ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ΑΡΙΘΜ. 4531/2018 Ι) Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, ΙΙ) Ενσωμάτωση της 2005/214/ΔΕΥ απόφασης-πλαίσιο, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών και ΙΙΙ) Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και λοιπές διατάξεις.

 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 62
05 Απριλίου 2018
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4531
Ι) Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας,
ΙΙ) Ενσωμάτωση της 2005/214/ΔΕΥ απόφασης-πλαίσιο, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών και
ΙΙΙ) Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις 7 Απριλίου 2011, και υπογράφηκε στις 11 Μαΐου 2011 κατά την 121η συνεδρίαση του Συμβουλίου, στην Κωνσταντινούπολη, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα, στη γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

Σύμβαση  >>>

1. Η περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα τροποποιείται ως εξής:
«α) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε. Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή.».

2. Προστίθεται νέο άρθρο 315Β του Ποινικού Κώδικα ως εξής:
«Άρθρο 315Β
Όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο γυναίκα να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, καθώς και όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει στην πράξη αυτή τιμωρείται με φυλάκιση.».

3. Στην παρ. 1 του άρθρου 323Α του Ποινικού Κώδικα μετά τη φράση «την επαιτεία του» διαγράφεται το κόμμα και προστίθεται η φράση «ή με σκοπό να εξαναγκάσει το πρόσωπο αυτό σε τέλεση γάμου,».

4. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται και όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία, με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του, όπως ιδίως με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούλησή του.».

5. Η παρ. 3 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα καταργείται και η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού αναριθμείται σε παράγραφο 3.

1. Στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006, μετά τη λέξη «συζύγους» προστίθεται η φράση «ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης».

2. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στους μόνιμους συντρόφους και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, στους τέως συζύγους, στα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και στους τέως μόνιμους συντρόφους.».

3. Στην περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3500/2006 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της παρακολούθησης του προγράμματος εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 13.».

4. Το άρθρο 16 του ν. 3500/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν οι πράξεις των άρθρων 6, 7 και 9 του παρόντος στρέφονται κατά ανηλίκου, η έναρξη της προθεσμίας παραγραφής αναστέλλεται μέχρι την ενηλικίωση του θύματος και για ένα έτος μετά, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα, και για τρία έτη μετά, εφόσον πρόκειται για κακούργημα.».

5. Η παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3500/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Σε περίπτωση διαπράξεως εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας είναι δυνατόν, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κρίνεται απαραίτητο για την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας του θύματος, να επιβληθούν στον κατηγορούμενο από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται να δικασθεί ή από τον αρμόδιο ανακριτή ή από το δικαστικό συμβούλιο ή από τον εισαγγελέα που έχει επιληφθεί της υπόθεσης με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, και για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται, περιοριστικοί όροι, όπως ιδίως η απομάκρυνσή του από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του θύματος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας. Όποιος παραβιάζει τον περιοριστικό όρο που του έχει επιβληθεί τιμωρείται με φυλάκιση.».

6. Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3500/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Ο περιοριστικός όρος που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να ανακληθεί, αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί από το αρμόδιο δικαστικό όργανο που τον επέβαλε, με αίτηση αυτού στον οποίο επιβλήθηκε ή του θύματος, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται η ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίησή του ή και αυτεπαγγέλτως αν εκλείψουν οι λόγοι επιβολής ή προκύψει λόγος αντικατάστασης του όρου. Το δικαστικό όργανο αποφαίνεται αφού ακούσει το θύμα και αυτόν στον οποίο επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος.»

1. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3811/2009 (Α΄231) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η αποζημίωση καλύπτει τα ιατρικά έξοδα και νοσήλια, την εξειδικευμένη ψυχική και ψυχολογική υποστήριξη του θύματος όταν δεν υφίσταται δημόσια δομή ψυχικής ψυχολογικής στήριξης στον τόπο κατοικίας ή διαμονής του θύματος, την απώλεια εισοδήματος για εύλογο χρονικό διάστημα, τις δαπάνες αλλαγής περιβάλλοντος και κατοικίας, ιδίως τις δαπάνες μετακόμισης και αγοράς απαραίτητων καταναλωτικών αγαθών για την μετεγκατάσταση σε ασφαλές περιβάλλον και τα έξοδα κηδείας. Το ύψος των ποσών της αποζημίωσης για την ψυχική και ψυχολογική υποστήριξη του θύματος καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών και Υγείας, ενώ το είδος των δαπανών αλλαγής περιβάλλοντος που καλύπτονται και το ύψος αυτών καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών.
Η αποζημίωση δεν καλύπτει την εκ μέρους του θύματος, συγγενούς του ή τρίτου καταβολή λύτρων στους δράστες των εγκλημάτων της αρπαγής (άρθρο 322 Π.Κ.) και της αρπαγής ανηλίκων (άρθρο 324 Π.Κ.).».

2. Στην αρχή του άρθρου 11 του ν. 3811/2009 (Α΄231) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης προσδιορίζει την εξέταση της υπόθεσης εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης και αποφαίνεται οριστικά εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία προσδιορισμού της υπό κρίση αίτησης.».

3. Στο άρθρο 12 του ν. 3811/2009 (Α΄231) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία ορίζεται σε τέσσερις (4) μήνες.».

4. Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2168/1993 (Α΄147) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο άδειες δεν χορηγούνται:
α) Σε όσους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για:
αα. πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος,
ββ. παραβάσεις των νόμων περί ναρκωτικών και προστασίας της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα, για τρομοκρατικές πράξεις, για παραβάσεις διατάξεων που αφορούν αλιεία με εκρηκτικές ύλες ή τοξικές ουσίες και για παραβάσεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου και
γγ. πράξεις που προβλέπονται στον ν. 3500/2006.
Η απαγόρευση αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση αμετακλήτου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή θέσεως της υπόθεσης στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 3 του ΚΠΔ ή, σε περίπτωση επιβολής ποινής, για διάστημα πέντε (5) ετών από την έκτισή της ή την άφεσή της με χάρη ή, σε περίπτωση επιβολής της ποινής με αναστολή, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.
β) Σε όσους έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα για:
αα. οποιοδήποτε πλημμέλημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως και τελείται με πρόθεση, για το οποίο τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών,
ββ. οποιοδήποτε πλημμέλημα που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής και
γγ. οποιοδήποτε πλημμέλημα που προβλέπεται στον ν. 3500/2006 ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής.
Η απαγόρευση αυτή ισχύει για διάστημα πέντε (5) ετών, από την έκτιση ή την άφεση με χάρη και σε περίπτωση επιβολής της ποινής με αναστολή, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή.».

5. Στην παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 3907/2011 (Α΄7) προστίθεται περίπτωση η΄ ως εξής:
«η) είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας κατά τις διατάξεις του ν. 3500/2006 και προσέρχεται προς υποβολή καταγγελίας ή αναφορά του περιστατικού στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές.».

6. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80) προστίθεται η εξής φράση:
«ή εάν μεταφέρθηκαν εκτός της επικράτειας ως θύματα των πράξεων των άρθρων 323 Α και 351 ΠΚ, εφόσον υφίσταται σχετική πράξη χαρακτηρισμού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών».

7. Στην παρ. 1 του άρθρου 24 του π.δ. 141/2017 (Α΄180) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Επίσης η Διεύθυνση Σχεδιασμού, Δημιουργίας Προτύπων και Παρακολούθησης Πολιτικών Ισότητας των Φύλων είναι υπεύθυνη για το συντονισμό της συλλογής στοιχείων κάθε μορφής βίας που καλύπτεται από τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και για την ανάλυση, επεξεργασία και δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων.».

8. Στην περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 141/2017 (Α΄180) προστίθενται υποπερίπτωση γη΄ και γθ΄ ως εξής:
«γη. τη συλλογή αναλυτικών σχετικών στατιστικών στοιχείων κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε περιπτώσεις όλων των μορφών βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, γθ. την υποστήριξη της έρευνας στον τομέα όλων των μορφών βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας με στόχο τη μελέτη των βασικών αιτιών και επενεργειών της, τη συχνότητα εμφανίσεως και των δεικτών καταδίκης, καθώς και της αποτελεσματικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί προς το σκοπό της εφαρμογής της ανωτέρω Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης.».

9. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 25 του π.δ. 141/2017 (Α΄ 180) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η Διεύθυνση Κοινωνικής Προστασίας και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών είναι αρμόδια για το συντονισμό, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης κάθε μορφής βίας που καλύπτεται από τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.».

10. Στην περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 25 του π.δ. 141/2017 (Α΄ 180) προστίθεται υποπερίπτωση αιγ΄ ως εξής:
«αιγ. Την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης κάθε μορφής βίας που καλύπτεται από τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.».

Η Ελληνική Πολιτεία επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2 της Σύμβασης, να μην εφαρμόσει το εδάφιο ε΄ της παραγράφου 1 και τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 44 της Σύμβασης.

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου:
α) ως «απόφαση», νοείται η αμετάκλητη απόφαση που επιβάλλει χρηματική ποινή σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον ελήφθη:
αα) από δικαστήριο του κράτους έκδοσης επί ποινικού αδικήματος σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης,
αβ) από μη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης επί ποινικού αδικήματος, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης, υπό την προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε την ευκαιρία να δικαστεί από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία ειδικά σε ποινικές υποθέσεις,
αγ) από μη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, επί πράξεων οι οποίες, βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους έκδοσης, τιμωρούνται ως παραβάσεις κανόνων δικαίου, με την προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε την ευκαιρία να δικαστεί από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία ειδικά σε ποινικές υποθέσεις,
αδ) από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, στις περιπτώσεις των αποφάσεων της υποπερίπτωσης αγ΄,

β) ως «χρηματική ποινή» νοείται η υποχρέωση καταβολής:
βα) χρηματικού ποσού δυνάμει καταδικαστικής απόφασης επί ποινικού αδικήματος,
ββ) αποζημίωσης υπέρ των θυμάτων η οποία επιβάλλεται με την ίδια απόφαση, όταν για το θύμα δεν προβλέπεται δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής και το δικαστήριο ασκεί την ποινική του δικαιοδοσία,
βγ) χρηματικού ποσού για την κάλυψη δικαστικών ή διοικητικών εξόδων της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης,
βδ) χρηματικού ποσού προς δημόσιο ταμείο ή οργάνωση υποστήριξης θυμάτων, που επιδικάστηκαν με την ίδια απόφαση.
Στην έννοια της χρηματικής ποινής δεν περιλαμβάνονται διατάξεις δήμευσης μέσων τέλεσης και προϊόντων εγκλήματος, καθώς και διατάξεις αστικής φύσης οι οποίες προκύπτουν από αξίωση αποζημίωσης και αποκατάστασης και είναι εκτελεστές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) υπ’ αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,

γ) ως «κράτος έκδοσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση,

δ) ως «κράτος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο διαβιβάζεται η απόφαση προκειμένου να εκτελεσθεί.

2. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος απαγορεύεται να αντίκειται στα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1. Η αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης προϋποθέτουν σύνδεση της απόφασης με συμπεριφορά η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα κατά το ελληνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού.

2. Η αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης επιτρέπεται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης:
συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,
τρομοκρατική πράξη,
εμπορία ανθρώπων,
γενετήσια εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,
παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,
παράνομη διακίνηση όπλων,
πυρομαχικών και εκρηκτικών,
δωροδοκία,
απάτη, περιλαμβανομένης και της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,
παραχάραξη και κιβδηλεία νομίσματος, περιλαμβανομένου του ευρώ,
έγκλημα στον κυβερνοχώρο,
έγκλημα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του λαθρεμπορίου απειλουμένων ζωικών ειδών και απειλουμένων φυτικών ειδών και ποικιλιών,
παροχή συνδρομής σε παράνομη είσοδο και διαμονή στην επικράτεια,
ανθρωποκτονία με πρόθεση,
βαριά σωματική βλάβη,
παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών,
αρπαγή,
απαγωγή,
παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,
έγκλημα με ρατσιστικά και ξενοφοβικά χαρακτηριστικά,
οργανωμένη ή ένοπλη ληστεία,
παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,
υπεξαίρεση,
αθέμιτη προστασία έναντι παρανόμου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,
απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία πλαστών,
παραχάραξη μέσων πληρωμής,
λαθρεμπόριο ουσιών με ορμονική δράση και άλλων αυξητικών παραγόντων,
λαθρεμπόριο πυρηνικών ή ραδιενεργών ουσιών,
εμπορία κλεμμένων οχημάτων,
βιασμός,
εμπρησμός,
έγκλημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,
αεροπειρατεία και πειρατεία,
δολιοφθορά,
παράβαση κανόνων οδικής κυκλοφορίας, στους οποίους περιλαμβάνονται και παραβάσεις κανόνων που αφορούν τις ώρες οδήγησης και ανάπαυσης, καθώς και κανόνων που αφορούν επικίνδυνα προϊόντα,
λαθρεμπόριο,
παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας,
απειλή και βιαιοπραγία κατά προσώπων, περιλαμβανομένων των πράξεων βίας κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων,
βανδαλισμός,
κλοπή,
αδίκημα που ορίζεται από το κράτος έκδοσης προκειμένου να εξυπηρετηθεί η εφαρμογή υποχρεώσεων από πράξεις οι οποίες θεσπίσθηκαν δυνάμει της συνθήκης ΣΕΚ ή του τίτλου V της ΣΛΕΕ.

1. Κεντρική αρχή για να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του άρθρου 9 του παρόντος στην αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

2. Η κεντρική αρχή ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του άρθρου 9 και δύναται να τηρεί σχετικά στατιστικά στοιχεία.

1. Αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση κάθε απόφασης είναι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών της περιφέρειας όπου το φυσικό ή νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει απαγγελθεί η καταδικαστική απόφαση διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ή εισόδημα ή έχει τη συνήθη διαμονή του ή, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την έδρα του.

2. Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση της απόφασης ή επικυρωμένου αντιγράφου της και του πιστοποιητικού του άρθρου 11 προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης είναι ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση ή εκτέλεση.

1. Η απόφαση ή επικυρωμένο αντίγραφό της μαζί με το πιστοποιητικό του άρθρου 11, διαβιβάζονται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της παραγράφου 2 του άρθρου 9 στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης όπου το φυσικό ή νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ή εισόδημα ή έχει τη συνήθη διαμονή του ή, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την έδρα του. Η ανωτέρω διαβίβαση διενεργείται απευθείας, με οποιοδήποτε μέσο, αποτυπώνεται εγγράφως και υπό συνθήκες που επιτρέπουν στο κράτος εκτέλεσης να εξακριβώσει τη γνησιότητα. Το πρωτότυπο της απόφασης ή επικυρωμένο αντίγραφό της και το πρωτότυπο του πιστοποιητικού του άρθρου 6 αποστέλλονται στο κράτος εκτέλεσης κατόπιν σχετικού αιτήματος.

2. Η απόφαση διαβιβάζεται σε ένα μόνο κράτος εκτέλεσης κάθε φορά.

3. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν είναι γνωστή, ο αρμόδιος Εισαγγελέας απευθύνεται στην κεντρική αρχή του άρθρου 8, προκειμένου αυτή να λάβει πληροφορίες από το κράτος εκτέλεσης με κάθε απαραίτητο μέσο, περιλαμβανομένων των σημείων επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου.

4. Εάν η δικαστική αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 9 που παραλαμβάνει την απόφαση ή επικυρωμένο αντίγραφό της μαζί με το πιστοποιητικό του άρθρου 11 δεν είναι αρμόδια για την αναγνώριση και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την απόφαση αυτή στην αρμόδια αρχή και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Το πιστοποιητικό, υπόδειγμα του οποίου ενσωματώνεται στο Παράρτημα του παρόντος, συμπληρώνεται κατ’ ελάχιστον ως προς τα υποχρεωτικά του στοιχεία, υπογράφεται και πιστοποιείται ως προς το περιεχόμενό του από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 αναγνωρίζει χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση η οποία της διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 10 και λαμβάνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκτός αν συντρέχει λόγος μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης του άρθρου 13.

1. Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 δεν αναγνωρίζει και δεν εκτελεί απόφαση όταν αυτή δεν συνδέεται με συμπεριφορά η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7.

2. Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης όταν:
α) το πιστοποιητικό του άρθρου 11 δεν έχει προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή πρόδηλα αναντίστοιχο προς την απόφαση ή από το πιστοποιητικό εγείρεται ζήτημα πιθανής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων ή θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως αυτά καθιερώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,
β) έχει εκδοθεί απόφαση κατά του καταδικασθέντα για τις ίδιες πράξεις στο κράτος εκτέλεσης ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος πέραν των κρατών έκδοσης ή εκτέλεσης, και, στην τελευταία περίπτωση, η απόφαση αυτή έχει εκτελεστεί,
γ) σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, η χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί με την απόφαση έχει παραγραφεί και η απόφαση συνδέεται με αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών,
δ) η απόφαση συνδέεται με πράξεις οι οποίες:
δα) θεωρούνται κατά το ελληνικό δίκαιο ότι τελέσθηκαν ολικά ή μερικά στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό έδαφος, ή
δβ) τελέσθηκαν εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και κατά το ελληνικό δίκαιο απαγορεύεται δίωξη για τις πράξεις αυτές όταν τελούνται εκτός ελληνικού εδάφους,
ε) σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο υφίσταται ασυλία που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης,
στ) η απόφαση αφορά φυσικό πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο θεωρείται ποινικά ανεύθυνο λόγω ηλικίας για τις πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί η απόφαση,
ζ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό του άρθρου 11, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, σε περίπτωση γραπτής διαδικασίας, δεν ενημερώθηκε προσωπικά ή μέσω εκπροσώπου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση και για τις προθεσμίες άσκησης του σχετικού ένδικου μέσου,
η) η χρηματική ποινή είναι κατώτερη των εβδομήντα (70) ευρώ ή ισοδύναμου ποσού,
θ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό του άρθρου 11, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, βάσει περαιτέρω δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης:
θα) είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο είχε ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, και αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης και είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί, ή
θβ) το πρόσωπο ήταν ενήμερο για την προγραμματισμένη δίκη και είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, ο οποίος και τον εκπροσώπησε στη δίκη, ή
θγ) αφού του επιδόθηκε η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο κατά την εκδίκαση του οποίου δικαιούται να παρίσταται και με το οποίο θα επανεξεταστεί η ουσία της υπόθεσης, και δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση ή δεν ζήτησε να δικαστεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας
ι) σύμφωνα με το πιστοποιητικό του άρθρου 11, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν παραστάθηκε στη διαδικασία, εκτός εάν επισημαίνεται στο πιστοποιητικό ότι το πρόσωπο, αφού ενημερώθηκε ρητά για τη διαδικασία και τη δυνατότητα να παραστεί στη δίκη, παραιτήθηκε ρητά του σχετικού δικαιώματός του και δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση.

3. Στις περιπτώσεις α΄, γ΄, ζ΄, θ΄ και ι΄ της παραγράφου 2, η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 πριν αποφανθεί για την ολική ή μερική μη αναγνώριση ή μη εκτέλεση της απόφασης, διαβουλεύεται με κάθε κατάλληλο μέσο με την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης και ζητεί την παροχή κάθε αναγκαίας πληροφορίας.

1. Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9, όταν διαπιστώνει ότι η απόφαση αφορά αποκλειστικά πράξεις που δεν διαπράχθηκαν στο έδαφος του κράτους έκδοσης, δύναται να αποφασίσει τη μείωση του ποσού της ποινής που επιβλήθηκε μέχρι το μέγιστο όριο που προβλέπεται από το ελληνικό δίκαιο για το ίδιο αδίκημα, όταν οι πράξεις εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων.

2. Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 μετατρέπει, εφόσον απαιτείται, το ποσό της ποινής σε ευρώ με την ισοτιμία που ισχύει κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής.

1. Για την εκτέλεση της απόφασης εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 553 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και κατά την εκτέλεση χρηματικών ποινών σε βάρος νομικών προσώπων. Μετατροπή της χρηματικής ποινής σε στερητική της ελευθερίας ποινή κατά την παρ. 6 του άρθρου 588 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας χωρεί μόνο όταν αυτή έχει επιτραπεί από το κράτος έκδοσης με σχετική αναφορά στο πιστοποιητικό του άρθρου 11. Το ύψος της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο όριο που ενδεχομένως δηλώνεται στο πιστοποιητικό.

2. Όταν ο καταδικασθείς αποδεικνύει ότι κατέβαλε το ποσό της ποινής ολικά ή μερικά σε οποιοδήποτε κράτος, η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 13. Κάθε τμήμα του ποσού της ποινής που έχει εισπραχθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε άλλο κράτος εκπίπτει πλήρως από το ποσό της εκτελεστέας ποινής.

1. Η αρχή διαβίβασης της παραγράφου 2 του άρθρου 9 ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης σχετικά με αποφάσεις ή μέτρα, συνεπεία των οποίων η απόφαση παύει να είναι εκτελεστή ή να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους εκτέλεσης για οποιονδήποτε άλλο λόγο.

2. Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 διακόπτει την εκτέλεση της απόφασης μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης πληροφορήσει ότι έλαβε τέτοια απόφαση ή μέτρο.

1. Χάρη και μετριασμός ποινής δύναται να χορηγείται από το κράτος έκδοσης, καθώς και το κράτος εκτέλεσης.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, μόνο το κράτος έκδοσης δύναται να αποφανθεί επί αίτησης αναθεώρησης της απόφασης.

Ποσά προερχόμενα από την εκτέλεση αποφάσεων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία ανάμεσα στο κράτος έκδοσης και την Ελλάδα, ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης β΄ του άρθρου 6.

Η αρχή εκτέλεσης της παραγράφου 1 του άρθρου 9 ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιοδήποτε τρόπο μπορεί να αποδειχθεί εγγράφως για:
α) τη διαβίβαση της απόφασης στην αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 9,
β) οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 13, καθώς και για τους λόγους της απόφασης αυτής,
γ) την ολική ή μερική μη εκτέλεση της απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 15, 16 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 17,
δ) την εκτέλεση της απόφασης, μόλις η εκτέλεση ολοκληρωθεί.

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, το κράτος έκδοσης δεν έχει δικαίωμα να προβεί στην εκτέλεση απόφασης που διαβιβάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10.

2. Το δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης επανέρχεται στο κράτος έκδοσης:
α) μόλις η αρχή διαβίβασης της παραγράφου 2 του άρθρου 9 ενημερωθεί από το κράτος εκτέλεσης για την ολική ή μερική μη εκτέλεση ή τη μη αναγνώριση στις περιπτώσεις του άρθρου 13, με εξαίρεση την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 13, όταν εγείρεται ζήτημα πιθανής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων ή αρχών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στην περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 17,
β) όταν το κράτος εκτέλεσης πληροφορήθηκε από την αρχή διαβίβασης της παραγράφου 2 του άρθρου 9 ότι η απόφαση δεν εμπίπτει πλέον στην αρμοδιότητά του, σύμφωνα με το άρθρο 16.

3. Εάν, μετά τη διαβίβαση απόφασης κατά το άρθρο 10, η αρχή διαβίβασης της παραγράφου 2 του άρθρου 9 λάβει χρηματικό ποσό που κατέβαλε αυτοβούλως ο καταδικασθείς σε σχέση με την απόφαση, η εν λόγω αρχή ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης.

Το πιστοποιητικό πρέπει να μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα.

Εάν από την εκτέλεση απόφασης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες επί του ελληνικού εδάφους, αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο.

Διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμοί μεταξύ Ελλάδας και κρατών μελών διατηρούνται στο μέτρο που συμβάλλουν στην απλούστευση ή την περαιτέρω διευκόλυνση του παρόντος νόμου.

Παράρτημα  >>>

1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 1
Εθνικό Μέλος
1. Στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EUROJUST), η οποία συγκροτήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28.2.2002 ΕΕ (ΕΕ L 63/1 της 6.3.2002, εφεξής απόφαση του Συμβουλίου), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2009/426/ΔΕΥ της 16.12.2008 (ΕΕ L 138/14 της 4.6.2009), ως οργανισμός της ΕΕ με νομική προσωπικότητα, ορίζονται, με διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν πρότασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εξωτερικών ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, Εθνικό Μέλος, αναπληρωτής αυτού και βοηθός, εισαγγελικοί λειτουργοί το μεν Εθνικό Μέλος με το βαθμό του εισαγγελέα πρωτοδικών και άνω, ο δε αναπληρωτής αυτού και ο βοηθός με το βαθμό του αντεισαγγελέα πρωτοδικών και άνω και σε κάθε περίπτωση νεότεροι κατ’ αρχαιότητα του Εθνικού Μέλους. Ο ορισμός του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του και του βοηθού ανακοινώνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών στη EUROJUST και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
2. Η θητεία του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή αυτού και του βοηθού, οι οποίοι αποσπώνται, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στην έδρα της EUROJUST, είναι τετραετής, με δυνατότητα ισόχρονων ανανεώσεων με την ίδια διαδικασία. Ο αναπληρωτής και ο βοηθός ενεργούν εξ ονόματος του Εθνικού Μέλους και, αν παραστεί ανάγκη, αντικαθιστούν το Εθνικό Μέλος κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του.».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Εθνικό Μέλος ενεργώντας για λογαριασμό της EUROJUST:
α) μπορεί να ζητεί από τις ημεδαπές αρμόδιες αρχές να εξετάσουν το ενδεχόμενο:
αα) να προβούν σε έρευνα ή άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένες πράξεις,
ββ) ότι είναι προτιμότερο να προβεί σε έρευνα ή να ασκήσει ποινική δίωξη η αρχή ενός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
γγ) να συντονίσουν τη δράση τους με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών,
δδ) να συστήσουν κοινή ομάδα έρευνας,
εε) να παρέχουν στην EUROJUST τις ζητούμενες πληροφορίες για την εκτέλεση του έργου της,
στστ) να λάβουν ειδικά μέτρα για τη διεξαγωγή της έρευνας και
ζζ) να λάβουν κάθε άλλο δικαιολογημένο μέτρο για την έρευνα ή τη δίωξη,
β) μεριμνά για την ενημέρωση των ημεδαπών αρμόδιων αρχών σχετικά με τις έρευνες και ποινικές διώξεις των οποίων έχει γνώση,
γ) επικουρεί τις αρμόδιες ημεδαπές αρχές, κατόπιν αίτησής τους, ώστε να εξασφαλίζεται ο καλύτερος δυνατός συντονισμός των ερευνών και της άσκησης ποινικών διώξεων,
δ) υποστηρίζει τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων ημεδαπών αρχών,
ε) συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωσή της,
στ) παρέχει υποστήριξη σε έρευνες ή ποινικές διώξεις των ημεδαπών αρμόδιων αρχών ή και των αρχών τρίτου κράτους, κατόπιν αίτησής τους, όταν αφορούν μόνο σε αυτές και στις αρχές ενός τρίτου κράτους, εφόσον έχει συναφθεί μεταξύ της EUROJUST και του τρίτου κράτους συμφωνία συνεργασίας ή, σε ειδικές περιπτώσεις, αν συντρέχει ουσιώδες συμφέρον το οποίο επιβάλλει την υποστήριξη και υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνεί η EUROJUST ως συλλογικό όργανο,
ζ) μεριμνά ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να ανταποκρίνονται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του παρόντος άρθρου,
η) λαμβάνει, διαβιβάζει, διευκολύνει και παρακολουθεί την εκτέλεση, καθώς και την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών όσον αφορά την εκτέλεση των αιτήσεων και των αποφάσεων δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά πράξεις με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης,
θ) σε περιπτώσεις μερικής ή ατελούς εκτέλεσης αίτησης δικαστικής συνεργασίας, ζητά από την αρμόδια ημεδαπή δικαστική αρχή να λάβει συμπληρωματικά μέτρα προκειμένου να εκτελεσθεί πλήρως η αίτηση,
ι) σε συμφωνία με την αρμόδια εθνική αρχή ή κατόπιν αίτησής της και ανάλογα με την περίπτωση, δύναται:
αα) να εκδίδει και συμπληρώνει αιτήσεις και αποφάσεις δικαστικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων, με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης,
ββ) να εκτελεί, στο όνομα της χώρας, αιτήσεις και αποφάσεις δικαστικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων, με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης,
γγ) να παραγγέλλει μέτρα για τη διεξαγωγή έρευνας τα οποία κρίνονται αναγκαία σε συνεδρίαση συντονισμού την οποία διοργανώνει η EUROJUST προς παροχή συνδρομής σε αρμόδιες εθνικές αρχές που συμμετέχουν σε συγκεκριμένη έρευνα και όπου καλούνται να συμμετάσχουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές τις οποίες αφορά η έρευνα,
δδ) να παρέχει εξουσιοδότηση για την πραγματοποίηση ελεγχόμενων παραδόσεων εντός της χώρας και να συντονίζει τις παραδόσεις αυτές,
ια) σε επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι σε θέση να εντοπίσει εγκαίρως την αρμόδια εθνική αρχή ή να έλθει εγκαίρως σε επαφή μαζί της δύναται:
αα) να επιτρέπει την πραγματοποίηση ελεγχόμενων παραδόσεων εντός της χώρας και να συντονίζει τις παραδόσεις αυτές,
ββ) να εκτελεί, στο όνομα της χώρας, αιτήσεις και αποφάσεις δικαστικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων, με τις οποίες υλοποιείται η αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Μόλις εντοπισθεί η αρμόδια εθνική αρχή ή πραγματοποιηθεί επαφή μαζί της, ενημερώνεται για την άσκηση των ανωτέρω εξουσιών,
ιβ) δικαιούται να συμμετέχει, ως εκπρόσωπος των ελληνικών αρχών, σε κοινές ομάδες ερευνών, συμπεριλαμβανομένης της σύστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης της 29ης Μαΐου 2000 περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την απόφασηπλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας και τις σχετικές διατάξεις του παρόντος. Υπό τους ίδιους όρους καλείται να συμμετέχει σε κάθε κοινή ομάδα ερευνών στην οποία μετέχει η Ελλάδα και για την οποία παρέχεται κοινοτική χρηματοδότηση δυνάμει των εφαρμοστέων χρηματοδοτικών μέσων.».

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του το Εθνικό Μέλος μπορεί:
α) να ζητά από τις ημεδαπές δικαστικές αρχές, τις δικαστικές αρχές των κρατών-μελών και την EuroPol να του παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες,
β) να έχει πρόσβαση στα αρχεία ποινικού μητρώου που τηρούνται στις εισαγγελίες της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις ημεδαπές δικαστικές και εισαγγελικές αρχές,
γ) να έχει πρόσβαση στα αρχεία συλληφθέντων, αρχεία ερευνών και αρχεία DNA, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις ημεδαπές δικαστικές και εισαγγελικές αρχές,
δ) να έχει πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται από την EUROJUST και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Συμβουλίου.».

4. Οι περιπτώσεις α΄ και δ΄ του άρθρου 5 αντικαθίστανται ως εξής:
«α) μπορεί να ζητεί αιτιολογημένα από τις ημεδαπές αρμόδιες αρχές να προβούν στις ενέργειες οι οποίες προβλέπονται στις υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄, δδ΄ και εε΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4.».
«δ) συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωση της,».

5. Το άρθρο 6 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 6
Ανταπόκριση ημεδαπών αρχών
1. Η εξέταση των αιτημάτων, όπως προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5, γίνεται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
2. Αν το Εθνικό Μέλος ή η EUROJUST, ως συλλογικό όργανο, υποβάλει αίτημα για κάποιο από τα θέματα που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή στην περίπτωση α΄ του άρθρου 5 και η αρμόδια ημεδαπή αρχή το κρίνει απορριπτέο, ενημερώνει την EUROJUST χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την απόφαση αυτή και για τους λόγους που δεν επέτρεψαν την ικανοποίηση του αιτήματος. Όταν δεν είναι δυνατόν να δοθούν εξηγήσεις ως προς την άρνηση συμμόρφωσης προς αίτηση, διότι η πράξη αυτή θα έβλαπτε ουσιαστικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας ή θα διακύβευε την ασφάλεια προσώπων, η αρμόδια ημεδαπή αρχή δύναται να επικαλεστεί επιχειρησιακούς λόγους.».

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Εθνικό Μέλος, ο αναπληρωτής αυτού και ο βοηθός έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία επεξεργάζεται η EUROJUST, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 14, 15, 16, 16α, 16β, 17 και 18 της Απόφασης του Συμβουλίου και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.».

7. Το άρθρο 10 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 10
Κατάσταση δικαστικών λειτουργών
1. Tο Εθνικό Μέλος, ο αναπληρωτής, ο βοηθός και το μέλος του Κοινού Εποπτικού Οργάνου, δεν απομακρύνονται προ του τέλους της θητείας τους, εκτός και αν ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, που προβλέπεται για τον διορισμό τους, και ενημερωθεί προηγουμένως το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους λόγους που αιτιολογούν την ανάκληση. Όταν το Εθνικό Μέλος είναι ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος της EUROJUST, η θητεία του θα πρέπει να διαρκέσει τόσο ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει το έργο του πριν από το τέλος της θητείας του ως πρόεδρος ή αντιπρόεδρος.
2. Η υπηρεσιακή κατάσταση του Εθνικού Μέλους, του αναπληρωτή του, του βοηθού και του μέλους του Κοινού Εποπτικού Οργάνου ρυθμίζεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35).».

8. Το άρθρο 11 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
Αποζημίωση διαμονής στην αλλοδαπή
Στο Εθνικό Μέλος, τον αναπληρωτή αυτού και τον βοηθό, που διορίζονται και αποσπώνται στην έδρα της EUROJUST σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 του παρόντος, καταβάλλονται:
α) οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης,
β) επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του άρθρου 16 της υποπαραγράφου Δ9 της παρ. Δ΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), ενώ, μέχρι την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις, εξακολουθεί να ισχύει η με αριθμ. 2172249/0022/27.8.2013 (Β΄ 2108) απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
γ) τα έξοδα απόσπασης του άρθρου 20 της υποπαραγράφου Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94).».

9. Διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12.

10. Το άρθρο 13 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 13
Κοινή ομάδα έρευνας
Κοινή ομάδα έρευνας είναι η ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται για να διεξάγει έρευνα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ν. 4139/2013, Α΄ 74), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ), των τρομοκρατικών πράξεων (άρθρο 187Α ΠΚ) και των εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 περίπτωση ε΄ του π.δ. 135/2013, ιδίως όταν: α) η έρευνα απαιτεί δυσχερείς και περίπλοκες ενέργειες συνδεδεμένες με άλλα κράτη μέλη, β) η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης απαιτεί συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.».

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 483 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με τα οποία τα συμβούλια πλημμελειοδικών και εφετών αποφαίνονται αμετακλήτως, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Μετά την προθεσμία αυτή ο ίδιος ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση του βουλεύματος υπέρ του νόμου και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.».

2. Η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2225/1994 (A΄ 121) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η αίτηση υποβάλλεται προς τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου της αιτούσας αρχής ή του τόπου όπου πρόκειται να επιβληθεί η άρση, εκτός αν στην αιτούσα αρχή, με βάση διάταξη νόμου και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου έχει ήδη αποσπασθεί και υπηρετεί με αποκλειστική απασχόληση συγκεκριμένος εισαγγελικός λειτουργός, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η ανωτέρω αίτηση υποβάλλεται σε αυτόν. Ο πιο πάνω, κατά περίπτωση, αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός αποφασίζει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με διάταξή του στην οποία περιέχονται τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 στοιχεία. Αν κατά την κρίση του, μετά από εισήγηση της αιτούσας αρχής, ειδικές περιστάσεις εθνικής ασφάλειας επιβάλλουν την παράλειψη ή τη συνοπτική παράθεση ορισμένων από τα στοιχεία αυτά, γίνεται ειδική μνεία στη διάταξη.».

3. Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3649/2008 (Α΄39) καταργούνται.

4. Στο άρθρο 52 του ν. 4002/2011 (Α΄180) προστίθεται παράγραφος 12 ως εξής:
«12. Στην περίπτωση των κακουργημάτων του παρόντος άρθρου για την περάτωση της κύριας ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 308Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί κατ’ εξαίρεση περάτωσης της κύριας ανάκρισης.».

5. Στην παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) προστίθεται περίπτωση κδ΄ ως εξής:
«κδ) στο Γραφείο Ειδικών Εμπειρογνωμόνων του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, του άρθρου 2 παρ. 3Α του ν. 4022/2011 (Α΄ 219).».

Η παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3689/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Τρεις από τις θέσεις ΠΕ Οικονομολόγων, με αντικείμενο το σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, την υλοποίηση και διαχείριση των χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων, μπορεί να καλύπτονται με τριετή απόσπαση από προσωπικό με σχετική εμπειρία στα ζητήματα αυτά, από τη Μονάδα Διαχείρισης του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης Α.Ε. (Μ.Ο.Δ. Α.Ε.), που ιδρύθηκε με το ν. 2372/1996 (Α΄ 29), κατά προτεραιότητα, ή από προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας. Η απόσπαση διενεργείται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του ν. 4440/2016, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Διοικητικής Ανασυγκρότησης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή αυτής. Η απόσπαση του υπαλλήλου μπορεί να παρατείνεται με την ίδια διαδικασία για τουλάχιστον μια ακόμη τριετία, ενώ μπορεί να διακόπτεται με την ίδια διαδικασία και πριν από τη λήξη του χρόνου αυτής. Το αποσπώμενο προσωπικό εξακολουθεί να λαμβάνει το σύνολο των αποδοχών του με τα πάσης φύσεως επιδόματα της οργανικής θέσης του, από το φορέα από τον οποίο αποσπάται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους.».

1. Οι διαδικασίες μετάταξης των υπαλλήλων των υποθηκοφυλακείων και των κτηματολογικών γραφείων που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 4512/2018, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και εκκρεμούν στον πρώτο ή τον δεύτερο βαθμό, καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

2. α. Στην παρ. 2Α του άρθρου 182 του ν. 4512/2018 η φράση «της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 1Α» αντικαθίσταται από τη φράση «της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 1».
β. Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4Α του άρθρου 182 του ν. 4512/2018 προστίθεται στο τέλος φράση ως εξής:
«, καθώς και η βεβαιότητα παραλαβής».
γ. Στην παρ. 7 του άρθρου 182 του ν. 4512/2018 η φράση «της παραγράφου 3» αντικαθίσταται από τη φράση «της παραγράφου 4».
δ. Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 185 του ν. 4512/2018 η φράση «έξι (6) μήνες» αντικαθίσταται από τη φράση «τρεις (3) μήνες».

3. Από την υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 35 του ν. 4509/2017 διαγράφεται η φράση «του συνολικού αριθμού οργανικών θέσεων του Κλάδου αυτών οριζομένου σε έξι (6)» και από την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4509/2017 διαγράφεται ο αριθμός 5.

1. Στο Παράρτημα ΙΙ με τίτλο «ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΜΟΙΒΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ» του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208) προστίθεται η φράση:
«ΓΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΠΡΑΞΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΛΥΣΗΣ ΓΑΜΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥ 321 ευρώ».

2. Στην περίπτωση δ΄ του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. 111376/11.1.2012 κ.υ.α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Καθορισμός δικαιωμάτων συμβολαιογράφων» (Β΄ 13), προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Για την πράξη με την οποία βεβαιώνεται η λύση του γάμου και επικυρώνονται οι έγγραφες συμφωνίες των συζύγων οφείλονται πάγια δικαιώματα και δεν καταβάλλεται τέλος χαρτοσήμου για αυτές.».

1. Στην παρ. 7 του άρθρου 35 του ν. 4129/2013, μετά τη φράση «κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3986/2011,» προστίθεται η φράση «ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για αρχική σύμβαση ή για τροποποίηση υφιστάμενης σύμβασης και ανεξάρτητα από το αν η τροποποιούμενη σύμβαση είχε υπαχθεί στον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου,».

2. Από 30.6.2018 οι οργανικές θέσεις των Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου αυξάνονται κατά τρεις (3), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε σαράντα επτά (47). Από την ίδια ανωτέρω ημερομηνία, οι οργανικές θέσεις των Συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου αυξάνονται κατά τρεις (3), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τριάντα τρεις (33).

3. Στην παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) προστίθεται από την έναρξη ισχύος του, εδάφιο β΄ ως εξής:
«Ομοίως, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 12 του ν. 2539/1997 και του άρθρου 40 του ν. 3772/2009, που ισχύουν για το Ελεγκτικό Συνέδριο.».

1. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να χρηματοδοτεί τη φοίτηση, για απόκτηση πρώτου πτυχίου, μέχρι είκοσι (20) υπαλλήλων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) καταστημάτων κράτησης, ετησίως, σε προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), με γνωστικό αντικείμενο την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Το εν λόγω προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών καταρτίζεται και υλοποιείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ειδικότερα προβλεπομένων στο άρθρο 42 του ν. 4369/2016 (Α΄ 33).
Η χρηματοδότηση για το εν λόγω Πρόγραμμα του Ε.Α.Π. ανέρχεται σε ποσό ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) των προβλεπόμενων διδάκτρων συμμετοχής των υπαλλήλων για τις θεματικές ενότητες που απαιτούνται κατ’ έτος για την απόκτηση πτυχίου σε τέσσερα (4) έτη. Η χρηματοδότηση προβλέπεται για την παρακολούθηση κάθε θεματικής ενότητας, μία φορά. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται, ετησίως, ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης που, με την ιδιότητά τους αυτή, συμμετέχουν στο Πρόγραμμα, ο τρόπος επιλογής τους, το ύψος της χρηματοδότησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
Οι ως άνω επιλεγέντες υπάλληλοι υποχρεούνται να επιλέξουν και να παρακολουθήσουν την κατεύθυνση ή θεματική ενότητα του Προγράμματος με θέματα Αντεγκληματικής – Σωφρονιστικής πολιτικής ή διοίκησης.

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 62/2014 (Α΄ 105), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 60 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο θεσμός της ηλεκτρονικής επιτήρησης θα εφαρμοσθεί πιλοτικά για χρονικό διάστημα σαράντα οκτώ (48) μηνών και θα αφορά:».

3. Η περίπτωση 2 της παρ. 1 του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/1999, Α΄ 291) αντικαθίσταται ως εξής:
«2) Δεν εκκρεμεί κατά του καταδίκου ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή έκδοσης σε τρίτη χώρα.».

4. Στην παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) προστίθεται περίπτωση κε΄ ως εξής:
«κε) σε υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 692/1977 (Α΄ 260) και το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 4285/2014 (Α΄ 191), όπως ισχύουν.».

1.α. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου ΙΑ του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3284/2004, Α΄ 217), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76), αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Της εγγραφής του στην Α΄ τάξη ελληνικού σχολείου της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ή σχολείου της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που ακολουθεί το υποχρεωτικό ελληνικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και διδασκαλίας και της συνέχισης παρακολούθησης ελληνικού σχολείου ή σχολείου που ακολουθεί το υποχρεωτικό ελληνικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και διδασκαλίας κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης αίτησης της παραγράφου 2.».
β. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1Β του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3284/2004, Α΄ 217), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1Α του ν. 4332/2015 (Α΄ 76), μετά τις λέξεις «ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα» προστίθεται η φράση:
«ή σχολείου που ακολουθεί το υποχρεωτικό ελληνικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και διδασκαλίας στην Ελλάδα».

2. Το εδάφιο δ΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τους συζύγους Ελλήνων διπλωματικών υπαλλήλων και υπαλλήλων που υπηρετούν στις διπλωματικές και προξενικές αρχές του Υπουργείου Εξωτερικών προσμετράται για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου και ο χρόνος παραμονής τους στο εξωτερικό λόγω της υπηρεσίας των Ελλήνων συζύγων τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει, οποτεδήποτε, ένα (1) έτος διαμονής στην Ελλάδα.».

3. Στο άρθρο 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Ο αλλοδαπός που κατέχει κάθε έγκυρο τίτλο διαμονής, εκτός των προσωρινών, και πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 μπορεί να ζητήσει την πολιτογράφησή του εφόσον διαμένει στην Ελλάδα νόμιμα για δώδεκα (12) συνεχή έτη πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης.»

4. Το άρθρο 25 του ν. 3838/2010 (Α΄ 49) καταργείται. Εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αιτήσεις πολιτογράφησης που υποβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25 του ν. 3838/2010 εξακολουθούν να εξετάζονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τις διατάξεις του παρόντος.

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3838/2010 (Α΄ 49), προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Η απόφαση πολιτογράφησης εκδίδεται με τα ονοματεπωνυμικά στοιχεία του αιτούντος, όπως αυτά αποδίδονται στην επίσημη μετάφραση της νομίμως επικυρωμένης αλλοδαπής πράξης γεννήσεώς του. Αίτημα για διόρθωση των στοιχείων αυτών ως προς την ορθογραφική ή φθογγολογική τους απόδοση μετά την έκδοση της απόφασης πολιτογράφησης που δεν οφείλεται σε εκ παραδρομής σφάλμα, υποβάλλεται στην υπηρεσία του Δήμου στον οποίο διενεργήθηκε η εγγραφή του αιτούντος, συνοδευόμενο με τα απαραίτητα προς τούτο δικαιολογητικά. Η σχετική διόρθωση γίνεται με πράξη δημάρχου.».

6.α. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76) αντικαθίσταται ως εξής:
«α) τον Ειδικό Τομεακό Γραμματέα Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών, ως Πρόεδρο, και ως μέλη,».
β. Η περίπτωση ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76) αντικαθίσταται ως εξής:
«ε) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής,».

7. Σε περίπτωση απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση όσων υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 3832/1958 (Α΄ 128), δεν αποτελεί προϋπόθεση του διορισμού ή της πρόσληψής τους στο δημόσιο τομέα η συμπλήρωση ενός (1) έτους από την απόκτησή της, κατά παρέκκλιση της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26).

Η αληθής έννοια της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 3023/2002 (Α΄ 146) είναι ότι το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της κρατικής χρηματοδότησης, την οποία λαμβάνουν οι δικαιούχοι της περίπτωσης ε.α) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, είναι ανεκχώρητο έναντι των τραπεζικών απαιτήσεων που γεννώνται από τις δανειακές συμβάσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου γέννησης αυτών.

Η προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης οργανισμών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224), για τη συμμετοχή φορέων ως υπηρεσιών υποδοχής στο Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας (ΕΣΚ), δεν απαιτείται, εφόσον με αιτιολογημένη έκθεση του οικείου φορέα, η οποία εγκρίνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, βεβαιώνεται ότι οι υπηρεσιακές ανάγκες για τη λειτουργία του καλύπτονται από τις υφιστάμενες οργανικές διατάξεις.

1. Στο τέλος του άρθρου 4 του ν.4440/2016 (Α΄ 224) προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:
«5. Σε περίπτωση που, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων, ο φορέας προέλευσης δεν βεβαιώνει την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος, οι προϋποθέσεις αυτές τεκμαίρεται ότι πληρούνται. Ειδικά για την αξιολόγηση των τυπικών προσόντων των υποψηφίων σε περίπτωση που η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, τα τριμελή όργανα του άρθρου 7 του παρόντος λαμβάνουν υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση του υποψηφίου.».

2. Στο τέλος του α΄ εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4440/2016 προστίθενται εδάφια, ως εξής:
«Οι αιτήσεις προτίμησης μπορούν να υποβάλλονται για τις θέσεις έως και τριών (3) φορέων κατ’ ανώτατο όριο. Η αίτηση επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν.1599/1986 (Α΄ 75) και η ανακρίβεια των δηλούμενων στοιχείων επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.».

3. Τα β΄ και γ΄ εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4440/2016 αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση που η προκηρυσσόμενη θέση αφορά κλάδο ή ειδικότητα των κατηγοριών ΠΕ ή ΤΕ, το αρμόδιο τριμελές όργανο της παραγράφου 1 του παρόντος καλεί τους τρεις (3) επικρατέστερους για τη θέση υποψηφίους σε συνέντευξη, εντός πέντε (5) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος. Σε περίπτωση που η προκηρυσσόμενη θέση αφορά κλάδο ή ειδικότητα των κατηγοριών ΔΕ ή ΥΕ, το αρμόδιο τριμελές όργανο της παραγράφου 1 του παρόντος, εφόσον κρίνει αναγκαίο, δύναται να καλέσει τους τρεις (3) επικρατέστερους για τη θέση υποψηφίους σε συνέντευξη εντός πέντε (5) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος, άλλως συντάσσει αμελλητί το πρακτικό επιλογής του επομένου εδαφίου.».

4. Η παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4440/2016 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«4. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης η υπηρεσία υποδοχής ενημερώνει εντός τριών (3) ημερών τον επιλεγέντα υπάλληλο, καθώς και την υπηρεσία προέλευσής του, καλώντας τους να υποβάλλουν τα αναγκαία δικαιολογητικά για την έκδοση της πράξης μετάταξης ή απόσπασης, εφόσον αυτά δεν έχουν υποβληθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Σε περίπτωση που εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ανωτέρω ενημέρωση ο υποψήφιος παραιτείται ή δεν προσκομίζει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών του προσόντων ή η υπηρεσία προέλευσης προσκομίσει δικαιολογητικά, από τα οποία βεβαιώνεται η μη πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του παρόντος για τον επιλεγέντα, η υπηρεσία του φορέα υποδοχής ενημερώνει αμελλητί το τριμελές όργανο του άρθρου 7 του ν. 4440/2016 για την υπόδειξη του επικρατέστερου επιλαχόντα σύμφωνα με το πρακτικό επιλογής της προηγούμενης παραγράφου. Κατόπιν, η πράξη μετάταξης ή απόσπασης εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο της υπηρεσίας υποδοχής εντός των οριζόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 προθεσμιών και κοινοποιείται αμέσως στην υπηρεσία προέλευσης του υπαλλήλου, καθώς και στον ίδιο, ο οποίος υποχρεούται να αναλάβει υπηρεσία στη νέα του θέση το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την ως άνω κοινοποίηση. Σε περίπτωση απόσπασης ή μετάταξης υπαλλήλου από ΚΕΠ η προθεσμία ανάληψης υπηρεσίας είναι δύο (2) μήνες από την κοινοποίηση, διάστημα εντός του οποίου ο οικείος Δήμαρχος μεριμνά για την κάλυψη της κενωθείσας θέσης, προκειμένου να μην μειωθεί ο αριθμός των υπηρετούντων υπαλλήλων. Πράξεις μετάταξης ή απόσπασης που εκδίδονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο ανακαλούνται μετά την έκδοσή τους μόνο για λόγους που αφορούν τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 4.».

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διαδικασίες αξιολόγησης υποψηφίων για τις οποίες δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη η πρώτη συνεδρίαση του αρμόδιου τριμελούς οργάνου του άρθρου 7 του ν. 4440/2016. Ειδικά για την ολοκλήρωση του Α΄ Κύκλου Κινητικότητας, η προθεσμία της παραγράφου 1 για τους φορείς προέλευσης ξεκινά από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

1. Αποσπάσεις υπαλλήλων που λήγουν στις 15.4.2018, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016, δύνανται να παρατείνονται έως και 31.12.2018, κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου και. απόφασης του αρμοδίου για το διορισμό οργάνου του φορέα υποδοχής, χωρίς να απαιτείται γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.

2. Υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 4440/2016 δύνανται να μεταταχθούν στην υπηρεσία που είναι αποσπασμένοι κατόπιν αίτησής τους που υποβάλλεται στο φορέα υποδοχής εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τη μετάταξη εκδίδεται απόφαση των αρμοδίων για το διορισμό οργάνων, μετά από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του φορέα υποδοχής, εφόσον υφίσταται, χωρίς να απαιτείται η έκδοση εγκριτικής απόφασης της ΠΥΣ 33/2006, όπως ισχύει. Η μετάταξη διενεργείται σε κενή θέση κλάδου της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας και αν δεν υπάρχει με μεταφορά της θέσης που κατέχει ο υπάλληλος, με την ίδια σχέση εργασίας και διατήρηση της τυχόν προσωπικής διαφοράς στις αποδοχές. Σε περίπτωση που η απόσπαση του υπαλλήλου λήγει πριν από τη δημοσίευση της πράξης μετάταξης, η απόσπαση παρατείνεται μέχρι την έκδοση της πράξης μετάταξης.

3. Η κάλυψη των δαπανών μισθοδοσίας των αποσπάσεων και μετατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4440/2016.

1. Το ελληνικό δημόσιο αναγνωρίζει τις δαπάνες για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής στο πλαίσιο του έργου «ΣΥΖΕΥΞΙΣ I», οι οποίες παρασχέθηκαν μετά τη λήξη των από 30.5.2014 συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ των παρόχων και του ελληνικού δημοσίου, ήτοι από την 1η Οκτωβρίου 2016, έως τη δημοσίευση του παρόντος υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Η «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.» πιστοποιεί την παροχή στους οικείους φορείς των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους όρους των από 30.5.2014 συμβάσεων.
β) Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αναγνωρίζει τις απαιτήσεις των παρόχων των υπηρεσιών σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 2, 6 και 7 του ν. 3086/2002 (Α΄ 324). Στο πλαίσιο της συμβιβαστικής επίλυσης των εκάστοτε αιτουμένων απαιτήσεων, το Δημόσιο με τα οικεία πρακτικά συμβιβασμού προβαίνει σε εκπτώσεις ποσοστού τουλάχιστον είκοσι τοις εκατό (20%) επί της αρχικής οικονομικής προσφοράς των αναδόχων των από 30.5.2014 συμβάσεων, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις αιτιολογημένες προτάσεις της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης και της «Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε.».
γ) Κατά την εξόφληση των ποσών που αναφέρονται στα εγκεκριμένα πρακτικά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εκδίδονται κατόπιν σχετικών αιτήσεών τους, οι πάροχοι αποδέχονται με σχετική έγγραφη δήλωσή τους ανεπιφύλακτα τα πρακτικά αυτά, παραιτούνται από οποιαδήποτε άλλη αξίωση, ανεξαρτήτως νομικής βάσης, προερχόμενη από την ως άνω αιτία, καθώς και από τυχόν σχετική εκκρεμή δικαστική διαδικασία.

2. Το ελληνικό δημόσιο αναγνωρίζει τις δαπάνες για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής στο πλαίσιο του έργου «ΣΥΖΕΥΞΙΣ I», οι οποίες παρέχονται σύμφωνα με τους όρους των από 30.5.2014 συμβάσεων από τη δημοσίευση του παρόντος και για περίοδο έως δύο (2) ετών υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) Η «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.» πιστοποιεί την παροχή στους οικείους φορείς των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πληροφορικής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους όρους των από 30.5.2014 συμβάσεων.
β) Ο ανάδοχος αποδέχεται τις από 30.5.2014 συμβάσεις για τις νησίδες 1,2,4,5,6 και δικτύου κορμού με έκπτωση ποσοστού τουλάχιστον δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της αρχικής οικονομικής προσφοράς, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις αιτιολογημένες προτάσεις της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης και της «Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε.», καθώς και περαιτέρω έκπτωση ποσοστού 5% επί της αρχικής οικονομικής προσφοράς, εφόσον παρέλθει χρόνος μικρότερος ή ίσος των έξι (6) μηνών έως την ημερομηνία εξόφλησης της αναλογούσας πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 8 των οικείων συμβάσεων.
γ) Ο ανάδοχος αποδέχεται την από 30.5.2014 σύμβαση για τη νησίδα 3 με έκπτωση ποσοστού τουλάχιστον 20% επί της αρχικής οικονομικής προσφοράς, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις αιτιολογημένες προτάσεις της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης και της «Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε.».
δ) Η αναγνώριση των απαιτήσεων των παρόχων για το ως άνω διάστημα πραγματοποιείται με τη διαδικασία των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1.
ε) Σε περίπτωση που εντός της ανωτέρω περιόδου, ήτοι δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος, επιτευχθεί βάσει νέας σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων πλήρης μετάπτωση και παροχή αντίστοιχων, με τις ανωτέρω, υπηρεσιών που εμπίπτουν στο έργο «ΣΥΖΕΥΞΙΣ II», τότε η εφαρμογή των προβλέψεων της παρούσας παραγράφου παύει.

Το άρθρο 6 του ν. 1234/1982 (Α΄ 23) καταργείται.

Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004 (Α΄ 187), όπως ισχύει, προστίθενται περιπτώσεις αα΄ και ββ΄ ως εξής:
«αα) Συμβάσεις για μίσθωση χώρου και χρόνου σε πάσης φύσεως μέσα μαζικής επικοινωνίας, έντυπης, διαδικτυακής ή κάθε άλλης μορφής (όπως ιδίως έντυπα, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο, διαφήμιση σε ψηφιακά μέσα, εξωτερική, σταθερή και κινητή διαφήμιση) για την εν γένει τουριστική προβολή της Ελλάδας στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, με διαφημιστικό υλικό που παρέχει ο ΕΟΤ, συνάπτονται απευθείας με το μέσο ή τον εκπρόσωπό του ή τον αντιπρόσωπό του, ανεξαρτήτως ποσού, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού και με την επιφύλαξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού καθορίζονται τα θέματα σχετικά με τη διαδικασία και τον καθορισμό των δικαιολογητικών πληρωμής των σχετικών δαπανών, καθώς και κάθε άλλη διαδικαστική λεπτομέρεια.
ββ) Σε τρίτες χώρες οι προμήθειες των ειδών, η ανάθεση των υπηρεσιών και της εκτέλεσης των εργασιών που απαιτούνται για την τουριστική προβολή της Ελλάδας διενεργούνται απευθείας από τα Γραφεία Εξωτερικού του Ε.Ο.Τ, κατ’εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 168 του ν. 3566/2007 (Α΄ 117), μετά από έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ.. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις χώρες στις οποίες δεν υπάρχουν Γραφεία του Ε.Ο.Τ., οπότε η ανάθεση γίνεται από την Κεντρική Υπηρεσία του Ε.Ο.Τ. αποκλειστικά και μόνο για την εκτέλεση προγραμμάτων προβολής, διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων και πάσης φύσεως δράσεις προβολής και προώθησης (όπως ιδίως συμμετοχή σε εκθέσεις ή σε διάφορες εκδηλώσεις ή δράσεις δημοσίων σχέσεων) και σε συνεργασία με τις κατά τόπους αρμόδιες ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές, όπου κριθεί ότι απαιτείται.».

1. Προστίθεται περίπτωση γ΄ στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α΄155) ως εξής:
«γ. Τουριστικά καταλύματα σε κτίρια αρχιτεκτονικής κληρονομιάς:
Τουριστικά καταλύματα δύνανται να λειτουργούν και σε κτίρια που έχουν χαρακτηριστεί βάσει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας ως «διατηρητέα» ή «νεώτερα μνημεία», καθώς και σε προϋφιστάμενα του 1955 κτίρια για τα οποία το οικείο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής του άρθρου 7 του ν. 4495/2017, βάσει αναλυτικής τεχνικής έκθεσης, φωτογραφικής τεκμηρίωσης και εμπεριστατωμένης γνωμοδότησής του, διαπιστώνει τον παραδοσιακό αρχιτεκτονικό και μορφολογικό χαρακτήρα τους, τηρουμένων των προδιαγραφών που ισχύουν για κάθε συγκεκριμένη μορφή καταλύματος και με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3028/2002.
Κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα εντός των ως άνω κτιρίων, που έχουν αδειοδοτηθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατατάσσονται αυτοδίκαια σε κατηγορίες αστέρων ως εξής: τα ΑΑ΄ και Α΄ τάξης στην κατηγορία 4 αστέρων, τα Β΄ τάξης στην κατηγορία 3 αστέρων και τα λοιπά στην κατηγορία των 2 αστέρων. Η ως άνω -προσωρινή κατάταξη ισχύει μέχρι τις 31.12.2018, ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η επανακατάταξη του συνόλου των κύριων τουριστικών καταλυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4276/2014.
Μη κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα εντός των ως άνω κτιρίων κατατάσσονται αντίστοιχα ως εξής: τα Α΄ τάξης σε 4 κλειδιών, τα Β΄ τάξης σε 3 κλειδιών και τα Γ΄ τάξης σε 2 κλειδιών.».

2. Η περίπτωση στστ΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 1, καθώς και η παράγραφος 10 του άρθρου 49 καταργούνται.

Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 7 του άρθρου 166 του ν. 4070/2012 (Α΄82) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«7.α. Στους υφιστάμενους κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, τουριστικούς λιμένες, χορηγείται άδεια ολικής ή τμηματικής λειτουργίας, εφόσον ο φορέας διαχείρισης του λιμένα υποβάλει μέχρι τις 31.12.2020:
α) αίτηση συνοδευόμενη από τη σύμβαση παραχώρησης δικαιωμάτων εκμετάλλευσης, όπου αυτή απαιτείται ή την υπουργική απόφαση παραχώρησης,
β) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων σε ισχύ ή βεβαίωση υποβολής μελετών για την έγκριση ή την ανανέωση περιβαλλοντικών όρων,
γ) τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στα στοιχεία β΄, δ΄ και ε΄ της παρ.10.1 του άρθρου 160 του ν. 4070/2012,
δ) ΦΕΚ χωροθέτησης ή, για τους προ του ν. 2160/1993 (Α΄118) τουριστικούς λιμένες, έγκριση της θέσης δημιουργίας του τουριστικού λιμένα.».

Παρατείνονται κατά ένα (1) μήνα οι προθεσμίες:
α) για την έκδοση συμψηφιστικών χρηματικών ενταλμάτων, τακτικών και προπληρωμής, δημοσίων επενδύσεων, σύμφωνα με την περίπτωση ι΄ της παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει, και την παρ. 1 του άρθρου 104 του ίδιου νόμου, καθώς και για τη διενέργεια των αντίστοιχων λογιστικών εγγραφών για την εμφάνιση των πληρωμών του Π.Δ.Ε. που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2017 στη δημόσια ληψοδοσία, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 161 του ν. 4270/2014,
β) για την απόδοση λογαριασμού των Χ.Ε.Π., που θα εκδοθούν για το σκοπό αυτό, κατά την παρ. 2 του άρθρου 104 του ν. 4270/2014 και
γ) για τη διενέργεια των τακτοποιητικών λογιστικών εγγραφών για την εμφάνιση των εξόδων των προξενικών αρχών, που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2017 στον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Ειδικώς για τις πληρωμές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έτους 2017 του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής και ειδικής διάταξης, οι Δημοσιονομικές Υπηρεσίες Εποπτείας και Ελέγχου (Δ.Υ.Ε.Ε.) στους νομούς:
α) ορίζονται δευτερεύοντες διατάκτες, στους οποίους μεταβιβάζονται οι σχετικές πιστώσεις και
β) εκδίδουν τα σχετικά συμψηφιστικά χρηματικά εντάλματα για την εμφάνιση στη δημόσια ληψοδοσία των πληρωμών που διενεργήθηκαν από τις Περιφέρειες, σε εκτέλεση των εγκεκριμένων από τον Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης Συλλογικών Αποφάσεων Έργων Περιφερειακού επιπέδου (ΣΑΕΠ).

Το άρθρο 25 της υποπαραγράφου Δ9 της παρ. Δ΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94) και η παρ. IV, με τίτλο «Δαπάνες διαμονής του άρθρου 25», του άρθρου Μόνου της με αριθμό 2/73/ΔΕΠ/4.1.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 20), καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

1. Το π.δ. 96/2017 «Οργανισμός Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:
α) Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 17.2. του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Καταστήματα Κράτησης τύπου Α:
αα) Κορυδαλλού I,
ββ) Θεσσαλονίκης,
γγ) Λάρισας,
δδ) Ιωαννίνων,
εε) Άμφισσας,
στστ) Ναυπλίου,
ζζ) Χανίων,
ηη) Κομοτηνής,
θθ) Κορυδαλλού II,
ιι) Κορίνθου,
ιαια) Κω,
ιβιβ) Νεάπολης και
ιγιγ) Χίου.»
β) Η υποπερίπτωση ζζ΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 17.2. του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«ζζ) Νιγρίτας».
γ) Η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 17.2. του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«αα) ΕΠΙΛΟΓΗ Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θήβας.».
δ) Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Τις Διευθύνσεις των Καταστημάτων Κράτησης Κορυδαλλού I, Πατρών, Λάρισας και Θεσσαλονίκης συγκροτούν τα εξής Τμήματα:
αα) Τμήμα Διοίκησης,
ββ) Τμήμα Οικονομικού,
γγ) Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας,
δδ) Τμήμα φύλαξης. Το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού I συγκροτείται από δύο (2) Τμήματα Φύλαξης.
Τις Διευθύνσεις των Καταστημάτων Κράτησης Πατρών, Λάρισας και Θεσσαλονίκης συγκροτούν και το εξής Τμήμα:
εε) Τμήμα Εξωτερικής Φρούρησης.».
ε) Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Τις Διευθύνσεις των Καταστημάτων Κράτησης Κορυδαλλού II, Ιωαννίνων, Άμφισσας, Ναυπλίου, Κομοτηνής, Αλικαρνασσού, Τρίπολης, Κέρκυρας, Χαλκίδας και του Καταστήματος Κράτησης Νέων Βόλου συγκροτούν τα εξής Τμήματα:
αα) Διοίκησης Οικονομικού,
ββ) Τμήμα Φύλαξης,
γγ) Τμήμα Εξωτερικής Φρούρησης. Το Τμήμα Εξωτερικής φρούρησης του ΚΚ Ναυπλίου είναι αρμόδιο για την εξωτερική φρούρηση του κλειστού τμήματος του Αγροτικού ΚΚ Τίρυνθας. Το Τμήμα Εξωτερικής Φρούρησης του ΚΚ Κορυδαλλού II είναι αρμόδιο για την εξωτερική φρούρηση των Καταστημάτων Κράτησης του συγκροτήματος Κορυδαλλού.».
στ) Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Τις Διευθύνσεις των Καταστημάτων Κράτησης Μαλανδρίνου, Τρικάλων, Χανίων, Δομοκού, Γρεβενών, Νιγρίτας συγκροτούν τα εξής Τμήματα:».
ζ) Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 αντικαθίσταται ως εξής:
«ι) Τη Διεύθυνση του «ΕΠΙΛΟΓΗ Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θήβας» συγκροτούν τα εξής Τμήματα:».
η) Το άρθρο 45 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι οργανικές θέσεις του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέρχονται συνολικά στις πέντε χιλιάδες εξακόσιες δέκα (5610).».
θ) Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Κλάδος ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων, θέσεις: εκατόν πενήντα μία (151)».
ι) Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 46 αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Κλάδος ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, θέσεις: εξήντα πέντε (65)».
ια) Στο άρθρο 49 του π.δ. 96/2017 (Α΄ 136) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Ο προϊστάμενος Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού I επικουρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του από δύο (2) υποδιευθυντές των κλάδων ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων ή ΤΕ Διοικητικού Λογιστικού.».

2. Οι δέκα (10) θέσεις προσωπικού που συστήνονται με τις περιπτώσεις θ΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του παρόντος θα διατεθούν στα δύο (2) Καταστήματα Κράτησης Κορυδαλλός I και Κορυδαλλός II.

3. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται «Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού» νοείται το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού I και όπου αναφέρεται «Τμήμα Γυναικών» ή «Παράρτημα Γυναικών» ή «Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Κορυδαλλού» νοείται το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού II.

1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 2121/1993 (Α΄ 25) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ΟΠΙ δεν μπορεί να έχει ως σκοπό τη συλλογική διαχείριση πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50 του ν. 4481/2017 (Α΄ 100), μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 51Α του ν. 4481/2017 να ανατίθεται στον ΟΠΙ, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού κατόπιν γνώμης του Δ.Σ. του ΟΠΙ, εκτάκτως και προσωρινά, με σκοπό τη διασφάλιση της είσπραξης και διανομής των δικαιωμάτων των δικαιούχων και την τήρηση της νομιμότητας χρήσης πνευματικών έργων, η διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων μελών του οργανισμού ή της οντότητας του άρθρου 50 του ν. 4481/2017 (Α΄ 100), η άδεια του οποίου ανακλήθηκε, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη, έως ότου τη συλλογική διαχείριση αναλάβει άλλος οργανισμός συλλογικής διαχείρισης.».

2. Στο άρθρο 2 του π.δ. 311/1994 (Α΄ 165) προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής:
«γ) Η έκτακτη διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων μελών οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50 του ν. 4481/2017 (Α΄ 100), η άδεια του οποίου ανακλήθηκε και η σύναψη νέων συμβάσεων ανάθεσης και εκπροσώπησης με δικαιούχους, με σκοπό τη διασφάλιση της είσπραξης και διανομής των δικαιωμάτων των δικαιούχων και την τήρηση της νομιμότητας χρήσης πνευματικών έργων.».

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 311/1994 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ΟΠΙ διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.).»

4. Η παρ. 5 του άρθρου 3 του π.δ. 311/1994 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Το Δ.Σ. βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται τουλάχιστον τέσσερα (4) από τα μέλη του, μεταξύ των οποίων απαραίτητα ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.».

5. Στο άρθρο 11 του π.δ. 311/1994 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Συστήνεται στον ΟΠΙ Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων με αρμοδιότητα την άσκηση όλων των αναγκαίων ενεργειών για την έκτακτη διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων μελών οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50 του ν. 4481/2017 (Α΄ 100), η άδεια του οποίου ανακλήθηκε, τη σύναψη νέων συμβάσεων ανάθεσης και εκπροσώπησης με δικαιούχους, την είσπραξη, διανομή και απόδοση των δικαιωμάτων των δικαιούχων, την τήρηση της νομιμότητας χρήσης πνευματικών έργων και την ενημέρωση των δικαιούχων για την πορεία και το έργο της έκτακτης διαχείρισης των δικαιωμάτων τους.
Η Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων λειτουργεί για όσο χρόνο ο ΟΠΙ ασκεί τα καθήκοντα του άρθρου 51Α του ν. 4481/2017, υπάγεται απευθείας στο Δ.Σ. του ΟΠΙ και εποπτεύεται από αυτό. Η Ειδική Υπηρεσία διοικείται από το πρόσωπο που διορίζεται επικεφαλής της (προσωρινός διαχειριστής).».

6. Η παρ. 9 του άρθρου 46 του ν. 4481/2017 (Α΄ 100) τροποποιείται ως εξής:
«9. Η απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ή των ανεξάρτητων οντοτήτων διαχείρισης του άρθρου 50 τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».

7. Στο ν. 4481/2017 (Α΄ 100) μετά το άρθρο 51 προστίθεται άρθρο 51Α ως εξής:
«Άρθρο 51Α
1. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων ανατίθεται στον ΟΠΙ, εκτάκτως και προσωρινά, μέχρις ότου τη συλλογική διαχείριση αναλάβει άλλος οργανισμός και πάντως για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη. Τα καθήκοντα αυτά ασκεί η Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων της παρ. 3 του άρθρου 11 του π.δ. 311/1994 (Α΄ 165). Με την ίδια απόφαση διορίζεται προσωρινός διαχειριστής, ο οποίος έχει την ευθύνη διαχείρισης των δικαιωμάτων των δικαιούχων. Ως προσωρινός διαχειριστής επιλέγεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ανάλογης επαγγελματικής εμπειρίας σε οικονομικά ή νομικά θέματα. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να είναι και υπάλληλος του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οπότε θεωρείται αυτοδίκαια αποσπασμένος στη θέση αυτή για το χρονικό διάστημα άσκησης των καθηκόντων του. Ο χρόνος υπηρεσίας που διανύεται στη θέση αυτή λογίζεται, ως προς όλες τις συνέπειες, ως πραγματική υπηρεσία στην οργανική του θέση. Μετά τη λήξη της θητείας του, ο διορισθείς επανέρχεται αυτοδικαίως στη θέση που κατείχε πριν την τοποθέτησή του. Με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΠΙ, μετά από εισήγηση του προσωρινού διαχειριστή, συνάπτονται οι αναγκαίες για την έκτακτη διαχείριση συμβάσεις έργου και συμβάσεις προμηθειών ή παροχής υπηρεσιών, οι οποίες έχουν έκτακτο και κατεπείγοντα χαρακτήρα, κατά παρέκκλιση του Κανονισμού Προμηθειών του ΟΠΙ, ενώ εξαιρούνται και από τις γενικές ή ειδικές διατάξεις του ν. 4412/2016 (Α΄ 147) και του ν. 4413/2016 (Α΄ 148). Για την υποβοήθηση του έργου του προσωρινού διαχειριστή, ο ΟΠΙ δύναται, μετά από πρόταση του προσωρινού διαχειριστή, να συνάπτει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με νομικούς, οικονομικούς ή τεχνικούς συμβούλους, καθώς και με προσωπικό διοικητικής υποστήριξης, ύστερα από έγκριση των προσώπων και της αμοιβής τους από το Δ.Σ. του ΟΠΙ. Η διάρκεια των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών δεν δύναται να υπερβαίνει τη χρονική διάρκεια της έκτακτης διαχείρισης.
Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου μεταβιβάζονται στον ΟΠΙ τα χρηματικά ποσά που τηρούνται στους χωριστούς ειδικούς λογαριασμούς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 17 για να τα αποδώσει στους δικαιούχους. Για τον ίδιο σκοπό μεταβιβάζονται στον ΟΠΙ τυχόν αξιόγραφα και λοιποί άυλοι τίτλοι, οι οποίοι αφορούν σε δικαιώματα δικαιούχων. Κατά την εξόφληση των τίτλων αυτών αφαιρείται το ποσό της προμήθειας που ίσχυε κατά το χρόνο της ανάκλησης της άδειας του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή της ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50, το οποίο καταβάλλεται στον εν λόγω οργανισμό ή οντότητα. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται η αμοιβή του προσωρινού διαχειριστή, ο τρόπος εκτέλεσης και οι διατυπώσεις έναρξης και λήξης άσκησης των καθηκόντων του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Ο προσωρινός διαχειριστής υποχρεούται να υποβάλει εξαμηνιαία έκθεση πεπραγμένων στο διοικητικό συμβούλιο του ΟΠΙ και στον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού.
2. Οι συμβάσεις ανάθεσης και εκπροσώπησης του οργανισμού ή της ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50, του οποίου η άδεια ανακλήθηκε, λύονται αυτοδικαίως. Από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1, θεωρείται αυτοδικαίως ότι συνάπτονται νέες όμοιες συμβάσεις μεταξύ των δικαιούχων και του ΟΠΙ, καθώς και των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και του ΟΠΙ, για το χρονικό διάστημα που υπολείπεται στην προηγούμενη σύμβαση, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της έκτακτης διαχείρισης. Οι δικαιούχοι και οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης έχουν δικαίωμα να αντιταχθούν στην παραπάνω ανάθεση και εκπροσώπηση από τον ΟΠΙ εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1, κοινοποιώντας εγγράφως στον ΟΠΙ δήλωσή τους ότι δεν επιθυμούν να εκπροσωπηθούν από αυτόν. Οι δικαιούχοι και οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ενημερώνονται από την Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων για τη δυνατότητά τους αυτή με κάθε πρόσφορο μέσο. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4481/2017.
3. Οι διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος νόμου και των άρθρων 18, 35 παρ. 7, 49 και 69 παρ. 2 του ν. 2121/1993 (Α΄ 25) ισχύουν και υπέρ της έκτακτης διαχείρισης των δικαιωμάτων από τον ΟΠΙ.
4. Στην Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο, στο βαθμό που αυτά είναι συμβατά με το σκοπό της έκτακτης διαχείρισης. Στο πλαίσιο της λειτουργίας της Ειδικής Υπηρεσίας και για όσο χρόνο διαρκεί η έκτακτη διαχείριση, λειτουργεί γενική συνέλευση μελών και εποπτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 9 και 10 για τους ΟΣΔ. Ρητά εξαιρούνται από τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 και η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όσον αφορά στην εκλογή και την παύση μελών διοικητικού συμβουλίου, στον ορισμό γενικού διευθυντή, αμοιβής αυτών, καθώς και αμοιβής των μελών του εποπτικού συμβουλίου.
5. Κατά τη διάρκεια της έκτακτης διαχείρισης της παραγράφου 1, ο οργανισμός συλλογικής διαχείρισης ή η ανεξάρτητη οντότητα διαχείρισης του άρθρου 50, η άδεια του οποίου ανακλήθηκε, υποχρεούται να επιτρέπει χωρίς κανέναν περιορισμό την πρόσβαση προσώπων εξουσιοδοτημένων από τον ΟΠΙ στο φυσικό, ψηφιοποιημένο και ψηφιακό αρχείο τεκμηρίωσης ή/και έργων των δικαιούχων που εκπροσωπούσε κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας, καθώς και σε κάθε άλλο αρχείο που είναι απαραίτητο για το έργο της διαχείρισης των δικαιωμάτων. Για τους σκοπούς της έκτακτης διαχείρισης και της εποπτείας, ο ΟΠΙ καθίσταται νόμιμος χρήστης των αρχείων. Ως πρόσβαση νοείται και η δυνατότητα εγκατάστασης προσώπων εξουσιοδοτημένων από τον ΟΠΙ στις εγκαταστάσεις του οργανισμού ή της ανεξάρτητης οντότητας του άρθρου 50 για τον ανωτέρω σκοπό. Ο ΟΠΙ λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία και τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του φυσικού, ψηφιοποιημένου και ψηφιακού αρχείου τεκμηρίωσης ή/και έργων των δικαιούχων του οργανισμού ή της ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης του άρθρου 50, η άδεια του οποίου ανακλήθηκε και οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να συνδράμουν προς τους ανωτέρω σκοπούς. Ο ΟΠΙ δεν φέρει ευθύνη για τυχόν καταστροφή ή αλλοίωση του φυσικού, ψηφιοποιημένου και ψηφιακού αρχείου τεκμηρίωσης ή/και έργων των δικαιούχων για οποιαδήποτε αιτία, εκτός από δόλο ή βαριά αμέλεια.
6. Όποιος εμποδίζει, παρακωλύει με κάθε τρόπο ή μέσο, αρνείται την πρόσβαση στα αρχεία της παραγράφου 5, αποκρύπτει ή αφαιρεί έγγραφα και στοιχεία και με τις πράξεις του αυτές καθυστερεί, δυσχεραίνει ή αναιρεί το ως άνω έργο του ΟΠΙ, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
7. Σε περίπτωση εκποίησης ή μεταβίβασης του αρχείου της προηγούμενης παραγράφου για οποιαδήποτε αιτία, το ελληνικό Δημόσιο έχει δικαίωμα προτίμησης.
8. Η γενική συνέλευση των μελών της Ειδικής Υπηρεσίας έκτακτης διαχείρισης αποφασίζει για τον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, ο οποίος θα αναλάβει τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών μεταφέρεται η δραστηριότητα της Ειδικής Υπηρεσίας στο διάδοχο οργανισμό συλλογικής διαχείρισης και ρυθμίζονται τα θέματα αποτίμησης αξίας των μεταβιβαζόμενων στοιχείων και ο τρόπος καταβολής του ποσού που τυχόν προκύψει από το διάδοχο οργανισμό προς τον ΟΠΙ.
9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού εγκρίνεται το ύψος του ποσού της έκτακτης επιχορήγησης στον ΟΠΙ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για τα έκτακτα και προσωρινά καθήκοντα που αναλαμβάνει η Ειδική Υπηρεσία έκτακτης διαχείρισης δικαιωμάτων δυνάμει του παρόντος άρθρου. Η εν λόγω επιχορήγηση δεν επηρεάζει το χαρακτήρα της νομικής φύσης του ΟΠΙ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 69 του ν. 2121/1993.».

Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 4440/2016 (Α΄ 224) αντικαθίσταται από την έναρξη ισχύος της ως εξής:
«α) σε πολιτικά γραφεία του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98), σε γραφεία αιρετών σε Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης για να διατεθούν, βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 1878/1990 (Α΄ 33) και των άρθρων 2 και 3 του ν. 1895/1990 (Α΄ 116), σε γραφεία Κομμάτων και Βουλευτών της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και στο γραφείο του Έλληνα Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.».

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Σύμβασης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 75 αυτής.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 


Αθήνα, 4 Απριλίου 2018

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Υπουργοί

Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ

Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

Υγείας
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΝΘΟΣ

Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ

Εσωτερικών
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ

Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

Οικονομικών
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ

Διοικητικής Ανασυγκρότησης
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

Μεταναστευτικής Πολιτικής
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΙΤΣΑΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΣΚΑΣ

Εθνικής Άμυνας
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ

Εξωτερικών
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Πολιτισμού και Αθλητισμού
ΛΥΔΙΑ ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ

Τουρισμού
ΕΛΕΝΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 5 Απριλίου 2018

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

 

 

Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2021

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν για το φορολογικό έτος 2021