Άδεια Μισθωτών

     

 

Η γονική άδεια έχει θεσπισθεί με το άρθρο 13 του Ν. 1483/84. Ο χρόνος απουσίας των γονέων μισθωτών ορίζεται:

α) γονική αδεία ανατροφής 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Ν. 1483/1984 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 25 του Ν. 2639/1998, οι εργαζόμενοι γονείς και των δύο φύλων, εφόσον έχουν ένα έτος προ'υ'πηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούνται άδεια άνευ αποδοχών, διάρκειας 3,5 μηνών και μέχρι το παιδί τους να συμπληρώσει ηλικία 3,5 ετών. Η άδεια αυτή μπορεί να φθάσει τους 6 μήνες προκειμένου για μονογονε'ι'κές οικογένειες. Το δικαίωμα αυτό έχουν και οι εργαζόμενοι που έχουν υιοθετήσει παιδί. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων παιδιών, το δικαίωμα των γονέων είναι αυτοτελές για το καθένα από αυτά, εφόσον από τη λήξη της άδειας που δόθηκε για το προηγούμενο παιδί μεσολάβησε ένας χρόνος πραγματικής απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη.

β) άδεια για την παρακολούθηση της σχολικής επίδοσης

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν.1483/1984, του άρθρου 22 του Ν. 3488/2006 και του άρθρου 4 της ΕΓΣΣΕ 2008-2009, στους εργαζόμενους με πλήρη ή μερική απασχόληση που έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών τα οποία παρακολουθούν μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης, χορηγείται άδεια ορισμένων ωρών ή ολόκληρης ημέρας από την εργασία τους, μέχρι την συμπλήρωση τεσσάρων (4) εργασίμων ημερών για κάθε παιδί , κάθε ημερολογιακό έτος, για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης.

γ) άδεια σε περίπτωση ασθένειας του παιδιού ή άλλου εξαρτημένου μέλους

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001, του άρθρου 7 του Ν. 1483/1984 , του άρθρου 22 του Ν.3488/2006 και του άρθρου 5 της ΕΓΣΣΕ 2008-2009, οι γονείς και των δύο φύλων, δικαιούνται να λαμβάνουν άδεια χωρίς αποδοχές, σε περίπτωση ασθένειας του παιδιού ή άλλου εξαρτημένου μέλους της οικογένειάς τους. Η διάρκεια της φθάνει τις έξι (6) ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος εφόσον προστατεύουν ένα παιδί, τις οκτώ (8) ημέρες για δύο παιδιά και τις δέκα τέσσερις (14)ημέρες για περισσότερα από δύο παιδιά.


Μονογονε'ι'κές οικογένειες

Σύμφωνα με το άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 στους εργαζόμενους (-ες), που έχουν χηρέψει και στον άγαμο (η) γονέα, που έχει την επιμέλεια του παιδιού, χορηγείται άδεια με αποδοχές έξι(6) εργασίμων ημερών το χρόνο, πέραν αυτής που δικαιούται από άλλες διατάξεις. Επίσης, γονέας με τρία (3) παιδιά ή περισσότερα, δικαιούται άδεια οκτώ εργασίμων ημερών.

Η άδεια αυτή χορηγείται λόγω των αυξημένων αναγκών φροντίδας των παιδιών ηλικίας μέχρι δώδεκα (12) ετών συμπληρωμένων, εφάπαξ ή τμηματικά μετά από συννενόηση με τον εργοδότη, σύμφωνα με τις ανάγκες του γονέα και δεν πρέπει να συμπίπτει χρονικά με την αρχή ή το τέλος της ετήσιας κανονικής άδειας.


Άδεια γάμου και γέννησης τέκνου

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΓΣΣΕ του 1993 και του άρθρου 10 της ΕΓΣΣΕ του 2000-2001, η άδεια γάμου ορίζεται σε έξι (6) εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται εξαήμερο και σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται πενθήμερο.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΓΣΣΕ του 2000-2001, σε περίπτωση γέννησης παιδιού ο πατέρας δικαιούται δυο (2) ημέρες άδεια με αποδοχές.

 
     
     
 

Προϋπόθεση Χορήγησης Άδειας Μισθωτών

Άδεια δικαιούνται να λάβουν οι προσλαμβανόμενοι μισθωτοί αμέσως(κατ' αναλογία του χρόνου απασχόλησης τους στον εργοδότη) , χωρίς να χρειάζεται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας. Συγκεκριμένα:

α)Για το πρώτο ημερολογιακό έτος (έτος πρόσληψης) ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου την αναλογία της άδειας. Η αναλογία υπολογίζεται βάσει των 20 ημερών επί πενθημέρου και βάσει των 24 ημερών επί εξαημέρου.

β)Για το δεύτερο ημερολογιακό έτος η άδεια χορηγείται επίσης σε τμήματα ανάλογα προς τον χρόνο υπηρεσίας κατά το έτος αυτό στον εργοδότη.

Η αναλογία υπολογίζεται με βάση τις 20 ημέρες επί πενθημέρου και τις 24 ημέρες επί εξαημέρου. Η  άδεια προσαυξάνεται κατά 1 ημέρα μετά από την συμπλήρωση 12 μηνών απασχόλησης (από την πρόσληψη) στον εργοδότη. Η άδεια είναι συνολικά 21 ημέρες επί πενθημέρου και 25 ημέρες επί εξαημέρου και πρέπει να χορηγηθεί (σε τμήματα ή ολόκληρη) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του δεύτερου αυτού έτους.

γ)Για το τρίτο ημερολογιακό έτος (καθώς και για τα επόμενα) σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου του έτους αυτού (και των επόμενων) ο μισθωτός διακιούται να λάβει ολόκληρη την άδεια του, η οποία αφορά το ημερολογιακό έτος αυτό.


Ημέρες που υπολογίζονται στην άδεια

Οι παράγρ. 1 και 3  του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45, ορίζουν ότι στην άδεια αναπαύσεως των μισθωτών, υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή οι Κυριακές, οι αργίες και οι ημέρες ασθενείας του μισθωτού (εντός των ορίων βραχείας ασθένειας) που εμπίπτουν μέσα στο διάστημα της αδείας.

Για τους μισθωτούς με πενθήμερη εργασία δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό ημερών αδείας η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν παρέχουν εργασία λόγω του πενθημέρου(ρεπό).


Χρόνος Χορήγησης της Άδειας

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρ. 4 του ΑΝ 539/45 , ο χρόνος χορήγησης της άδειας  διακανονίζεται μεταξύ μισθωτών και εργοδότη. Οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς πρέπει να λαμβάνουν άδεια μέσα στο χρονικό διάστημα από 1 Μαίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου. Ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός 2 μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διατυπώθηκε το αίτημα. Επίσης, υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια οπωσδήποτε πριν λήξει το  ημερολογιακό έτος, έστω και αν δεν του την ζήτησε ο εργαζόμενος.    


Τμηματική Χορήγηση της άδειας

Κατά κανόνα η άδεια αναπαύσεως των μισθωτών χορηγείται ολόκληρη, άπαξ του έτους. 
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 3846/2010(ΦΕΚ Α'66/11-05-2010), επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δυο (2) περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της άδειας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημέρων επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.

Η κατάτμηση του χρόνου εργασίας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δυο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη. Η αίτηση αυτή, για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από τον αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε., διατηρείται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.


Καθορισμός ημερών αδείας

Με την από 23/05/2000 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται η χορήγηση 25 ή 30 εργάσιμων ημερών ανάλογα αν η παρεχόμενη εργασία είναι εξαήμερη ή πενθήμερη, σε όσους μισθωτούς έχουν υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη.

Επίσης, με την από 02/04/2008 ΕΓΣΣΕ προβλέπεται ότι μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προυπηρεσίας δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλαδή συνολικά τριάντα μια (31) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας.


Συνέπειες από τη μη χορήγηση αδείας

Στην περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31-12 του έτους, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα του ιδίου, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατά 100%, όταν υπάρχει και πταίσμα του εργοδότη (ΑΠ 1568/99, ΑΝ 539/1945 και ΝΔ3755/1957).

Με τη λήξη του έτους η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική αφού δεν επιτρέπεται μεταφορά της αδείας (αυτούσιας) σε επόμενο έτος. Η μεταφορά είναι ανίσχυρη, έστω και αν έγινε με την συναίνεση του μισθωτού (ΑΠ 1234/2003). 

Επίσης , σύμφωνα με την ΑΠ 40/2002 Ολομ. , δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών και του επιδόματος αδείας είναι το τέλος του οικείου ημερολογιακού έτους.

Κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού περί «εγκαταλείψεώς του εις την άδεια δικαιώματός του ή παραιτήσεως αυτού απ’ το δικαίωμα της αδείας», θεωρείται ανύπαρκτος, έστω και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν προσαυξημένης αποζημιώσεως (άρθρο 5 παρ. 1 ΑΝ. 539/45).


Απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της αδείας

Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ’ τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45).

Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).


Αποδοχές που δικαιούνται οι μισθωτοί κατά τη διάρκεια της αδείας τους

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/45, κατά τη διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις «Συνήθεις αποδοχές», δηλαδή τις αποδοχές εκείνες που θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.Στις αποδοχές περιλαμβάνεται ότι καταβάλλεται στο μισθωτό τακτικώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της εργασίας του.(Εφ. Αθ. 1950/1995).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/45, κατά τη διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις «Συνήθεις αποδοχές», δηλαδή τις αποδοχές εκείνες που θα ελάμβανε εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.Στις αποδοχές περιλαμβάνεται ότι καταβάλλεται στο μισθωτό και ως αντάλλαγμα της εργασίας του.(Εφ. Αθ. 1950/1995).

Αποδοχές ,μεταξύ  άλλων, αποτελούν και :

1. Η αμοιβή για τακτική εργασία κατά Κυριακή, εορτές ή νύκτα (ΑΠ 659/2003, ΑΠ 1449/2002, ΑΠ 273/1993, 540/1985).

2. Η αμοιβή για υπερεργασία εφ 'όσον παρέχεται τακτικά (ΑΠ 702 και 703/2002, ΑΠ 588/1993, Εφ. Θεσ/νίκης 1038/1993).

3. Η αμοιβή για νόμιμη τακτική υπερωρία που θα πραγματοποιούσε ο μισθωτός κατά τη διάρκεια της αδείας του, αν κατά αυτό εργαζόταν (ΑΠ 911/1986, Εφ. Αθ. 1950/1995).

Ειδικά οι μισθωτοί που αμείβονται με ποσοστά εις βάρος των πελατών της επιχείρησης δικαιούνται ως αποδοχές αδείας τόσα τεκμαρτά ημερομίσθια του Ι.Κ.Α. (της οικείας ασφαλιστικής κλάσης), όσος και ο αριθμός των εργασίμων ημερών της αδείας τους (άρθρο 3 παραγρ. 4 ΑΝ 539/1945 και ΒΔ 15/11/1949).

Εκτός από τις αποδοχές αδείας οι μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν και «Επίδομα αδείας» (αρ. 3 Ν. 4504/66). Όπως προκύπτει από την περί αδειών νομοθεσία, το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος αδείας, όπως και το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών αδείας, αποτελούν παρακολούθημα του κύριου δικαιώματος λήψεως της αδείας και προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος για να ληφθεί η άδεια.
Το επίδομα της αδείας υπολογίζεται, όπως υπολογίζονται και οι αποδοχές της αδείας, με τον περιορισμό, ότι δεν μπορεί να υπερβεί το μισό μισθό για όσους μισθωτούς αμείβονται με μισθό, και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά κλπ.


Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας

Κατά το άρθρο 3 παράγ. 8 του Α.Ν. 539/45, τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του.


Λύση της σχέσης εργασίας – Άδεια και επίδομα αδείας (άρθρο 5 παραγ. 4 ΑΝ 539/45)

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση απ’ την εργασία κ.λ.π.) πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρθρο 1, παρ. 3 του Ν.1346/1983).

Ως εκ τούτου και εφ' όσον κατά το χρονικό σημείο της λύσης της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν.3302/2004, προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:

α) Κατά το πρώτο ημερολογικό έτος (εντός του οποίου προσεληφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα, ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).

β) Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχολήσης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).

γ) Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόματος αδείας, που αντιπροσωπεύουν  αυτές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός εάν ελάμβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα της λύσης της σχέσης εργασίας.

Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας αποχωρούντος του μισθωτού, ο οποίος δεν έχει λάβει την άδεια, υπολογίζονται βάσει του ημερομισθίου που καταβάλλονταν κατά την αποχώρηση (ΑΠ 1468/1997).


Άδεια για εργαζόμενους με διαλείπουσα , εκ περιτροπής ή μερική απασχόληση

Στο άρθρο 2, παράγραφος 2 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 1346/1983, ορίζονται τα εξής:

 Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ  περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο(περίπου 2 ημέρες) της αδείας που προβλέπεται από αυτόν τον νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του , αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την έναρξη της άδειας. Ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου , κλάσμα χρόνου άδειας που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα. Το επίδομα αδείας ισούται με τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό ότι δεν δύναται να υπερβεί το μισό μισθό ή τα δεκατρία ημερομίσθια. Δικαίωμα λήψεως αδείας αποκτά στη συγκεκριμένη μορφή απασχόλησης ο μισθωτός, από της προσλήψεως του, για κάθε 25 ημέρες πραγματικής εργασίας.

Εξάλλου, για την μερική απασχόληση, η παράγραφος 7 του άρθρου 2 του Ν. 2639/1998 και η παράγραφος 10 του άρθρου 2 του Ν. 3846/2010, ορίζουν τα εξής:
Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της άδειας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει.

 
     
     
  Από τις διατάξεις του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 1993 και του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001, το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2874/2000, η διάρκεια της άδειας μητρότητας ορίζεται στις 17 εβδομάδες για τις εργαζόμενες σε οποιονδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από αυτές, τις 8 εβδομάδες πρέπει να πάρει η εργαζόμενη πριν από τον τοκετό και τις υπόλοιπες 9 μετά. Η τήρηση των χρονικών διαστημάτων είναι υποχρεωτική. Σε περίπτωση που η εργαζόμενη γεννήσει πρόωρα, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, έτσι ώστε ο χρόνος της άδειας να φθάνει  συνολικά τις δέκα επτά (17).  
     
     
  Οι έγκυοι απαλλάσσονται από την εργασία χωρίς περικοπή των αποδοχών τους για να υποβληθούν σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου εφ’ όσον οι εξετάσεις αυτές πρέπει να γίνουν κατά τον χρόνο της εργασίας (Π.Δ. 176/97).  
     
     
 

Άδεια εξετάσεων

Εκτός από την κανονική τους άδεια, οι εργαζόμενοι που είναι μαθητές ή σπουδαστές ή φοιτητές εκπαιδευτικών μονάδων οποιουδήποτε τύπου και οποιασδήποτε βαθμίδας του Δημοσίου ή εποπτευομένων από το Δημόσιο με οποιοδήποτε τρόπο, δικαιούνται να λάβουν από τον εργοδότη τους και πρόσθετη άδεια άνευ αποδοχών  διάρκειας 30 ημερών, για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις (άρθρο 2 Ν. 1346/83, όπως τροποποιήθηκε με την  από 2/4/1996 ΕΓΣΣΕ-κυρώθηκε με το άρθρο 22 Ν. 2556/1997-και εν συνεχεία με την  ΕΓΣΣΕ 18/5/1998). Η ανωτέρω άδεια χορηγείται και στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες που έχουν υπερβεί το 28ο έτος της ηλικίας, αλλά μόνο για την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών, που κάθε φορά παρακολουθεί ο εργαζόμενος, προσαυξημένη κατά δυο έτη, ανεξάρτητα αν οι σπουδές διανύθηκαν συνεχώς ή διακεκομμένα.

Με την ΕΓΣΣΕ 2004, άρθρο 10,  προβλέπεται ότι όσοι συμμετέχουν σε πρόγραμμα για μεταπτυχιακό δίπλωμα ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης ή διδακτορικό δίπλωμα ΑΕΙ και ΤΕΙ της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, δικαιούνται  άδεια 10 εργασίμων ημερών. Η άδεια αυτή είναι άνευ αποδοχών από τον εργοδότη, χορηγείται σε συνεχείς ημέρες ή τμηματικά και ανεξάρτητα από την ηλικία του/της δικαιούχου και ισχύει μέχρι 2 έτη.  

 
     
     
 

Άδεια φροντίδας παιδίου

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της ΕΓΣΣΕ 1993, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 3144/2003, του άρθρου 6 της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 και των άρθρων 8 και 9 της ΕΓΣΣΕ 2004-2005, οι μητέρες εργαζόμενες δικαιούνται για χρονικό διάστημα τριάντα μηνών από τη λήξη της άδειας λοχείας, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μια ώρα κάθε ημέρα από την εργασία τους. Εναλλακτικά, με συμφωνία του εργοδότη, το ημερήσιο ωράριο των μητέρων μπορεί να ορίζεται μειωμένο κατά δύο ώρες ημερησίως για τους πρώτους 12 μήνες και σε μία ώρα για έξι (6) επιπλέον μήνες.

Η ανωτέρω άδεια, θεωρείται και αμείβεται ως χρόνος εργασίας και δεν πρέπει να προκαλεί δυσμενέστερες συνθήκες στην απασχόληση και στις εργασιακές σχέσεις.

Σχετική νομοθεσία (ΕΓΣΣΕ 1993 άρθρο 9, ΕΓΣΣΕ 2002-2003 άρθρο 6 , ΕΓΣΣΕ 2004-2005 άρθρο 8 και 9 και Ν.3144/2006 άρθρο 7)

 
     
     
 

Ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας

Με τις διατάξεις του άρθρου 142 του Ν. 3655/2008, θεσμοθετήθηκε <<ειδική παροχή προστασίας της μητρότητας>>, με μορφή αδείας η οποία χορηγείται στις εργαζόμενες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας ή και της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο αδείας. Η διάρκεια της είναι έξι (6) μήνες, ενώ η εργαζόμενη επιδοτείται και καλύπτεται ασφαλιστικά από τον ΟΑΕΔ σύμφωνα με το κατώτατο μισθό όπως κάθε φορά καθορίζεται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Στην Υπουργική Απόφαση 33891/606/09-06-2008 (ΦΕΚ Β' 833), ρυθμίζεται η διαδικασία, ο τρόπος και οι λοιπές προυποθέσεις, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης

 
     
Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2018

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες που ισχύουν για το έτος 2018