησης απαιτείται η προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται για τους τουριστικούς λιμένες του άρθρου 29 του ν. 2160/1993.»

Το άρθρο 27 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 27
Προστασία αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του πυθμένα θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού
«1. Κατ’ αυτού που επελήφθη και κατέχει αυτογνωμόνως αιγιαλό, παραλία, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού συντάσσεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής (Π.Δ.Α.), το οποίο κοινοποιείται σ’ αυτόν κατά του οποίου απευθύνεται, ανεξαρτήτως του χρόνου ενάρξεως κατοχής του χώρου. Επίσης, τοιχοκολλάται μέσα σε τρείς (3) ημέρες από την ανωτέρω κοινοποίηση στην αυθαίρετη κατασκευή, αν υπάρχει, και στο δημοτικό κατάστημα του οικείου δήμου και αναρτάται στο διαδίκτυο μέσω του προγράμματος «Διαύγεια», τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Αν είναι άγνωστη η διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του προσώπου κατά του οποίου απευθύνεται το πρωτόκολλο ή αν αυτό είναι κάτοικος αλλοδαπής, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 84 του Κ.Ε.Δ.Ε.. Κατά του Π.Δ.Α. επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί, ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει αυτήν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση του πρωτοκόλλου, ο ανακόπτων, όμως, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ανακοπής. Αν δεν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, το Π.Δ.Α. θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτό από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον να το προσβάλει. Αντίγραφο της ανακοπής με κλήση προς συζήτηση κοινοποιείται μέσα στην ίδια ανατρεπτική προθεσμία των τριάντα (30) ημερών στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας που το εξέδωσε, επί ποινή ακυρότητας της ασκηθείσας ανακοπής. Κατάθεση παραβόλου ή εγγραφή της ασκούμενης ανακοπής στο βιβλίο διεκδικήσεων δεν απαιτείται. Το βάρος της απόδειξης φέρει ο ανακόπτων, με τα δε προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμώνται και όσα προσκομίζονται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου. Η έφεση ασκείται, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών. Κατά της απόφασης του Εφετείου δεν χωρεί ένδικο μέσο. Οι προθεσμίες του παρόντος δεν παρατείνονται λόγω απόστασης. Για την κλήση του Δημοσίου ισχύουν οι ειδικές περί αυτού διατάξεις. Η απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει την επιδίωξη των δικαιωμάτων σύμφωνα με την τακτική διαδικασία είτε από τον ιδιώτη είτε από το Δημόσιο, οι δε ισχύουσες διατάξεις δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Το Π.Δ.Α., όταν τελεσιδικήσει, εκτελείται από δικαστικό επιμελητή ύστερα από έγγραφη εντολή του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας. Αν το Π.Δ.Α. ακυρωθεί τελεσιδίκως για λόγους που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή του χώρου, ο ανακόπτων οφείλει να ασκήσει τακτική αγωγή μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την επίδοση της απόφασης, διαφορετικά το πρωτόκολλο παραμένει σε ισχύ και εκτελείται. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1539/1938 (Α΄488).
2. Σε βάρος οποιουδήποτε κατέχει ή κάνει χρήση αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα θάλασσας και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, χωρίς συμβατική σχέση με το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, στον οποίο έχει νομίμως παραχωρηθεί η χρήση αυτών, εκδίδεται Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης (Π.Κ.Α.Α.Χ.), με το οποίο επιβάλλεται αποζημίωση για την άνευ συμβατικής σχέσης κατάληψη ή και χρήση του χώρου. Η αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16Α. Με το ίδιο πρωτόκολλο επιβάλλεται και πρόστιμο, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο της καθορισθείσας αποζημίωσης. Για τον υπολογισμό του προστίμου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της παράβασης, ιδίως δε το είδος και η έκταση του καταληφθέντος χώρου, η επ’ αυτού ασκούμενη δραστηριότητα, καθώς και η υποτροπή του υποχρέου. Αν το πρωτόκολλο εκδίδεται σε βάρος περισσοτέρων προσώπων, αυτά καθίστανται συνυπόχρεα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και του προστίμου. Το πρωτόκολλο κοινοποιείται σ’ αυτόν κατά του οποίου εκδόθηκε, ανεξαρτήτως του χρόνου ενάρξεως κατοχής του χώρου. Αν είναι άγνωστη η διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του προσώπου προς το οποίο κοινοποιείται το πρωτόκολλο ή αν αυτό είναι κάτοικος αλλοδαπής, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 84 του Κ.Ε.Δ.Ε.. Κατά του Π.Κ.Α.Α.Χ. επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί. Η ανακοπή κοινοποιείται στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο μέσα στην ίδια ανατρεπτική προθεσμία των τριάντα (30) ημερών. Για το παραδεκτό της άσκησης της ανακοπής απαιτείται, ως την πρώτη συζήτησή της, να προσκομιστεί στο δικαστήριο αποδεικτικό καταβολής ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) της καθορισθείσας αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Το ανωτέρω ποσό, αν η ανακοπή απορριφθεί ή γίνει εν μέρει δεκτή για οποιοδήποτε λόγο, συνυπολογίζεται κατά τη σχετική εκκαθάριση της αξίωσης του Δημοσίου, ενώ, αν αυτό γίνει δεκτό, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε, χωρίς τόκο. Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται ακόμη κι αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση. Η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση του ανωτέρω πρωτοκόλλου, με αίτηση, όμως, του ανακόπτοντος, μπορεί να ζητηθεί από το αρμόδιο δικαστήριο η αναστολή εκτέλεσης αυτού μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής. Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά Π.Κ.Α.Α.Χ. δεν χωρεί ένδικο μέσο. Αν η απόφαση που εκδίδεται ακυρώνει το πρωτόκολλο για λόγους που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή του χώρου, ο ανακόπτων οφείλει να ασκήσει τακτική αγωγή μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την επίδοση της απόφασης, διαφορετικά το πρωτόκολλο παραμένει σε ισχύ και εκτελείται. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1539/1938. Ειδικά για τις περιοχές για τις οποίες έχουν ιδρυθεί Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών του ν. 4519/2018, από την αποζημίωση και το πρόστιμο που επιβλήθηκαν με το Π.Κ.Α.Α.Χ. ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο για τη χρηματοδότηση των αντίστοιχων ανωτέρω Φορέων, ρητώς απαγορευομένης της μεταφοράς οποιουδήποτε ποσοστού από το ποσό αυτό σε οποιονδήποτε άλλο φορέα ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση.
3. Σε περίπτωση βραχυχρόνιας κατάληψης για εποχιακή χρήση, ιδίως για τις περιπτώσεις των άρθρων 13 και 13Α, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, δεν εκδίδεται Π.Δ.Α., αλλά Πράξη Άμεσης Απομάκρυνσης των αυθαίρετων κατασκευών/πραγμάτων του Προϊσταμένου της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία κοινοποιείται μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την έκδοσή της στον καθ’ ου η Πράξη και στον οικείο Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού. Κατά της Πράξης Άμεσης Απομάκρυνσης επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών του αρμοδίου κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε (5 ) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει η ανακοπή να κοινοποιηθεί στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας. Η ανακοπή συζητείται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων εντός πέντε (5) ημερών από την κατάθεσή της, η δε απόφαση εκδίδεται εντός τριών (3) ημερών από τη συζήτησή της. Κατά της απόφασης αυτής δεν χωρεί ένδικο μέσο. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια του ανακόπτοντος στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και στον οικείο Δήμο. Μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την έκδοση της απόφασης επί της ανακοπής του προηγούμενου εδαφίου ή την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση της ανακοπής εναντίον της Πράξης Άμεσης Απομάκρυνσης, ο καθ’ ου η Πράξη οφείλει να απομακρύνει τις κατασκευές/πράγματα, με τα οποία έχει γίνει η κατάληψη. Ο οικείος Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού διαπιστώνει την εμπρόθεσμη απομάκρυνσή τους. Αν αυτά δεν απομακρυνθούν εμπρόθεσμα, ο οικείος Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού υποχρεούται να τα απομακρύνει μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την πάροδο της προθεσμίας εντός της οποίας ο καθ’ ου όφειλε να ενεργήσει για την απομάκρυνση. Επίσης, εκδίδεται Π.Κ.Α.Α.Χ., με το οποίο επιβάλλεται αποζημίωση και πρόστιμο που καθορίζονται στο διπλάσιο των υπολογιζομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2. Επιπλέον, ο αυθαίρετος κάτοχος, ο σύζυγός του, οι συγγενείς του εξ αίματος και εξ αγχιστείας μέχρι το δεύτερο βαθμό, καθώς και ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες ή ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, στις οποίες είναι εταίρος ο αυθαίρετος κάτοχος ή κάποιος από τα προηγούμενα πρόσωπα, αποκλείονται από οποιαδήποτε παραχώρηση αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών.Οι ρυθμίσεις της συγκεκριμένης παραγράφου εφαρμόζονται και για όσους επεκτείνονται αυθαίρετα σε χώρο πέραν αυτού που τους έχει παραχωρηθεί νομίμως.
4. Τα πάσης φύσεως κτίσματα και γενικώς κατασκευάσματα, τα οποία έχουν εν όλω ή εν μέρει κατασκευασθεί στον αιγιαλό, την παραλία, την όχθη, την παρόχθια ζώνη, το υδάτινο στοιχείο, τον πυθμένα και το υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού, χωρίς σχετική άδεια σύμφωνα με τα άρθρα 11, 12, 12Α, 13, 13Α, 14 και 16 θεωρούνται παράνομα και κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο κατασκευής τους ή της χρήσης τους. Ομοίως κατεδαφίζονται τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα αναγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία, μετά τον καθορισμό και τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων των άρθρων 7 και 10, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή διαφορετικά πως χρησιμοποιούνται. Προς τούτο ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης, το οποίο κοινοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), στον φερόμενο κύριο ή νομέα ή κάτοχο ή κατασκευαστή αυτών, ο οποίος οφείλει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση να κατεδαφίσει τα κτίσματα και να άρει τα πάσης φύσεως κατασκευάσματα. Παράλληλα, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία αποστέλλει το πρωτόκολλο κατεδάφισης στο Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Από την κατεδάφιση εξαιρούνται κτίσματα και κατασκευάσματα που τελούν υπό την προστασία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθώς και κατασκευές ή κτίσματα που έχουν ήδη κηρυχθεί προστατευόμενα ή διατηρητέα με απόφαση αρμόδιας αρχής. Ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία κήρυξης αυτών ως προστατευομένων ή διατηρητέων, αναστέλλεται η έκδοση ή η εκτέλεση εκδοθέντος πρωτοκόλλου κατεδάφισης.
5. Αν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα του προσώπου που κατέλαβε την κοινόχρηστη έκταση και ανήγειρε ή κάνει χρήση της παράνομης κατασκευής, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία δημοσιεύει πρόσκληση προς οποιονδήποτε γνωρίζει σχετικά να γνωστοποιήσει στην υπηρεσία την ταυτότητά του. Η πρόσκληση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών και δημοσιεύεται σε μία ημερήσια εφημερίδα με πανελλήνια κυκλοφορία και μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα, που εκδίδεται στην έδρα του οικείου Δήμου ή της περιφερειακής ενότητας, αν στο Δήμο δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα. Μετά την άπρακτη πάροδο τριάντα (30) ημερών από την τελευταία δημοσίευση, το πρωτόκολλο εκδίδεται κατά αγνώστου και τοιχοκολλάται στην προς κατεδάφιση κατασκευή και στο κατάστημα του οικείου Δήμου. Η συντασσόμενη έκθεση αποστέλλεται στην Κτηματική Υπηρεσία. Αν είναι άγνωστη η διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του προσώπου προς το οποίο κοινοποιείται το πρωτόκολλο ή αν αυτό είναι κάτοικος αλλοδαπής, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με την παράγραφου 2 του άρθρου 84 του Κ.Ε.Δ.Ε..
6. Αν μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την τελευταία κοινοποίηση του πρωτοκόλλου ή την τοιχοκόλλησή του δεν κατεδαφιστεί η αυθαίρετη κατασκευή, ειδοποιείται για την κατεδάφιση η οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ο Γενικός Γραμματέας της οποίας έχει την ευθύνη γι αυτή. Σε περίπτωση αδυναμίας, ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ζητά την τεχνική υποστήριξη της οικείας Περιφέρειας, η Τεχνική Υπηρεσία της οποίας υποχρεούται να προβεί στην κατεδάφιση. Το πρωτόκολλο ισχύει ως άδεια κατεδάφισης της αρμόδιας αρχής και η σχετική δαπάνη βαρύνει εις ολόκληρο το χρήστη και αυτόν που παράνομα προέβη στην κατασκευή που πρόκειται να κατεδαφιστεί, βεβαιώνεται δε και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
7. Όλα τα μέτρα προστασίας που αφορούν αυθαίρετη χρήση ή κατασκευές χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής μέσα στη θάλασσα ή σε χερσαία ζώνη λιμένα εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Φορέα Διαχείρισης ή, αν δεν υπάρχει, της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής συνοδευόμενη από τα στοιχεία του αυθαίρετου κατόχου ή χρήστη και σκαρίφημα ή εποπτικό υλικό του καταληφθέντος χώρου, αν δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4, τοιχοκολλάται επιπλέον και στο αρμόδιο Λιμεναρχείο. Αν από τις κατασκευές της παραγράφου 4 προκύπτει άμεσος και κατεπείγων κίνδυνος για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, το πρωτόκολλο κατεδάφισης εκτελείται μετά την πάροδο προθεσμίας επτά (7) ημερών από την τοιχοκόλληση στο Λιμεναρχείο.
8. Για ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί προστασίας δημόσιων κτημάτων, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
9. Οι δημοτικές αρχές που παραχώρησαν την απλή χρήση αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού υποχρεούνται να αναφέρουν αμελλητί στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις επί των κοινόχρηστων χώρων του παρόντος, οι οποίες υποπίπτουν στην αντίληψή τους. Τις ίδιες υποχρεώσεις έχουν και οι Φορείς Διαχείρισης για τις περιοχές αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, χερσαίας και θαλάσσιας ζώνης λιμένα της αρμοδιότητάς τους. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά το πειθαρχικό αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, όπως προβλέπεται και τιμωρείται από τις οικείες για ένα έκαστο εξ αυτών διατάξεις.»
10. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και στους Χώρους Ζώνης Λιμένα.

Η παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2971/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Τρίτος που, κατά παράβαση της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 15, μεταβιβάζει μερικά ή ολικά το δικαίωμα, που αποκτά με την πράξη παραχώρησης, σε άλλον ή συνάπτει οποιαδήποτε σχέση γι’ αυτό με ή χωρίς αντάλλαγμα, τιμωρείται με την ποινή της παραγράφου 1 και, αν το δικαίωμα αφορά έργα ή λιμενικές εγκαταστάσεις, και με πρόστιμο ισόποσο με το λιμενικό τέλος, που καταβάλλεται στον πλησιέστερο λιμένα για τη χρήση παρόμοιων έργων ή λιμενικών εγκαταστάσεων, το οποίο βεβαιώνεται σε βάρος του αυθαίρετου χρήστη και του αρχικού παραχωρησιούχου, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρο για την καταβολή του, με απόφαση, άμεσα εκτελεστή, της αρμόδιας λιμενικής αρχής, και εισπράττεται σύμφωνα με της διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..»

Μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατεδαφίζονται όλες οι παράνομες κατασκευές που εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στον αιγιαλό και την παραλία. 

1. Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων για τις οποίες χορηγείται εξουσιοδότηση με τις διατάξεις του ν. 2971/2001, όπως τροποποιούνται ή προστίθενται στο ν. 2971/2001 με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες κανονιστικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

2. Εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, αιτήσεις για τη διατήρηση έργων και κατασκευών και περαιτέρω παραχώρηση εξετάζονται κατά τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής τους. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να εξετασθεί η αίτησή του με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους υποβάλλει σχετικό αίτημα εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Παραχωρήσεις απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, υδάτινου στοιχείου, πυθμένα και υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, που έχουν γίνει με υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του ν. 2971/2001 όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους.

4. Άδειες παραχώρησης χρήσης για την κατασκευή έργου επί του αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης, της παρόχθιας ζώνης, του υδάτινου στοιχείου, του πυθμένα και του υπεδάφους του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και της κοίτης πλεύσιμου ποταμού, που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 2971/2001 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους.

5. Για την επισκευή και συντήρηση των εγκαταστάσεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 14 του ν. 2971/2001, όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, τα οποία είχαν κατασκευαστεί στον αιγιαλό, όχθη, παρόχθια ζώνη, υδάτινο στοιχείο, πυθμένα και υπέδαφος του βυθού της θάλασσας, λιμνοθάλασσας, λίμνης και κοίτης πλεύσιμου ποταμού, μέχρι 28.7.2011 και για τα οποία κατά τον χρόνο κατασκευής τους δεν υπήρχε η υποχρέωση έκδοσης αναγκαίων αδειοδοτήσεων, υποβάλλονται μέσα σε δύο (2) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να εκδοθούν οι απαραίτητες άδειες από τα συναρμόδια Υπουργεία. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση των παραπάνω έργων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4014/2011.

6. Μέχρι την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων του άρθρου 16Α, το αντάλλαγμα για τις παραχωρήσεις και η αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 π.δ. «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του α.ν. 1540/1938, 19 του α.ν. 1919/1939, 2 του α.ν 1925/1951 και 5 παράγραφος 4 του α.ν. 263/1968.

7. Εκκρεμείς κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος νόμου αιτήσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 11 και των παραγράφων 9 και 10 ου άρθρου 27 του ν. 2971/ 2001, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον παρόντα νόμο, εξετάζονται κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να εξετασθεί η αίτησή του με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους υποβάλλει σχετικό αίτημα εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία.

8. Η εξαίρεση από την παραχώρηση δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού, με βάση το άρθρο 8 της ΔΔΠ0007378/0454ΒΕΞ2017/11.5.2017 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Καθορισμός όρων, προϋποθέσεων, τεχνικών θεμάτων, αναγκαίων λεπτομερειών και διαδικασίας για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών», (Β΄ 1636), εξακολουθεί να ισχύει.

9. Μετά την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 14Α καταργείται το άρθρο 51 του ν. 4599/2019 (Α΄ 40) και η αδειοδότηση των έργων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό γίνεται στο εξής σύμφωνα με το άρθρο 14Α. Οι φάκελοι που έχουν κατατεθεί για την αδειοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4599/2019 μπορεί να συμπληρωθεί μέσα σε τρείς (3) μήνες από την έναρξη ισχύος των αποφάσεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 14Α.

10. Κατά των αποφάσεων επανακαθορισμού της οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου επιτρέπεται η υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη λειτουργίας της Επιτροπής αυτής.

11. Η ισχύς της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 2971/2001, που αντικαθίσταται με το άρθρο 24 του σχεδίου νόμου, αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

1. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 (Α΄ 324), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι Τριμελείς Επιτροπές γνωμοδοτούν για:
α) τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, τη μη άσκηση αγωγών ή άλλων ένδικων βοηθημάτων από το Δημόσιο, την παραίτηση από αγωγές ή άλλα ένδικα βοηθήματα, που ασκήθηκαν από αυτό, την αποδοχή αγωγών ή άλλων ένδικων βοηθημάτων που ασκήθηκαν κατά του Δημοσίου, εφόσον η υπόθεση υπάγεται γενικά στην καθ’ ύλην, αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου. Το αυτνό ισχύει και για υποθέσεις, που υπάγονται στην καθ’ ύλην, αρμοδιότητα και κάθε άλλου δικαστηρίου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της ως ιδιωτικής ή διοικητικής, δεν υπερβαίνει το ποσό της καθ’ ύλην, αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου,
β) τη μη άσκηση ένδικων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί, και την παραίτηση από ένδικα μέσα, που έχουν ασκηθεί, ανεξάρτητα από το αντικείμενο ή το ποσό της διαφοράς,
γ) τη μη άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, εφόσον η διαφορά μεταξύ του ποσού των αναγγελθεισών απαιτήσεων του Δημοσίου ή του συνολικού εκπλειστηριάσματος αφενός και του ποσού της κατάταξης του Δημοσίου αφετέρου υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ.
Κατ' εξαίρεση, οι Τριμελείς Επιτροπές αποφαίνονται με σχετική Πράξη, που χρονολογείται και υπογράφεται από τα μέλη που τις συγκροτούν, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία εισήγησης και πρακτικού στις εξής περιπτώσεις: αα) για τη μη άσκηση ένδικων μέσων κατά αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτά, λόγω του ποσού της διαφοράς, έφεση ή αίτηση αναίρεσης, και δεν συντρέχουν λόγοι για την κατ' εξαίρεση άσκησή τους, ββ) για τη μη άσκηση ένδικων μέσων επί φορολογικών και τελωνειακών υποθέσεων και υποθέσεων εκτέλεσης (κοινής και διοικητικής), γγ) για τη μη άσκηση ένδικων μέσων κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ κατά κεφάλαιο, ανά διάδικο γενικά ή ανά δανειολήπτη στις περιπτώσεις αποφάσεων που εκδόθηκαν επί αγωγών που ερείδονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 11 του ν. 2322/1995 (Α΄143) και των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, δδ) για τη μη άσκηση ανακοπής κατά δηλώσεων τρίτων, οι οποίες υποβάλλονται συνεπεία κατασχέσεων, που επιβάλλονται στα χέρια τους εκ μέρους των φορολογικών και τελωνειακών αρχών, εε) για τη μη άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, εφόσον η διαφορά μεταξύ του ποσού των αναγγελθεισών απαιτήσεων του Δημοσίου ή του συνολικού εκπλειστηριάσματος αφενός και του ποσού της κατάταξης του Δημοσίου αφετέρου δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, στστ) για την εισαγωγή ή μη στο ακροατήριο υποθέσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις σε συμβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 34Α και 34Β του π.δ. 18/1989 (Α΄8), του άρθρου 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας [ν. 2717/1999, (Α΄ 97)] και της παρ. 3 του άρθρου 108Α του π.δ. 1225/1981 (Α΄ 304). ζζ) για τη μη άσκηση ένδικων μέσων για υποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 (Α΄ 275), στις περιπτώσεις αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», στις οποίες το Δημόσιο, όπως προκύπτει από έγγραφα όλων των αρμόδιων υπηρεσιών του, δεν προβάλλει, ούτε επιφυλάσσεται να προβάλλει δικαιώματα επί του ακινήτου. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, η Πράξη συντάσσεται ύστερα από προφορική εισήγηση του εισηγητή της υπόθεσης, περιέχει συνοπτική αιτιολογία που αναφέρεται στα έγγραφα του φακέλου και το περιεχόμενό τους και δεν υπόκειται σε θεώρηση ή έγκριση.
Με Πράξη, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία, οι Τριμελείς Επιτροπές παραπέμπουν στο οικείο Τμήμα οποιαδήποτε υπόθεση της αρμοδιότητάς τους, αν κρίνουν ότι παρουσιάζει ιδιαίτερη σπουδαιότητα ή έχει ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις.
Με την εξαίρεση των υποθέσεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 3086/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 46 του ν. 4569/2018 (Α΄179), για τη μη άσκηση ένδικων βοηθημάτων ή μέσων σε υποθέσεις του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) τίθεται απλή επισημειωματική πράξη στον φάκελο της υπόθεσης που υπογράφεται από τον χειριστή της υπόθεσης και τον Προϊστάμενο του αντίστοιχου Γραφείου Ν.Σ.Κ..
Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας, μπορεί: α) να παραπέμπονται στις Τριμελείς Επιτροπές υποθέσεις, μολονότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπάγεται στην αρμοδιότητά τους, εφόσον οι υποθέσεις αυτές είναι όμοιες κατά το πραγματικό και νομικό μέρος, τα ανακύπτοντα ζητήματα έχουν ήδη αντιμετωπιστεί από την Ολομέλεια και κρίνεται ότι παρέλκει η εισαγωγή τους σε Τμήμα ή στην Ολομέλεια, β) να ορίζονται και άλλα είδη υποθέσεων επί των οποίων οι Τριμελείς Επιτροπές αποφαίνονται με Πράξη, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία εισήγησης και πρακτικού, και γ) να ορίζεται ότι για τη μη άσκηση ή την αποδοχή αγωγών ή ένδικων βοηθημάτων ή τη μη άσκηση ενδίκου μέσου, σε υποθέσεις με ανώτατο όριο την υλική αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου ή που τα νομικά τους ζητήματα έχουν κριθεί με αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων ή την παραίτηση από ένδικο μέσο που ασκήθηκε αποκλειστικά για διαφύλαξη της προθεσμίας, τίθεται επισημειωματική πράξη στον φάκελο της υπόθεσης που υπογράφεται από τον χειριστή της υπόθεσης και τον Προϊστάμενο του αντίστοιχου Γραφείου Ν.Σ.Κ..
Η Τριμελής Επιτροπή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ. αποφαίνεται σε θέματα αρμοδιότητάς της για υποθέσεις επαρχιών στις οποίες δεν λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία ή αν στα Δικαστικά Γραφεία που λειτουργούν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής ή σε υποθέσεις Γραφείων Νομικών Συμβούλων ή Ειδικών Γραφείων Νομικών Συμβούλων στα οποία δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής λόγω του αριθμού των μελών του Ν.Σ.Κ. που υπηρετούν σε αυτά. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., καθορίζεται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτων».

2. Η ηλεκτρονική κατάθεση στο Ν.Σ.Κ. αιτήσεων ιδιωτών για την εξώδικη αναγνώριση απαιτήσεων ή τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών μεταξύ αυτών και του Δημοσίου παράγει όλες τις νόμιμες συνέπειες, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ του άρθρου 143 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3086/2002.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται θέματα πιστοποίησης των χρηστών για την ηλεκτρονική κατάθεση των ανωτέρω αιτήσεων, μέσω του μηχανισμού πιστοποίησης του Υπουργείου Οικονομικών. Με όμοια απόφαση, ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., μπορεί να ορίζονται και άλλες κατηγορίες υποθέσεων, διαδικασίες ή ενέργειες που διεκπεραιώνονται ηλεκτρονικά και να καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με τον τρόπο υποβολής των αντίστοιχων εγγράφων και το ελάχιστο τυπικό περιεχόμενό τους.

1. Στον ν. 3086/2002 προστίθεται άρθρο 12Α ως εξής:
«Άρθρο 12Α Γραφείο Επιθεώρησης
1. Το Γραφείο Επιθεώρησης αποτελείται από έναν (1) Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Προϊστάμενο, και από τρεις (3) Νομικούς Συμβούλους,
με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Προέδρου με τριετή θητεία. Με απόφαση του Προέδρου, τα τακτικά μέλη του Γραφείου μπορεί, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, να απαλλαχθούν από κάθε άλλη υπηρεσία, εκτός από τη συμμετοχή τους στα Τμή-
ματα και στην Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ.. Για την προεδρία του Γραφείου Επιθεώρησης, οι οργανικές θέσεις των Αντιπροέδρων του Ν.Σ.Κ. αυξάνονται κατά μία (1).
2. Το Γραφείο Επιθεώρησης: α) καθορίζει ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους για τις υπηρεσιακές μονάδες του Ν.Σ.Κ. και τους λειτουργούς του, β) παρακολουθεί, ελέγχει και αξιολογεί το έργο των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ., των λειτουργών του και των εξωτερικών συνεργατών του Ν.Σ.Κ., γ) συγκεντρώνει στοιχεία για τον αριθμό, το είδος και τη σοβαρότητα των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων, δ) υποβάλλει τον Ιανουάριο κάθε έτους αναλυτική έκθεση προς τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., για την ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση του έργου των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ., καθώς και προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας και της οργάνωσής τους, οι δε παρατηρήσεις αυτές ενσωματώνονται στην Ετήσια Έκθεση του άρθρου 3, ε) διενεργεί την τακτική και έκτακτη επιθεώρηση των λειτουργών του Ν.Σ.Κ. και συντάσσει τις σχετικές εκθέσεις επιθεώρησης.
3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., καθορίζονται αναλυτικά τα επιμέρους καθήκοντα των επιθεωρητών, τα κριτήρια αξιολόγησης των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ. και της απόδοσης των λειτουργών του, ο τρόπος και η διαδικασία άσκησης των αρμοδιοτήτων του Γραφείου Επιθεώρησης και κάθε άλλο σχετικό θέμα».

2. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 12Α του ν. 3086/2002, εξακολουθούν να ισχύουν τα άρθρα 32 έως 37 του π.δ. 238/2003 (Α΄ 214).

1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος.

2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

1. Παραχωρείται, χωρίς αντάλλαγμα, στον Δήμο Καλαμάτας, για ενενήντα εννέα (99) έτη, η χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση τμήματος του δημόσιου ακινήτου με στοιχεία ΑΒΚ 635, εμβαδού 44.491,87 τ.μ., το οποίο αποτελεί το προς ανατολάς τμήμα του δημόσιου ακινήτου με ΚΑΕΚ 360882304015 , όπως αυτό εμφαίνεται στο προσαρτημένο, ως Παράρτημα I του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, που συντάχθηκε από τον αγρονόμο/τοπογράφο μηχανικό Γεώργιο Βλάχο την 21.11.2018 και θεωρήθηκε την ίδια μέρα από τον ίδιο, ως Προϊστάμενο, και αποτυπώνει το παραχωρούμενο τμήμα σε κλίμακα 1:2.500, επί διαγράμματος εξαρτημένου από το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο, στο ορθογώνιο σύστημα εγκάρσιας μερκατορικής προβολής ΕΓΣΑ ’87, μαζί με τον συνημμένο πίνακα συντεταγμένων των κορυφών του υπό παραχώρηση τμήματος του ακινήτου, που έχουν ληφθεί από τα δεδομένα χωρικής βάσης του Ψ.Υ.ΔΗ.Π.Ε.Κ., με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-4-6-47-1.

2. Η παραχώρηση γίνεται για την κατασκευή από τον παραχωρησιούχο Δήμο εγκαταστάσεων άθλησης, διαμόρφωση νέων χώρων στάθμευσης, δημιουργία ζωνών πρασίνου και, γενικά, για την ανάπλαση και αξιοποίηση του χώρου, την ανάπτυξη και προστασία της ευρύτερης περιοχής και την εξυπηρέτηση πολιτιστικών, αθλητικών και κοινωφελών σκοπών.

3. Η παραχώρηση δεν νομιμοποιεί κτίσματα, έργα και κατασκευές, που υφίστανται εντός του παραχωρούμενου ακινήτου και έχουν κατασκευαστεί χωρίς τις νόμιμες άδειες.

4. Ο Δήμος Καλαμάτας υποχρεούται να επιτρέπει και να ανέχεται την προσωρινή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου χρήση τμημάτων του παραχωρούμενου ακινήτου για λόγους δημοσίου συμφέροντος και, ιδίως, για λόγους εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης, για την προσωρινή στέγαση ή παραμονή τμημάτων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και για την προσόρμιση και παραβολή πλοίων του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, ύστερα από σχετική ενημέρωση του Δήμου.

5. Η παραχώρηση του παρόντος τελεί υπό τους εξής όρους:
α) Ο Δήμος Καλαμάτας αναλαμβάνει την αποκλειστική ευθύνη, μέριμνα και δαπάνη για τη λήψη όλων των απαραίτητων αδειών από τις αρμόδιες Υπηρεσίες, την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων και των διατάξεων περί αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού για την υλοποίηση του σκοπού της παραχώρησης, καθώς και τη δαπάνη των εργασιών που απαιτούνται προς τούτο. Η δαπάνη για τις εργασίες και την υλοποίηση του σκοπού της παραχώρησης μπορεί να καλύπτεται είτε από ίδιους πόρους του Δήμου είτε από οποιαδήποτε άλλη πηγή, όπως χρηματοδότηση από ενωσιακά προγράμματα και κρατική επιχορήγηση.
β) Ο Δήμος Καλαμάτας υποχρεούται στην, με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, κατασκευή, συντήρηση, βελτίωση, επισκευή, φύλαξη και ανάπλαση του παραχωρουμένου ακινήτου και των επ’ αυτού κτηρίων, έργων και εγκαταστάσεων, εφόσον υπάρχουν, που παραμένουν επ’ ωφελεία του ακινήτου και του Ελληνικού Δημοσίου, και μπορεί να προβεί σε κατεδάφιση κτηρίων και κατασκευών, με την προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης των προβλεπόμενων νόμιμων αδειών. Αξίωση του Δήμου για καταβολή της δαπάνης για την εκτέλεση των εργασιών του προηγουμένου εδαφίου ή για αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες δεν μπορεί να προβληθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου μετά τη λήξη του χρόνου παραχώρησης ή σε περίπτωση άρσης ή αυτοδίκαιης ανάκλησης.
γ) Το Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται τελείως και για οποιαδήποτε ανεξαίρετα αιτία της υποχρέωσης κατασκευής, επισκευής, συντήρησης, βελτίωσης ή φύλαξης του παραχωρούμενου ακινήτου και των συστατικών και παραρτημάτων του, ακόμη και αν αυτή επιβάλλεται από λόγους ανωτέρας βίας.
δ) Το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει απολύτως καμία ευθύνη ή υποχρέωση για τα πραγματικά ή νομικά ελαττώματα του ακινήτου, τη χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση τμήματος του οποίου παραχωρεί.
ε) Μετά τη λήξη του χρόνου παραχώρησης επέρχεται αυτοδίκαια ανάκληση της παραχώρησης και αποδίδονται το ακίνητο, τα έργα και οι εγκαταστάσεις, με πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής, αφού προηγηθεί αυτοψία των αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, σε καλή κατάσταση, δεκτική χρήσης για τους αντίστοιχους σκοπούς, λαμβανομένων, πάντως, υπόψη της εύλογης φθοράς από τη συνήθη χρήση, των φθορών, καταστροφών ή ζημιών που οφείλονται σε τρομοκρατικές ενέργειες ή εχθροπραξίες, καθώς και των εγκεκριμένων από το Ελληνικό Δημόσιο αποξηλώσειων ή κατεδαφίσεων εγκαταστάσεων ή κτιρίων.

6. Ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να ανακαλέσει την παραχώρηση της χρήσης του παραχωρούμενου τμήματος ακινήτου, ιδίως, για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, μη τήρηση των όρων της παραγράφου 5, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας, εθνικής άμυνας ή για άλλον σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος.

1. Παραχωρείται, χωρίς αντάλλαγμα, στον Δήμο Κοζάνης η χρήση, για χρονικό διάστημα ενενήντα εννέα (99) ετών, του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 404 και με ΚΑΕΚ 270575615013, συνολικού εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 37.834,97 τ.μ., σύμφωνα δε με το κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Κοζάνης, 39.926,39 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο προσαρτημένο, ως Παράρτημα ΙI του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500, που συντάχθηκε με το σύστημα ΕΓΣΑ 87 από τον Αγρονόμο Τοπογράφο Μηχανικό του Δήμου Κοζάνης Αραβόπουλο Χαράλαμπο και θεωρήθηκε από τον Αντιδήμαρχο Κοζάνης Κωνσταντίνο Δεσποτίδη, με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4 ….Α36-Α37-Α38-Α1. Η παραχώρηση γίνεται για την αξιοποίηση και χρήση του ακινήτου, σύμφωνα με το εγκεκριμένο με την ΠΕ.ΧΩ. 1299/00, απόφαση τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Κοζάνης (Δ΄129), σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο εμπίπτει στο οικοδομικό τετράγωνο 203 με χρήσεις εντός αυτού «Αναψυχή, Πολιτισμός – Αθλητισμός, Χώρος Δημοτικού Σχολείου Κ.Χ., Στάθμευση».

2. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να αρθεί η παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω ακινήτου, ιδίως, για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανώτερης βίας, εθνικής άμυνας ή σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος.

Η παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), η οποία προστέθηκε με το άρθρο τρίτο της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 10.8.2018 (Α΄ 149), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Ειδικά για τα έτη 2018 και 2019 απαλλάσσονται τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, τις οποίες έπληξαν οι πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018, εφόσον οι ιδιοκτήτες τους είναι κάτοχοι Δελτίου Επανελέγχου ή Έκθεσης Αυτοψίας ή Πρωτοκόλλου Αυτοψίας Επικινδύνως Ετοιμορρόπου Κτηρίου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, που θα έχουν εκδοθεί έως τις 31.12.2019, και κατά τον κρίσιμο χρόνο η κυριότητα ή τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα στο ακίνητο ανήκουν στον υπόχρεο σε φόρο για τα έτη αυτά. Για τα έτη 2018 και 2019 απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. τα δικαιώματα επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των θανόντων εξαιτίας των πυρκαγιών του προηγούμενου εδαφίου.»

1. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 15 του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Ο τόπος παροχής θεωρείται ότι είναι εκτός της Ένωσης: αα) για τις υπηρεσίες μεταφοράς αγαθών σε υποκειμένους στον φόρο, για τις οποίες ο τόπος παροχής είναι, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2, το εσωτερικό της χώρας, αν οι υπηρεσίες αυτές εκτελούνται υλικά εξ ολοκλήρου εκτός της Ένωσης, ββ) για τις υπηρεσίες βραχυχρόνιας μίσθωσης επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, για τις οποίες ο τόπος παροχής είναι, σύμφωνα με την υποπερίπτωση α) της περίπτωσης i της παραγράφου 12, το εσωτερικό της χώρας, κατά το μέρος που τα μισθωμένα πλοία χρησιμοποιούνται εκτός της Ένωσης.»

2. Μετά την περίπτωση β΄ της παραγράφου 15 του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του τυχόν συναρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εξειδικεύονται περαιτέρω τα κριτήρια χρήσης και εκμετάλλευσης, που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο και ορίζεται ο τρόπος απόδειξης της πλήρωσης των κριτηρίων αυτών.»

3. Η παράγραφος 16 του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«16. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ρυθμίζεται η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

1. To δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 53Α του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄265) το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα άρθρα 65, 102, 105, 106 και 108 εφαρμόζονται αναλόγως και για τα προϊόντα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1.»

2. Μετά την παρ. 5 του άρθρου 53Α του ν. 2960/2001 προστίθεται παράγραφος 5α,ως εξής:
«5α. Τα προϊόντα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1, που αποκτά ιδιώτης για δική του χρήση και τα οποία μεταφέρει στη χώρα αυτοπροσώπως από άλλο κράτος-μέλος ή τρίτη χώρα, απαλλάσσονται από τον φόρο κατανάλωσης. Για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ίδια χρήση ιδιώτη, λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:
α) η εμπορική ιδιότητα του κατόχου και οι λόγοι κατοχής των προϊόντων,
β) ο τόπος όπου βρίσκονται τα προϊόντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο χρησιμοποιούμενος τρόπος μεταφοράς,
γ) κάθε έγγραφο σχετικό με τα προϊόντα, δ) η φύση των προϊόντων,
ε) η ποσότητα των προϊόντων, για την οποία, ως αποδεικτικό στοιχείο ορίζεται το ποσοτικό όριο των δεκατριών (13) γραμμαρίων μείγματος καπνού που περιέχεται στο ηλεκτρικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού.»

3. Στο τέλος της περίπτωσης δ΄ της παρ. 8 του άρθρου 53Α του ν. 2960/2001 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση, για τα προϊόντα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 104 και 111.»

1. Στο άρθρο 55 του ν. 2960/2001 , όπως ισχύει, προστίθενται περιπτώσεις ιβ΄ και ιγ΄ ως εξής:
«ιβ) «Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου»: Η εγκατάσταση καταναλωτή φυσικού αερίου στην οποία παραδίδεται φυσικό αέριο για τελική χρήση.
ιγ) «Διανομέας ή Αναδιανομέας φυσικού αερίου» είναι:
αα. ο Προμηθευτής φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περίπτωσης κβ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179), για την ποσότητα φυσικού αερίου που προμηθεύει σε Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου,
ββ. ο Τελικός Πελάτης φυσικού αερίου, κατά την έννοια της περίπτωσης ιστ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4001/2011, για την ποσότητα που καταναλώνει και την οποία προμηθεύεται αποκλειστικά για δική του χρήση σε σημείο διαφορετικό από το Σημείο Κατανάλωσης φυσικού αερίου.»

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001, η οποία προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), αντικαθίσταται ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζονται τα στοιχεία που διαβιβάζονται στις αρμόδιες Ελεγκτικές Τελωνειακές Υπηρεσίες, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος διαβίβασής τους, στο πλαίσιο επιβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στο φυσικό αέριο.»

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν από την 1. 7.2019.

1. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 60 του ν. 4172/2013, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 86 του ν. 4582/2018 (Α΄ 208), μετά τις λέξεις «για τα εισοδήματα αυτά», τίθεται κόμμα και προστίθεται η φράση «συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α».

2. Η παράγραφος 1 ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται από την έναρξη ισχύος των άρθρων 10 έως και 15 του ν. 4575/2018 (Α΄ 192).

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 60 του ν. 4172/2013, καθώς και το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 της 2/88419/ΔΕΠ/4.12.2018 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 5435), έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) που έλαβαν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο ήμισυ της διαφοράς αποδοχών που απορρέει από τις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 181 του ν. 4270/2014 (Α΄143) για το χρονικό διάστημα από τις 1.8.2012 έως και τις 30.6.2014, δυνάμει δικαστικών αποφάσεων και πρακτικών Τριμελούς Επιτροπής του Ν.Σ.Κ.. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το φορολογικό έτος απόκτησης των ανωτέρω εισοδημάτων, μη εφαρμοζομένης για τα εισοδήματα αυτά της παραγράφου 2. 

Το άρθρο 43 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 43
Εισφορά σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975
1. Επιβάλλεται εισφορά επί του ετήσιου ποσού του συνολικού εισαγόμενου και μετατρεπόμενου σε ευρώ συναλλάγματος και συνολικού εισαγόμενου ποσού σε ευρώ, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (Α΄ 77), για τις παρακάτω επιχειρήσεις:
α) γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων οποιουδήποτε τύπου ή μορφής, με αντικείμενο εργασιών τη ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία, πάνω από πεντακόσιους (500) κόρους ολικής χωρητικότητας, εξαιρούμενων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούν εσωτερικούς πλόες, καθώς και με την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιρειών, ως και επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις ίδιες με τις παραπάνω αναφερόμενες δραστηριότητες για το εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά τα έτη 2012 και μετά και
β) ημεδαπές επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στο άρθρο 25 του ν. 27/1975, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, και έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις αναφερόμενες στην περίπτωση α΄ υπηρεσίες ή εργασίες για το εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά τα έτη 2019 και μετά.
Η εισφορά υπολογίζεται με τις εξής κλίμακες:

 

Αν το συνολικό ετήσιο εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ μίας επιχείρησης κατά τα έτη 2012-2018 είναι μικρότερο του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α., η εισφορά του παρόντος υπολογίζεται για πενήντα χιλιάδες (50.000) δολάρια Η.Π.Α.. Το ίδιο ισχύει και για τα έτη έναρξης ή λήξης της δραστηριότητας της επιχείρησης, κατά τα έτη 2012-2018, ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια αυτών, όταν το εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ είναι μικρότερο του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α..
Αν το ποσό της ετήσιας εισφοράς υπολογιζόμενο με την κλίμακα της περίπτωσης ii για το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά τη διετία 20192020, είναι μικρότερο των πέντε χιλιάδων (5.000) δολαρίων Η.Π.Α., βεβαιώνεται ελάχιστο ποσό εισφοράς ίσο με πέντε χιλιάδες (5.000) δολάρια Η.Π.Α. ετησίως.
Το ποσό εισφοράς που βεβαιώνεται ως ελάχιστο ποσό για το συνολικό εισαγόμενο συνάλλαγμα κατά τα έτη 2021 και μετά, είναι ίσο με έξι χιλιάδες (6.000) δολάρια Η.Π.Α. ετησίως.
Τα ανωτέρω ελάχιστα ετήσια ποσά εισφοράς βεβαιώνονται και για το εισαγόμενο συνάλλαγμα στα έτη έναρξης ή λήξης της δραστηριότητας των επιχειρήσεων κατά τα έτη 2019 και μετά κατά περίπτωση, ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια αυτών.
2. Η εισφορά του παρόντος δεν επιβάλλεται σε ημεδαπές, καθώς και σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που έχουν εγκαταστήσει γραφείο ή υποκατάστημα του άρθρου 25 του ν. 27/1975 και ασχολούνται με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία παράλληλα με τις λοιπές υπαγόμενες εργασίες, όπως αυτές ορίζονται με την άδεια εγκατάστασής τους.
Στις επιχειρήσεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975 που, εκτός της κύριας δραστηριότητας των ναυλομεσιτικών και λοιπών ναυτιλιακών εργασιών, δηλώνουν με την άδεια εγκατάστασής τους και τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, για τη
μη επιβολή της εισφοράς, απαιτείται η απόδειξη της πραγματικής άσκησης της διαχείρισης ή εκμετάλλευσης πλοίων εντός της πενταετούς διάρκειας της ισχύος της άδειάς τους, που ορίζεται με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 27/1975. Εφόσον στην πενταετία αυτή δεν αποδεικνύεται η άσκηση της δραστηριότητας της διαχείρισης πλοίου, επιβάλλεται η εισφορά του παρόντος για το εισαγόμενο συνάλλαγμα στο επόμενο της πενταετίας έτος. Η πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου αφορά τις επιχειρήσεις που η πενταετία ισχύος της άδειας εγκατάστασής τους συμπληρώνεται το έτος 2018 και εφόσον προκύψει υποχρέωση για επιβολή εισφοράς, υπολογίζεται με βάση το εισαγόμενο συνάλλαγμα του έτους 2019 και καταβάλλεται κατά το έτος 2020.
3. Οι υπόχρεες στην εισφορά επιχειρήσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 υποβάλλουν στη Φορολογική Διοίκηση δήλωση υπολογισμού αυτής μέχρι το τέλος Μαρτίου κάθε έτους, με βάση το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ του προηγούμενου αντίστοιχα έτους, για το εισαγόμενο συνάλλαγμα κατά τα έτη 2012-2018.
Κατ’ εξαίρεση, η δήλωση εισφοράς των παραπάνω υπόχρεων επιχειρήσεων για το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά το έτος 2016 υποβάλλεται μέχρι τέλος Ιουνίου 2017.
Οι υπόχρεες επιχειρήσεις της παραγράφου 1 για το εισαγόμενο συνάλλαγμα κατά τα έτη 2019 και μετά, υποβάλλουν στη Φορολογική Διοίκηση δήλωση εισφοράς μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Μαρτίου κάθε έτους, με βάση το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ του προηγούμενου αντίστοιχα έτους. Με την υποβολή της δήλωσης της παρούσας παραγράφου γίνεται άμεσος προσδιορισμός της εισφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α΄ 170).
4. Η εισφορά για το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά τα έτη 2012 έως και 2018 υπολογίζεται σε δολάρια Η.Π.Α., με βάση την επίσημη ισοτιμία μεταξύ των νομισμάτων αυτών κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Με την υποβολή της δήλωσης καταβάλλεται το ένα τέταρτο (1/4) της εισφοράς σε ευρώ και τα υπόλοιπα τρία τέταρτα (3/4) σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις κατά τους μήνες Ιούνιο, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο του έτους υποβολής της δήλωσης.
Η εισφορά για το συνολικό εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα και το συνολικό εισαγόμενο ποσό σε ευρώ κατά τα έτη 2019 και μετά καταβάλλεται σε δύο (2) ισόποσες δόσεις μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών Απριλίου και Σεπτεμβρίου του έτους υποβολής της δήλωσης. Το ποσό της εισφοράς στα έτη αυτά υπολογίζεται σε δολάρια Η.Π.Α. και μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την τιμή αναφοράς του δολαρίου Η.Π.Α. έναντι του ευρώ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αρχικής δήλωσης, για τον υπολογισμό της εισφοράς, λαμβάνεται η τιμή αναφοράς των παραπάνω νομισμάτων κατά την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αρχικής δήλωσης.
Σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, για τον υπολογισμό της εισφοράς, λαμβάνεται η τιμή αναφοράς των νομισμάτων αυτών που έχει ληφθεί με την αρχική δήλωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια.
Για την καταβολή της εισφοράς ευθύνονται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον οι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων της παραγράφου 1, βάσει του τίτλου που έχει αποκτηθεί έστω για έναν από τους υπόχρεους, ο οποίος ισχύει και ως προς τους άλλους υπόχρεους για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την είσπραξη της εισφοράς.
5. Επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) στα μερίσματα που εισπράττει φυσικό πρόσωπο φορολογικός κάτοικος Ελλάδας:
α) από αλλοδαπές επιχειρήσεις οποιουδήποτε τύπου ή μορφής, που διατηρούν γραφεία ή υποκαταστήματα εγκατεστημένα, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 27/1975 και έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τη ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία πάνω από πεντακόσιους (500) κόρους ολικής χωρητικότητας, εξαιρούμενων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούν εσωτερικούς πλόες, καθώς και με την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιρειών, ως και επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις ίδιες με τις παραπάνω αναφερόμενες δραστηριότητες, για μερίσματα που καταβάλλονται ή πιστώνονται κατά τα έτη 2012 και μετά και
β) από ημεδαπές επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στο άρθρο 25 του ν. 27/1975 και έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις αναφερόμενες στην περίπτωση α΄ υπηρεσίες ή εργασίες, για μερίσματα που καταβάλλονται ή πιστώνονται κατά τα έτη 2019 και μετά.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στα μερίσματα που διανέμονται από τις επιχειρήσεις που, σύμφωνα με την άδεια εγκατάστασής τους, ασχολούνται και με τη διαχείριση πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία.
Ο φόρος της παρούσας παραγράφου βαρύνει το δικαιούχο των μερισμάτων και αποδίδεται από αυτόν. Για τα μερίσματα που λαμβάνονται κατά τα έτη 2012-2019 ο φόρος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή σχετικής δήλωσης, μέσα στον επόμενο μήνα από αυτόν, εντός του οποίου έγινε στην αλλοδαπή ή ημεδαπή η καταβολή ή η πίστωση του μερίσματος.
Για τα μερίσματα που λαμβάνονται από το έτος 2020 και μετά, ο φόρος αποδίδεται με την υποβολή σχετικής δήλωσης μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν εντός του οποίου έγινε στην αλλοδαπή ή ημεδαπή η καταβολή ή η πίστωση του μερίσματος και καταβάλλεται εφάπαξ μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης. Με την απόδοση του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου, μετόχου ή εταίρου των ανωτέρω επιχειρήσεων, φυσικού προσώπου, για το εισόδημα που αποκτά με τη μορφή διανομής καθαρών κερδών ή μερισμάτων, από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση, είτε απευθείας είτε από επιχειρήσεις χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως του αριθμού των επιχειρήσεων χαρτοφυλακίου που παρεμβάλλονται μεταξύ της επιχείρησης και του τελικού μετόχου ή εταίρου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 (Α΄ 167).
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και στις έκτακτες αμοιβές και ποσοστά (bonus) που διανέμουν οι επιχειρήσεις της περίπτωσης α΄, επιπλέον των μισθών, σε μέλη του Δ.Σ. ή σε διευθυντές και στελέχη αυτών, καθώς και στις έκτακτες αμοιβές και ποσοστά (bonus), επιπλέον των μισθών, που διανέμονται από το έτος 2019 και μετά και σε υπαλλήλους αυτών. Επίσης, εφαρμόζονται και στις έκτακτες αμοιβές και ποσοστά (bonus) που διανέμουν, επιπλέον των μισθών, σε μέλη του Δ.Σ. ή σε διευθυντές, στελέχη και υπαλλήλους αυτών από το έτος 2019 και μετά οι επιχειρήσεις της περίπτωσης β΄, καθώς και οι διαχειρίστριες εταιρείες ή επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 27/1975.
6. Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής από τον υπόχρεο των δηλώσεων του παρόντος ή υποβολής από αυτόν εκπρόθεσμης ή ανακριβούς δήλωσης επιβάλλονται οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα του ν. 2523/1997 (Α΄ 179) για φορολογικές υποχρεώσεις μέχρι την 31.12.2013, καθώς και οι τόκοι και τα πρόστιμα του ν. 4174/2013 για φορολογικές υποχρεώσεις από τις 1.1.2014 και μετά.
7. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης εισφοράς της παραγράφου 1, της δήλωσης φόρου της παραγράφου 5, η διαδικασία υποβολής τους, τα αρμόδια για την παραλαβή των δηλώσεων και τη βεβαίωση του φόρου όργανα, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.
8. Από την εισφορά της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ποσό ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, ετησίως, αποδίδεται ως πόρος του Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης (ν.δ. 99/1973, Α΄ 173). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου αναφορικά με την απόδοση του ως άνω ποσού.

1. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (Α΄ 77), όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής:
«Η Τράπεζα που εκδίδει την εγγύηση υποχρεούται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης κατάπτωσης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, να καταθέσει το προϊόν της εγγύησης στην αρμόδια για τη φορολογία της επιχείρησης Δ.Ο.Υ..»

2. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης Α΄ της παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 27/1975 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για την καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2859/2000 (Α΄ 248)».

3. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 25 του ν. 27/1975, όπως αυτή έχει αναριθμηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 4150/2013 (Α΄ 102), προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Η απαλλαγή του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει για τα κέρδη που διανέμονται στους δικαιούχους από το έτος 2020 και μετά.»

1. Η περίπτωση γ΄ της παρ.1 του άρθρου 80 του ν. 4446/ 2016 (Α΄ 230) αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Σε περίπτωση μη χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 (Α΄170) και των ΠΟΛ.1274/27.12.2013 και ΠΟΛ.1275/27.12.2013 αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (Β΄3398), όπως ισχύουν, τα χρηματικά εντάλματα δεν εξοφλούνται.»

2. Η παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 4446/2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. α. Σε περίπτωση κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου, η πληρωμή του οικείου χρηματικού εντάλματος προς τον κατασχόντα διενεργείται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, με πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού του κατασχόντος, ύστερα από την προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4174/2013, τόσο από τον κατασχόντα όσο και από τον καθ’ ου η κατάσχεση. Σε περίπτωση πληρωμής χρηματικού εντάλματος ύστερα από τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατ’ άρθρο 990 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται αποδεικτικό ενημερότητας για τον καθ’ ου η κατάσχεση.
β. Σε περίπτωση εκχώρησης απαίτησης κατά του Δημοσίου, η πληρωμή του οικείου χρηματικού εντάλματος διενεργείται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, με πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού του εκδοχέα, ύστερα από την προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας, σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 της ΠΟΛ 1274/27.12.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
γ. Κατασχέσεις και εκχωρήσεις δεν εκτελούνται μετά την αποστολή των στοιχείων του εντάλματος στην οικεία Δ.Ο.Υ. για συμψηφισμούς.»

Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το από 27 Φεβρουαρίου 2019 Νέο Συνυποσχετικό μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ναυτιλιακής Κοινότητας, του οποίου το κείμενο έχει ως εξής:

«ΝΕΟ ΣΥΝΥΠΟΣΧΕΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Στην Αθήνα σήμερα στις 27 Φεβρουαρίου 2019

Αφενός

1. Το Ελληνικό Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται για την υπογραφή του παρόντος από τον Πρωθυπουργό κύριο Αλέξιο Τσίπρα (στο εξής το «Ελληνικό Δημόσιο») και αφετέρου

2. Ατομικώς ένα έκαστο από τα πρόσωπα που περιγράφονται πλήρως στα Άρθρα 6 και 7 του παρόντος τα οποία δραστηριοποιούνται στη ναυτιλία, και εμφαινόμενα, διά των διαχειριστριών εταιρειών, στο Παράρτημα Ι, όπως εκπροσωπούνται ειδικώς, για την υπογραφή του παρόντος, από τον κύριο Θεόδωρο Βενιάμη, στον οποίο συντρέχει και η ιδιότητα του Προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (στο εξής τα «μέλη της Ναυτιλιακής Κοινότητας») καλούμενοι στο παρόν Συμφωνητικό ένας έκαστος «Συμβαλλόμενο Μέρος» από κοινού
«Συμβαλλόμενοι»,

Συμφωνούν, συναποδέχονται και συνομολογούν τα ακόλουθα:

ΑΡΘΡΟ 1ο Σκοπός του Νέου Συνυποσχετικού Σκοπός του Νέου Συνυποσχετικού είναι ο καθορισμός του πλαισίου για την Νέα Οικειοθελή Παροχή των μελών της Ναυτιλιακής Κοινότητας προς το Ελληνικό Δημόσιο, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 3 του παρόντος.

ΑΡΘΡΟ 2ο Έναρξη ισχύος και διάρκεια του Νέου Συνυποσχετικού

Η έναρξη της ισχύος του παρόντος είναι η ημερομηνία δημοσίευσης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως νόμου με τον οποίο θα κυρώνεται το παρόν Νέο Συνυποσχετικό και η συμβατική διάρκειά του ορίζεται ως αορίστου χρόνου.

ΑΡΘΡΟ 3ο Καθορισμός της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Η Νέα Οικειοθελής Παροχή καθορίζεται ως η εθελούσια καταβολή εκ μέρους των μελών της Ναυτιλιακής Κοινότητας, ήτοι των, για τους σκοπούς του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού, τελικών μετόχων ή εταίρων ή πραγματικών δικαιούχων πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, υπό την προϋπόθεση της διαχείρισης (των υπό ξένη σημαία πλοίων) από εταιρεία που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 27/1975, φορολογικών κατοίκων Ελλάδος, ανερχόμενη σε σταθερό ποσοστό 10% (δέκα τοις εκατό) επί των εισαγόμενων στην Ελλάδα ποσών σε οιοδήποτε νόμισμα, προερχομένων από εισοδήματα εκ μερισμάτων των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών.

2. Η καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής εξαντλεί για το παγκόσμιο εισόδημα από τα μερίσματα των πλοιοκτητριών εταιρειών της προηγούμενης παραγράφου κάθε άλλη φορολογική υποχρέωση των ως άνω φυσικών προσώπων από κάθε φόρο, εισφορά, τέλος, κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη φορολογικής φύσης επιβάρυνση, καθώς και από την επιβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.

3. Πέραν της συνομολογημένης διά του παρόντος Νέας Οικειοθελούς Παροχής, ουδέν δικαίωμα εκ του ν. 27/1975 του άρθρου 107 του Συντάγματος και του εν γένει θεσμικού ναυτιλιακού πλαισίου θίγεται.

4. Για ερμηνευτικούς σκοπούς διατυπώνεται ρητώς ότι το μη εισαχθέν στην Ελλάδα, παγκόσμιο εισόδημα τελικών μετόχων ή εταίρων ή πραγματικών δικαιούχων πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, από ναυτιλιακή δραστηριότητα, καλύπτεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 26 του ν. 27/1975, καθώς και από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

ΑΡΘΡΟ 4ο Προσδιορισμός της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

Η Νέα Οικειοθελής Παροχή προσδιορίζεται σε κάθε έτος κατά το χρόνο εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων των φυσικών προσώπων δικαιούχων των ναυτιλιακών μερισμάτων, με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και την συμπλήρωση σε ιδιαίτερο κωδικό αυτής των ποσών των εισαγομένων μερισμάτων τους. Η Παροχή αυτή αναλαμβάνεται για πρώτη φορά για τα εισοδήματα εκ μερισμάτων που αποκτώνται στο έτος 2018 που δηλώνονται με την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος στο έτος 2019.

ΑΡΘΡΟ 5ο Καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

Η Νέα Οικειοθελής Παροχή καταβάλλεται από ένα έκαστο φυσικό πρόσωπο μέλος της Ναυτιλιακής Κοινότητας στο Ελληνικό Δημόσιο στις προθεσμίες καταβολής του φόρου εισοδήματος και παρακολουθείται με τον ΚΑΕ που αφορά στα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού από την Ναυτιλία.

ΑΡΘΡΟ 6ο Δεσμευόμενα και δικαιούμενα μέλη για καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Από το παρόν Νέο Συνυποσχετικό, δεσμευόμενα και δικαιούμενα μέλη είναι τα μέλη της Ναυτιλιακής Κοινότητας, τα οποία σε επίπεδο φυσικών προσώπων είναι οι τελικοί μέτοχοι ή εταίροι ή πραγματικοί δικαιούχοι, φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος, πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, υπό την προϋπόθεση της διαχείρισης (των υπό ξένη σημαία πλοίων) από εταιρεία που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 27/1975, και με την προϋπόθεση οι διαχειρίστριες αυτών εταιρείες να έχουν υπογράψει το Ιδιωτικό Συμφωνητικό, όπως φαίνεται στο Παράρτημα Ι και το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος.

2. Διαχειρίστριες εταιρείες που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν υπογράψει το Ιδιωτικό Συμφωνητικό του Παραρτήματος Ι, δεν έχουν συσταθεί ή εγκατασταθεί κατά την υπογραφή του παρόντος δεν δεσμεύονται από το παρόν, αλλά εφόσον επιθυμούν μπορούν να προσχωρήσουν σε μεταγενέστερο χρόνο.

ΑΡΘΡΟ 7ο Μέτρα διασφάλισης της ορθής εφαρμογής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού, και εφόσον το συνολικό ετήσιο προσδιορισθέν ποσό της Νέας Οικειοθελούς Παροχής εξεταζόμενο ανά διετία είναι μικρότερο των σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000) ευρώ σε κάποιο έτος αυτής, τα νομικά πρόσωπα μέλη της ναυτιλιακής κοινότητας που έχουν υπογράψει το ιδιωτικό συμφωνητικό του Παραρτήματος Ι του παρόντος, αναλαμβάνουν την υποχρέωση στο όνομα και για λογαριασμό των πλοιοκτητριών εταιρειών των πλοίων που διαχειρίζονται, να καταβάλουν το υπολειπόμενο ποσό μετά την υποβολή των δηλώσεων του φόρου πλοίων του επόμενου έτους της κάθε διετίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Τυχόν έλλειμμα των εσόδων από τη Νέα Οικειοθελή Παροχή σε ένα έτος της εν λόγω διετίας συμψηφίζεται με τυχόν πλεόνασμα στο άλλο έτος αυτής.

2. Ο έλεγχος των αποτελεσμάτων από την εφαρμογή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής γίνεται υποχρεωτικά μετά από κάθε διετία εφαρμογής αυτής από τριμελή επιτροπή, η οποία συστήνεται με το παρόν, με αποκλειστικό έργο την διαπίστωση του ύψους των ετησίων εσόδων, το τυχόν έλλειμμα ανά έτος στην κάθε διετία και την άμεση ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων για τις ενέργειές τους.
Η επιτροπή αυτή αποτελούμενη από εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών, εκπρόσωπο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών και εκπρόσωπο της Α.Α.Δ.Ε. συγκροτείται με Κοινή Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. με την οποία ορίζονται τα μέλη της επιτροπής και οι αναπληρωτές τους, η διάρκεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της.

3. Για την ορθή εφαρμογή των οριζόμενων στο άρθρο αυτό στην περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος σε έτος της κάθε διετίας εφαρμογής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής ή ακόμη και στα δύο (2) έτη αυτής, κάθε μία από τις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και
μετά την υποβολή των δηλώσεων του φόρου πλοίων του επόμενου έτους της κάθε διετίας, καταβάλλει το ποσό του ελλείμματος που αντιστοιχεί σε κάθε διαχειριζόμενο πλοίο της με επιμερισμό του συνολικού ελλείμματος της Νέας Οικειοθελούς Παροχής που τυχόν διαπιστώθηκε στην προηγούμενη διετία, ανάλογα με το ποσό του φόρου που προκύπτει για κάθε πλοίο στο επόμενο της διετίας έτος, στο οποίο και διαπιστώθηκε το έλλειμμα αυτό από την παραπάνω τριμελή επιτροπή. Για τις ανάγκες της διάταξης ως ποσό φόρου για κάθε πλοίο, θεωρείται εκείνο που διαμορφώνεται με τις δηλώσεις φόρου πλοίων πρώτης κατηγορίας πριν την αφαίρεση των μειώσεων του φόρου αυτού.

4. Το ποσό ελλείμματος που με βάση την προηγούμενη παράγραφο αναλογεί σε κάθε διαχειριζόμενο πλοίο όλων των εταιρειών του παραρτήματος Ι, υπολογίζεται με βάση στοιχεία των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε., τα οποία παρέχονται εντός του μηνός Ιανουαρίου που ακολουθεί το επόμενο της διετίας έτος στην αρμόδια Αρχή για τη φορολογία των πλοίων πρώτης κατηγορίας του ν. 27/1975.
Το παραπάνω ποσό ελλείμματος προσδιορίζεται διοικητικά από την αρμόδια φορολογική Αρχή και παρακολουθείται με τον ίδιο ΚΑΕ με εκείνον του άρθρου 5 του Νέου Συνυποσχετικού και καταβάλλεται εφάπαξ μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία προσδιορισμού αυτού.
ΑΡΘΡΟ 8ο Ευθύνη καταβολής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Με την υπογραφή του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού, κάθε δεσμευόμενο και δικαιούμενο φυσικό πρόσωπο μέλος της Ναυτιλιακής Κοινότητας καθίσταται ευθέως αντισυμβαλλόμενος και επέχει απευθείας υποχρέωση και ευθύνη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για την εκπλήρωση της δικής του αυτοτελούς υποχρέωσης στο πλαίσιο της Νέας Οικειοθελούς Παροχής.

2. Κάθε δεσμευόμενο και δικαιούμενο μέλος της Ναυτιλιακής Κοινότητας δεν επέχει καμία ευθύνη έναντι του Δημοσίου, των υπολοίπων μελών ή τρίτων ούτε μπορεί να εγερθεί σε βάρος του οποιαδήποτε αξίωση ευθέως, αναγωγικά ή με άλλο τρόπο για μη εκπλήρωση ή πλημ-
μελή εκπλήρωση της αυτοτελούς υποχρέωσης της Νέας Οικειοθελούς Παροχής που αναλογεί σε άλλο μέλος.

3. Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και ο εκπρόσωπος της Ναυτιλιακής Κοινότητας για την υπογραφή του παρόντος δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του Δημοσίου, των μελών της Ναυτιλιακής Κοινότητας ή τρίτων ούτε μπορεί να εγερθεί σε βάρος τους, οποιαδήποτε αξίωση ευθέως, αναγωγικά ή με άλλο τρόπο σχετικά με το παρόν Νέο Συνυποσχετικό με το Ελληνικό Δημόσιο.

ΑΡΘΡΟ 9ο Δυνατότητα τροποποίησης του Νέου Συνυποσχετικού

1. Οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού πρέπει να είναι έγγραφη και να υπογράφεται και από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

2. Εάν το Νέο Συνυποσχετικό κυρωθεί τροποποιημένο, η Ναυτιλιακή Κοινότητα δεν δεσμεύεται από αυτό.

3. Μετά την κύρωση του Νέου Συνυποσχετικού, τροποποίησή του χωρεί μόνο με γραπτή συμφωνία και κύρωσή του με νέο νόμο.

4. Το ισχύον κατά τον χρόνο υπογραφής του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού νομοθετικό πλαίσιο για τη φορολογία πλοίων συνιστά διαρκές δικαιοπρακτικό θεμέλιό του.

5. Το Νέο Συνυποσχετικό καταργεί κάθε άλλη πρόβλεψη του προηγουμένου Συνυποσχετικού και των Προσθέτων Πράξεων αυτού, περί της Οικειοθελούς Παροχής.

ΑΡΘΡΟ 10ο Περίπτωση ανωτέρας βίας

Η εφαρμογή του Νέου Συνυποσχετικού από τα Συμβαλλόμενα Μέρη τελεί υπό τον όρο ότι δεν θα συμβούν γεγονότα ανωτέρας βίας που καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή ή αδύνατη την εκτέλεση των όρων του.

ΑΡΘΡΟ 11ο Εφαρμοστέο Δίκαιο – Επίλυση διαφορών–Διαιτησία

1. Η Σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.

2. Κάθε διαφορά μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών διένεξη ή διαφωνία αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα ανακύψει από το Νέο Συνυποσχετικό ή σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή θα επιχειρείται να διευθετηθεί φιλικά εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημέρα υποβολής σχετικού αιτήματος. Σε περίπτωση μη επίτευξης φιλικής διευθέτησης η διαφορά, την οποία ρητώς τα μέρη αναγνωρίζουν ως διεθνή, θα λύνεται αποκλειστικά και οριστικά με διαιτησία στον Πειραιά σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2735/1999 περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας.

3. Το κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διορίζει ένα διαιτητή ενώ ο τρίτος θα διορίζεται κατόπιν συμφωνίας των Συμβαλλομένων Μερών και σε περίπτωση διαφωνίας από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας.

4. Το διαιτητικό δικαστήριο δύναται να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, αποκλειόμενης αυτής της δυνατότητας από τακτικά δικαστήρια.

Το παρόν Συμφωνητικό υπογράφεται ως έχει σε δύο (2) όμοια πρωτότυπα.

ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ

Για το Ελληνικό Δημόσιο
Ο Πρωθυπουργός
ΑΛΕΞΙΟΣ ΤΣΙΠΡΑΣ

Για τη Ναυτιλιακή Κοινότητα
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών  
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΕΝΙΑΜΗΣ»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΝΕΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Στον Πειραιά σήμερα στις Αφενός οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως εκπροσωπούνται, καλούμενοι στο παρόν Συμφωνητικό ένας έκαστος «Συμβαλλόμενο Μέρος» και από κοινού «Συμβαλλόμενοι»,

Συμφωνούν, συναποδέχονται και συνομολογούν τα ακόλουθα:

ΑΡΘΡΟ 1ο. Σκοπός του Νέου Συμφωνητικού

Σκοπός του Νέου Συμφωνητικού είναι η δέσμευση των Συμβαλλομένων ότι θα προβούν στη Νέα Οικειοθελή Παροχή προς το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του παρόντος και του Νέου Συνυποσχετικού, το οποίο πρόκειται να υπογραφεί μεταξύ των Συμβαλλομένων και του Ελληνικού Δημοσίου.

ΑΡΘΡΟ 2ο. Έναρξη ισχύος και διάρκεια του Νέου Συμφωνητικού

Η έναρξη της ισχύος του παρόντος είναι η ημερομηνία υπογραφής του από τους Συμβαλλόμενους, όπως εμφανίζεται στην πρώτη σελίδα του παρόντος και η συμβατική διάρκειά του ορίζεται ως αορίστου χρόνου.

ΑΡΘΡΟ 3ο. Καθορισμός της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Η Νέα Οικειοθελής Παροχή καθορίζεται ως η εθελούσια καταβολή εκ μέρους των Συμβαλλομένων Μερών, ήτοι των, για τους σκοπούς του παρόντος Νέου Συνυποσχετικού, τελικών μετόχων ή εταίρων ή πραγματικών δικαιούχων πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, υπό την προϋπόθεση της διαχείρισης (των υπό ξένη σημαία πλοίων) από εταιρεία που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 27/1975, φορολογικών κατοίκων Ελλάδος, ανερχόμενη σε σταθερό ποσοστό 10% (δέκα τοις εκατό) επί των εισαγόμενων ποσών σε οιοδήποτε νόμισμα, προερχομένων από εισοδήματα εκ μερισμάτων των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών.

2. Η καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής εξαντλεί για το παγκόσμιο εισόδημα από τα μερίσματα των πλοιοκτητριών της προηγούμενης παραγράφου, κάθε άλλη φορολογική υποχρέωση των ως άνω φυσικών προσώπων από κάθε φόρο, εισφορά, τέλος, κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη φορολογικής φύσης επιβάρυνση, καθώς και από την επιβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.

3. Πέραν της συνομολογημένης διά του παρόντος Νέας Οικειοθελούς Παροχής, ουδέν δικαίωμα εκ του ν. 27/1975 του άρθρου 107 του Συντάγματος και του εν γένει θεσμικού ναυτιλιακού πλαισίου θίγεται.

4. Για ερμηνευτικούς σκοπούς διατυπώνεται ρητώς ότι το μη εισαχθέν στην Ελλάδα, παγκόσμιο εισόδημα τελικών μετόχων ή εταίρων ή πραγματικών δικαιούχων πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, από ναυτιλιακή δραστηριότητα, καλύπτεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 26 του ν. 27/1975, καθώς και από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

ΑΡΘΡΟ 4ο. Προσδιορισμός της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

Η Νέα Οικειοθελής Παροχή προσδιορίζεται σε κάθε έτος κατά το χρόνο εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων των Συμβαλλομένων Μερών, με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και τη συμπλήρωση σε ιδιαίτερο κωδικό αυτής των ποσών των εισαγο-
μένων μερισμάτων τους. Η Παροχή αυτή αναλαμβάνεται για πρώτη φορά για τα εισοδήματα εκ μερισμάτων που αποκτώνται στο έτος 2018 που δηλώνονται με την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος στο έτος 2019.

ΑΡΘΡΟ 5ο. Καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

Η νέα Οικειοθελής Παροχή καταβάλλεται από έναν έκαστο των Συμβαλλομένων Μερών στο Ελληνικό Δημόσιο στις προθεσμίες καταβολής του φόρου εισοδήματος και παρακολουθείται με τον ΚΑΕ που αφορά στα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού από τη Ναυτιλία.

ΑΡΘΡΟ 6ο. Δεσμευόμενα και δικαιούμενα μέλη για καταβολή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Από το Νέο Συνυποσχετικό, δεσμευόμενα και δικαιούμενα μέλη είναι τα Συμβαλλόμενα Μέρη, τα οποία σε επίπεδο φυσικών προσώπων είναι οι τελικοί μέτοχοι ή εταίροι ή πραγματικοί δικαιούχοι, φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος, πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, υπό την προϋπόθεση της διαχείρισης (των υπό ξένη σημαία πλοίων) από εταιρεία που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 επ. του ν. 27/1975.

2. Διαχειρίστριες εταιρείες που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν υπογράψει το παρόν Ιδιωτικό Συμφωνητικό, δεν έχουν συσταθεί ή εγκατασταθεί κατά την υπογραφή του παρόντος δεν δεσμεύονται από το παρόν, αλλά εφόσον επιθυμούν μπορούν να προσχωρήσουν σε μεταγενέστερο χρόνο.

ΑΡΘΡΟ 7ο. Μέτρα διασφάλισης της ορθής εφαρμογής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Κατά την εφαρμογή του Νέου Συνυποσχετικού, και εφόσον το συνολικό ετήσιο προσδιορισθέν ποσό της Νέας Οικειοθελούς Παροχής εξεταζόμενο ανά διετία είναι μικρότερο των σαράντα εκατομμυρίων (40.000.000) ευρώ σε κάποιο έτος αυτής, τα Συμβαλλόμενα Μέρη του παρόντος, αναλαμβάνουν την υποχρέωση στο όνομα και για λογαριασμό των πλοιοκτητριών εταιρειών των πλοίων που διαχειρίζονται, να καταβάλουν το υπολειπόμενο ποσό μετά την υποβολή των δηλώσεων του φόρου πλοίων του επόμενου έτους της κάθε διετίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Τυχόν έλλειμμα των εσόδων από τη Νέα Οικειοθελή Παροχή σε ένα έτος της εν λόγω διετίας συμψηφίζεται με τυχόν πλεόνασμα στο άλλο έτος αυτής.

2. Ο έλεγχος των αποτελεσμάτων από την εφαρμογή της Νέας Οικειοθελούς Παροχής γίνεται υποχρεωτικά μετά από κάθε διετία εφαρμογής αυτής από τριμελή επιτροπή, η οποία συστήνεται με το παρόν, με αποκλειστικό έργο τη διαπίστωση του ύψους των ετησίων εσόδων, το τυχόν έλλειμμα ανά έτος στην κάθε διετία και την άμεση ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων για τις ενέργειές τους.
Η επιτροπή αυτή αποτελούμενη από εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών, εκπρόσωπο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών και εκπρόσωπο της Α.Α.Δ.Ε. συγκροτείται με Κοινή Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. με την οποία ορίζονται τα μέλη της επιτροπής και οι αναπληρωτές τους, η διάρκεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της.

3. Για την ορθή εφαρμογή των οριζόμενων στο άρθρο αυτό στην περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος σε έτος της κάθε διετίας εφαρμογής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής ή ακόμη και στα δύο (2) έτη αυτής, έκαστος εκ των Συμβαλλομένων Μερών και μετά την υποβολή των δηλώσεων του φόρου πλοίων του επόμενου έτους της κάθε διετίας, καταβάλλει το ποσό του ελλείμματος που αντιστοιχεί σε κάθε διαχειριζόμενο πλοίο του με επιμερισμό του συνολικού ελλείμματος της Νέας Οικειοθελούς Παροχής που τυχόν διαπιστώθηκε στην προηγούμενη διετία, ανάλογα με το ποσό του φόρου που προκύπτει για κάθε πλοίο στο επόμενο της διετίας έτος, στο οποίο και διαπιστώθηκε το έλλειμμα αυτό από την παραπάνω τριμελή επιτροπή. Για τις ανάγκες της διάταξης ως ποσό φόρου για κάθε πλοίο, θεωρείται εκείνο που διαμορφώνεται με τις δηλώσεις φόρου πλοίων πρώτης κατηγορίας πριν την αφαίρεση των μειώσεων του φόρου αυτού.

4. Το ποσό ελλείμματος που με βάση την προηγούμενη παράγραφο αναλογεί σε κάθε διαχειριζόμενο πλοίο των Συμβαλλομένων Μερών, υπολογίζεται με βάση στοιχεία των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε., τα οποία παρέχονται εντός του μηνός Ιανουαρίου που ακολουθεί το επόμενο της διετίας έτος στην αρμόδια Αρχή για τη φορολογία των πλοίων πρώτης κατηγορίας του ν. 27/1975.
Το παραπάνω ποσό ελλείμματος προσδιορίζεται διοικητικά από την αρμόδια φορολογική Αρχή και παρακολουθείται με τον ίδιο ΚΑΕ με εκείνον του άρθρου 5 του Νέου Συνυποσχετικού και καταβάλλεται εφάπαξ μέσα σε έναν (1) μήνα από την ημερομηνία προσδιορισμού αυτού.

ΑΡΘΡΟ 8ο. Ευθύνη καταβολής της Νέας Οικειοθελούς Παροχής

1. Με την υπογραφή του παρόντος Νέου Ιδιωτικού Συμφωνητικού κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος καθίσταται ευθέως αντισυμβαλλόμενο και επέχει απευθείας υποχρέωση και ευθύνη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για την εκπλήρωση της δικής του αυτοτελούς υποχρέωσης στο πλαίσιο της Νέας Οικειοθελούς Παροχής.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δεν επέχει καμία ευθύνη έναντι του Δημοσίου, των υπολοίπων μελών ή τρίτων ούτε μπορεί να εγερθεί σε βάρος του οποιαδήποτε αξίωση ευθέως, αναγωγικά ή με άλλο τρόπο για μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση της αυτοτελούς υποχρέωσης της Νέας Οικειοθελούς Παροχής που αναλογεί σε άλλο μέλος.

3. Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, η οποία δεν αποτελεί εξάλλου Συμβαλλόμενο Μέρος του παρόντος Νέου Ιδιωτικού Συμφωνητικού ούτε θα συμβληθεί με το Ελληνικό Δημόσιο, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του Δημοσίου, των υπολοίπων Συμβαλλομένων ή τρίτων ούτε μπορεί να εγερθεί σε βάρος της ή σε βάρος των Μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, του προσωπικού της ή των προστηθέντων της, οποιαδήποτε αξίωση ευθέως, αναγωγικά ή με άλλον τρόπο σχετικά με το παρόν Ιδιωτικό Συμφωνητικό ή το Νέο Συνυποσχετικό με το Ελληνικό Δημόσιο.

ΑΡΘΡΟ 9ο. Εξουσιοδότηση υπογραφής Συνυποσχετικού με το Ελληνικό Δημόσιο

Οι Συμβαλλόμενοι διά του παρόντος εξουσιοδοτούν ανεκκλήτως τον κύριο Θεόδωρο Βενιάμη, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει και η ιδιότητα του Προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, να διαπραγματευτεί και να υπογράψει για λογαριασμό τους Νέο Συνυποσχετικό
με το Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο θα καταγράφονται οι ειδικότεροι όροι εκπλήρωσης της Οικειοθελούς Παροχής, ο μηχανισμός είσπραξης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια εντός του πλαισίου του παρόντος Συμφωνητικού. Με την υπογραφή του Συνυποσχετικού με το Ελληνικό Δημόσιο, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος καθίσταται ευθέως αντισυμβαλλόμενος του Ελληνικού Δημοσίου, φέροντας τα ειδικότερα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με αυτό. Ο εξουσιοδοτούμενος προς υπογραφή δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του Δημοσίου, των υπολοίπων Συμβαλλομένων ή τρίτων, ούτε μπορεί να εγερθεί σε βάρος του, οποιαδήποτε αξίωση ευθέως, αναγωγικά ή με άλλον τρόπο σχετικά με το παρόν Συμφωνητικό ή το Συνυποσχετικό με το Ελληνικό Δημόσιο.

ΑΡΘΡΟ 10ο. Τροποποίηση

Οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων του παρόντος Συμφωνητικού πρέπει να είναι έγγραφη και να υπογράφεται και από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

ΑΡΘΡΟ 11ο. Δυνατότητα τροποποίησης του Νέου Συνυποσχετικού

Οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων του Νέου Συνυποσχετικού πρέπει να είναι έγγραφη και να υπογράφεται και από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

ΑΡΘΡΟ 12ο. Περίπτωση ανωτέρας βίας

Η εφαρμογή του Νέου Συνυποσχετικού από τα Συμβαλλόμενα Μέρη τελεί υπό τον όρο ότι δεν θα συμβούν γεγονότα ανωτέρας βίας που καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή ή αδύνατη την εκτέλεση των όρων του.

ΑΡΘΡΟ 13ο. Εφαρμοστέο Δίκαιο – Επίλυση διαφορών– Διαιτησία

Κάθε διαφορά, διένεξη ή συμφωνία μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα ανακύψει από το παρόν Συμφωνητικό ή σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή του, η οποία δεν μπορεί να διευθετηθεί φιλικά εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή σχετικού αιτήματος από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος προς τα λοιπά Μέρη, θα λύνεται αποκλειστικώς και μερικώς με διαιτησία. Τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας θα είναι το Λονδίνο. Η διαιτησία θα διεξάγεται στην αγγλική γλώσσα σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες της διαιτησίας του διεθνούς εμπορικού επιμελητηρίου. Εφαρμοστέο είναι σε κάθε περίπτωση το ελληνικό δίκαιο.
Το παρόν Συμφωνητικό υπογράφεται ως έχει σε τρία (3) όμοια πρωτότυπα.

1. Στο τέλος της παρ. ΣΤ του άρθρου 127 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ανωτέρω κοινές αποφάσεις μπορεί να τροποποιούνται και μετά την πάροδο της ως άνω τασσόμενης αποκλειστικής προθεσμίας.»

2. Στο τέλος της παρ. Ι του άρθρου 127 του ν. 4472/2017 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η ανωτέρω κοινή απόφαση μπορεί να τροποποιείται και μετά την πάροδο της ως άνω τασσόμενης αποκλειστικής προθεσμίας.».

1. α) Στο τρίτο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ του άρθρου 31 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), η ημερομηνία «1.1.2019» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «1.1.2020».
β) Δαπάνες του τρέχοντος έτους, οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος, υποβάλλονται προς προληπτικό έλεγχο, ενώ δαπάνες του τρέχοντος έτους, οι οποίες έχουν εξοφληθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος, χωρίς την προηγούμενη άσκηση προληπτικού ελέγχου, δεν πάσχουν για τον λόγο αυτό.

2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 69Δ αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι φορείς ή οι υπηρεσίες των φορέων Γενικής Κυβέρνησης αρμοδιότητας των Δ.Υ.Ε.Ε., που έχουν έδρα σε νομό με περισσότερες της μίας Δ.Υ.Ε.Ε., μπορεί να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση μπορεί να ανακατανέμονται οι υπηρεσίες των φορέων του προηγούμενου εδαφίου στις Δ.Υ.Ε.Ε. του νομού για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 24, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.»

Στην παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 4053/2012 (Α΄ 44), η οποία προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4463/2017 (Α΄ 42), επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) Στο πρώτο εδάφιο , όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4569/2018 (Α΄ 179), οι λέξεις «έως και 2017» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έως και 2019».
β) Στο δεύτερο εδάφιο , όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4569/2018, οι λέξεις «και των ετών 2016 και 2017» αντικαθίστανται με τις λέξεις «2016, 2017, 2018 και 2019».
γ) Στο τέταρτο εδάφιο , όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4569/2018, οι λέξεις «έως και 2017» αντικαθίστανται από τις λέξεις «έως και 2019».
δ) Στο πέμπτο εδάφιο, που προστέθηκε με το άρθρο 71 του ν. 4587/2018 (Α΄ 218) οι λέξεις «για το έτος 2017» αντικαθίστανται από τις λέξεις «για τα έτη 2017 και 2018».
ε) Μετά το πέμπτο εδάφιο προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Για το έτος 2019 το ανωτέρω ποσό μπορεί να κατατεθεί στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας πριν από την επαλήθευση του καθαρού κόστους παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας από την Ε.Ε.Τ.Τ. για το έτος αυτό, εφόσον η Αρχή προβλέπει, βάσει των κοστολογικών οικονομικών στοιχείων παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2019, σε συνδυασμό με το επαληθευμένο ετήσιο καθαρό κόστος παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για τα έτη 2013 έως και 2017, ότι το σχετικό κόστος θα υπερβεί για το έτος 2019 το ποσό των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ».

1. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. 142/2017 (Α΄181), προστίθεται υποπερίπτωση (ιειε) ως εξής:
«(ιειε) Η διενέργεια εκτάκτων διαχειριστικών ελέγχων των διαχειρίσεων των εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου Οικονομικών».

2. Οι διατάξεις των παραγράφων 9, 10, 11, 12, 13 και 14 του άρθρου 5 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται και για τους Προϊσταμένους και τους υπαλλήλους της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών».

3. α. Οι υπάλληλοι: i) της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, ii) της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας και iii) της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) δεν εξετάζονται, δεν διώκονται και δεν ενάγονται για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση ή πρόταση που διετύπωσαν ή για πράξεις ή παραλείψεις που ενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου ισχύουν για τους ανωτέρω υπαλλήλους και όταν ασκούν καθήκοντα ως μέλη Συμβουλίων, Επιτροπών και Ομάδων Εργασίας που συστήνονται και λειτουργούν στις ως άνω υπηρεσίες, καθώς και για το αποσπασμένο προσωπικό στις υπηρεσίες αυτές για πράξεις ή παραλείψεις του κατά τη διάρκειά της. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που οι ανωτέρω υπάλληλοι έπραξαν με δόλο ή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον κατά τα οριζόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες ποινικές διατάξεις ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για υπαίτια πράξη ή παράλειψη των ανωτέρω υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 106 επ. του ν. 3528/2007 (Α΄26), όπως ισχύουν.
β. Ως προς την αστική ευθύνη των ως άνω υπαλλήλων έχει εφαρμογή το άρθρο 38 του Κώδικα Κατάστασης Πολιτικών, Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α΄ 26).
γ. Οι ως άνω υπάλληλοι, εφόσον εξετάζονται ή διώκονται ή ενάγονται για πράξεις ή παραλείψεις, κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενώπιον των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, μπορεί να παρίστανται και να εκπροσωπούνται από μέλος του Ν.Σ.Κ., ύστερα από απόφαση του Προέδρου του, κατόπιν εγγράφου αιτήματος: i) του Υπουργού Οικονομικών, για τους υπαλλήλους της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών ii) του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας για τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και iii) του Ειδικού Γραμματέα Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος για τους υπαλλήλους της Ειδικής Γραμματείας Σ.Δ.Ο.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών προς το Ν.Σ.Κ. που συνοδεύεται από θετική εισήγηση του Προϊσταμένου της Οργανικής Μονάδας, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος ή εναγόμενος. Η ανωτέρω θετική εισήγηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που ο διωκόμενος ή εναγόμενος είναι Προϊστάμενος της οικείας Οργανικής Μονάδας.
δ. Η εκπροσώπηση των ως άνω υπαλλήλων από μέλος του Ν.Σ.Κ δεν αποκλείει την εκπροσώπησή τους δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου της επιλογής τους σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η εκπροσώπησή τους δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου αποκλείει την εκπροσώπησή τους παράλληλα και από μέλος του Ν.Σ.Κ.. Σε περίπτωση εκπροσώπησης των ως άνω υπαλλήλων, δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, το Δημόσιο υποχρεούται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, να καλύψει τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται κατά την προκαταρκτική διαδικασία ή με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή του εναγομένου σε δίκες που αφορούν στις υποθέσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή τους.
Εάν οι ως άνω υπάλληλοι καταδικασθούν αμετάκλητα ή γίνει αμετάκλητα δεκτή αγωγή εναντίον τους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υποχρεούνται να επιστρέψουν στο Δημόσιο τις ως άνω δαπάνες.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία παροχής νομικής υπεράσπισης και κάλυψης των παραπάνω εξόδων, το ύψος του ποσού που καταβάλλεται ως δικηγορική αμοιβή, η προθεσμία υποβολής του αιτήματος για την πληρωμή των δαπανών, η διαδικασία επιστροφής των δαπανών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

1. Μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ένταξης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π.) στο Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας (Ε.Σ.Κ.) του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο μέχρι τις 31.12.2019, επιτρέπεται η κάλυψη αναγκών της Ε.Ε.Ε.Π. με μετατάξεις και αποσπάσεις υπαλλήλων, μόνιμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), ύστερα από ανακοίνωση-πρόσκληση της Ε.Ε.Ε.Π.. Η διάρκεια των αποσπάσεων μπορεί να ανέρχεται σε έως τέσσερα (4) έτη. Οι μετατάξεις και αποσπάσεις των προηγουμένων εδαφίων διενεργούνται κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης ρύθμισης, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από εισήγηση της Ε.Ε.Ε.Π..

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Ε.Ε.Ε.Π., μπορεί να παραταθεί η απόσπαση υπαλλήλων που κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018 ήταν αποσπασμένοι στην Ε.Ε.Ε.Π., για έως και τέσσερα (4) έτη από τη λήξη της, εφόσον αυτοί το ζητήσουν με αίτησή τους που υποβάλλεται στην Ε.Ε.Ε.Π..

Στον ν. 4557/2018 (Α΄139) επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
α) Το τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ του στοιχείου 17 του άρθρου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Τα ανωτέρω δεν αφορούν την περίπτωση εισηγμένης σε ρυθμιζόμενη αγορά εταιρείας, υποκείμενης σε απαιτήσεις γνωστοποίησης, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή ισοδύναμα διεθνή πρότυπα που εξασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ή εταιρείας που διαπραγματεύεται σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης, υποκείμενης σε απαιτήσεις γνωστοποίησης ισοδύναμες αυτών της ρυθμιζόμενης αγοράς.»
β) αα. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 μετά τις λέξεις «από το Δημόσιο» προστίθεται το αρκτικόλεξο «Α.Α.Δ.Ε.».
ββ. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που τηρούν λογαριασμούς πληρωμών υποχρεούνται να διασταυρώνουν τα στοιχεία των δικαιούχων σύμφωνα με τους ειδικούς καταλόγους που αποστέλλονται από τους φορείς καταβολής και να επιβεβαιώνουν την τυχόν ανεπιτυχή ολοκλήρωση της σχετικής συναλλαγής.»
γ) Η παράγραφος 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι εταιρικές και άλλες οντότητες που έχουν έδρα στην Ελλάδα ή ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα που φορολογείται στην Ελλάδα υποχρεούνται να συλλέγουν και να φυλάσουν σε ειδικό μητρώο που τηρούν στην έδρα τους, επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, την υπηκοότητα και τη χώρα διαμονής των πραγματικών δικαιούχων, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν. Συμπληρώνονται δε με κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου. Το ειδικό αυτό μητρώο τηρείται επαρκώς τεκμηριωμένο και επικαιροποιημένο με ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου ή ειδικώς εξουσιοδοτημένου προσώπου με απόφαση του αρμόδιου εταιρικού καταστατικού οργάνου και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, καταχωρίζεται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, με τη χρήση των κωδικών εισαγωγής της ηλεκτρονικής πλατφόρμας taxisnet, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ημερομηνία σταδιακής έναρξης καταχώρισης ανά είδος εταιρικής οντότητας που καθορίζει η απόφαση της παραγράφου 11. Η καταχώριση αλλαγών στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων γίνεται μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ημερομηνία επέλευσής τους.»
δ) Η παράγραφος 2 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι εισηγμένες εταιρείες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης τηρούν ως ειδικό μητρώο της παραγράφου 1 στην έδρα τους αρχείο γνωστοποιήσεων του ν. 3556/2007 (Α΄91) και το επικαιροποιούν κάθε φορά που λαμβάνει χώρα γεγονός που γνωστοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον ν. 3556/2007, χωρίς να απαιτείται η καταχώρισή του στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων.»
ε) Η παράγραφος 7 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Η πρόσβαση του κοινού στο Μητρώο της παραγράφου 4 είναι ελεύθερη μόνο ως προς τις πληροφορίες που αφορούν το ονοματεπώνυμο, την υπηκοότητα και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι, προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση του πραγματικού δικαιούχου σε κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, βίας ή εκφοβισμού και να επιτευχθεί η προστασία του αν είναι ανήλικος ή με άλλον τρόπο ανίκανος για δικαιοπραξία. Για την ανωτέρω πρόσβαση μπορεί να επιβάλεται ειδικό τέλος που εισπράττεται με ηλεκτρονικό παράβολο, το ύψος του οποίου καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 11.»
στ) Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 20 οι λέξεις «των παραγράφων 1 και 2» αντικαθίστανται με τις λέξεις «της παραγράφου 1».
ζ) Στην παράγραφο 11 του άρθρου 20 οι λέξεις «τον τρόπο και τη σειρά καταχώρισης σε αυτό των ειδικών μητρώων της παραγράφου 1 του παρόντος και της παραγράφου 1 του άρθρου 21» αντικαθίστανται με τις λέξεις «τον χρόνο, τον τρόπο και τη σειρά καταχώρισης σε αυτό των ειδικών μητρώων της παραγράφου 1 του παρόντος και της παραγράφου 1 του άρθρου 21, τη δυνατότητα συγκρότησης συνεργείων ελέγχου με προσωπικό των ελεγκτικών μηχανισμών του υπουργείου Οικονομικών για επιτόπιους ή τακτικούς ελέγχους.»
η) H παράγραφος 13 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:
«13. Η έναρξη παραγωγικής λειτουργίας του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 11. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών μπορεί να τίθεται εκτός λειτουργίας το πληροφοριακό σύστημα, ύστερα από αίτημα της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής ή του φορέα λειτουργίας για λόγους συντήρησης, αναβάθμισης και προσαρμογής στις αλλαγές της νομοθεσίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών ανά έτος. Κατά το διάστημα αυτό αναστέλλονται οι προθεσμίες υποβολής στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων.»
θ) Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 21 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι σχετικές πληροφορίες καταχωρίζονται σε ειδική μερίδα του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων της παραγράφου 4 του άρθρου 20, με τη χρήση των κωδικών εισαγωγής της ηλεκτρονικής πλατφόρμας taxisnet, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ειδική ημερομηνία καταχώρισης για τα μορφώματα του άρθρου 21 που καθορίζει η απόφαση της παραγράφου 11 του άρθρου 20.»

1. Επιβάλλεται η εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄178) στις πάσης φύσης χορηγήσεις πιστώσεων, στα υπόλοιπα αυτών, καθώς και στις πάσης φύσης χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς την παροχή πιστώσεων, από χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του σημείου 26 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (EΕ L 176), που λειτουργούν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό.

2. Στην περίπτωση χρηματοδοτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού, η εισφορά της παραγράφου 1 επιβαρύνει τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα για υποβολή φορολογικής δήλωσης. Ο τρόπος καταβολής καθορίζεται σύμφωνα με την 1095776/8065-26/0016/19.9.1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 862).

3. Οι διατάξεις που αφορούν την απαλλαγή από την εισφορά της παραγράφου 1 και ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζονται αναλόγως και για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα.

4. Κατά τα λοιπά, τα προβλεπόμενα για την εισφορά του ν. 128/1975 παραμένουν σε ισχύ.

5. Οι παράγραφοι 1 – 4 ισχύουν από την πρώτη του μήνα που έπεται της δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 41 του ν. 4209/2013 (Α΄253) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Αποκλειστικά και μόνον ΑΕΔΟΕΕ ή άλλοι ΔΟΕΕ που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα με βάση το διαβατήριο των διατάξεων του παρόντος Μέρους (άρθρα 1-53) επιτρέπεται να προωθούν εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές στην Ελλάδα μερίδια ΟΕΕ που διαχειρίζονται, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) οι εν λόγω ΑΕΔΟΕΕ ή οι άλλοι ΔΟΕΕ διαθέτουν μερίδια ΟΕΕ είτε απευθείας είτε μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) και Ανώνυμων Εταιρειών Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ),
β) ο ΟΕΕ έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους – μέλους καταγωγής του,
γ) η διάθεση μεριδίων του ΟΕΕ σε ιδιώτες επενδυτές προβλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του και από τα καταστατικά έγγραφα ή/και τον Κανονισμό του ΟΕΕ,
δ) το ποσό της επένδυσης ανά επενδυτή και ανά ΟΕΕ ή ανά επενδυτικό τμήμα ΟΕΕ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, δεν μπορεί να είναι μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ,
ε) οι ΑΕΔΟΕΕ ή οι άλλοι ΔΟΕΕ ζητούν από τον υποψήφιο μεριδιούχο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις, την εμπειρία και τον κίνδυνο που είναι διατεθειμένος να αναλάβει αναφορικά με την επένδυσή του σε συγκεκριμένο ΟΕΕ, προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον ο συγκεκριμένος ΟΕΕ είναι κατάλληλος για τον υποψήφιο μεριδιούχο. Εφόσον κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι ο συγκεκριμένος ΟΕΕ δεν είναι κατάλληλος για τον υποψήφιο μεριδιούχο, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Αν ο υποψήφιος μεριδιούχος δεν παράσχει τις ανωτέρω πληροφορίες ή αν παράσχει ανεπαρκείς πληροφορίες, οι ΑΕΔΟΕΕ ή οι άλλοι ΔΟΕΕ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί να κρίνουν κατά πόσο ο εν λόγω ΟΕΕ είναι κατάλληλος γι’ αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται και σε τυποποιημένη μορφή. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους υφιστάμενους μεριδιούχους ΟΕΕ που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν νέες επενδύσεις, εφόσον έχει μεταβληθεί κάποια από τις πληροφορίες που έχουν ήδη παράσχει.
2. Οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων β΄ έως ε΄ της παραγράφου 1 δεν απαιτείται να πληρούνται, όταν πρόκειται για ΟΕΕ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως ΑΕΔΟΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 6, ή ως ΔΟΕΕ της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα με βάση το διαβατήριο, και οι οποίοι έχουν εκδώσει κινητές αξίες, που έχουν εισαχθεί ή πρόκειται να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή ΠΜΔ ή έχουν αιτηθεί την εισαγωγή τους σε οργανωμένη αγορά ή ΠΜΔ σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
3. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου 1 με στόχο την προστασία των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.»

Στον ν. 4099/2012 (Α΄ 250), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2009/65/ΕΚ (EEL 302), επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ιδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 23β, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4416/2016 (Α΄ 160), αντικαθίσταται ως εξής:
«Όσον αφορά τη μεταβλητή συνιστώσα αμοιβής ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναβάλλεται η καταβολή του 60 % τουλάχιστον του ποσού».
2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου1 του άρθρου 33 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) την κατά το άρθρο 36 έγγραφη σύμβαση με το θεματοφύλακα του ΟΣΕΚΑ και»
3. Η περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 93α, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4416/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
«ιστ) ΑΕΔΑΚ, για καθένα από τα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία διαχειρίζεται, ή ΑΕΕΜΚ επανειλημμένως δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της σχετικά με τις επενδυτικές πολιτικές των ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 58 έως 65,»
4. Στην παράγραφο 9 του άρθρου 96 προστίθεται περίπτωση δ΄ ως εξής:
«δ) υπάρχει πιθανότητα η αιτούμενη έρευνα, επιτόπια εξακρίβωση ή ανταλλαγή πληροφοριών να επηρεάσει αρνητικά δική της έρευνα ή δράσεις επιβολής του νόμου ή, κατά περίπτωση, ποινική έρευνα.»

1. Το Ελληνικό Δημόσιο επιχορηγεί εφάπαξ με ποσό ύψους οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) ευρώ τη μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα διεθνή ένωση (Association Internationale Sans But Lucratif) με την επωνυμία «Μουσείο Ολοκαυτώματος Ελλάδος», με σκοπό την ανέγερση κτιρίου για τη λειτουργία Μουσείου Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη.

2. Η δαπάνη για την επιχορήγηση της παραγράφου 1 θα βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών και θα καλυφθεί από το αποθεματικό του Κρατικού Προϋπολογισμού.

3. Η επιχορήγηση της παραγράφου 1 χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί το μόνο δικαιολογητικό για την έκδοση του οικείου τίτλου πληρωμής, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων. Για την ανωτέρω επιχορήγηση δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 41 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α΄ 52).

Στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4479/2017, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 96 του ν. 4530/2018 (Α΄ 59) η φράση «για τα έτη 2017 και 2018» αντικαθίσταται με τη φράση «για τα έτη 2017, 2018 και 2019».

Το άρθρο 60 του π.δ. 142/2017 (Α΄ 181) αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι αρμοδιότητες του Τμήματος είναι οι ακόλουθες:
(α) Η σύνταξη εισήγησης προς την Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.) για τη διενέργεια ή μη ελέγχου κατόπιν αξιολόγησης καταγγελιών και αναφορών, οι οποίες απευθύνονται ή διαβιβάζονται στην Ε.Δ.ΕΛ. ή στην Γ.Δ.Ε.Σ.Π. και αναφέρονται στην ύπαρξη παρατυπιών κατά την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, στα οποία η Ε.Δ.ΕΛ. έχει οριστεί ως Αρχή Ελέγχου.
(β) Η σύνταξη εισήγησης προς την Ε.Δ.ΕΛ. για τη διενέργεια ή μη ελέγχου, σε συνέχεια εντολών που διαβιβάζονται από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη παρατυπιών κατά την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων στα οποία η Ε.Δ.ΕΛ. έχει οριστεί ως Αρχή Ελέγχου.
Οι έλεγχοι των παραγράφων (α) και (β) διενεργούνται με την επιφύλαξη των διατάξεων του ενωσιακού και εθνικού δικαίου που ρυθμίζουν τις αρμοδιότητες της Ε.Δ.ΕΛ. ως Αρχής Ελέγχου, καθώς και με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ύπαρξη αρμοδιότητας άλλης ελεγκτικής αρχής.
(γ) Η προετοιμασία και διενέργεια έκτακτων ελέγχων κατόπιν απόφασης της Ε.Δ.ΕΛ. επί των εισηγήσεων που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β).
(δ) Η σύνταξη των εκθέσεων προσωρινών αποτελεσμάτων των ανωτέρω ελέγχων και ο έλεγχος της πληρότητας αυτών, ως προς την τήρηση των ακόλουθων προϋποθέσεων:
αα. Η σύνταξη της έκθεσης να τηρεί τις κατευθύνσεις του εγκεκριμένου από την Ε.Δ.ΕΛ. εγχειριδίου και των οδηγιών της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Ελέγχων.
ββ. Το περιεχόμενο της έκθεσης να είναι σαφές και κατανοητό.
γγ. Οι διαπιστώσεις και συστάσεις να είναι επαρκώς τεκμηριωμένες, σύμφωνα με τα ευρήματα του ελέγχου, χωρίς όμως ο έλεγχος πληρότητας να υπεισέρχεται σε αυτά.
(ε) Η εισήγηση προς την Ε.Δ.ΕΛ., επί του περιεχομένου της έκθεσης προσωρινών αποτελεσμάτων ελέγχου και επί των τυχόν υποβαλλομένων αντιρρήσεων ή και παρατηρήσεων των ελεγχόμενων.
(στ) Η σύνταξη της έκθεσης οριστικών αποτελεσμάτων ελέγχου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ε.Δ.ΕΛ. και η διαβίβασή της στον Πρόεδρο της Ε.Δ.ΕΛ. προς υπογραφή. Για την υπογραφή των εκθέσεων οριστικών αποτελεσμάτων ελέγχου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45).
(ζ) Η διαβίβαση της έκθεσης οριστικών αποτελεσμάτων ελέγχου στο Αυτοτελές Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων (Γ.Δ.Ε.Σ.Π.).»

Παρατείνονται κατά έναν (1) μήνα οι προθεσμίες: α) για την έκδοση συμψηφιστικών χρηματικών ενταλμάτων, τακτικών και προπληρωμής, δημοσίων επενδύσεων, της περίπτωσης ι΄ της παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 4270/2014 (Α΄143), όπως ισχύει, και της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του ίδιου νόμου, καθώς και για τη διενέργεια των αντίστοιχων λογιστικών εγγραφών για την εμφάνιση των πληρωμών του Π.Δ.Ε. που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2018 στη δημόσια ληψοδοσία, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 161 του ν. 4270/2014 και β) για τη διενέργεια των τακτοποιητικών λογιστικών εγγραφών για την εμφάνιση των εξόδων των προξενικών αρχών, που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2018 στον Κρατικό Προϋπολογισμό.

1. Οι κάτοχοι αποστακτικών μηχανημάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται από τα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2969/2001 (Α΄ 281), οι οποίοι, ανεξάρτητα αν έχουν οι ίδιοι την ιδιότητα του μικρού αποσταγματοποιού (διήμερου), κατέχουν κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της παρ. 4 του άρθρου 69 του ν. 4583/2018 (Α΄ 212) προϊόν απόσταξης διήμερων αποσταγματοποιών, που δεν προέρχεται από τη δική τους παραγωγή, δύνανται, μέχρι να εξαντληθεί η κατεχόμενη ποσότητα αυτού και σε κάθε περίπτωση μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου, να το διαθέτουν αποκλειστικά είτε απευθείας με λιανική πώληση, είτε στις επιχειρήσεις ομαδικής εστίασης και σε επιχειρήσεις διάθεσης αλκοολούχων ποτών προς λιανική πώληση και κατανάλωση, εφόσον υποβάλουν στο αρμόδιο τελωνείο δήλωση του αποθέματος που έχουν στην κατοχή τους μέσα σε έναν (1) μήνα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου. Η διάθεση του εν λόγω αποθέματος με άλλον τρόπο απαγορεύεται.

2. Οι κατά τα ανωτέρω επιχειρήσεις που διαθέτουν προς λιανική πώληση και κατανάλωση το ως άνω προϊόν απόσταξης, οφείλουν να έχουν σε εμφανές σημείο στο κατάστημά τους αναρτημένη πινακίδα, στην οποία αναγράφονται με ευκρινείς χαρακτήρες το ονοματεπώνυμο του κατόχου ή κατόχων αποστακτικού μηχανήματος, από τους οποίους έχουν προμηθευτεί το προϊόν απόσταξης που διαθέτουν, καθώς και το σχετικό λογιστικό στοιχείο.

Κατά τη διανομή ή κεφαλαιοποίηση αποθεματικών που σχηματίσθηκαν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 49 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.» και εμφανίζονται στα βιβλία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε.», δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 40, του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 47 και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167). Η εφαρμογή των ανωτέρω γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 159 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104).

Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 193 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ίδιος ελεγκτής ή ελεγκτική εταιρεία δεν μπορεί να εκλεγεί για περισσότερα από πέντε (5) συναπτά έτη.» 

1. Η περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3427/2005 (Α΄ 312) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3.α. Από την 1η Ιανουάριου 2019 και εφεξής, για τη σύσταση, απόκτηση και κάθε άλλη μεταβολή στα δικαιώματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων υποβάλλει αυτήν μέχρι την 31η Μαΐου του επόμενου έτους από την ημέρα της σύστασης, απόκτησης και κάθε άλλης μεταβολής στα παραπάνω δικαιώματα».

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) προστίθεται περίπτωση ι΄ ως ακολούθως:
«ι) Σε περίπτωση μη υποβολής, εκπρόθεσμης υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9) επιβάλλεται πρόστιμο γι’ αυτήν με την πράξη προσδιορισμού του φόρου, η οποία εκδίδεται βάσει της ως άνω δήλωσης. Σε περίπτωση υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων για περισσότερα του ενός (1) έτη, επιβάλλεται ένα μόνο πρόστιμο, εφόσον στις δηλώσεις αυτές επαναλαμβάνονται οι ίδιες μεταβολές. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται η διαδικασία επιβολής του ανωτέρω προστίμου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των δύο πρώτων εδαφίων της παρούσας περίπτωσης.
Δεν επιβάλλεται πρόστιμο στις δηλώσεις ΕΝ.Φ.Ι.Α. - πράξεις προσδιορισμού φόρου, οι οποίες συντίθενται μηχανογραφικά από τη Φορολογική Διοίκηση.»

3. Για εκπρόθεσμες τροποποιητικές δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) ετών 2010 και επόμενων, που υποβλήθηκαν ή θα υποβληθούν από τις 31.12.2014 μέχρι και τη δημοσίευση του παρόντος, δεν επιβάλλονται, κατά περίπτωση, το πρόστιμο του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 ή το αυτοτελές πρόστιμο του άρθρου 4 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179). Πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί δεν διαγράφονται. Τυχόν πρόστιμα που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται.

4. Οι διατάξεις του άρθρου 54 του ν. 4174/2013 δεν εφαρμόζονται στις εκπρόθεσμες τροποποιητικές δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υποβάλλονται μέχρι την ανάρτηση των κτηματολογικών στοιχείων στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, όπως αυτή προκύπτει από σχετική, Διαπιστωτική Πράξη του Δ.Σ. του Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο», η οποία κοινοποιείται προς τον Υπουργό Οικονομικών.

1. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α΄ 181) αντικαθίσταται ως εξής:
«Εξαιρετικά, δίνεται εναλλακτικά η δυνατότητα άρσης της ακινησίας οχήματος αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας ιδιωτικής χρήσης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, άπαξ, εντός του έτους 2019, με καταβολή των τελών κυκλοφορίας του έτους αυτού, ως εξής: α) για άρση ακινησίας χρονικής διάρκειας ενός (1) μηνός, καταβάλλονται τα δύο δωδέκατα (2/12) του ποσού των αναλογούντων στο όχημα ετησίων τελών κυκλοφορίας, β) για άρση ακινησίας χρονικής διάρκειας τριών (3) μηνών, καταβάλλονται τα τέσσερα δωδέκατα (4/12) του ποσού των αναλογούντων στο όχημα ετησίων τελών κυκλοφορίας, γ) για άρση ακινησίας για το υπόλοιπο διάστημα του έτους και μέχρι το τέλος αυτού, καταβάλλονται τα δωδέκατα του ποσού των αναλογούντων στο όχημα ετησίων τελών κυκλοφορίας που απομένουν έως τις 31.12.2019 συν (+) δύο δωδέκατα (2/12) των ετήσιων τελών κυκλοφορίας».

2. Το ένατο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 αντικαθίσταται ως εξής:
«Σε περίπτωση άρσης αναγκαστικής ακινησίας, εξαιρετικά εντός του έτους 2019, καταβάλλονται αναλογικά τα τέλη κυκλοφορίας για τους μήνες που υπολείπονται μέχρι το τέλος του έτους.»

1. Η παρ. 9 του άρθρου 12 του ν. 4530/2018 (Α΄ 59) αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Εφόσον η μεταφορά διενεργείται εντός της ελληνικής επικράτειας, τα έσοδα από την άσκηση της δραστηριότητας διαμεσολάβησης φορολογούνται με βάση την κείμενη φορολογική νομοθεσία. Οι φορείς διαμεσολάβησης εκδίδουν φορολογικό στοιχείο προς τους εκμεταλλευτές των οχημάτων για το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής. Ο εκμεταλλευτής του οχήματος εκδίδει το προβλεπόμενο φορολογικό στοιχείο της συνολικής αμοιβής στον καταναλωτή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται με διακριτή αναγραφή και η συμφωνηθείσα αμοιβή του φορέα διαμεσολάβησης. Εν συνεχεία, για κάθε ημέρα γίνεται εκκαθάριση και η προκύπτουσα αμοιβή του φορέα διαμεσολάβησης καταβάλλεται από τον εκμεταλλευτή του οχήματος σε αριθμό λογαριασμού πληρωμών του φορέα, φυσικού ή νομικού προσώπου ή οποιασδήποτε οντότητας, ο οποίος έχει την υποχρέωση ανά μήνα, να εκδίδει το προβλεπόμενο φορολογικό στοιχείο με τη συνολική μηνιαία αμοιβή, που προκύπτει από τις ημερήσιες εκκαθαρίσεις, οι οποίες του έχουν καταβληθεί.»

Το άρθρο 33 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 33
Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από τα άρθρα 30A, 30Β και 32 του παρόντος, καθίσταται οφειλέτης του Δημοσίου για ό,τι οφείλει ή μέλλεται να οφείλει στον καθ’ ου η κατάσχεση, εφόσον αυτό προκύπτει από τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της Φορολογικής Διοίκησης, άλλως για το σύνολο της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση. Σε κάθε περίπτωση ο τρίτος δύναται να αποδείξει και ενώπιον της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσίας ότι δεν οφείλει στον καθ’ ού η κατάσχεση ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του κατά περίπτωση. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται η διαδικασία, τα αρμόδια όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την απόδειξη από τον τρίτο προς τη Φορολογική Διοίκηση της ύπαρξης ή μη έννομης σχέσης με τον οφειλέτη του Δημοσίου κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, καθώς και του ύψους της οφειλής του.»

1. Η παρ. 1 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013 (Α΄ 256), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στα πλοία αναψυχής, ιδιωτικά και επαγγελματικά, στα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια και στα παραδοσιακά πλοία, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 4256/2014 (Α΄ 92) και δραστηριοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, συμπεριλαμβανομένων και των πλοίων αναψυχής που έχουν χαρακτηριστεί επαγγελματικά σύμφωνα με το δίκαιο άλλης χώρας.»

2. Στην περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013, προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, ως εξής:
«Ειδικά για το έτος 2019, η έκπτωση δέκα τοις εκατό (10 %) παρέχεται, εφόσον, μέχρι τις 18.5.2019, για τα ευρισκόμενα στα ελληνικά χωρικά ύδατα πλοία, και μέχρι τις 31.5.2019, για τα εισερχόμενα στα ελληνικά χωρικά ύδατα πλοία, καταβληθεί το ποσό του ΤΕ.Π.Α.Η. που οφείλεται για τους μήνες Μάΐο έως και Δεκέμβριο του έτους 2019.»

3. Η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης α΄ της παρ.3 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 4211/2013 , όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«αα. για τα ολικού μήκους άνω των επτά (7) έως και οκτώ (8) μέτρα, σε δεκαέξι (16) ευρώ ανά μήνα,».

4. Στην παρ. 5 του άρθρου δεκάτου τρίτου του ν. 4211/2013) προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής:
«γ. Πλοία που αναχωρούν από την Ελληνική Επικράτεια εντός τριών (3) ημερών από τη λήξη του μήνα για τον οποίο έχει καταβληθεί το ΤΕ.Π.Α.Η., δεν υποχρεούνται σε καταβολή του για τον μήνα αναχώρησής τους.»

Μέτρα για τη στήριξη πληγέντων και την αποκατάσταση ζημιών από τις πυρκαγιές που έπληξαν περιοχές της Περιφέρειας Πελοποννήσου στις 23 και 24 Ιουλίου 2018. 

Οι διατάξεις των άρθρων 1,2,5 και 8-22, με εξαίρεση την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 της από 26 Ιουλίου 2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 138) και του δεύτερου άρθρου της από 10 Αυγούστου 2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 149), όπως ισχύουν, που κυρώθηκαν με τον ν. 4576/2018 (Α΄ 196), εφαρμόζονται και για τις περιοχές της Δημοτικής Ενότητας Αγίων Θεοδώρων και της Δημοτικής Κοινότητας Ισθμίας του Δήμου Λουτρακίου Περαχώρας Αγίων Θεοδώρων, της Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, της Περιφέρειας Πελοποννήσου, που επλήγησαν από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018 και συγκεκριμένα για τα κτίρια για τα οποία έχει εκδοθεί διοικητικό έγγραφο δελτίου επανελέγχου, ή έκθεση αυτοψίας, ή Πρωτόκολλο Αυτοψίας Επικινδύνως Ετοιμόρροπου Κτιρίου, της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.

2. Η εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 της από 26 Ιουλίου 2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για τις περιοχές που ορίζονται στην παράγραφο 1, αρχίζει από το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020.

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ     >>> 

 


Αθήνα, 23 Απριλίου 2019

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Υπουργοί

Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Εσωτερικών
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΠΙΤΣΙΟΡΛΑΣ

Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ

Προστασίας του Πολίτη
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Διοικητικής Ανασυγκρότησης
ΜΑΡΙΑ-ΕΛΙΖΑ ΞΕΝΟΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΣ

Εθνικής Άμυνας
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ

Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Υφυπουργός Οικονομικών
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Πολιτισμού και Αθλητισμού
ΜΥΡΣΙΝΗ ΖΟΡΜΠΑ

Υποδομών και Μεταφορών
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΠΙΡΤΖΗΣ

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΡΑΧΩΒΙΤΗΣ

Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Εξωτερικών
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ

Οικονομικών
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ

Υγείας
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΝΘΟΣ

Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ

Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής
ΦΩΤΙΟΣ-ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ

Τουρισμού
ΕΛΕΝΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 23 Απριλίου 2019

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός
ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

 

 

Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2018

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες που ισχύουν για το έτος 2018