ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4251/2014 Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις.

Τελευταία ενημέρωση σύμφωνα με το Ν.4713/29.07.2020
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 80
01 Απριλίου 2014
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4251
Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού:

α) Αλλοδαπός είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ή που είναι ανιθαγενής.

β) Πολίτης τρίτης χώρας είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

γ) Ανιθαγενής είναι το φυσικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1954 περί του καθεστώτος των ανιθαγενών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν. 139/1975 (Α' 176).

δ) Πολίτης της Ένωσης: Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους - μέλους της Ένωσης.

ε) Αντικειμενικά στερούμενος διαβατηρίου: πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος αποδεικνύει, αντικειμενική αδυναμία εφοδιασμού με διαβατήριο ή ταξιδιωτικό έγγραφο λόγω ιδιαίτερων συνθηκών ή καταστάσεων.

στ) Πρόσφυγας: O πολίτης τρίτης χώρας ή ανιθαγενής στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης.

ζ) Δικαιούχος διεθνούς προστασίας: Ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής στον οποίο έχει χορηγηθεί από την αρμόδια ελληνική αρχή καθεστώς πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας.

η) Δικαιούχος επικουρικής προστασίας: Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του π.δ. 141/2013, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή στην περίπτωση ανιθαγενούς στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 15 του π.δ. 141/2013 και που δεν μπορεί, ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί, να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.

θ) Δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία: Το ειδικό ατομικό δελτίο που εκδίδεται για τον αιτούντα κατά τη διάρκεια της εξέτασης του αιτήματός του από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές παραλαβής και του επιτρέπει την παραμονή στην ελληνική επικράτεια μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί του αιτήματος.

ι) Ασυνόδευτος ανήλικος είναι το πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, το οποίο φθάνει στην Ελλάδα, χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικα υπεύθυνο για τη φροντίδα του, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ή πρακτική και για όσο χρόνο κανένας υπεύθυνος ενήλικας δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του ή ο ανήλικος που εγκαταλείπεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην Ελλάδα.

ια) Θύμα εμπορίας ανθρώπων είναι τόσο το φυσικό πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι, ώστε να θεωρηθεί θύμα οποιουδήποτε από τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 323, 323Α, 323Β, 339 παράγραφοι 1 και 4, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α, 348Β, 349, 351 και 351Α του Π.Κ., πριν ασκηθεί η ποινική δίωξη για αυτό όσο και εκείνο σε βάρος του οποίου τελέστηκε κάποιο από τα παραπάνω εγκλήματα για τα οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη, ανεξάρτητα από το εάν αυτό έχει εισέλθει στη χώρα νόμιμα ή παράνομα. Θύμα εμπορίας ανθρώπων, κατά το προηγούμενο εδάφιο, είναι το θύμα του εγκλήματος του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα, όταν αυτό είναι ανήλικος.
Ο χαρακτηρισμός «θύμα εμπορίας ανθρώπων» αποδίδεται με Πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τόσο αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης για έγκλημα που προβλέπεται στα άρθρα 323, 323Α, 323Β, 339 παράγραφοι 1 και 4, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α, 348Β, 349, 351 και 351Α του Π.Κ. όσο και πριν ασκηθεί ποινική δίωξη για κάποιο από αυτά τα αδικήματα. Στην τελευταία περίπτωση, για την έκδοση της εν λόγω Πράξης απαιτείται έγγραφη γνωμοδότηση, που συντάσσεται από δύο επιστήμονες με ειδικότητα ψυχιάτρου, ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού, οι οποίοι υπηρετούν σε Υπηρεσία ή σε Μονάδα Προστασίας και Αρωγής των άρθρων 2, 3 και 4 του π.δ. 233/2003, όπως αυτό ισχύει, ή στην Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, ΜΚΟ ή στο ΔΟΜ ή σε Διεθνείς Οργανώσεις ή σε άλλους εξειδικευμένους και αναγνωρισμένους από το κράτος φορείς προστασίας και αρωγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2, 3 και 4 του π.δ. 233/2003. Η Πράξη χαρακτηρισμού εκδίδεται ανεξαρτήτως εάν το θύμα συνεργάζεται με τις διωκτικές Αρχές, σε όσες περιπτώσεις ο ανωτέρω Εισαγγελέας κρίνει, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών, ότι συντρέχουν οι όροι του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 233/2003 ή ότι το θύμα δεν συνεργάζεται εξαιτίας απειλών που στρέφονται κατά προσώπων της οικογένειάς του που βρίσκονται στην Ελλάδα ή στη χώρα της προέλευσης του ή οπουδήποτε αλλού και ότι, εάν αυτό δεν προστατευθεί ή εάν απομακρυνθεί από τη χώρα αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο τα προαναφερόμενα πρόσωπα.
Η ανωτέρω διαδικασία εφαρμόζεται και για την περίπτωση χαρακτηρισμού προσώπου ως «θύματος παράνομης διακίνησης μεταναστών», όπως ορίζεται στην περίπτωση ιβ' του παρόντος άρθρου.

ιβ) Θύμα παράνομης διακίνησης μεταναστών είναι τόσο το φυσικό πρόσωπο, για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί θύμα οποιουδήποτε από τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 29 παράγραφοι 5 και 6 και 30 του παρόντος, όταν τελούνται από εγκληματικές οργανώσεις, κατά το άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ., πριν ασκηθεί η ποινική δίωξη για αυτό όσο και εκείνο σε βάρος του οποίου τελέστηκε κάποιο από τα παραπάνω εγκλήματα για τα οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη, εφόσον αυτό έχει εισέλθει στη χώρα παράνομα.

ιγ) Παράνομη παραμονή: Παρουσία στην ελληνική επικράτεια πολίτη τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή έχει πάψει να πληροί, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του Κανονισμού 562/2006 (Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν) ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής της κείμενης νομοθεσίας.

ιδ) Ομοιόμορφη Θεώρηση (Visa C): Ομοιόμορφη θεώρηση τύπου C είναι η θεώρηση που ισχύει για ολόκληρη την επικράτεια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφαρμόζουν τις διατάξεις του κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων και χορηγείται ενόψει διέλευσης από ή πρόθεση παραμονής στην επικράτεια των κρατών - μελών, η οποία δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οποιασδήποτε περιόδου 180 ημερών στο έδαφος των κρατών-μελών της ενισχυμένης συνεργασίας Σένγκεν.

ιε) Θεώρηση Μακράς διάρκειας (Εθνική θεώρηση - Visa D): Θεώρηση εισόδου D είναι η εξουσιοδότηση που χορηγείται από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές για την είσοδο και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια για διάστημα που υπερβαίνει τις 90 ημέρες και μπορεί να ανέλθει έως 365 ημέρες, με βάσει αντίστοιχες για το καθεστώς διαμονής πολιτών τρίτων χωρών, εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή το ενωσιακό δίκαιο.

ιστ) Άδεια διαμονής (οριστικός τίτλος διαμονής) είναι κάθε είδους πιστοποίηση που παρέχεται από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 2 περίπτωση α' του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «Για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών» (ΕΕ L 157/15.6.2002), όπως κάθε φορά ισχύει, και βάσει της οποίας, επιτρέπεται σε πολίτη τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην Ελληνική Επικράτεια.

ιστi) «Ενιαία άδεια»: άδεια διαμονής που εκδίδεται από τις ελληνικές αρχές με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, (EEL 157, 15.6.2002), όπως ισχύει, στην οποία αναγράφονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης στην αγορά εργασίας, βάσει της οποίας επιτρέπεται στον πολίτη τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην ελληνική επικράτεια με σκοπό την εργασία.

ιζ) Βεβαίωση κατάθεσης αίτησης: Έγγραφο πιστοποίησης προσωρινής νόμιμης διαμονής, ετήσιας διάρκειας, που χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για την παραλαβή των αιτήσεων των πολιτών τρίτων χωρών που αφορούν σε χορήγηση ή ανανέωση αδειών διαμονής, εφόσον τα απαιτούμενα δικαιολογητικά είναι πλήρη. Η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει δικαίωμα κυκλοφορίας εντός του χώρου Schengen. Σε έκτακτες περιστάσεις δύναται να παρέχει δικαίωμα εξόδου του κατόχου της προς άλλη τρίτη χώρα εκτός κρατών - μελών Σένγκεν, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Στην περίπτωση αυτή, τίθεται προθεσμία επιστροφής, μετά την πάροδο της οποίας ο κάτοχος της βεβαίωσης δεν γίνεται πλέον δεκτός στο ελληνικό έδαφος.

ιη) Ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής: Προσωρινός τίτλος διαμονής που χορηγείται σε πολίτες τρίτων χωρών που τελούν σε καθεστώς δικαστικής προστασίας ο οποίος δεν επιτρέπει στον κάτοχό του ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ιθ) Αποδεικτικό φορολογικών υποχρεώσεων: Επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος της φορολογικής δήλωσης, εφόσον είχε υποβληθεί φορολογική δήλωση το προηγούμενο έτος ή επικυρωμένο αντίγραφο υποβληθείσας φορολογικής δήλωσης, εάν κατά το έτος υποβολής της αίτησης ανανέωσης της άδειας διαμονής υπεβλήθη για πρώτη φορά φορολογική δήλωση.

κ) Μετάκληση: Διαδικασία, με την οποία καθίσταται δυνατή η είσοδος και διαμονή πολίτη τρίτης χώρας για παροχή εξαρτημένης εργασίας στην Ελλάδα, σε συγκεκριμένο εργοδότη και για ορισμένο είδος απασχόλησης.

κα) Απασχόληση: Η άσκηση δραστηριοτήτων που καλύπτουν οποιαδήποτε μορφή εργασίας ρυθμιζόμενη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική για λογαριασμό ή υπό τη διεύθυνση ή/και την εποπτεία εργοδότη.

κβ) Σύμβαση εργασίας: Έγγραφη συμφωνία με την οποία ο μισθωτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει επί ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο δε εργοδότης πρέπει να καταβάλλει το συμφωνηθέντα μισθό και να παρέχει κάθε προστασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία. Η σύμβαση εργασίας διέπεται κυρίως από τους εκάστοτε ισχύοντες ειδικούς εργατικούς νόμους και από τις διατάξεις του άρθρου 648 του Α.Κ..

κβi) «Εργαζόμενος τρίτης χώρας»: κάθε πολίτης τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στην ελληνική επικράτεια και ο οποίος διαμένει νομίμως και του έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής με δικαίωμα εργασίας, στο πλαίσιο εξαρτημένης σχέσης εργασίας στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

κγ) Παροχή υπηρεσιών ή έργου: Εργασία για την εκτέλεση υπηρεσίας ή έργου, η οποία δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση ή έλεγχο από τον εργοδότη και επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

κδ) Εποχική εργασία: Δραστηριότητα που πραγματοποιείται στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα έως έξι (6) συνολικά μήνες, ανά περίοδο δώδεκα (12) μηνών, σε τομέα εποχικής απασχόλησης με περιοδικό χαρακτήρα εντός του έτους. Ως τέτοιοι νοούνται τομείς που σχετίζονται με εποχικές συνθήκες, κατά τη διάρκεια των οποίων το αναγκαίο επίπεδο εργατικού δυναμικού είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για τις συνήθεις δραστηριότητες.

κε) Εποχικά εργαζόμενος: Ο πολίτης τρίτης χώρας που διατηρεί τον κύριο τόπο κατοικίας του σε τρίτη χώρα και διαμένει νόμιμα και προσωρινά για λόγους απασχόλησης στην ελληνική επικράτεια σε τομέα δραστηριότητας που εξαρτάται από την αλλαγή των εποχών βάσει μιας ή περισσότερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται απευθείας μεταξύ του πολίτη τρίτης χώρας και του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα.

κστ) Εργαζόμενοι ειδικού σκοπού: Πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται και διαμένουν στην Ελλάδα, βάσει ειδικής νομοθεσίας, ειδικών διακρατικών συμφωνιών ή προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας.

κζ) Άδεια για προσωρινή διαμονή: Κάθε είδους πιστοποίηση που παρέχεται από τις ελληνικές αρχές και με βάση την οποία επιτρέπεται σε πολίτη τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, για συγκεκριμένο σκοπό και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που συναρτάται με την ολοκλήρωση του σκοπού.

κη) Ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα: Η δραστηριότητα που αποβλέπει στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση, καθώς και από κάθε άλλη επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος.

κθ) Επενδυτική δραστηριότητα: Η πραγματοποίηση επένδυσης που έχει, κατά αρμόδια κρίση, θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την εθνική οικονομία.

λ) Οικονομικά ανεξάρτητα άτομα: Πολίτες τρίτων χωρών που διαθέτουν επαρκείς πόρους σε επίπεδο σταθερού ετήσιου εισοδήματος για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης.

λα) Οικογενειακή επανένωση: Η είσοδος και η διαμονή στη χώρα των μελών της οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα, προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της οικογένειάς του, ασχέτως εάν οι οικογενειακοί δεσμοί δημιουργήθηκαν πριν ή μετά από την είσοδό του στη χώρα.

λβ) Συντηρών: Ο πολίτης τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα και υποβάλλει αίτηση οικογενειακής επανένωσης, προκειμένου να επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή στα μέλη της οικογένειάς του στην Ελλάδα, όπως αυτά προσδιορίζονται στον παρόντα Κώδικα.

λγ) Μέλη οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας:
α. Ο έτερος των συζύγων, εφόσον έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, καθώς και τα κάτω των 18 ετών άγαμα, κοινά τέκνα τους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν νομίμως υιοθετηθεί στην Ελλάδα με δικαστική απόφαση ή με αλλοδαπή δικαστική απόφαση που είναι αυτοδικαίως εκτελεστή ή έχει κηρυχθεί εκτελεστή ή έχει αναγνωρισθεί το δεδικασμένο της στην Ελλάδα.
β. Τα λοιπά, κάτω των 18 ετών, άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του ετέρου των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων των τέκνων που έχουν, κατά τα ανωτέρω, υιοθετηθεί, εφόσον η άσκηση της επιμέλειας έχει νομίμως ανατεθεί για μεν τα τέκνα του συντηρούντος σε αυτό, για δε τα τέκνα του ετέρου συζύγου στον σύζυγο αυτόν.

λδ) Αυτοτελές δικαίωμα διαμονής: Το δικαίωμα διαμονής των μελών οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας που έχουν γίνει δεκτά στην ελληνική επικράτεια για
λόγους οικογενειακής επανένωσης το οποίο διατηρείται αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

λε) Μέλος οικογένειας Έλληνα πολίτη:
(α) ο/η σύζυγος,
(β) ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α ο/η Έλληνας πολίτης έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης εφόσον τούτο καταρτίστηκε στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής,
(γ) ανεξαρτήτως ιθαγένειας: οι κατιόντες, συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή, των συζύγων ή των συντρόφων, οι οποίοι είναι κάτω των 21 ετών ή ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον είναι συντηρούμενοι, καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου, όπως ορίζεται στην περίπτωση β ' κατά την ανωτέρω διάκριση, ως προς την ηλικία, καθώς και τα τέκνα που έχουν υιοθετηθεί, επίσης κατά την ανωτέρω διάκριση,
(δ) ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι συντηρούμενοι απευθείας ανιόντες, καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/ της συντρόφου, όπως ορίζεται στην περίπτωση β',
(ε) κάθε άλλο μέλος της οικογένειας Έλληνα πολίτη ή του ετέρου των συζύγων ή συντρόφων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, το οποίο δεν εμπίπτει στα αναφερόμενα στις ανωτέρω περιπτώσεις πρόσωπα, εφόσον το μέλος τούτο συντηρείται από Έλληνα πολίτη ή τον έτερο των συζύγων ή των συντρόφων και σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον Έλληνα πολίτη.

λστ) Προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής : Το δικαίωμα διαμονής των μελών οικογένειας Έλληνα που διατηρείται αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

λζ) Επί μακρόν διαμένων είναι ο πολίτης τρίτης χώρας που αποκτά την ανωτέρω ιδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 90 του παρόντος Κώδικα.

λη) Άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος: Κάθε είδους πιστοποίηση που παρέχεται από τις ελληνικές αρχές κατά την ένταξη του πολίτη τρίτης χώρας στο καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος και με βάση την οποία επιτρέπεται σε αυτόν να διαμένει νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου α' της παρ. 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) με αρίθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «Για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών» (ΕΕ L 157/15.6.2002).
λθ) Πρώτο κράτος - μέλος: Το κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ενέταξε πολίτη τρίτης χώρας στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος για πρώτη φορά.

μ) Δεύτερο κράτος - μέλος: Κάθε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλο από εκείνο που ενέταξε για πρώτη φορά στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος πολίτη τρίτης χώρας και στο οποίο ο εν λόγω επί μακρόν διαμένων ασκεί το δικαίωμα διαμονής του.

μα) Σπουδαστής: Πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε Ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στον οποίον επετράπη η είσοδος στην Ελληνική Επικράτεια για να έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από την Ελλάδα, ήτοι διπλώματος, πιστοποιητικού ή διδακτορικού σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που τυχόν συμπεριλαμβάνει προπαιδευτικό κύκλο για τις εν λόγω σπουδές βάσει του εθνικού δικαίου ή υποχρεωτική πρακτική άσκηση.

μβ) Ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: Κάθε είδος Ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ή θεωρείται αναγνωρισμένο δυνάμει του εθνικού δικαίου και το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, παρέχει αναγνωρισμένα πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή άλλα αναγνωρισμένα προσόντα τριτοβάθμιου επιπέδου, ανεξάρτητα από την ονομασία των Ιδρυμάτων αυτών, ή κάθε ίδρυμα το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, παρέχει επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση τριτοβάθμιου επιπέδου. Στην έννοια των πτυχίων περιλαμβάνονται το Πτυχίο Ανώτατης Εκπαίδευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του ν. 4485/2017 (Α' 114) (επίπεδο 6, με βάση το Εθνικό και Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων) και το Δίπλωμα/Πτυχίο Ανώτερης Σχολής (επίπεδο 5, με βάση το Εθνικό και Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων).

μγ) Πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας: Πρόγραμμα δραστηριοτήτων έμπρακτης αλληλεγγύης, το οποίο βασίζεται σε πρόγραμμα που αναγνωρίζεται από την Ελλάδα ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκει στόχους γενικού ενδιαφέροντος και έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο του οποίου οι δραστηριότητες δεν αμείβονται, εκτός από την επιστροφή των εξόδων και/ή την αποζημίωση για μικροέξοδα. Η έννοια της αναγνώρισης για τους σκοπούς του παρόντος αφορά στην παροχή χρηματοδότησης είτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε από εθνικούς πόρους, είτε από συγχρηματοδότηση.

μδ) Επαγγελματική κατάρτιση: Κατάρτιση, για την εφαρμογή του παρόντος, είναι η φοίτηση σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), Κολλέγια, Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης και Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών (Ε.Ε.Σ.).

με) Έρευνα: Η πρωτότυπη εργασία που αναλαμβάνεται με συστηματικό τρόπο για να αυξηθεί το σύνολο των γνώσεων, συμπεριλαμβανομένης της γνώσης του ανθρώπου, του πολιτισμού και της κοινωνίας, καθώς και η χρησιμοποίηση αυτού του συνόλου γνώσεων για νέες εφαρμογές.

μστ) Ερευνητικός οργανισμός: Κάθε ιδιωτικός ή δημόσιος οργανισμός που πραγματοποιεί έρευνα, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.

μζ) Ερευνητής: Πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος κατέχει διδακτορικό πτυχίο ή κατάλληλο τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που δίνει πρόσβαση στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας σε διδακτορικά προγράμματα και ο οποίος επιλέγεται από ερευνητικό οργανισμό και γίνεται δεκτός στο έδαφος κράτους - μέλους για να υλοποιήσει ερευνητική δραστηριότητα για την οποία απαιτείται συνήθως ο ανωτέρω τίτλος.

μη) Απασχόληση υψηλής ειδίκευσης: Απασχόληση προσώπου, το οποίο:
i) προστατεύεται με βάση την ελληνική εργατική νομοθεσία ως μισθωτός, που παρέχει γνήσια και αποτελεσματική εργασία για λογαριασμό ή υπό την καθοδήγηση άλλου, ανεξάρτητα από το νομικό τύπο που η σχέση αυτή έχει περιβληθεί,
ii) αμείβεται και
iii) έχει την απαιτούμενη επαρκή και ειδική γνώση, που αποδεικνύεται από υψηλά επαγγελματικά προσόντα, όπως αυτά ορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο.

μθ) Μπλε κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Μπλε κάρτα της ΕΕ»): Η άδεια που φέρει τη μνεία «Μπλε κάρτα της ΕΕ» και επιτρέπει στον κάτοχό της να διαμένει και να εργάζεται νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 111 του παρόντος Κώδικα.

ν) Τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: Διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλοι τίτλοι τυπικών προσόντων, εκδοθέντα από αρμόδια αρχή με τα οποία πιστοποιείται η επιτυχής ολοκλήρωση προγράμματος εκπαίδευσης μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, δηλαδή μιας δέσμης μαθημάτων που παρέχονται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το κράτος στο οποίο βρίσκεται ως ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος, ένας τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης λαμβάνεται υπόψη, υπό τον όρο ότι οι σπουδές που απαιτήθηκαν για την απόκτησή του διήρκεσαν τουλάχιστον τρία έτη.

να) Επαγγελματική εμπειρία: Ο χρόνος πραγματικής και νόμιμης άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος.

νβ) Νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα: Το νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, εδάφιο α' του υπ' αρίθμ. 38/2010 προεδρικού διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» (Α' 78).

νγ) Επιστροφή πολίτη τρίτης χώρας: Διαδικασία επανόδου πολίτη τρίτης χώρας είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά:
α) στη χώρα καταγωγής του ή
β) σε χώρα διέλευσης, σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις ή
γ) σε άλλη τρίτη χώρα στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός.

νδ) Απόφαση επιστροφής: Διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή πολίτη τρίτης χώρας στην ελληνική επικράτεια και του επιβάλλεται η υποχρέωση επιστροφής.

νε) Απομάκρυνση: Εκτέλεση της απόφασης επιστροφής με φυσική μεταφορά του πολίτη τρίτης χώρας εκτός της ελληνικής επικράτειας.

νστ) Οικειοθελής αναχώρηση: Η τήρηση της υποχρέωσης επιστροφής εντός της προθεσμίας που ορίζεται για το σκοπό αυτόν στην απόφαση επιστροφής.

νζ) «Ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης»: κάθε διαδικασία που οδηγεί, βάσει ενιαίας αίτησης που υποβάλλεται από πολίτη τρίτης χώρας, σε απόφαση σχετικά με την εν λόγω αίτηση, με σκοπό να του χορηγηθεί άδεια διαμονής για εργασία στην ελληνική επικράτεια.

ξ) Ενδοεταιρική μετάθεση: η προσωρινή απόσπαση, η οποία έχει ως σκοπό την εργασία ή την εκπαίδευση πολίτη τρίτης χώρας που, κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης για άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης, διαμένει εκτός του εδάφους των κρατών-μελών της Ε.Ε. και διενεργείται από επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός του εδάφους κράτους-μέλους και έναντι της οποίας ο πολίτης τρίτης χώρας δεσμεύεται με σύμβαση εργασίας πριν από τη μετάθεση και κατά τη διάρκεια της, προς οντότητα που ανήκει στην ανωτέρω επιχείρηση ή στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, και, κατά περίπτωση, η κινητικότητα μεταξύ των οντοτήτων υποδοχής που είναι εγκατεστημένες σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη-μέλη.

ξα) Ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος: Κάθε πολίτης τρίτης χώρας που διαμένει εκτός του εδάφους των κρατών-μελών της Ε.Ε. κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης για άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης και ο οποίος υπόκειται σε ενδοεταιρική μετάθεση.

ξβ) Οντότητα υποδοχής: το νομικό πρόσωπο, στο οποίο μετατίθεται ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του, που είναι εγκατεστημένο, με βάση το ελληνικό δίκαιο, στην Ελλάδα.

ξγ) Διευθυντικό στέλεχος: Πρόσωπο που κατέχει ανώτερη θέση, το οποίο κατά κύριο λόγο ηγείται της διαχείρισης της οντότητας υποδοχής, υπό τη γενική εποπτεία ή καθοδήγηση κυρίως του διοικητικού συμβουλίου ή του συμβουλίου των μετόχων της επιχείρησης ή ισοδύναμο όργανο η θέση αυτή περιλαμβάνει: τη διεύθυνση της οντότητας υποδοχής ή τμήματος ή υποκαταστήματος της οντότητας υποδοχής, την εποπτεία και τον έλεγχο της εργασίας των άλλων εργαζομένων με εποπτικές, τεχνικές ή διοικητικές αρμοδιότητες, την αρμοδιότητα να προτείνουν προσλήψεις, απολύσεις ή άλλες ενέργειες που αφορούν το προσωπικό.

ξδ) Εξειδικευμένος εργαζόμενος: Πρόσωπο που εργάζεται εντός του ομίλου επιχειρήσεων και που διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις ουσιώδους σημασίας για τους τομείς δραστηριοποίησης, τις τεχνικές ή τη διοίκηση της οντότητας υποδοχής. Για την αξιολόγηση των εν λόγω γνώσεων λαμβάνονται υπόψη, πέραν των ειδικών γνώσεων των σχετικών με την οντότητα υποδοχής, τα υψηλού επιπέδου προσόντα για το συγκεκριμένο τύπο εργασίας ή δραστηριότητας που απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης επαγγελματικής πείρας, καθώς και της πιθανής ιδιότητας μέλους αναγνωρισμένων επαγγελμάτων.

ξε) Ασκούμενος εργαζόμενος: Πρόσωπο με πανεπιστημιακό πτυχίο που μετατίθεται σε οντότητα υποδοχής για λόγους επαγγελματικής εξέλιξης ή με σκοπό την απόκτηση εκπαίδευσης σε τεχνικές ή μεθόδους επιχειρήσεων και αμείβεται κατά τη διάρκεια της μετάθεσης.

ξστ) Άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης: Η άδεια που φέρει το ακρωνύμιο «ICT», η οποία παρέχει στον κάτοχο της το δικαίωμα να διαμένει και να εργάζεται στο έδαφος του πρώτου κράτους - μέλους, και, κατά περίπτωση, των δεύτερων κρατών - μελών, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 127Α και 127Β.

ξζ) Όμιλος επιχειρήσεων: Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες αναγνωρίζεται ότι συνδέονται, με βάση το άρθρο 2 του ν. 4172/2013 (Α' 167) με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: επιχείρηση σε άμεση ή έμμεση σχέση με άλλη επιχείρηση, η οποία κατέχει την πλειοψηφία του εγγεγραμμένου κεφαλαίου αυτής ή ελέγχει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με το μετοχικό της κεφάλαιο ή μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης ή αμφότερες οι επιχειρήσεις τελούν υπό την ενιαία διεύθυνση μιας μητρικής επιχείρησης.

ξη) Πρώτο κράτος-μέλος μετάθεσης: το κράτος-μέλος το οποίο πρώτο εκδίδει σε πολίτη τρίτης χώρας άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης.

ξθ) Δεύτερο κράτος-μέλος μετάθεσης: Οποιοδήποτε κράτος-μέλος, στο οποίο ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος προτίθεται να ασκήσει ή ασκεί το δικαίωμα κινητικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 127Β του παρόντος, πλην του πρώτου κράτους-μέλους.

οα) Ασκούμενος: Πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή συνεχίζει έναν κύκλο σπουδών σε τρίτη χώρα με σκοπό την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και γίνεται δεκτός στην Ελληνική Επικράτεια στο πλαίσιο προγράμματος πρακτικής άσκησης για τον σκοπό της απόκτησης γνώσεων, πρακτικής εξάσκησης και εμπειρίας σε επαγγελματικό περιβάλλον. Πολίτες τρίτων χωρών που έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο (2) ετών που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησης εισδοχής θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

οβ) Εθελοντής: Ο πολίτης τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στην Ελληνική Επικράτεια για να συμμετάσχει σε πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας.

ογ) Φορέας υποδοχής: Ο ερευνητικός οργανισμός, το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για το πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας ή ο φορέας υποδοχής ασκουμένων στον οποίο ο πολίτης τρίτης χώρας έχει τοποθετηθεί για τον σκοπό της πρακτικής άσκησης και ο οποίος λειτουργεί στην Ελληνική Επικράτεια, ανεξάρτητα από τη νομική του μορφή, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ειδικά, για τα προγράμματα πρακτικής άσκησης σε τουριστικές επιχειρήσεις, ως φορείς υποδοχής νοούνται μόνο τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως αυτά ορίζονται στην περίπτωση μβ.

οδ) Εργοδότης: Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο ή υπό τη διεύθυνση ή την εποπτεία του οποίου παρέχεται η εργασία.

οε) Πρώτο κράτος - μέλος: Το κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο πρώτο χορηγεί σε πολίτη τρίτης χώρας άδεια διαμονής για λόγους έρευνας ή σπουδών.

οστ) Δεύτερο κράτος - μέλος: Κάθε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλο από εκείνο που χορήγησε για πρώτη φορά άδεια διαμονής για λόγους έρευνας ή σπουδών.

οζ) Ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας: Τα χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τα κράτη - μέλη προγράμματα για την προώθηση της κινητικότητας των πολιτών τρίτων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στα κράτη - μέλη που συμμετέχουν στα αντίστοιχα προγράμματα. 

1. Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού δεν έχουν εφαρμογή στις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του:
α. Στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει.
β. Στους υπηρετούντες σε διπλωματικές και προξενικές αρχές υπαλλήλους που απολαύουν νομικού καθεστώτος υποκειμένου στη σύμβαση της Βιέννης του 1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970 (Α' 108), ή στη σύμβαση της Βιέννης του 1963 περί των προξενικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ν. 90/1975 (Α' 150), καθώς και σε ανακοινωθέντες στις αρμόδιες ελληνικές αρχές υπαλλήλους διεθνών οργανισμών, στο μέτρο που το νομικό τους καθεστώς διέπεται από τις οικείες διεθνείς συμβάσεις.
γ. Στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, καθώς και στους αιτούντες διεθνή προστασία, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
δ. Στα πρόσωπα που έχουν την άδεια να παραμείνουν στην Ελλάδα με βάση προσωρινή προστασία ή ζήτησαν την άδεια να παραμείνουν για το λόγο αυτόν και αναμένουν την έκδοση της σχετικής απόφασης.
ε. Στα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς επικουρικής προστασίας.

2. Πρόσωπα που έχουν περισσότερες ιθαγένειες, από τις οποίες η μία είναι ελληνική ή κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους το οποίο δεν είναι μέλος της Ε.Ε. αλλά εφαρμόζει το κοινοτικό κεκτημένο σε θέματα θεωρήσεων, αντιμετωπίζονται ως Έλληνες ή πολίτες των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχα και εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κώδικα αυτού.

3. Πρόσωπα που έχουν περισσότερες ιθαγένειες, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η ελληνική, είναι υποχρεωμένα να επιλέξουν ιθαγένεια, με δήλωσή τους στην αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο του οικείου κράτους.

4. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων που προβλέπονται:
α. Σε διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών - μελών της αφενός, και τρίτων χωρών αφετέρου.
β. Σε διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και τρίτων χωρών.
γ. Στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη της 18ης Οκτωβρίου 1961, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1426/1984 (Α' 32).

5. Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και στους ανιθαγενείς.

1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε:
α) πολίτες τρίτων χωρών που ζητούν την αρχική χορήγηση άδειας διαμονής στην ελληνική επικράτεια με σκοπό την εργασία, για έναν από τους τύπους άδειας διαμονής που αναφέρονται στην περίπτωση β' του παρόντος άρθρου,
βα) πολίτες τρίτων χωρών που κατέχουν άδεια διαμονής στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 και ως στελέχη της επένδυσης της παρ. Α' του άρθρου 16 του ν. 4251/2014,
ββ) πολίτες τρίτων χωρών που κατέχουν άδεια διαμονής στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17, 19 παράγραφος 7, 61, 64, 98, 114 και 122 του ν. 4251/2014.
γ) πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται ή έχουν γίνει δεκτοί στην ελληνική επικράτεια σύμφωνα με κάθε άλλη διάταξη με την οποία προβλέπεται η έκδοση άδειας διαμονής με δικαίωμα εργασίας.

2. Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται:
α) στις κατηγορίες προσώπων που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 4251/2014,
β) στα μέλη οικογένειας πολιτών της Ένωσης που άσκησαν ή ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός αυτής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Π.δ. 106/2007 (Α' 135),
γ) στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, απολαμβάνουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με εκείνα των πολιτών της Ένωσης δυνάμει συμφωνιών, είτε μεταξύ της Ένωσης και των κρατών - μελών είτε μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών,
δ) σε όσους εμπίπτουν στις διατάξεις του Π.δ. 219/2000 (Α' 190) με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 (EEL 18 της 21.1.1997),
ε) στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στην ελληνική επικράτεια σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/66/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 (EEL 157 της 27.5.2014),
στ) στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στην ελληνική επικράτεια ως εποχικοί εργαζόμενοι,
ζ) στους επί μακρόν διαμένοντες σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την Οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2003 (EEL 16 της 13.1.2004) και τα άρθρα 88 έως 106 του Ν. 4251/2014,
η) σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι υπόκεινται σε διαδικασία επιστροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3907/2011 (Α' 7) ή του Ν. 3386/2005 (Α' 212), η οποία έχει ανασταλεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους,
θ) σε πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί στην ελληνική επικράτεια ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4251/2014,
ι) σε πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση για εισδοχή ή έχουν γίνει δεκτοί ως ναυτικοί προς απασχόληση ή εργασία υπό οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο νηολογημένο σε κράτος - μέλος ή που φέρει τη σημαία κράτους - μέλους,
ια) σε πολίτες τρίτων χωρών, στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια να εργάζονται στην ελληνική επικράτεια για χρονικό διάστημα όχι ανώτερο των έξι μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4251/2014 ή έχουν γίνει δεκτοί σε άλλο κράτος - μέλος για λόγους σπουδών,
ιβ) σε πολίτες τρίτων χωρών, στους οποίους επιτρέπεται να εργάζονται βάσει εθνικής θεώρησης εισόδου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 4251/2014.

3. Η ενιαία άδεια διαμονής εκδίδεται ή ανανεώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του παρόντος, μέσα σε τέσσερις (4) μήνες το αργότερο, από την ημέρα υποβολής της αίτησης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Όταν διαπιστώνεται ότι για την έκδοση της άδειας διαμονής είναι απαραίτητη η προσκόμιση συμπληρωματικών δικαιολογητικών, η αρμόδια υπηρεσία ειδοποιεί με έγγραφη κλήση τον αιτούντα για προσκόμιση αυτών εντός εύλογης προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Μέχρι την προσκόμιση των συμπληρωματικών δικαιολογητικών, η ανωτέρω προθεσμία αναστέλλεται. Η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να παραταθεί μέχρι τρεις (3) μήνες σε εξαιρετικές περιπτώσεις που έχουν σχέση με την πολυπλοκότητα της εξέτασης της αίτησης. Εφόσον δεν ληφθεί απόφαση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 10 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999 (Α' 45), όπως ισχύει. Κατά τα λοιπά, δεν θίγονται οι διατάξεις του άρθρου 45 του Π.δ. 18/1989 (Α' 8).

4. Αίτηση για χορήγηση ενιαίας άδειας διαμονής θεωρείται απαράδεκτη, εάν εφαρμόζονται όγκοι εισδοχής και έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν. 4251/2014.

5. Στους πολίτες τρίτων χωρών, κατόχους ενιαίας άδειας διαμονής που εκδίδεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, παρέχεται ενημέρωση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την άδεια διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου ε' της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4018/2011 (Α' 215).

1. Σε κάθε πρόσωπο επιτρέπεται να εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος και να εξέρχεται από αυτό μόνον από τις ελεγχόμενες μεθοριακές διαβάσεις.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Οικονομικών, και Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού καθορίζονται οι αερολιμένες, οι λιμένες και τα χερσαία σημεία στα σύνορα της χώρας, μέσω των οποίων επιτρέπεται η είσοδος προσώπων στο ελληνικό έδαφος και η έξοδος από αυτό, καθώς και το περιεχόμενο του κάθε μορφής ελέγχου, τα όργανα ελέγχου και η διαδικασία εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων και των διοικητικών πράξεων, που έχουν σχέση με την είσοδο και την έξοδο προσώπων από τη χώρα.
Η επιτήρηση των χερσαίων και θαλασσίων συνόρων ενεργείται από τις αρμόδιες για το σκοπό αυτόν αστυνομικές και λιμενικές αρχές. Η είσοδος και η έξοδος εκτός των μεθοριακών διαβάσεων μπορεί να επιτραπεί κατά περίπτωση, για εξαιρετικούς λόγους, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης που καθορίζει και τον τρόπο διενέργειας του ελέγχου.

2. Ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και ενεργείται από τις κατά τόπους αρμόδιες, για το σκοπό αυτόν, αστυνομικές αρχές.

3. Για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού δεν συνιστά είσοδο στο ελληνικό έδαφος η παραμονή πολίτη τρίτης χώρας, εν διελεύσει, στη ζώνη διερχομένων αερολιμένος ή λιμένος της χώρας με σκοπό να συνεχίσει το ταξίδι του στην αλλοδαπή, με το ίδιο ή άλλο αεροσκάφος ή πλοίο.
Για την παραμονή στη ζώνη διερχομένων απαιτείται θεώρηση διέλευσης αεροδρομίου (VISA A) σε όσες περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπεται από το ενωσιακό κεκτημένο (Κοινοτικός Κώδικας Θεωρήσεων).
Ο πολίτης τρίτης χώρας, που παραμένει στη ζώνη διερχομένων, υποχρεούται να συνεχίσει το ταξίδι του. Αν δεν αναχωρήσει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, επιβιβάζεται σε αεροσκάφος ή πλοίο, με φροντίδα της αστυνομικής αρχής. Οι αερολιμενικές ή λιμενικές αρχές είναι υποχρεωμένες να συνδράμουν, εφόσον τους ζητηθεί.

4. Οι αρμόδιες αστυνομικές, τελωνειακές, λιμενικές και υγειονομικές αρχές διατηρούν το δικαίωμα να ελέγχουν τα πρόσωπα που παραμένουν στη ζώνη διερχομένων, εφόσον κρίνουν τούτο αναγκαίο.

5. Οι ελληνικές αρχές ελέγχου μπορεί να υποχρεώσουν σε άμεση αναχώρηση διερχόμενο πολίτη τρίτης χώρας αν διαπιστώσουν ότι δεν έχει θεώρηση εισόδου, όταν αυτή απαιτείται, και εισιτήριο για τη συνέχιση του ταξιδιού του, τόσο για τη χώρα προορισμού όσο και τις ενδιάμεσες χώρες, από το έδαφος των οποίων κατ' ανάγκη θα διέλθει.

6. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, είναι δυνατόν να καθορίζονται στα σύνορα της Χώρας προσωρινά σημεία διέλευσης προσώπων, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση ελέγχου της κυκλοφορίας των διερχόμενων προσώπων.
Οι ώρες και ο συνολικός χρόνος λειτουργίας αυτών των σημείων καθορίζονται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που επιβάλλουν την ανάγκη λειτουργίας τους και σε καμία περίπτωση δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, εκτός και αν εξαιρετικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν τη λειτουργία τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

1. Οι αποφάσεις απόρριψης αιτημάτων χορήγησης θεώρησης εισόδου, που λαμβάνονται από τις διπλωματικές και προξενικές αρχές, χρήζουν αιτιολογίας. Ειδικής αιτιολογίας χρήζουν και οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες κατηγορίες πολιτών τρίτων χωρών και υπό την επιφύλαξη της συνδρομής λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας:
α. Πολίτες τρίτων χωρών, μέλη οικογένειας Έλληνα, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση λε' της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
β. Πολίτες τρίτων χωρών, μέλη οικογένειας πολίτη άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
γ. Πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων η είσοδος, διαμονή, εγκατάσταση και απασχόληση στην Ελλάδα ζητείται κατ' εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ.
δ. Δικαιούχους διεθνούς προστασίας και τα μέλη της οικογένειάς τους.
ε. Πολίτες τρίτων χωρών, που απασχολούνται σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετακινούνται στην Ελλάδα για την εκτέλεση εργασίας ή έργου, στο πλαίσιο σχετικής συμβατικής υποχρέωσης.

2. Οι ελληνικές αρχές ελέγχου μπορούν να απαγορεύσουν, αιτιολογημένα, την είσοδο στην Ελλάδα πολίτη τρίτης χώρας, εφόσον διαπιστώσουν ότι στο πρόσωπο αυτού συντρέχει μία, τουλάχιστον, από τις παρακάτω περιπτώσεις:
α) Δεν διαθέτει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων, αναγνωρισμένο από την Ελλάδα.
β) Δεν διαθέτει έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθμ. 539/2001 του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής.
γ) Δεν αιτιολογεί το σκοπό και τις συνθήκες της προβλεπόμενης παραμονής, δεν διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης, τόσο για την προβλεπόμενη περίοδο παραμονής όσο και για την επιστροφή στη χώρα προέλευσης ή τη διέλευση προς τρίτη χώρα στην οποία η είσοδός του είναι εξασφαλισμένη, ή δεν μπορεί να εξασφαλίσει νομίμως τα μέσα αυτά.
δ) Είναι καταχωρισμένος/η στο Σύστημα Πληροφοριών SCHENGEN (SIS) ως ανεπιθύμητος/η.
ε) Θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε αν είναι καταχωρισμένος/η ως ανεπιθύμητος/η στις εθνικές βάσεις δεδομένων για τους οποίους υπάρχει απαγόρευση εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 82 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει.
στ) Το διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που κατέχει δεν εξασφαλίζει την επάνοδό του στη χώρα προέλευσης ή ιθαγένειάς του ή σε τρίτη χώρα.
ζ) Έρχεται με σκοπό να παραμείνει στην Ελλάδα για λόγο, ως προς τον οποίο απαιτείται η έκδοση άδειας διαμονής και δεν έχει την απαιτούμενη εθνική θεώρηση εισόδου.
η) Εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο σε παράνομη διακίνηση μεταναστών από οργανωμένη εγκληματική ομάδα, οπότε ανακαλείται η θεώρηση εισόδου που έχει χορηγηθεί, ενώ ενημερώνεται και ο κατάλογος ανεπιθύμητων αλλοδαπών του άρθρου 82 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει.
θ) Υπέβαλε πλαστό/ παραποιημένο ταξιδιωτικό έγγραφο.
ι) Υπέβαλε πλαστά ή παραποιημένα δικαιολογητικά ή υπάρχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου των δικαιολογητικών εγγράφων που υποβλήθηκαν ή την αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτούντα.

3. Σε περίπτωση συνδρομής μίας εκ των ανωτέρω περιπτώσεων επιδίδεται στον πολίτη τρίτης χώρας αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους άρνησης και έχει τη μορφή τυποποιημένου εντύπου, (Ενιαίο έντυπο άρνησης εισόδου στα σύνορα) όπως προβλέπεται στον Κώδικα Συνόρων SCHENGEN (Κανονισμός (ΕΚ) αρίθμ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα) άρθρο 13 (2) και στο Παράρτημα V, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθμ. 610/2013).

4. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη μπορεί, με απόφασή του, να επιτρέπει στις ελεγχόμενες μεθοριακές διαβάσεις και στα προσωρινά σημεία διέλευσης προσώπων την είσοδο πολίτη τρίτης χώρας, παρά την ύπαρξη απαγορευτικού λόγου της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον τούτο επιβάλλεται για σπουδαίους λόγους δημόσιου συμφέροντος ή ανωτέρας βίας ή διευκόλυνσης κίνησης ελληνικού πλοίου, η οποία δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με άλλο τρόπο.

5. Πολίτης τρίτης χώρας, που έχει εισέλθει στην Ελλάδα από τη ζώνη διερχομένων και δεν του επιτρέπεται η είσοδος στη χώρα προορισμού, δεν γίνεται δεκτός για επανείσοδο, εάν δεν πληροί εκ νέου τις προϋποθέσεις του παρόντος, εφόσον κατά την επιστροφή του μεσολάβησε είσοδός του σε τρίτη, ενδιάμεση, χώρα.

6. Δεν απαγορεύεται η είσοδος στην Ελλάδα προσώπου που αποδεικνύεται ότι έχει την ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν ακόμη στερείται διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου.

7. Οι ελληνικές αρχές ελέγχου εφόσον, κατά την είσοδο στην Ελλάδα πολίτη τρίτης χώρας που είναι κάτοχος άδειας διαμονής, διαπιστώσουν τη συνδρομή λόγων που δικαιολογούν την ανάκλησή της ή την απόρριψη εκκρεμούς αιτήματος, οφείλουν να το γνωστοποιήσουν αμέσως στην αρμόδια υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης, προκειμένου να κινηθεί η σχετική διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές απαγορεύεται η είσοδος του πολίτη τρίτης χώρας στην Ελλάδα μέχρι την έκδοση απόφασης για την ανάκληση ή μη της άδειας διαμονής ή την απόρριψη εκκρεμούς αιτήματος χωρίς οι ελληνικές αρχές εισόδου να παρακρατούν την άδεια διαμονής ή τη βεβαίωση υποβολής αιτήματος με πλήρη δικαιολογητικά.

1. Πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος οφείλει να κατέχει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες ελληνικές Αρχές, που πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:
α) η ισχύς του εκτείνεται τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, σε περίπτωση περισσότερων επισκέψεων, μετά την τελευταία προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών - μελών ωστόσο, σε αιτιολογημένη επείγουσα περίσταση, η υποχρέωση αυτή δύναται να αίρεται,
β) περιέχει τουλάχιστον δύο κενές σελίδες,
γ) εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας.

2. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το δίκαιο της ΕΕ και τις εθνικές ρυθμίσεις, θεώρηση εισόδου (VISA).

3. Η θεώρηση εισόδου εξετάζεται από την Προξενική Αρχή εντός της δικαιοδοσίας της οποίας διαμένει νομίμως ο πολίτης τρίτης χώρας, η οποία αποφασίζει και για τη χορήγησή της, αφού ληφθούν υπόψη λόγοι που αφορούν ιδίως στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας και τη δημόσια υγεία. Προξενική Αρχή εξετάζει αίτηση που έχει υποβάλει νομίμως παρών πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος όμως δεν διαμένει εντός της δικαιοδοσίας της και λαμβάνει σχετική απόφαση, εφόσον ο αιτών έχει αιτιολογήσει επαρκώς την υποβολή της αίτησης στην εν λόγω Προξενική Αρχή.
Η θεώρηση εισόδου διακρίνεται σε

  • ομοιόμορφη θεώρηση (Visa C),
  • σε θεώρηση Περιορισμένης Εδαφικής Ισχύος (Visa VTL),
  • σε θεώρηση Διέλευσης από Αερολιμένα (ATV) και
  • σε θεώρηση μακράς διάρκειας (εθνική θεώρηση - Visa D).

4. Πολίτης τρίτης χώρας, που δεν έχει υποχρέωση θεώρησης εισόδου, επιτρέπεται να εισέρχεται και να παραμένει στην ελληνική επικράτεια για διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οποιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.
Πολίτης τρίτης χώρας που εισέρχεται στη χώρα για τουρισμό, συνέδρια, πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις και γενικά για ολιγοήμερη διαμονή, μπορεί να παραμείνει προσωρινά χωρίς άδεια διαμονής, για όσο χρόνο ισχύει η προξενική θεώρηση ή για χρονικό διάστημα μέχρι 90 ημέρες εντός οποιασδήποτε περιόδου 180 ημερών εάν πρόκειται για πολίτη τρίτης χώρας στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος χωρίς προξενική θεώρηση.
Η περίοδος ισχύος μιας χορηγηθείσας θεώρησης ή/ και η επιτρεπόμενη διάρκεια παραμονής παρατείνεται σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού 810/2009 εφόσον ο κάτοχος της θεώρησης διαθέτει επαρκείς πόρους διαβίωσης και παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ανωτέρας βίας ή ανθρωπιστικών λόγων που τον εμπόδισαν να εγκαταλείψει την επικράτεια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος της θεώρησης ή της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής.
Η παράταση αυτή πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Η παράταση των θεωρήσεων λαμβάνει τη μορφή αυτοκόλλητης θεώρησης.

5. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται το ύψος του απαιτούμενου συναλλάγματος για κάθε ημέρα διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας στην Ελλάδα. Με όμοια απόφαση είναι δυνατή η αναπροσαρμογή του.

6. Σε έκτακτες περιπτώσεις, θεώρηση εισόδου επιτρέπεται να χορηγηθεί από τις υπηρεσίες ελέγχου διαβατηρίων κατά την άφιξη του πολίτη τρίτης χώρας στο σημείο εισόδου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κώδικα Θεωρήσεων.

7. Η εθνική θεώρηση εισόδου εκδίδεται βάσει των αντίστοιχων για την άδεια διαμονής νομοθετικών ρυθμίσεων του παρόντος και η διάρκειά της συναρτάται, κατά περίπτωση, με εκείνη της προβλεπόμενης διαμονής.

8. Έλληνες πολίτες, πολίτες λοιπών χωρών ΕΕ/ΕΟΧ και πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην Ελληνική Επικράτεια δύνανται να υποβάλουν στις ελληνικές Προξενικές Αρχές «Έντυπο πρόσκλησης με ανάληψη ευθύνης/φιλοξενίας για τους σκοπούς χορήγησης θεώρησης εισόδου Σένγκεν σε πολίτες τρίτων χωρών για επιχειρηματικό/επαγγελματικό σκοπό (Business Invitation)», σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 (L 243), με τίτλο «Θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων», προκειμένου να συνεκτιμηθεί ως δικαιολογητικό έγγραφο κατά τη διαδικασία χορήγησης θεώρησης Σένγκεν. Η πρόσκληση αφορά πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν στη Χώρα, προκειμένου να συμμετάσχουν σε συναντήσεις, συνέδρια, σεμινάρια εκπαίδευσης και κατάρτισης, εκθέσεις, διασκέψεις ή εκδηλώσεις εμπορικού και βιομηχανικού χαρακτήρα και υποβάλλεται στην περίπτωση που οι πολίτες τρίτων χωρών δεν μπορούν να πιστοποιήσουν εξ ιδίων τις σχετικές προϋποθέσεις. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Εξωτερικών, Προστασίας του Πολίτη και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο του εντύπου πρόσκλησης, τα κριτήρια προσδιορισμού της αξιοπιστίας και της φερεγγυότητας του προσκαλούντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το ύψος της χρηματικής εγγύησης που απαιτείται, οι λεπτομέρειες καταβολής και η διαδικασία σε περίπτωση κατάπτωσής της, καθώς και κυρώσεις που αφορούν τον αποκλεισμό του αιτούντος ή του προσκαλούντος από τη διαδικασία χορήγησης προσκλήσεων.

9. Η ακρόαση που απαιτείται για την υποβολή της αίτησης για τα πρόσωπα που αφορά η παρούσα ρύθμιση καθορίζεται κατά προτεραιότητα, εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών, και εφόσον η αίτηση είναι παραδεκτή, η σχετική απόφαση λαμβάνεται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23 του Κώδικα Θεωρήσεων [Καν. (ΕΕ) 810/2009].

10. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Κανονισμού 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 (L 243), με τίτλο «Θέσπιση Κοινοτικού Κώδικα Θεωρήσεων». 

Το δικαίωμα διαμονής πολιτών τρίτων χωρών που εισέρχονται νόμιμα στην Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του Κώδικα αυτού, τελεί υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) Να είναι κάτοχοι έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου αναγνωρισμένου από την Ελλάδα η ισχύς του οποίου εκτείνεται τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την τελευταία προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης, να περιέχει τουλάχιστον δύο κενές σελίδες και να εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας.
Ειδικά, για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πολίτης τρίτης χώρας αδυνατεί να προσκομίσει ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, είναι δυνατή η αναγνώριση δικαιώματος διαμονής ως στερούμενος διαβατηρίου, εφόσον ο πολίτης τρίτης χώρας επικαλείται ειδικώς και αιτιολογημένα αντικειμενική αδυναμία λόγω ιδιαίτερων συνθηκών ή καταστάσεων, κατόπιν γνώμης της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 134. Κατά την εξέταση των στοιχείων του φακέλου η Επιτροπή λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το βαθμό ένταξης του ενδιαφερόμενου στη χώρα.
β) Να είναι κάτοχοι ισχύουσας εθνικής θεώρησης εισόδου για έναν από τους λόγους του νόμου, υπό την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος Κώδικα.
γ) Να μην θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις και να μην είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων.
Ως κριτήρια για τη συνδρομή των λόγων και δημόσιας τάξης και ασφάλειας, συνεκτιμώνται από την αρμόδια για την έκδοση της άδειας διαμονής υπηρεσία: i) η έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ii) η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων, η οποία παύει αυτοδικαίως να ισχύει με τη χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής, iii) άλλοι λόγοι δημόσιας τάξης, οι οποίοι θα πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και αιτιολογημένα στη σχετική απόφαση, iv) ιδιαιτέρως εξαιρετικοί λόγοι, ειδικώς αιτιολογημένοι, που αφορούν σε ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας.
Η εξέταση λόγων που αφορούν στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας αποτελεί προαπαιτούμενο
στοιχείο μόνο κατά την αρχική χορήγηση της άδειας διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας και για την υπαγωγή σε καθεστώς αδειών διαμονής μακράς διάρκειας. Για τα ανήλικα τέκνα των πολιτών τρίτων χωρών, η εξέταση συνδρομής λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας θα διενεργείται μόνο μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους. Εφόσον συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ή ανανέωση της άδειας διαμονής. Η συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας που ανακύπτουν μετά τη χορήγηση της άδειας διαμονής συνιστούν λόγο ανάκλησής της.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, υποχρεούνται να απαντήσουν μέσα σε προθεσμία δύο μηνών. Η παράλειψη των υπηρεσιών να αποστείλουν εγκαίρως γνώμη δεν κωλύει την έκδοση της απόφασης χορήγησης άδειας διαμονής, εκτός αν τούτο ζητηθεί ειδικώς από τις ανωτέρω υπηρεσίες.
δ) Να μην αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Οι ασθένειες που μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση εισόδου είναι εκείνες που προβλέπονται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και το ενωσιακό κεκτημένο, καθώς και άλλες λοιμώδεις, μεταδοτικές ή παρασιτικές ασθένειες, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Η διαπίστωση, μετά την έκδοση της αρχικής άδειας διαμονής, ότι ο ενδιαφερόμενος πάσχει από ασθένεια, από την οποία προσεβλήθη μετά την είσοδό του στη χώρα δεν αποτελεί λόγο για τη μη ανανέωση της άδειας διαμονής του ή την απομάκρυνσή του από το έδαφος της χώρας.
Ο Υπουργός Εσωτερικών ή ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά περίπτωση, μπορεί να ζητήσει από τον πολίτη τρίτης χώρας, εάν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το καθιστούν αναγκαίο, να υποβληθεί, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης, σε ιατρική εξέταση προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχουν από καμία από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο. Αυτές οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπορούν να έχουν συστηματικό χαρακτήρα.
ε) Να διαθέτουν πλήρη ασφάλιση ασθένειας, για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς. Υπό την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, οι πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στη χώρα για εργασία και τα μέλη των οικογενειών τους, εφόσον είναι συντηρούμενα, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ασφαλιστικό φορέα που υπάγονται, αναλόγως του επαγγέλματος που ασκούν, αντίστοιχα με τους ημεδαπούς. Τα τέκνα των πολιτών τρίτων χωρών μετά την ενηλικίωσή τους, συνεχίζουν να ασφαλίζονται για υγειονομική περίθαλψη ως έμμεσα μέλη, στον οικείο ασφαλιστικό φορέα του γονέα, σύμφωνα με την ασφαλιστική νομοθεσία για υγειονομική περίθαλψη που ισχύει για τους ημεδαπούς και εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της μόνιμης και νόμιμης διαμονής στη χώρα. Πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στη χώρα για λοιπούς λόγους μπορούν να ασφαλίζονται σε ιδιωτικούς ασφαλιστικούς φορείς.

1. Πολίτης τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου στην Ελλάδα για έναν από τους λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, οφείλει να ζητήσει ευθύς μετά την είσοδό του στη χώρα άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο, υπό την επιφύλαξη των ειδικότερων άρθρων του παρόντος Κώδικα, εάν πληροί τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα αυτόν προϋποθέσεις.

2. Οι κατηγορίες αδειών διαμονής, καθώς και οι τύποι αδειών που περιλαμβάνονται σε αυτές είναι οι εξής:

Α) Άδεια διαμονής για εργασία και επαγγελματικούς λόγους
Α1. Εργαζόμενοι με εξαρτημένη εργασία - παροχή υπηρεσιών ή έργου
Α2. Εργαζόμενοι ειδικού σκοπού
Α3. Επενδυτική δραστηριότητα
Α4. Απασχόληση υψηλής ειδίκευσης «Μπλε Κάρτα»
Α5. Απασχόληση στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης

Β) Προσωρινή διαμονή
Β1. Εποχική εργασία
Β2. Αλιεργάτες
Β3. Μέλη καλλιτεχνικών συγκροτημάτων
Β4. Πολίτες τρίτων χωρών που μετακινούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με σκοπό την παροχή υπηρεσίας
Β5. Πολίτες τρίτων χωρών που μετακινούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα με σκοπό την παροχή υπηρεσίας
Β6. Αρχηγοί οργανωμένων ομάδων τουρισμού
Β7. Πολίτες τρίτων χωρών φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετέχουν σε προγράμματα πρακτικής άσκησης
Β8. Αθλητές - Προπονητές.
Β9. Πολίτες Αυστραλίας που συμμετέχουν στο πρόγραμμα για την κινητικότητα των νέων, σύμφωνα με το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Ελλάδας και Αυστραλίας (Work and Holiday Visa) που κυρώθηκε με τον ν. 4353/2015 (Α' 173).
Β10. Ασκούμενοι σύμφωνα με τον ν. 4666/2020 (Α' 35), με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία ΕΕ 2016/801.
Β11. Πτητικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό που εισέρχεται στη χώρα για κάλυψη αναγκών δασοπυρόσβεσης κατά την αντιπυρική περίοδο.
Β12. Υπότροφοι του Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ελλάδος (Ίδρυμα Fulbright).
Β13. Εκμάθηση Ελληνικής Γλώσσας σε Κέντρο Διδασκαλίας ή συναφή φορέα Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της Χώρας.

Γ) Άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς, εξαιρετικούς και άλλους λόγους
Γ1. Ανθρωπιστικοί λόγοι
Γ2. Εξαιρετικοί λόγοι
Γ3. Δημόσιο συμφέρον
Γ4. Άλλοι λόγοι
Γ.5. Πολίτες Καναδά που συμμετέχουν στο πρόγραμμα για την κινητικότητα των νέων, δυνάμει της Συμφωνίας μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Καναδά που κυρώθηκε με το ν. 4091/2012 (Α' 219).

Δ) Άδεια διαμονής για σπουδές, εθελοντική εργασία, έρευνα και επαγγελματική κατάρτιση,
Δ1. Σπουδές
Δ2. Εθελοντική εργασία
Δ3. Έρευνα
Δ4. Επαγγελματική κατάρτιση.

Ε) Άδεια διαμονής για θύματα εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης μεταναστών
ΣΤ) Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση
ΣΤ1. Μέλη οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας
ΣΤ2. Μέλη οικογένειας Έλληνα ή ομογενούς
ΣΤ3. Αυτοτελής άδεια διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας ή ομογενούς
ΣΤ4. Προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής μελών οικογένειας Έλληνα

Ζ) Άδεια διαμονής μακράς διάρκειας
Ζ1. Άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος
Ζ2. Άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς
Ζ3. Άδεια δεκαετούς διάρκειας

3. Σε κάθε άδεια διαμονής αναγράφεται εάν επιτρέπεται η πρόσβαση στην αγορά εργασίας, με επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του Κώδικα αυτού.

4. Δεν επιτρέπεται η αλλαγή σκοπού για τους κατόχους αδειών διαμονής για τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 16,17,18, 20, 31 έως 42, 44 έως 48, 57 έως 67 και 109 έως 124, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερες διατάξεις. Στις συγκεκριμένες κατηγορίες αδειών διαμονής αναγράφεται η επαγγελματική ή άλλη ιδιότητα του κατόχου.

5. Η ισχύς της αρχικής άδειας διαμονής, με την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων του Κώδικα αυτού, είναι διετής και η εκάστοτε ανανέωσή της τριετής.

1. Πολίτης τρίτης χώρας που αιτείται τη χορήγηση άδειας διαμονής στην Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του Κώδικα αυτού, οφείλει, μετά την είσοδό του στη χώρα και πριν από τη λήξη της θεώρησης εισόδου, εκτός αν από τις διατάξεις του παρόντος ορίζεται διαφορετικά, να υποβάλει αίτηση για τη χορήγησή της.

2. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011 (A' 215). Η υποβολή των αιτήσεων για τη χορήγηση αρχικής άδειας διαμονής, η υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών και η παραλαβή της άδειας διαμονής ή της απορριπτικής απόφασης ή άλλων εγγράφων από τον οικείο φάκελο μπορεί να γίνεται είτε με αυτοπρόσωπη παρουσία του πολίτη τρίτης χώρας είτε με εκπροσώπησή του από πληρεξούσιο δικηγόρο είτε από συζύγους, ανιόντες και ενήλικους κατιόντες. Η πληρεξουσιότητα αποδεικνύεται εγγράφως με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την ανανέωσή της με δικαστικό επιμελητή δεν επιτρέπεται.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να καθορίζεται η δυνατότητα επικοινωνίας των πολιτών τρίτων χωρών με τις αρμόδιες υπηρεσίες μέσω ταχυδρομείου, τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτύου, για θέματα, όπως η υποβολή αίτησης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, η υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών ή η παρακολούθηση της πορείας του φακέλου είτε για συγκεκριμένους τύπους αδειών διαμονής ή υπηρεσίες υποδοχής είτε συνολικά, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τις διαθέσιμες, κατά περίπτωση, τεχνικές δυνατότητες. Με όμοια απόφαση μπορεί να καθορίζεται ο χρόνος προσκόμισης των πρωτότυπων δικαιολογητικών, όπου αυτά απαιτούνται, καθώς και να τροποποιείται η διαδικασία υποβολής εγγράφων και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4. Μαζί με την αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής, ο αιτών πρέπει να καταθέτει παράβολο, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 132, και να επισυνάπτει τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπουργική απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 136.

5. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την παραλαβή των αιτήσεων των πολιτών τρίτων χωρών για χορήγηση αδειών διαμονής, εφόσον τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου είναι πλήρη, χορηγούν βεβαίωση κατάθεσης αίτησης, η διάρκεια της οποίας είναι ετήσια. Ο κάτοχος βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης διαμένει νομίμως στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει. Η διάρκεια ισχύος των βεβαιώσεων μπορεί να μεταβάλλεται με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδίδεται μετά από εκτίμηση των δυνατοτήτων των αρμοδίων υπηρεσιών. Εφόσον η αίτηση εκκρεμεί κατά τη λήξη ισχύος της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης, η υπηρεσία στην οποία υπεβλήθη η αίτηση υποχρεούται να εκδώσει νέα βεβαίωση κατά τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια, ενημερώνοντας ταυτοχρόνως αιτιολογημένα τον ενδιαφερόμενο σχετικά με τους λόγους καθυστέρησης.

6. Η ίδια βεβαίωση κατάθεσης αίτησης χορηγείται, εάν πρόκειται για αίτημα αρχικής χορήγησης άδειας διαμονής, όταν ελλείπει η βεβαίωση ότι έχει υποβληθεί αίτηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα για την κάλυψη εξόδων νοσηλείας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και εργατικού ατυχήματος ή πιστοποιητικό υγείας από Ελληνικό Κρατικό Νοσηλευτικό Ίδρυμα, όπου τα δικαιολογητικά αυτά απαιτούνται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν το ελλείπον δικαιολογητικό εντός έξι μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

7. Ο πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε αίτηση χορήγησης της άδειας διαμονής και έχει λάβει τη βεβαίωση της προηγούμενης παραγράφου, διαμένει νομίμως στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Ο κάτοχος βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης απολαύει των δικαιωμάτων που παρέχει η άδεια διαμονής που αιτείται.

8. Η Αρμόδια Διεύθυνση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αφού ελέγξει τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 του παρόντος, μπορεί να καλέσει, τον πολίτη τρίτης χώρας για συνέντευξη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης. Η κλήση του πολίτη τρίτης χώρας για συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης γίνεται με έγγραφη κλήση. Σε περίπτωση που η κλήση του πολίτη τρίτης χώρας σε συνέντευξη επιστρέψει ανεπίδοτη, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αδικαιολόγητη απουσία του πολίτη τρίτης χώρας και η αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής απορρίπτεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

9. Η άδεια διαμονής εκδίδεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του Υπουργού Εσωτερικών. Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ενημερώνουν ηλεκτρονικά μέσω του πληροφοριακού συστήματος μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών τις αρμόδιες αρχές των Υπουργείων Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη για όλες τις αποφάσεις που εκδίδουν και αφορούν αιτήματα χορήγησης άδειας διαμονής.

1. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής, ο πολίτης τρίτης χώρας οφείλει, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών πριν από τη λήξη της άδειας διαμονής, να υποβάλει σχετική αίτηση που συνοδεύεται από τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπουργική απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 136. Εκπρόθεσμη αίτηση για ανανέωση άδειας διαμονής, μπορεί να κατατεθεί μέχρι και ένα μήνα από τη λήξη της. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ. Το αρμόδιο όργανο για την επιβολή και η διαδικασία βεβαίωσης του προστίμου καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 11 του άρθρου 136. Μετά την πάροδο μηνός από τη λήξη της άδειας διαμονής δεν είναι δυνατή η κατάθεση σχετικής αίτησης. Εκπρόθεσμες, πέραν του μηνός, αιτήσεις, δεν παραλαμβάνονται, εκτός εάν συντρέχουν, αποδεδειγμένως, λόγοι ανωτέρας βίας.

2. Οι αιτήσεις για την ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στην υπηρεσία μιας στάσης της αρμόδιας Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αιτούντος ή στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 4018/2011. Η υποβολή των αιτήσεων, η υποβολή συμπληρωματικών δικαιολογητικών και η παραλαβή της άδειας διαμονής ή της απορριπτικής απόφασης ή άλλων εγγράφων από τον οικείο φάκελο μπορεί να γίνεται είτε με εκπροσώπησή του από πληρεξούσιο δικηγόρο είτε από συζύγους, ανιόντες και ενήλικους κατιόντες. Η πληρεξουσιότητα αποδεικνύεται εγγράφως με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος από οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την οποιουδήποτε εγγράφου ή δικαιολογητικών για τη χορήγηση άδειας διαμονής ή την ανανέωσή της με δικαστικό επιμελητή δεν επιτρέπεται.

3. Μαζί με την αίτηση ανανέωσης άδειας διαμονής, ο αιτών πρέπει να καταθέτει παράβολο, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 132, και να επισυνάπτει τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπουργική απόφαση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 136.

4. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την παραλαβή των αιτήσεων των πολιτών τρίτων χωρών για ανανέωση αδειών διαμονής, εφόσον τα απαιτούμενα δικαιολογητικά είναι πλήρη, χορηγούν βεβαίωση κατάθεσης αίτησης, η διάρκεια της οποίας είναι ετήσια. Η ίδια βεβαίωση χορηγείται και στην περίπτωση λήξης του διαβατηρίου, εφόσον προσκομιστεί βεβαίωση της αρμόδιας προξενικής αρχής ότι έχει υποβληθεί αίτηση για την έκδοση νέου. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν το ελλείπον δικαιολογητικό εντός έξι μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

5. Ο κάτοχος βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης ανανέωσης άδειας διαμονής διαμένει νομίμως στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει και απολαμβάνει των δικαιωμάτων που παρείχε η προηγούμενη άδεια διαμονής της οποίας την ανανέωση αιτείται. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.

1. Η άδεια διαμονής επιδίδεται στον αιτούντα από την αρμόδια για την έκδοσή της υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με αποδεικτικό επίδοσης και αντίγραφο της σχετικής απόφασης. Κατά την παραλαβή της άδειας είτε αυτή διενεργείται αυτοπρόσωπα είτε μέσω πληρεξουσίου, ο παραλαμβάνων οφείλει να φέρει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας, με εξαίρεση όσους έχουν διαπιστωμένα αντικειμενική αδυναμία προσκόμισης διαβατηρίου. Από την ανωτέρω υποχρέωση εξαιρείται η επίδοση μέσω πληρεξουσίων των αδειών διαμονής στην περίπτωση πολιτών τρίτων χωρών που έχουν αιτηθεί τη χορήγηση άδειας διαμονής ως επενδυτές, σύμφωνα με τις παραγράφους Α, Β και Γ του άρθρου 16 ή μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή κατά την παράγραφο Β του άρθρου 20, για τους οποίους γίνεται δεκτή η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου του διαβατηρίου. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίδοση της απόφασης αποδοχής αιτήματος χορήγησης άδειας διαμονής είναι η επιστροφή από τον ενδιαφερόμενο της βεβαίωσης κατάθεσης.

2. Σε περίπτωση μη ανεύρεσης ή μη προσέλευσης του ενδιαφερομένου, προκειμένου να παραλάβει την εκδοθείσα άδεια διαμονής, η σχετική άδεια κρατείται μέχρι και ένα μήνα από τη λήξη της και μπορεί να επιδοθεί σε αυτόν, εφόσον προσέλθει ο ίδιος ή νόμιμος εκπρόσωπός του για την παραλαβή της, εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Μετά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μπορεί να χορηγηθεί ακριβές αντίγραφο της σχετικής απόφασης του οικείου Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του Υπουργού Εσωτερικών μόνο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται έννομο συμφέρον. Η κατά τα ανωτέρω επίδοση ακριβούς αντιγράφου της απόφασης, δεν συνεπάγεται δυνατότητα ανανέωσης της άδειας διαμονής, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι η μη έγκαιρη επίδοση της άδειας διαμονής, οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας.

3. Η επίδοση απορριπτικών αποφάσεων ή αποφάσεων για ανάκληση αδειών διαμονής, με ενσωματωμένες αποφάσεις επιστροφής, διενεργείται από την αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία την εξέδωσε, με αποδεικτικό επίδοσης και ακριβές αντίγραφο της σχετικής απόφασης.
Η σχετική απόφαση επιδίδεται εντός διαστήματος εξήντα ημερών από την ημερομηνία αποστολής έγγραφης ειδοποίησης στον ενδιαφερόμενο. Κατά την επίδοση της απορριπτικής απόφασης ή της απόφασης ανάκλησης της άδειας διαμονής είτε αυτή διενεργείται αυτοπρόσωπα είτε μέσω πληρεξουσίου, ο παραλαμβάνων οφείλει να επιδεικνύει το διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας, με εξαίρεση όσους έχουν αντικειμενική αδυναμία προσκόμισης διαβατηρίου, και να παραδίδει τη βεβαίωση.

4. Η ενημέρωση για την παραλαβή, την απόρριψη ή την ανάκληση της άδειας διενεργείται με έγγραφη κλήση.

5. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας επίδοσης της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, στους ενδιαφερόμενους χορηγείται αντίγραφο της σχετικής απόφασης απόρριψης ή ανάκλησης άδειας διαμονής.

1. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Αιγαίου, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται κατά το τελευταίο τρίμηνο κάθε δεύτερου έτους καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων για εξαρτημένη εργασία που χορηγούνται σε πολίτες τρίτων χωρών, ανά Περιφέρεια και ειδικότητα απασχόλησης.
Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται προσαύξηση του ανώτατου αριθμού θέσεων έως 10%, ώστε να καλύπτονται απρόβλεπτες και έκτακτες ανάγκες, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

2. Για την έκδοση της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης λαμβάνονται υπόψη, υποχρεωτικά, η γνώμη:
(α) της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
(β) του ΟΑΕΔ, καθώς και
(γ) των Περιφερειών της χώρας, κατόπιν ερωτήματος των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας αναφορικά με τις υπάρχουσες ανάγκες εργασίας στην ελληνική επικράτεια.
Οι ανάγκες αυτές θα προσδιορίζονται, ιδίως, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: τη διαβούλευση μεταξύ της Περιφέρειας και εργοδοτικών φορέων, το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, τη σκοπιμότητα της απασχόλησης, την προσφορά εργασίας από ημεδαπούς, ευρωπαίους πολίτες ή νομίμως διαμένοντες στη χώρα πολίτες τρίτων χωρών ανά ειδικότητα και τα ποσοστά ανεργίας ανά τομέα απασχόλησης.
Με βάση τις ανωτέρω γνώμες, οι οποίες διατυπώνονται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του ερωτήματος, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μεριμνά για την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη τις γνώμες αυτές, καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας.

3. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και για τον καθορισμό του όγκου εισδοχής για εποχική απασχόληση, μετάκληση αλιεργατών και απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τα άρθρα 109 έως 127. Ειδικά για την περίπτωση της μετάκλησης εποχικά εργαζομένων στην αγροτική οικονομία, μπορεί με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καθορίζεται ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας ανά χώρα προέλευσης, καθώς και η αντιστοιχία μεταξύ καλλιεργήσιμης έκτασης ή ζωικού κεφαλαίου του αιτούντος εργοδότη με τον αριθμό των εποχικά εργαζομένων, των οποίων μπορεί να ζητήσει τη μετάκληση. Ο κατάλογος των τομέων απασχόλησης, στους οποίους εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις για την εισδοχή πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική εργασία, περιλαμβάνει τους τομείς της γεωργίας, της δασοκομίας και της κτηνοτροφίας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από διαβούλευση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να συμπληρωθεί ο ανωτέρω κατάλογος και με άλλους τομείς απασχόλησης, οι οποίοι περιλαμβάνουν δραστηριότητες που εξαρτώνται από την αλλαγή των εποχών. Ο ανωτέρω κατάλογος, καθώς και κάθε τροποποίηση αυτού, κοινοποιείται με μέριμνα του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4. Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την επιφύλαξη έκδοσης κοινής απόφασης των αρμοδίων Υπουργών Εξωτερικών, Εσωτερικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας ως προς την αναστολή των μετακλήσεων από τρίτες χώρες για λόγους εθνικού συμφέροντος, εθνικής οικονομίας ή διμερών σχέσεων, ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία συγκεκριμένη τρίτη χώρα δεν συνεργάζεται στον τομέα των επιστροφών των πολιτών της.

1. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό για εξαρτημένη εργασία, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11 του παρόντος, καταθέτει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του, στην οποία θα αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται: (α) από έγκυρη σύμβαση εργασίας για ένα τουλάχιστον έτος στην Ελλάδα από την οποία προκύπτει ότι η αμοιβή του είναι ίση, τουλάχιστον, με τις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη και (β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ή αντίγραφο δήλωσης φορολογίας νομικού προσώπου από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα του εργοδότη να καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές όπως αυτές ορίζονται στη σύμβαση εργασίας. Μαζί με την αίτηση ο εργοδότης καταθέτει αποδεικτικό καταβολής τέλους ύψους διακοσίων (200) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να απασχολήσει, το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και δεν επιστρέφεται.

2. Ο Γενικός Γραμματέας της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης εκδίδει πράξη με την οποία εγκρίνεται η απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας για παροχή εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη μόνον εφόσον η ειδικότητα απασχόλησης περιλαμβάνεται στην κοινή απόφαση του άρθρου 11 του παρόντος και ο αριθμός των εκεί προβλεπομένων θέσεων εργασίας της εν λόγω ειδικότητας, που προβλέπονται στην ίδια απόφαση, δεν έχει εξαντληθεί. Η σχετική πράξη έγκρισης διαβιβάζεται, μαζί με την υπογεγραμμένη από τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή.

3. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή καλεί τους ενδιαφερόμενους πολίτες τρίτων χωρών, για τους οποίους έχει εκδοθεί πράξη έγκρισης για την είσοδο στην Ελλάδα με σκοπό την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να παρουσιάζονται αυτοπροσώπως στην ανωτέρω υπηρεσία προκειμένου να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εργασίας και να τους χορηγηθεί η εθνική θεώρηση εισόδου, τηρουμένων κατά τα λοιπά των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις.

4. Οι πράξεις έγκρισης για εργασία στην Ελλάδα αποστέλλονται στα οικεία Προξενεία από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, είτε ταχυδρομικώς, είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου εργοδότη και υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει τα έξοδα αποστολής, μέσω ταχυμεταφοράς των ΕΛΤΑ ή ιδιωτικών εταιρειών. Μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποστέλλονται σε κάθε περίπτωση, προς τα οικεία προξενεία και κατάλογοι με τις πράξεις έγκρισης για όλες τις περιπτώσεις μετακλήσεων, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα.

1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στους πολίτες τρίτων χωρών που είτε διαμένουν εκτός της Ελληνικής Επικράτειας και αιτούνται να τους επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή σε αυτή, είτε έχουν ήδη γίνει δεκτοί σε αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, με σκοπό την εποχική εργασία.

2. Οι ίδιες διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι:
α) κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διαμένουν ήδη στην Ελληνική Επικράτεια εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στην υποπερίπτωση ii της περίπτωσης α' του άρθρου 18 του Κώδικα,
β) εμπίπτουν στις διατάξεις του Π.δ. 219/2000 (Α' 190) με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 (EEL 18 της 21.1.1997),
γ) είναι μέλη οικογένειας πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 106/2007 (Α' 135), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 4071/2012 (Α' 85),
δ) μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, απολαμβάνουν δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας, ισοδύναμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί είτε μεταξύ αυτής και των κρατών - μελών της είτε μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των τρίτων χωρών προέλευσής τους.

3. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό για εποχική εργασία, με βάση τις θέσεις εργασίας, οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11 του Κώδικα, καταθέτει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του, στην οποία αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης.
Μαζί με την αίτηση, ο εργοδότης καταθέτει:
α) Αποδεικτικό καταβολής τέλους ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να απασχολήσει, το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και δεν επιστρέφεται.
β) Υπεύθυνη δήλωση ότι θα προσλάβει τους εργαζόμενους και θα αναλάβει τις προβλεπόμενες δαπάνες αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 80 του Ν. 3386/2005 (α' 212).
γ) Έγκυρη σύμβαση εργασίας για το σκοπό της εποχικής εργασίας, υπογεγραμμένη από τον εργοδότη που είναι εγκατεστημένος στην ελληνική επικράτεια. Στη σύμβαση εργασίας αναγράφονται:
αα) το είδος της απασχόλησης και η ημερομηνία έναρξης αυτής,
ββ) ο τόπος που λαμβάνει χώρα αυτή,
γγ) η ημερομηνία έναρξης αυτής,
δδ) η διάρκεια της απασχόλησης,
εε) ο αριθμός των ωρών εργασίας, ο οποίος θα είναι συγκεκριμένος ανά ημέρα, εντός της εβδομάδας ή του μήνα,
στστ) η αμοιβή του εργαζομένου, η οποία δεν μπορεί να είναι, σε καμία περίπτωση, μικρότερη από τις αποδοχές ανειδίκευτου εργαζομένου,
ζζ) το ύψος του ενδεχόμενου επιδόματος αδείας, εφόσον προβλέπεται από τη σύμβαση και
ηη) κάθε άλλο όρο εργασίας, κατά περίπτωση.
δ) Αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον στη σύμβαση εργασίας ορίζεται ότι ο αιτών θα ασκήσει επάγγελμα που ρυθμίζεται νομοθετικά, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Π.δ. 38/2010 (Α' 78), τα οποία πιστοποιούν ότι ο πολίτης τρίτης χώρας πληροί τις προϋποθέσεις που προκύπτουν από τις οικείες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για την άσκηση αυτών στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των κατά περίπτωση εφαρμοστέων διατάξεων διενεργείται με βάση την περιγραφή του επαγγέλματος στην οικεία σύμβαση εργασίας.
ε) Αποδεικτικά στοιχεία ότι παρέχεται στον εργαζόμενο κατάλληλο κατάλυμα, όπως αυτό ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 του Ν. 4025/2011 (Α' 228), όπως ισχύει. Όταν το κατάλυμα παρέχεται από τον εργοδότη, αυτός οφείλει αφ' ενός να διασφαλίζει ότι το κατάλυμα πληροί τις απαιτούμενες από τις κείμενες υγειονομικές διατάξεις προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας, υπό τον έλεγχο των αρμόδιων υπηρεσιών, αφ' ετέρου να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για οποιαδήποτε αλλαγή αυτού. Εφόσον απαιτείται από τον εποχικά εργαζόμενο να καταβάλει μίσθωμα, ο εργοδότης προσφέρει στον εποχικά εργαζόμενο μισθωτήριο συμβόλαιο ή ισοδύναμο έγγραφο που αναγράφει σαφώς τους όρους ενοικίασης αυτού. Σε κάθε περίπτωση το ύψος του μισθώματος πρέπει να είναι ανάλογο με την αμοιβή του εποχικά εργαζομένου και την ποιότητα του καταλύματος, ενώ δεν εκπίπτει αυτομάτως από το μισθό του εποχικά εργαζομένου. Όταν το κατάλυμα δεν παρέχεται από τον εργοδότη, ο εργοδότης οφείλει να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο εποχικά εργαζόμενος διαθέτει εξ ιδίων κατάλυμα, το οποίο πληροί τις απαιτούμενες από το νόμο προδιαγραφές.

4. Αν ο εργοδότης επιθυμεί να απασχολήσει πολίτη τρίτης χώρας στην αγροτική οικονομία ή σε εκμετάλλευση της παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 3232/2004 (Α' 48), όπως ισχύει, οφείλει να καταθέσει και αποδεικτικό καταβολής από τον εργοδότη στον Ο.Γ.Α. των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία.
Ο εργοδότης φυσικό πρόσωπο, οφείλει να καταθέσει αποδεικτικό προκαταβολής των ανωτέρω ασφαλιστικών εισφορών που αντιστοιχούν σε διάστημα απασχόλησης τουλάχιστον ενός (1) μηνός. Για το υπολειπόμενο διάστημα του χρόνου μετάκλησης, ο εργοδότης μπορεί να προκαταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές ή να εξουσιοδοτήσει τον ΟΓΑ να εισπράξει το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών που αντιστοιχούν στο διάστημα αυτό, από τις επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το χρονικό διάστημα μετάκλησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δυο (2) μηνών. Ακόμα και στην περίπτωση όπου στη σύμβαση εργασίας αναγράφονται συγκεκριμένες ημέρες ή ώρες εργασίας ανά εβδομάδα ή μήνα, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται για χρονικό διάστημα μηνός, ανεξάρτητα τυχόν μικρότερης απασχόλησης μέσα στο μήνα.
Η κατά τα ανωτέρω δήλωση του εργοδότη για είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών από τις επιδοτήσεις είναι ανέκκλητη, για τη συγκεκριμένη μετάκληση.
Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν εγκριθεί η είσοδος του μετακαλουμένου πολίτη τρίτης χώρας ή δεν του χορηγηθεί σχετική θεώρηση εισόδου ή αυτός δεν εισέλθει στη χώρα και τούτο βεβαιώνεται από το κατά περίπτωση αρμόδιο όργανο, οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν προκαταβληθεί ή εξουσιοδοτήθηκε ο ΟΓΑ να εισπράξει από τις επιδοτήσεις, επιστρέφονται στον εργοδότη. Οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο υπολειπόμενο διάστημα της σκοπούμενης απασχόλησης του μετακληθέντος επιστρέφονται στον εργοδότη που τις κατέβαλε, εφόσον ο μετακληθείς υπαχθεί σε διαδικασία επιστροφής ή απέλασης. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του μετακληθέντος, επιστρέφονται στον εργοδότη οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο διάστημα, από της πρώτης του επόμενου μηνός μέχρι πέρατος χρόνου της δηλωθείσας μετάκλησης, μόνον εφόσον πιστοποιηθεί ότι ο μετακληθείς έχει αποχωρήσει από τη χώρα.
Οι ασφαλιστικές εισφορές επιστρέφονται μετά από αίτηση του εργοδότη ή συμψηφίζονται με πάσης φύσεως οφειλές του προς τον ΟΓΑ.
Σε περίπτωση που δεν λάβει επιδότηση ο εργοδότης ή το προς είσπραξη ποσό των επιδοτήσεων δεν επαρκεί για την εξόφληση των εισφορών του υπολειπόμενου χρόνου μετάκλησης, αυτές θα αναζητούνται από τον ΟΓΑ. Σε περιπτώσεις που δεν καταβληθούν ο ΟΓΑ θα κινήσει τις διαδικασίες της νόμιμης είσπραξής τους. Εργοδότης που δεν καταβάλει τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, αποκλείεται από επόμενη μετάκληση.

5. Αν ο εργοδότης επιθυμεί να απασχολήσει πολίτη τρίτης χώρας σε τομέα απασχόλησης που υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, εφαρμόζεται η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία.

6. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης είναι η κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 4251/2014, υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία αποστέλλει τη σχετική πράξη έγκρισης της απασχόλησης στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή. Οι εγκριτικές πράξεις των αρμόδιων Διευθύνσεων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων κοινοποιούνται υποχρεωτικά στον κατά τόπο αρμόδιο ανταποκριτή του ΟΓΑ, σε περίπτωση απασχόλησης στην αγροτική οικονομία ή στα κατά τόπον αρμόδια υποκαταστήματα του ΙΚΑ και περιφερειακές υπηρεσίες του Σ.Ε.Π.Ε. σε κάθε άλλη περίπτωση.

7. Οι ελληνικές προξενικές αρχές αποφασίζουν σχετικά με την αίτηση εισόδου στην ελληνική επικράτεια για το σκοπό της εποχικής εργασίας και κοινοποιούν την απόφασή τους στον αιτούντα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και το αργότερο μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την υποβολή της πλήρους αίτησης.

8. Εάν υποβληθεί αίτηση παράτασης της διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18, βάσει αίτησης που συνοδεύεται από πλήρη δικαιολογητικά, ο εποχικά εργαζόμενος δεν υποχρεούται να διακόψει τη σχέση εργασίας είτε με τον ίδιο εργοδότη είτε με νέο εργοδότη, κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης.

9. Εάν τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται με την αίτηση είναι ελλιπή οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται και καθορίζουν εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους. Η χρονική περίοδος της παραγράφου 7 αναστέλλεται έως ότου ο πλήρης φάκελος περιέλθει στις αρμόδιες υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του Ελληνικού Προξενείου, κατά περίπτωση.

10. Εάν η ισχύς της θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας λήξει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης για την παράταση της διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18, οι αρμόδιες υπηρεσίες επιτρέπουν στον εποχικά εργαζόμενο να παραμείνει στην ελληνική επικράτεια έως τη λήψη της απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση για παράταση της διαμονής υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος της θεώρησης εισόδου και δεν έχει συμπληρωθεί η μέγιστη χρονική περίοδος της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 18.

1. Αν οι θέσεις εργασίας που προβλέπονται στην κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος για την εργασία στην αγροτική οικονομία δεν καλυφθούν με την διαδικασία των άρθρων 12 και 13 του παρόντος, μπορεί ο εργοδότης να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του αίτηση για την κατ' εξαίρεση απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι στερούνται τίτλου διαμονής στην χώρα, προκειμένου για την αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών της αγροτικής εκμετάλλευσης.
Στην αίτηση αναγράφονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας σύμφωνα με την αντιστοιχία καλλιεργήσιμης έκτασης ή ζωικού κεφαλαίου ανά εργαζόμενο κατ' εφαρμογή της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 11, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης. Η αίτηση συνοδεύεται από:
 α) την Ενιαία Δήλωση Καλλιέργειας ή την Ενιαία Δήλωση Εκτροφής του άρθρου 9 του ν. 3877/2010 (Α' 160),
 β) υπεύθυνη δήλωση του εργοδότη ότι αντιμετωπίζει κατάσταση ανωτέρας βίας εφόσον αδυνατεί να συνάψει εγκαίρως νόμιμες συμβάσεις εργασίας για την αντιμετώπιση των αναγκών της εκμετάλλευσής του,
 γ) τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 13 δικαιολογητικά.

2. Οι αιτήσεις εξετάζονται με την χρονική σειρά υποβολής τους από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος μπορεί να εκδώσει πράξεις έγκρισης για την κατ' εξαίρεση απασχόληση παράτυπα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών, μέχρις ότου συμπληρωθεί ο αριθμός εργαζόμενων που προβλέπει η κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 11. Η χορηγηθείσα έγκριση για την κατ' εξαίρεση απασχόληση των πολιτών τρίτων χωρών συνιστά λόγο αναβολής απομάκρυνσης και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3907/2011 (Α' 7). Η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αποστέλλει στην κατά τόπον αρμόδια Αστυνομική Διεύθυνση την χορηγηθείσα πράξη έγκρισης. Σε περίπτωση που έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επιστροφής, η αρμόδια αστυνομική αρχή εκδίδει, βεβαίωση αναβολής απομάκρυνσης κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 3907/2011, εφόσον δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δημόσιας τάξης και ασφάλειας, σύμφωνα με την περίπτωση γ' του άρθρου 6. Σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής, εκδίδεται απόφαση επιστροφής από την αρμόδια αστυνομική αρχή και, ακολούθως, εκδίδεται βεβαίωση αναβολής απομάκρυνσης κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 3907/2011. Οι πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων αναβλήθηκε η απομάκρυνση, υποβάλλουν στην Περιφέρεια του τόπου διαμονής τους αίτηση χορήγησης άδειας εργασίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 της αριθ. 53619/735/2015 απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β' 2631). Η Περιφέρεια κοινοποιεί υποχρεωτικά τις χορηγούμενες άδειες εργασίας στον κατά τόπον αρμόδιο ανταποκριτή του ΟΓΑ και στο κατά τόπον αρμόδιο τμήμα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.

3. Εργοδότης που απασχολεί πολίτες τρίτων χωρών κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν υπόκειται στις κυρώσεις των άρθρων 85, 87 και 88 του ν. 4052/2012 (Α' 41).

4. Οι πολίτες τρίτων χωρών που απασχολούνται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου στην αγροτική οικονομία ασφαλίζονται στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων με εργόσημο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 του ν. 2639/1998 (Α' 205) και του άρθρου 20 του ν. 3863/2010 (Α' 115).

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών Αγροτικής Ανάπτυξης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την προσμέτρηση των δαπανών που προκύπτουν από το παράβολο στα έξοδα των εργατών, για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

1. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει αλιεργάτες, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11 του παρόντος, καταθέτει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία εδρεύει στο νομό, όπου είναι εγκαταστημένη η επιχείρησή του ή στην έδρα νηολογίου του σκάφους του, στην οποία θα αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης.
Μαζί με την αίτηση ο εργοδότης καταθέτει:
α) Αποδεικτικό καταβολής τέλους εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να απασχολήσει, το οποίο εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου και δεν επιστρέφεται.
β) Πίνακα με τα στοιχεία των πολιτών τρίτων χωρών στα οποία περιλαμβάνονται, υποχρεωτικά, η ιθαγένεια, το ονοματεπώνυμο, το όνομα πατρός, η ημερομηνία γέννησης και ο αριθμός διαβατηρίου.
γ) Υπεύθυνη δήλωση ότι θα προσλάβει τους εργαζόμενους και θα αναλάβει τις προβλεπόμενες δαπάνες, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 80 του ν. 3386/2005.
δ) Σύμβαση εργασίας (εις διπλούν), υπογεγραμμένη από τον ίδιο, για κάθε εργαζόμενο, στην οποία αναφέρονται οι όροι εργασίας, το χρονικό διάστημα απασχόλησης και η αμοιβή του εργαζομένου και
ε) αποδεικτικό καταβολής από τον εργοδότη στον Ο.Γ.Α. των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, και αντιστοιχούν σε διάστημα δύο μηνών απασχόλησης του πολίτη τρίτης χώρας. Οι εισφορές που αντιστοιχούν στο υπολειπόμενο διάστημα και μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας θα καταβάλλονται από τον εργοδότη ανά δίμηνο.
Αν δεν εγκριθεί η είσοδος του πολίτη τρίτης χώρας ή δεν χορηγηθεί η σχετική θεώρηση εισόδου ή αυτός δεν εισέλθει στη χώρα και τούτο βεβαιώνεται από το αρμόδιο όργανο, ή προκύψουν λόγοι ανωτέρας βίας , ιδίως ακινησία του σκάφους ή αδυναμία για προσωπικούς λόγους του εργαζομένου, οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν προκαταβληθεί επιστρέφονται στον εργοδότη, μετά από αίτησή του. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του μετακληθέντος εργαζομένου, επιστρέφονται στον εργοδότη οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στο υπολειπόμενο διάστημα της σκοπούμενης απασχόλησης μόνον εφόσον πιστοποιεί ότι ο μετακληθείς έχει αποχωρήσει από τη χώρα.
στ) Βεβαίωση της αρμόδιας λιμενικής αρχής, από την οποία προκύπτει η έδρα του νηολογίου, το επιτρεπόμενο όριο ατόμων που μπορεί να επιβιβαστεί στο σκάφος και ότι το σκάφος δεν είναι παροπλισμένο ή αργούν.

2. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης είναι η κατά τόπο αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία αποστέλλει τη σχετική εγκριτική πράξη στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή.

1. Στον πολίτη τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου για την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην Ελλάδα, χορηγείται άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία, εφόσον προσκομίσει σύμβαση εργασίας από την οποία να προκύπτει ότι η αμοιβή του είναι ίση, τουλάχιστον, με τις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

2. Για την ανανέωση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, ο πολίτης τρίτης χώρας οφείλει να καταθέσει αίτηση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, και δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων.
β) Ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας, σε ισχύ, από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα.
γ) Πραγματοποίηση ελάχιστου αριθμού ημερομισθίων στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, όπως αυτά καθορίζονται στην απόφαση του άρθρου 136 παράγραφος 6.
Εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει πραγματοποιήσει μικρότερο αριθμό ημερομισθίων, μπορεί να προβεί στην εξαγορά αριθμού ημερών ασφάλισης μέχρι ποσοστού 20% του απαιτούμενου βάσει της ανωτέρω απόφασης, αριθμού. Σε περίπτωση ανανέωσης διετούς ή τριετούς άδειας διαμονής, η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει αθροιστικά για το σύνολο της διετίας ή τριετίας.

3. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης και την έκδοση απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία είναι η οικεία υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

4. Ο πολίτης τρίτης χώρας επιτρέπεται να συνάπτει σύμβαση εργασίας με άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια ισχύος της αρχικής άδειας διαμονής του, με την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της ειδικότητας, για την οποία του χορηγήθηκε η εθνική θεώρηση εισόδου, καθώς και του ασφαλιστικού φορέα.

5. Ο κάτοχος άδειας διαμονής για εργασία μπορεί να εργασθεί σε άλλη Περιφερειακή Ενότητα και να μεταβάλει ειδικότητα μετά την πάροδο ενός έτους από τη χορήγηση της αρχικής άδειας διαμονής.

6. Η άδεια διαμονής που ανανεώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας πρόσβαση στην εξαρτημένη εργασία και στην παροχή υπηρεσιών ή έργου.

7. Ο κάτοχος άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία μπορεί να ασκήσει, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος Κώδικα, ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα μόνον εφόσον αποκτήσει άδεια διαμονής μακράς διάρκειας της περίπτωσης Ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 7.

Α.1. Επιτρέπεται η είσοδος και η διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα, ως επενδυτών, για να πραγματοποιήσουν επένδυση που θα έχει θετικές επιπτώσεις στην εθνική ανάπτυξη και οικονομία.
Αν η επένδυση πραγματοποιείται από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα μέχρι τριών (3), αναλόγως του ύψους της επένδυσης, πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι μέτοχοι ή στελέχη του αλλοδαπού νομικού προσώπου.
Για την υλοποίηση και τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου επιτρέπεται να εισέλθουν και να διαμείνουν στη χώρα μέχρι δέκα (10), αναλόγως του συνολικού ύψους της επένδυσης, πολίτες τρίτων χωρών, επιπλέον εκείνων που έχουν λάβει άδεια εισόδου και διαμονής για το ίδιο επενδυτικό σχέδιο, σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρούσας περίπτωσης.
2. Με εισήγηση της Διεύθυνσης Κεφαλαίων Εξωτερικού του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, η οποία αφορά το χαρακτηρισμό της επένδυσης και τη σκοπιμότητα χορήγησης άδειας διαμονής, μπορεί να επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα για την υλοποίηση και λειτουργία της επένδυσης.
3. Η αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 12 του άρθρου 136, υποβάλλονται στην ελληνική προξενική αρχή του τόπου διαμονής των ενδιαφερομένων η οποία εντός μηνός τα διαβιβάζει στη Διεύθυνση Κεφαλαίων Εξωτερικού του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού.
Η ανωτέρω υπηρεσία εντός μηνός εξετάζει την αίτηση και διαβιβάζει στην αρμόδια προξενική αρχή τη σχετική εισήγηση προκειμένου να χορηγηθούν οι απαιτούμενες εθνικές θεωρήσεις εισόδου.
4. Στον πολίτη τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου για την πραγματοποίηση επένδυσης χορηγείται άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο, εφόσον προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής είναι πενταετής και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα κάθε φορά, εφόσον συνεχίζεται η υλοποίηση της επένδυσης ή η λειτουργία αυτής μετά την ολοκλήρωσή της.
Για τους πολίτες τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια διαμονής βάσει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης 1 της παραγράφου Α, διαστήματα απουσίας από τη χώρα δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για την ανανέωση της άδειας διαμονής τους.
5. Οι παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών μπορούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 70, να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειας τους στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτηση τους, άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, η οποία λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του συντηρούντος.

Ως μέλη της οικογένειας νοούνται:
(α) ο έτερος των συζύγων ή των συντρόφων με τον/την οποίο/α ο/η πολίτης τρίτης χώρας έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
(β) τα άγαμα κοινά τέκνα των συζύγων ή συντρόφων κάτω των 21 ετών,
(γ) τα άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του ετέρου των συζύγων ή συντρόφων, εφόσον η επιμέλεια έχει νομίμως ανατεθεί για μεν τα τέκνα του/της συντηρούντος σε αυτόν/αυτήν για δε τα τέκνα του/της ετέρου των συζύγων ή συντρόφων σε αυτόν/αυτήν κάτω των 21 ετών,
(δ) οι απευθείας ανιόντες των συζύγων ή συντρόφων.
Στα τέκνα των υποπεριπτώσεων (β) και (γ) που συμπληρώνουν το 21ο έτος της ηλικίας τους, χορηγείται αυτοτελής άδεια διαμονής για τρία (3) έτη, κατ' αναλογική εφαρμογή των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 76 του παρόντος, με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση.

6. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης και την έκδοση απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής για πραγματοποίηση επενδυτικής δραστηριότητας είναι η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.
7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ομοίως για την είσοδο και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στο πλαίσιο νέων επενδύσεων που πραγματοποιούνται από ημεδαπές επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν ή από πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν ήδη νομίμως στην Ελλάδα και είναι κάτοχοι άδειας διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική ή επενδυτική δραστηριότητα.
8. Στην άδεια διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναγράφεται «Άδεια διαμονής για επενδυτική δραστηριότητα» και στο πεδίο «Παρατηρήσεις» η επαγγελματική ιδιότητα του κατόχου.
9. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136 καθορίζονται το απαιτούμενο ελάχιστο ύψος επένδυσης για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζονται πρόσθετα χαρακτηριστικά της επένδυσης ως προϋπόθεση για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου.

 

Β.1. Επιτρέπεται να εισέλθουν στη χώρα εφόσον προηγουμένως λάβουν, όπου απαιτείται, θεώρηση εισόδου (Visa D), μέχρι δέκα (10) πολίτες τρίτων χωρών, ανά επένδυση, που κρίνονται απαραίτητοι, προκειμένου να πραγματοποιήσουν επενδύσεις οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί ως «Στρατηγικές Επενδύσεις», μετά από απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων περί υπαγωγής στο ν. 3894/2010 (A' 204).
Η ανωτέρω θεώρηση χορηγείται ατελώς, με την προσκόμιση της απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων, η οποία χαρακτηρίζει την επένδυση ως «Στρατηγική Επένδυση» και εισήγηση του Γενικού Γραμματέα Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων που αναφέρεται στη σχέση των πολιτών τρίτων χωρών με το φορέα της στρατηγικής επένδυσης.
2. Στους ανωτέρω χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, άδεια διαμονής δεκαετούς διάρκειας η οποία ανανεώνεται για δέκα έτη, εφόσον ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις.
3. Για τη χορήγηση της άδειας διαμονής υποβάλλεται αίτηση με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά ορίζονται στην προβλεπόμενη, από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 136, κοινή υπουργική απόφαση, στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου
Εσωτερικών. Η άδεια διαμονής εκδίδεται εντός διαστήματος πέντε (5) ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
4. Οι παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών μπορούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 70, να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειας τους στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτηση τους, άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, η οποία λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του συντηρούντος.

Ως μέλη της οικογένειας νοούνται:
(α) ο έτερος των συζύγων ή των συντρόφων με τον/την οποίο/α ο/η πολίτης τρίτης χώρας έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης,
(β) τα άγαμα κοινά τέκνα των συζύγων ή συντρόφων κάτω των 21 ετών,
(γ) τα άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του ετέρου των συζύγων ή συντρόφων, εφόσον η επιμέλεια έχει νομίμως ανατεθεί για μεν τα τέκνα του/της συντηρούντος σε αυτόν/αυτήν για δε τα τέκνα του/της ετέρου των συζύγων ή συντρόφων σε αυτόν/αυτήν κάτω των 21 ετών,
(δ) οι απευθείας ανιόντες των συζύγων ή των συντρόφων.
Στα τέκνα των υποπεριπτώσεων (β) και (γ) που συμπληρώνουν το 21ο έτος της ηλικίας τους, χορηγείται αυτοτελής άδεια διαμονής για τρία έτη, κατ' αναλογική εφαρμογή των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 76 του παρόντος, με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση.

 

Γ.1. Επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα πολίτη τρίτης χώρας που έχει πραγματοποιήσει επένδυση σε μία από τις εξής κατηγορίες:

α. εισφορά κεφαλαίου, ποσού τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ, τουλάχιστον, σε εταιρεία η οποία έχει έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα, εξαιρουμένων των Εταιρειών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και, με την επιφύλαξη της υποπερίπτωσης β΄, των Εταιρειών Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας, για την απόκτηση μετοχών σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ή ομολόγων κατά την έκδοση ομολογιακού δανείου, τα οποία εισάγονται για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές ή πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα.
Η πραγματοποίηση της επένδυσης γίνεται με διαμεσολαβητή επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ίδιου νόμου, ή πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, με τη δημιουργία προσωπικής μερίδας του επενδυτή στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣAT) της «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Α.Ε.».
Η πραγματοποίηση της επένδυσης πιστοποιείται με βεβαίωση η οποία εκδίδεται από τον ανωτέρω διαμεσολαβητή και η διακράτησή της με βεβαίωση που εκδίδεται από την επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ίδιου νόμου, ή το πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, που τηρεί τον σχετικό λογαριασμό χειριστή,

β. εισφορά κεφαλαίου, ποσού τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον, σε Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) του άρθρου 21 του ν. 2778/1999 (Α΄ 295), που έχει ως σκοπό να επενδύει αποκλειστικά στην Ελλάδα, για την απόκτηση μετοχών σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.
Κατά το αρχικό στάδιο και μέχρι την εισαγωγή της ΑΕΕΑΠ σε ρυθμιζόμενη αγορά, η πραγματοποίηση της επένδυσης και η διακράτησή της πιστοποιείται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από την εταιρεία. Μετά την εισαγωγή της ΑΕΕΑΠ σε ρυθμιζόμενη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα, ισχύουν όσα ορίζονται στην υποπερίπτωση α΄,

γ. εισφορά κεφαλαίου, ποσού τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον, σε Εταιρεία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ) του άρθρου 5 του ν. 2367/1995 (Α΄ 261) για απόκτηση μετοχών ή σε Αμοιβαίο Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΑΚΕΣ) του άρθρου 7 του ν. 2992/2002 (Α΄ 54) για απόκτηση μεριδίων, εφόσον οι παραπάνω Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ) έχουν ως σκοπό να επενδύουν αποκλειστικά σε επιχειρήσεις με έδρα ή και εγκατάσταση στην Ελλάδα.
Σε περίπτωση τμηματικής καταβολής της συμμετοχής, σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων, ο επενδυτής υποχρεούται να τοποθετήσει το υπολειπόμενο ποσό της συμμετοχής του, σε δεσμευμένο λογαριασμό (escrow account), στο πιστωτικό ίδρυμα που αποτελεί το θεματοφύλακα του Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων.
Για την επένδυση με εισφορά κεφαλαίου σε ΑΚΕΣ, ο επενδυτής υποχρεούται να δημιουργήσει στο ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό με αποκλειστική χρήση την κατάθεση των κεφαλαίων που επιστρέφονται σε αυτόν από τον Οργανισμό Εναλλακτικών Επενδύσεων. Ο επενδυτής μπορεί να προβαίνει σε πράξεις εκταμίευσης από τον εν λόγω λογαριασμό, με την προϋπόθεση ότι το άθροισμα του παραμένοντος υπολοίπου του, της ονομαστικής αξίας της παραμένουσας επένδυσης στον Οργανισμό Εναλλακτικών Επενδύσεων και του παραμένοντος υπολοίπου στον δεσμευμένο λογαριασμό του δεύτερου εδαφίου ισούται τουλάχιστον με το αρχικά επενδυθέν ποσό για το οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια διαμονής. Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης πιστοποιείται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από το διαχειριστή του Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων για τη συμμετοχή του επενδυτή και το πιστωτικό ίδρυμα για τις κινήσεις των προαναφερόμενων λογαριασμών. Για την επένδυση με εισφορά κεφαλαίου σε ΕΚΕΣ, κατά το αρχικό στάδιο και μέχρι την εισαγωγή της ΕΚΕΣ σε ρυθμιζόμενη αγορά, η πραγματοποίηση της επένδυσης και η διακράτησή της πιστοποιούνται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από την εταιρεία. Μετά την εισαγωγή της ΕΚΕΣ σε ρυθμιζόμενη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα, ισχύουν όσα ορίζονται στην υποπερίπτωση α΄,

δ. αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με αξία κτήσης τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον, και υπολειπόμενη διάρκεια, κατά το χρόνο αγοράς, τρία (3) τουλάχιστον έτη, μέσω πιστωτικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην Ελλάδα, το οποίο αποτελεί και τον θεματοφύλακά τους.
Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης πιστοποιείται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από το πιστωτικό ίδρυμα,

ε. προθεσμιακή κατάθεση ύψους τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον, σε ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας, με πάγια εντολή ανανέωσης.
Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης πιστοποιείται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από το πιστωτικό ίδρυμα,

στ. αγορά μετοχών, εταιρικών ομόλογων ή και ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εισάγονται για διαπραγμάτευση ή διαπραγματεύονται σε ρυθμιζόμενες αγορές ή πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, αξίας κτήσης οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) ευρώ τουλάχιστον.
Η πραγματοποίηση της επένδυσης γίνεται με διαμεσολαβητή επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ίδιου νόμου, ή πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, με τη δημιουργία προσωπικής μερίδας του επενδυτή στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣAT) της «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Α.Ε..»
Ο επενδυτής υποχρεούται να τηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα μοναδικό και αποκλειστικής χρήσης λογαριασμό για τις πράξεις πραγματοποίησης της επένδυσης και των μετέπειτα συναλλαγών διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του και να μην εκταμιεύει οποιοδήποτε ποσό από ρευστοποίηση των κινητών αξιών, παρά μόνο για την επανεπένδυσή του σε κινητές αξίες του πρώτου εδαφίου, ώστε το μέσο ετήσιο υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού να μην υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού της αρχικής επένδυσης.
Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης πιστοποιείται με βεβαιώσεις που εκδίδονται από την επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ίδιου νόμου, ή το πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, που τηρεί τον λογαριασμό χειριστή, για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή, και από το πιστωτικό ίδρυμα του τρίτου εδαφίου, για την κίνηση του λογαριασμού που τηρείται από τον επενδυτή,

ζ. αγορά μεριδίων αξίας κτήσης τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον, σε αμοιβαίο κεφάλαιο το οποίο έχει συσταθεί στην Ελλάδα ή άλλη χώρα και έχει ως σκοπό να επενδύει αποκλειστικά σε μετοχές, εταιρικά ομόλογα ή και ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εισάγονται για διαπραγμάτευση ή διαπραγματεύονται σε ρυθμιζόμενες αγορές ή πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, εφόσον:
(αα) το ύψος του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ τουλάχιστον και
(ββ) το αμοιβαίο κεφάλαιο και ο διαχειριστής του είναι αδειοδοτημένοι από την αρχή που εποπτεύει την κεφαλαιαγορά της χώρας στην οποία εδρεύει, η οποία για χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται να είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO) και να έχει συνάψει διμερή συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών με την Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Η πραγματοποίηση των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου γίνεται με διαμεσολαβητή επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ίδιου νόμου, ή πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, με τη δημιουργία μερίδας αυτού στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣAT) της «Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Α.Ε.».
Για το αμοιβαίο κεφαλαίο τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα μοναδικός και αποκλειστικής χρήσης λογαριασμός για τις πράξεις πραγματοποίησης των επενδύσεών του και των μετέπειτα συναλλαγών διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του και την είσπραξη μερισμάτων. Κατά τη μεταφορά των προς επένδυση ποσών στον ανωτέρω λογαριασμό, ο διαχειριστής του αμοιβαίου κεφαλαίου δηλώνει στο πιστωτικό ίδρυμα τα στοιχεία των μεριδιούχων και των μεριδίων που σχετίζονται με αυτά.
Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων του πέμπτου εδαφίου, από τον παραπάνω λογαριασμό δεν εκταμιεύεται οποιοδήποτε ποσό και ο διαχειριστής υποχρεούται να επενδύει τα κεφάλαια σε κινητές αξίες του πρώτου εδαφίου, ώστε το μέσο ετήσιο υπόλοιπο του λογαριασμού του τρίτου εδαφίου να μην υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) της ονομαστικής αξίας των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Εκταμίευση ποσού από τον παραπάνω λογαριασμό επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για πραγματοποίηση επένδυσης σύμφωνα με τον σκοπό του αμοιβαίου κεφαλαίου, κάλυψη εξόδων διαχείρισης και διανομή μερισμάτων στους μεριδιούχους ή εξόφληση μεριδίων, με την προϋπόθεση ότι για πολίτες τρίτης χώρας ο μεριδιούχος έχει προσκομίσει στον διαχειριστή έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας της περίπτωσης 6, στο οποίο αυτή βεβαιώνει ότι έχει λάβει γνώση για την επικείμενη ρευστοποίηση της επένδυσης.
Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης από τους μεριδιούχους και το αμοιβαίο κεφάλαιο πιστοποιούνται με την ετήσια έκθεση του αμοιβαίου κεφαλαίου, καθώς και με βεβαιώσεις που εκδίδονται από τον διαχειριστή του αμοιβαίου κεφαλαίου για τη συμμετοχή του πολίτη τρίτης χώρας σε αυτό, από την επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 4 του ν. 4514/2018, η οποία παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της περίπτωσης 4 του Παραρτήματος I του Τμήματος Α΄ του ιδίου νόμου ή το πιστωτικό ίδρυμα, με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα, που τηρεί το λογαριασμό χειριστή για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του αμοιβαίου κεφαλαίου και από το πιστωτικό ίδρυμα του τρίτου εδαφίου για την κίνηση του λογαριασμού του αμοιβαίου κεφαλαίου, η αγορά μεριδίων ή μετοχών αξίας κτήσης τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ τουλάχιστον σε Οργανισμό Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), ο οποίος έχει συσταθεί στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως σκοπό να επενδύει αποκλειστικά σε ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, εφόσον: (αα) το ύψος του ενεργητικού του ΟΕΕ ανέρχεται στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ τουλάχιστον και (ββ) ο ΟΕΕ και ο διαχειριστής του είναι αδειοδοτημένοι από την αρχή που εποπτεύει την κεφαλαιαγορά της χώρας στην οποία εδρεύει.
Για τον ΟΕΕ τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα μοναδικός και αποκλειστικής χρήσης λογαριασμός για την κίνηση των κεφαλαίων που αφορούν την πραγματοποίηση των επενδύσεων και την είσπραξη των ποσών από την εκμετάλλευση ή ρευστοποίησή τους. Κατά τη μεταφορά των προς επένδυση ποσών στον ανωτέρω λογαριασμό, ο διαχειριστής του ΟΕΕ δηλώνει στο πιστωτικό ίδρυμα τα στοιχεία των μεριδιούχων και των μεριδίων που σχετίζονται με αυτά.
Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων του τέταρτου εδαφίου, από τον παραπάνω λογαριασμό δεν εκταμιεύεται οποιοδήποτε ποσό και ο διαχειριστής υποχρεούται να επενδύει τα κεφάλαια σε ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, ώστε το μέσο ετήσιο υπόλοιπο του λογαριασμού του δεύτερου εδαφίου να μην υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) της ονομαστικής αξίας των μεριδίων του ΟΕΕ. Εκταμίευση ποσού από τον παραπάνω λογαριασμό επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για πραγματοποίηση επένδυσης σύμφωνα με τον σκοπό του ΟΕΕ, κάλυψη εξόδων διαχείρισης και διανομή μερισμάτων στους μεριδιούχους ή εξόφληση μεριδίων, με την προϋπόθεση ότι για πολίτες τρίτης χώρας ο μεριδιούχος έχει προσκομίσει στον διαχειριστή έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας της περίπτωσης 6, στο οποίο αυτή βεβαιώνει ότι έχει λάβει γνώση για την επικείμενη ρευστοποίηση της επένδυσης.
Η πραγματοποίηση και η διακράτηση της επένδυσης από τους μεριδιούχους και τον ΟΕΕ πιστοποιείται με έκθεση του διαχειριστή του, που συνοδεύεται από έκθεση ορκωτών λογιστών για τη δραστηριότητα του ΟΕΕ, καθώς και βεβαιώσεις που εκδίδονται από τον διαχειριστή του ΟΕΕ για τη συμμετοχή του πολίτη τρίτης χώρας σε αυτόν και από το πιστωτικό ίδρυμα του δεύτερου εδαφίου της για την κίνηση του λογαριασμού του ΟΕΕ.

2. Με την απόφαση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136 μπορεί να προστίθενται στις κατηγορίες επενδύσεων της περίπτωσης 1, περιπτώσεις που αφορούν τη συμμετοχή σε άλλες μορφές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων. Ο Οργανισμός Εναλλακτικών Επενδύσεων πρέπει να έχει ως σκοπό να επενδύει αποκλειστικά στην Ελλάδα και τόσο αυτός, όσο και ο διαχειριστής του να είναι αδειοδοτημένοι από την αρχή που εποπτεύει την κεφαλαιαγορά της χώρας στην οποία εδρεύει, η οποία για χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται να είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO) και να έχει συνάψει διμερή συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών με την Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3. Στην περίπτωση πραγματοποίησης επένδυσης των υποπεριπτώσεων α΄ έως στ΄ της περίπτωσης 1 από νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα πολιτών τρίτης χώρας ως εξής:
α) για επένδυση ύψους ποσού τουλάχιστον ίσου με αυτό που ορίζεται κατά υποπερίπτωση στην περίπτωση 1, η οποία πραγματοποιείται από ημεδαπό νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα σε πολίτη τρίτης χώρας εφόσον κατέχει το σύνολο των εταιρικών του μεριδίων,
β) για επένδυση που πραγματοποιείται από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα μέχρι τριών (3), αναλόγως του ύψους της επένδυσης, πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι μέτοχοι ή στελέχη του αλλοδαπού νομικού προσώπου.
Με την απόφαση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136 καθορίζεται ο αριθμός των πολιτών τρίτων χωρών του προηγούμενου εδαφίου, αναλόγως του ύψους της επένδυσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το διπλάσιο του ελάχιστου ποσού που ορίζεται κατά υποπερίπτωση στην περίπτωση 1.

4. Με μέριμνα της Διεύθυνσης Κεφαλαίων Εξωτερικού του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε συνεργασία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καταρτίζονται κατάλογοι στους οποίους περιλαμβάνονται, ύστερα από αίτησή τους, οι ΑΕΕΑΠ της υποπερίπτωσης β΄, οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων της υποπερίπτωσης γ΄, τα Αμοιβαία Κεφάλαια της υποπερίπτωσης ζ΄ και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων της υποπερίπτωσης η΄ της περίπτωσης 1, που πληρούν τις κατά υποπερίπτωση προϋποθέσεις. Οι ανωτέρω κατάλογοι αναρτώνται σε ιστοσελίδα που ορίζεται με την απόφαση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136.
Αρμόδια υπηρεσία για την πιστοποίηση της πραγματοποίησης και της διακράτησης των επενδύσεων της παρούσας παραγράφου είναι η Διεύθυνση Κεφαλαίων Εξωτερικού του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

5. Η αίτηση εισόδου στην Ελλάδα και τα δικαιολογητικά που καθορίζονται με την απόφαση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136, υποβάλλονται στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή του τόπου διαμονής του επενδυτή, μέσα στο επόμενο από την πραγματοποίηση της επένδυσης έτος. Η προξενική αρχή, μέσα σε έναν (1) μήνα από την παραλαβή τους, διαβιβάζει αυτά στην αρμόδια υπηρεσία του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης 4, για την πιστοποίηση της πραγματοποίησης και της διακράτησης της επένδυσης. Η ανωτέρω υπηρεσία, εξετάζει τα δικαιολογητικά που έχουν υποβληθεί και διαβιβάζει, μέσα σε έναν (1) μήνα από την παραλαβή τους, στην προξενική αρχή σχετική πιστοποίηση προκειμένου να χορηγηθεί η εθνική θεώρηση εισόδου για «επένδυση σε τίτλους ή τραπεζική κατάθεση».

6. Στον πολίτη τρίτης χώρας, που έχει λάβει εθνική θεώρηση εισόδου ως επενδυτής της παρούσας παραγράφου, εφόσον προσκομίσει πρόσφατη πιστοποίηση της αρμόδιας υπηρεσίας για τη διακράτηση της επένδυσης και τα λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά της παραγράφου 1 του άρθρου 136, χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, άδεια διαμονής, πενταετούς διάρκειας, η οποία ανανεώνεται για ίσο χρονικό διάστημα κάθε φορά, εφόσον πιστοποιείται η διακράτηση της συγκεκριμένης επένδυσης και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας.
Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης και την έκδοση απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης της άδειας διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν πραγματοποιήσει επένδυση της παρούσας παραγράφου, είναι η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Η άδεια διαμονής ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις χορήγησής της.
Διαστήματα απουσίας από τη χώρα δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για την ανανέωση της άδειας διαμονής.

7. Στην άδεια διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών ως επενδυτών της παρούσας παραγράφου αναγράφεται «Άδεια διαμονής για επένδυση σε τίτλους ή τραπεζική κατάθεση» και στο πεδίο «Παρατηρήσεις» η συγκεκριμένη κατηγορία επένδυσης της περίπτωσης 1.

8. Οι πολίτες τρίτων χωρών που υπάγονται στις διατάξεις του παρούσας παρ. μπορούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 70, να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειάς τους, σύμφωνα με την περίπτωση 5 της παραγράφου Α΄.
Στα τέκνα που συμπληρώνουν το 21ο έτος της ηλικίας τους, χορηγείται αυτοτελής άδεια διαμονής για τρία (3) έτη, όπως ορίζεται στην περίπτωση 5 της παραγράφου Α.

9. Οι άδειες διαμονής που χορηγούνται σύμφωνα με την παρούσα παρ. δεν καθιερώνουν δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας.

 

Δ.1. Πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν εισέλθει νόμιμα στη χώρα με οποιαδήποτε θεώρηση εισόδου ή διαμένουν νόμιμα στη χώρα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων Α΄ ή Β΄ ή Γ΄, δεν υποχρεούνται να εγκαταλείψουν την Ελληνική Επικράτεια προκειμένου να υποβάλουν αίτηση για άδεια διαμονής, σύμφωνα με τις παραγράφους αυτές.

2. Πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν εισέλθει νόμιμα στη χώρα με οποιαδήποτε θεώρηση εισόδου ή διαμένουν νόμιμα στη χώρα, μπορούν να υποβάλουν στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής αίτηση για χαρακτηρισμό επένδυσης της παραγράφου Α΄ ή για πιστοποίηση πραγματοποίησης και διακράτησης επένδυσης της παραγράφου Γ΄, που συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που ορίζονται, κατά περίπτωση, στην απόφαση του πρώτου ή δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136. Η αίτηση διαβιβάζεται στην αρμόδια υπηρεσία προκειμένου να εισηγηθεί, κατά περίπτωση, για το χαρακτηρισμό ή την πραγματοποίηση και διακράτηση της επένδυσης όπως προβλέπεται στις περιπτώσεις 2 της παραγράφου Α΄ και 4 της παραγράφου Γ΄.
3. Η υπηρεσία που εισηγείται για την επένδυση, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις παραγράφους Α΄ και Γ΄, είναι αρμόδια για την παρακολούθησή της μετά τη χορήγηση της άδειας διαμονής και ενημερώνει το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής για κάθε μεταβολή. Για τον σκοπό αυτόν, οι επενδυτές των παραγράφων Α΄ και Γ΄ υποχρεούνται να υποβάλλουν, κατά το πρώτο δίμηνο κάθε έτους ή όποτε άλλοτε ζητηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες, τα σχετικά δικαιολογητικά που καθορίζονται, κατά περίπτωση, στην απόφαση του πρώτου ή δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 12 του άρθρου 136.

1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης στ' του παρόντος, επιτρέπεται να εισέλθουν στη χώρα αφού προηγουμένως λάβουν εθνική θεώρηση εισόδου, πολίτες τρίτων χωρών που πρόκειται να απασχοληθούν ή διαμείνουν στην Ελλάδα, βάσει ειδικής νομοθεσίας, διακρατικών συμφωνιών ή προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, του πολιτισμού, του αθλητισμού και της εθνικής οικονομίας.
Στην παραπάνω κατηγορία εντάσσονται πολίτες τρίτων χωρών:
α. Μέλη διοικητικών συμβουλίων, μέτοχοι, διαχειριστές, νόμιμοι εκπρόσωποι και ανώτατα διευθυντικά στελέχη (γενικοί διευθυντές, διευθυντές), ημεδαπών εταιρειών, καθώς και θυγατρικών εταιρειών και υποκαταστημάτων αλλοδαπών εταιρειών που ασκούν νόμιμα εμπορική δραστηριότητα στην Ελλάδα, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή αντίγραφο του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως δημοσίευσης του διορισμού ή της εκλογής τους και, σε περίπτωση μη δημοσίευσης, αντίγραφο του καταστατικού της εταιρείας ή αντίγραφο απόφασης του αρμοδίου οργάνου της εταιρείας για την ιδιότητά τους ως μελών διοικητικού συμβουλίου ή διαχειριστών ή νόμιμων εκπροσώπων ή γενικών διευθυντών ή διευθυντών. Η είσοδος και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών που πρόκειται να δραστηριοποιηθούν ή να απασχοληθούν, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες, σε ημεδαπές εταιρείες, επιτρέπεται μόνο εάν η ημεδαπή εταιρεία απασχολεί τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) εργαζόμενους.

β. Εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις, βάσει ειδικών διακρατικών συμφωνιών ή εισηγήσεων αρμοδίων ελληνικών αρχών, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή τη σχετική συμφωνία ή την εισήγηση των αρμοδίων αρχών και τη σύμβαση εργασίας με την επιχείρηση.

γ. Διευθυντές, επιχειρησιακά και τεχνικά στελέχη εταιρειών του Ν. 2289/1995 (Α' 27), όπως ισχύει που ασχολούνται στη θαλάσσια έρευνα, γεώτρηση και εξόρυξη υδρογονανθράκων.

δ. Υπαλληλικό προσωπικό και νόμιμοι εκπρόσωποι που απασχολούνται αποκλειστικά σε εταιρείες που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3427/2005 (Α' 312), του ν. 378/1968 (Α' 82) και του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (Α' 77), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του ν. 2234/1994 (Α' 142), καθώς και σε επιχειρήσεις του ν.δ. 2687/1953 (Α' 317), καθώς και σε ημεδαπές επιχειρήσεις, της περίπτωσης α' του παρόντος, που έχουν αναλάβει, στο πλαίσιο εκτέλεσης σύμβασης παροχής υπηρεσιών ή έργου που έχει συνάψει η αλλοδαπή εταιρεία της περίπτωσης α' του παρόντος, με τρίτη/ες, την προώθηση των προϊόντων και την παροχή τεχνικής υποστήριξης σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και καταναλωτές, εφόσον προσκομίζουν τίτλο σπουδών ή έγγραφα που αποδεικνύουν διετή εργασιακή εμπειρία, συναφή με το αντικείμενο απασχόλησης στην εταιρεία, όπως αυτό περιγράφεται στη σύμβαση εργασίας.
Από την ανωτέρω υποχρέωση προσκόμισης τίτλου σπουδών ή εγγράφων απόδειξης διετούς εργασιακής εμπειρίας, απαλλάσσεται το υπαλληλικό προσωπικό που απασχολείται αποκλειστικά σε εταιρείες του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον η εταιρεία απασχολεί τουλάχιστον πενήντα ημεδαπούς εργαζόμενους.

ε. Τεχνικοί που απασχολούνται σε βιομηχανίες ή μεταλλεία υπό τους όρους, πλην του χρόνου διαμονής, που προβλέπονται στον α.ν. 448/1968 (Α' 130).

στ. Αθλητές και προπονητές αθλήματος, που έχει αναγνωρισθεί από τις ελληνικές αθλητικές αρχές, για την εγγραφή, μεταγραφή ή πρόσληψή τους σε αναγνωρισμένο αθλητικό σωματείο, σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία (Α.Α.Ε.) ή σε Τμήμα Αμειβόμενων Αθλητών (Τ.Α.Α.) με συμβόλαιο/σύμβαση εργασίας, εφόσον λάβουν θεώρηση εισόδου και προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή έγκριση της ελληνικής αθλητικής ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος, όπου απαιτείται και επικυρωμένο από αυτή αντίγραφο του συμβολαίου/σύμβασης.

ζ. Πνευματικοί δημιουργοί που παράγουν έργα πνευματικού περιεχομένου, ιδίως συγγραφείς, λογοτέχνες, σκηνοθέτες, ζωγράφοι, γλύπτες, ηθοποιοί, μουσικοί, τραγουδιστές, χορογράφοι και σκηνογράφοι, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή σύμβαση διάρκειας μεγαλύτερης των τριών μηνών με επιχείρηση ή οργανισμό, το αντικείμενο του οποίου συνίσταται σε δραστηριότητες εκμετάλλευσης ή δημιουργίας προϊόντων πνευματικής ιδιοκτησίας.

η. Λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας ή γνωστής θρησκείας στη χώρα που ασκούν αποκλειστικά ιερατικά καθήκοντα εφόσον προσκομισθεί στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή, βεβαίωση του οικείου μητροπολίτη, προκειμένου για λειτουργούς της επικρατούσας θρησκείας ή βεβαίωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ή του οικείου εκπροσώπου της γνωστής θρησκείας στη χώρα ότι οι ανωτέρω λειτουργοί θα ασκήσουν αποκλειστικά ιερατικά καθήκοντα.

θ. Ανταποκριτές ξένου τύπου που έχουν διαπιστευτεί στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας ή η διαδικασία διαπίστευσής τους βρίσκεται σε εξέλιξη, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή βεβαίωση ότι έχουν διαπιστευτεί στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.

ι. Μέλη ξένης αρχαιολογικής σχολής, η επιστημονική δραστηριότητα της οποίας υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για εργασία στο πλαίσιο της δραστηριότητας της σχολής.

ια) Εκπαιδευτικοί ξένων σχολείων που λειτουργούν στην Ελλάδα με άδεια του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για τους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών και ισότιμων σχολείων, καθώς και για τους εκπαιδευτικούς των φορέων της υποπαρ. Θ. 3 της παρ. Θ του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), εφόσον προσκομίζονται έγγραφες συμβάσεις, δυνάμει των οποίων οι εκπαιδευτικοί της παρούσας διδάσκουν μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα, η οποία είναι επίσημη γλώσσα κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης και την έκδοση απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής των περιπτώσεων α', β', γ', δ' και ε' της προηγούμενης παραγράφου είναι η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών. Για τις περιπτώσεις στ', ζ', η', θ', ι' και ια' της ίδιας παραγράφου, αρμόδια για την εξέταση της αίτησης και την έκδοση απόφασης χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής είναι η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής των ενδιαφερομένων.

3. Στους παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών, εφόσον προσκομίσουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται άδεια διαμονής διετούς ή ίσης διάρκειας με την προβλεπόμενη περίοδο διαμονής τους στη χώρα η οποία ανανεώνεται ανά τριετία, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους.
Οι παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών μπορούν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 70, να συνοδεύονται από τα μέλη της οικογένειάς τους στα οποία χορηγείται άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής των συντηρούντων.

4. Στην άδεια διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών της παραγράφου 1 του παρόντος αναγράφεται «Άδεια διαμονής για εργασία ειδικού σκοπού» και στο πεδίο «Παρατηρήσεις» η επαγγελματική ιδιότητα του κατόχου.

5. Οι επιχειρήσεις, οργανισμοί, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα οποία απασχολούνται οι πολίτες τρίτων χωρών της παραγράφου 1 του παρόντος υποχρεούνται να γνωστοποιούν στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών ή στις αρμόδιες διευθύνσεις των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας κατά περίπτωση, κάθε μεταβολή στην εργασιακή κατάσταση των ενδιαφερομένων.

1. Σε πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται στη χώρα για συγκεκριμένο σκοπό και για συγκεκριμένο διάστημα διαμονής, που συναρτάται με την ολοκλήρωση του σκοπού, χορηγείται από την αρμόδια προξενική αρχή, με την επιφύλαξη των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις, εθνική θεώρηση εισόδου, πέραν των ενενήντα (90) ημερών, που επιτρέπει τη διαμονή για εργασιακούς ή άλλους λόγους.
Κατά παρέκκλιση ομοιόμορφη θεώρηση (βραχείας διαμονής - τύπου C) με δικαίωμα εργασίας χορηγείται στους εποχικά εργαζόμενους που εισέρχονται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες. Η ανωτέρω θεώρηση εισόδου χορηγείται κατά περίπτωση σε πολίτες τρίτων χωρών που εμπίπτουν στις παρακάτω κατηγορίες:
α. Εποχικά εργαζόμενοι
i. Σε πολίτη τρίτης χώρας, για τον οποίο η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης έχει εκδώσει και διαβιβάσει απόφαση έγκρισης απασχόλησης για εποχική εργασία στην αρμόδια προξενική αρχή, αυτή δύναται να χορηγεί, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές γενικές και ειδικές διατάξεις, κατά περίπτωση:
α) Εθνική θεώρηση εισόδου για εποχική εργασία μέγιστης διάρκειας ισχύος και διαμονής έξι (6) μηνών. Ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να εισέλθει εκ νέου με αντίστοιχη θεώρηση μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης θεώρησης εισόδου ή
β) εθνική θεώρηση εισόδου για εποχική εργασία μέγιστης διάρκειας ισχύος ενός (1) έτους με δικαίωμα εποχικής εργασίας συνολικής διάρκειας έξι (6) μηνών κατά τη διάρκεια ισχύος της θεώρησης, το οποίο συναρτάται με τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση εργασίας περιόδους απασχόλησης ή
γ) ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου βραχείας διάρκειας (Σένγκεν) πολλαπλών εισόδων μέγιστης ισχύος έξι (6) μηνών με διάρκεια παραμονής ενενήντα (90) ημέρες για εποχική εργασία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κανονισμού (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 (ΕΕL 243 της 15.9.2009) και της περίπτωσης ιδ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 4251/2014.
Για την εφαρμογή της παρούσης, η σχετική σύμβαση εργασίας πρέπει να περιλαμβάνει τα εκτιμώμενα χρονικά διαστήματα απασχόλησης του εποχικά εργαζόμενου. Η εν λόγω θεώρηση παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας αποκλειστικά για την παροχή της συγκεκριμένης εργασίας και στον συγκεκριμένο εργοδότη, ύστερα από πρόσκληση του οποίου αυτή χορηγήθηκε. Κατά τη χορήγηση της εθνικής θεώρησης ή της θεώρησης βραχείας παραμονής, η αρμόδια προξενική αρχή αναγράφει στη ζώνη εθνικών στοιχείων «Παρατηρήσεις» της αυτοκόλλητης θεώρησης, ότι αυτή εκδίδεται με σκοπό την εποχική εργασία, σύμφωνα με το σημείο 12 του Παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1683/1995 του Συμβουλίου της 29.5.1995 (EEL 164 της 14.7.1995). Εάν ο αιτών είχε εισέλθει στο παρελθόν για το σκοπό της εποχικής εργασίας και προκειμένου να του χορηγηθεί η κατά περίπτωση ανωτέρω θεώρηση, εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές εάν αυτός τήρησε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη θεώρηση αυτή.
Μετά τη συμπλήρωση της μέγιστης διάρκειας διαμονής, ο εποχικά εργαζόμενος δεν μπορεί να επανέλθει στην ελληνική επικράτεια, εάν δεν έχουν συμπληρωθεί έξι (6) μήνες από την ολοκλήρωση της εποχικής απασχόλησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Ο εποχικά εργαζόμενος πολίτης τρίτης χώρας, μετά την ολοκλήρωση της περιόδου απασχόλησης οφείλει να αναχωρήσει αμέσως από την ελληνική επικράτεια. Αν δεν συμμορφωθεί, δεν έχει τη δυνατότητα να εισέλθει εκ νέου στη χώρα για κανέναν από τους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και για περίοδο έως πέντε (5) έτη από την ημερομηνία κατά την οποία ήταν υποχρεωμένος να αναχωρήσει από τη χώρα.
ii. Εντός της μέγιστης περιόδου, όπως αυτή ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος και πριν τη λήξη αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 του παρόντος, ο πολίτης τρίτης χώρας, στον οποίο έχει χορηγηθεί θεώρηση εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας και βρίσκεται νομίμως στην ελληνική επικράτεια, υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης για παράταση της διαμονής του εάν:
α) παρατείνεται η σύμβασή του με τον ίδιο εργοδότη ή συνάπτει νέα σύμβαση με διαφορετικό εργοδότη,
β) δεν σημειώνεται υπέρβαση της μέγιστης διάρκειας διαμονής του και
γ) δεν ισχύουν οι λόγοι απόρριψης του άρθρου 24 του παρόντος Κώδικα κατά περίπτωση.
Η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης απορρίπτει την αίτηση για παράταση της διαμονής πολίτη τρίτης χώρας με σκοπό την εποχική εργασία, εάν έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής, όπως ορίζεται στις διατάξεις του παρόντος ή ο εποχικά εργαζόμενος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας δυνάμει του Π.δ. 141/2013 (Α' 226).
Η παράταση της διαμονής για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφόσον εγκρίνεται, χορηγείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 4251/2014. Παράταση της διαμονής, σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, χορηγείται άπαξ.
Στους εποχικά εργαζόμενους χορηγούνται παροχές υγείας μετά την είσοδό τους στη χώρα και την έναρξη της απασχόλησής τους. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 3232/2004 (Α' 48), όπως ισχύει.
Μετά την είσοδο στην Ελλάδα, του πολίτη τρίτης χώρας μπορεί να επιβληθεί, ύστερα από εντολή του Γενικού Γραμματέα της κατά τόπον αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, δειγματοληπτικά υγειονομικός έλεγχος για λόγους δημόσιας υγείας, ο οποίος περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες διαδικασίες και δεν συνεπάγεται έξοδα των εργαζομένων.

β. Αλιεργάτες
i. Σε πολίτη τρίτης χώρας, στον οποίο έχει εγκριθεί η είσοδος για εργασία αλιεργάτη η αρμόδια προξενική αρχή, με την επιφύλαξη των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις, εκδίδει αντίστοιχη θεώρηση εισόδου για εποχική εργασία.
ii. Η θεώρηση εισόδου αλιεργατών είναι ισόχρονη με τη διάρκεια της απασχόλησης, όπως προκύπτει από τη σχετική σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έντεκα μήνες και παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας αποκλειστικά για την παροχή της συγκεκριμένης εργασίας και στον συγκεκριμένο εργοδότη, ύστερα από πρόσκληση του οποίου χορηγήθηκε.
iii. Μετά την είσοδο στην Ελλάδα, μπορεί να επιβληθεί, ύστερα από εντολή του Γενικού Γραμματέα της κατά τόπο αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, δειγματοληπτικά, υγειονομικός έλεγχος για λόγους δημόσιας υγείας, ο οποίος περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες διαδικασίες και δεν συνεπάγεται δαπάνες των εργαζομένων.
iv. Ο αλιεργάτης πολίτης τρίτης χώρας οφείλει άμεσα να αναχωρήσει από την ελληνική επικράτεια μετά την ολοκλήρωση της περιόδου απασχόλησης ή εάν λυθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, η σχέση εργασίας. Εάν δεν συμμορφωθεί, δεν έχει τη δυνατότητα να εισέλθει εκ νέου στη χώρα για κανέναν από τους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα και για περίοδο έως πέντε έτη από την ημερομηνία κατά την οποία ήταν υποχρεωμένος να αναχωρήσει από τη χώρα.
v. Για όσους υπόκεινται στις ρυθμίσεις της διμερούς συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου, η οποία έχει κυρωθεί με το ν. 1453/1984 (Α' 88), αν λυθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, η σχέση εργασίας, κατά το διάστημα ισχύος της θεώρησης εισόδου, επιτρέπεται η σύναψη νέας σύμβασης εργασίας με άλλον εργοδότη για το υπόλοιπο διάστημα έως τη λήξη της θεώρησης εισόδου. Εάν δεν συναφθεί νέα σύμβαση εργασίας, η θεώρηση εισόδου εξακολουθεί να ισχύει για διάστημα τριών μηνών και πάντως, εφόσον το εναπομείναν χρονικό διάστημα είναι μικρότερο των τριών μηνών, έως τη λήξη της. Εάν η σχέση εργασίας λυθεί κατά τα ανωτέρω και συναφθεί νέα σύμβαση εργασίας με άλλον εργοδότη, ο νέος εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον Ο.Γ.Α. το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και αντιστοιχούν στην περίοδο, κατά την οποία θα απασχολήσει τον Αιγύπτιο αλιεργάτη. Οι προκαταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές για το εν λόγω χρονικό διάστημα επιστρέφονται στον αρχικό εργοδότη.
vi. Στους αλιεργάτες πολίτες τρίτων χωρών χορηγούνται παροχές υγείας μετά την είσοδό τους στη χώρα και την έναρξη της απασχόλησής τους. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 7 του ν. 3232/2004 (Α' 48), όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 3518/2006 (Α' 272).

γ. Μέλη καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή:
i) Επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης εργασίας με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του εργοδότη από δημόσια υπηρεσία ή αντίγραφο σύμβασης παροχής υπηρεσιών ή έργου.
ii) Αποδείξεις για την ανωτέρω ιδιότητα, μεταξύ των οποίων βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας της χώρας προέλευσης για την επίσημη καταχώριση του συγκροτήματος.
Η θεώρηση εισόδου είναι ισόχρονη με τη διάρκεια των παραστάσεων ή εκδηλώσεων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος και παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας αποκλειστικά για την παροχή της συγκεκριμένης εργασίας, λαμβανομένης υπόψη της ενιαίας δομής του καλλιτεχνικού συγκροτήματος.

δ. Εργαζόμενοι νόμιμα σε επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, οι οποίοι μετακινούνται στην Ελλάδα για παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας, στο πλαίσιο σχετικής συμβατικής υποχρέωσης μεταξύ της ανωτέρω επιχείρησης και του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος ασκεί τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή:
Υπεύθυνη δήλωση της επιχείρησης, στην οποία θα αναγράφονται πλήρως τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας της, από την οποία μετακινείται ο πολίτης τρίτης χώρας, επίσημα επικυρωμένη και μεταφρασμένη, στην οποία βεβαιώνεται ότι έχει συνάψει σύμβαση με τον αντισυμβαλλόμενο αποδέκτη της υπηρεσίας στην Ελλάδα, και προκύπτουν ο σκοπός της μετακίνησής του, το προβλεπόμενο διάστημα της μετακίνησης του πολίτη τρίτης χώρας και η ανάληψη από την επιχείρηση που απασχολεί τον πολίτη τρίτης χώρας στο κράτος - μέλος της ΕΕ ή του Ε.Ο.Χ., των εξόδων διαμονής, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και επιστροφής του.
Αντίγραφο θεωρημένου βιβλιαρίου ασθενείας ή Ευρωπαϊκής κάρτας ασφάλισης ασθένειας ή άλλου ισοδύναμου κοινοτικού εγγράφου.
Η θεώρηση εισόδου για εργασία είναι ισόχρονη με το χρόνο που απαιτείται για την εκπλήρωση της αναληφθείσας συμβατικής υποχρέωσης από την επιχείρηση και δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά το ένα έτος.

ε. Εργαζόμενοι ως εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό σε επιχείρηση, η οποία είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα και για την οποία προβλέπεται η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, στο πλαίσιο σύμβασης προμήθειας, μεταξύ της ανωτέρω επιχείρησης και της αντίστοιχης που ασκεί τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, εφόσον η επιχείρηση, από την οποία μετακινείται ο πολίτης τρίτης χώρας, έχει συνάψει σύμβαση προμήθειας, με την οποία προβλέπεται η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που αναφέρονται, αποκλειστικώς, στην εγκατάσταση, δοκιμαστική λειτουργία και συντήρηση των προμηθευόμενων ειδών, εφόσον προσκομίσουν στην αρμόδια προξενική αρχή:
i) Βεβαίωση της επιχείρησης, στην οποία θα αναγράφονται πλήρως τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας της, η ιδιότητα και τα καθήκοντα του εργαζομένου, συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία για τη νομιμότητα της εργασίας του σε αυτή.
ii) Επικυρωμένο αντίγραφο της σύμβασης προμήθειας μεταξύ της επιχείρησης παροχής υπηρεσίας και της ημεδαπής επιχείρησης-αποδέκτη της υπηρεσίας. Στη σύμβαση αυτή θα πρέπει να προβλέπεται η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που αναφέρονται αποκλειστικώς στην εγκατάσταση, δοκιμαστική λειτουργία και συντήρηση των προμηθευόμενων ειδών, το χρονικό διάστημα παροχής των υπηρεσιών, ο αριθμός και η ειδικότητα των ατόμων που θα απασχοληθούν, καθώς και η ανάληψη των εξόδων διαμονής, πλήρους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και επιστροφής τους.
Η θεώρηση εισόδου για εργασία είναι ισόχρονη με το χρόνο που απαιτείται για την εκπλήρωση της αναληφθείσας και μόνο συμβατικής υποχρέωσης από την επιχείρηση και δεν μπορεί να υπερβαίνει, συνολικά, τους έξι μήνες.
στ. Αρχηγοί οργανωμένων Ομάδων Τουρισμού (Tour Leaders), που εισέρχονται στη χώρα για το συγκεκριμένο σκοπό, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν:
i) Βεβαίωση από την αρμόδια περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού, όπου εδρεύει το ελληνικό τουριστικό γραφείο στην οποία θα αναφέρεται ότι εγκρίνεται η εργασία του αλλοδαπού ως Αρχηγού Οργανωμένων Ομάδων Τουριστών.
ii) Βεβαίωση του αλλοδαπού τουριστικού γραφείου ότι ο υπό απασχόληση αλλοδαπός εργάζεται και αμείβεται από αυτό.
iii) Υπεύθυνη δήλωση του ελληνικού τουριστικού γραφείου που συνεργάζεται με αλλοδαπό τουριστικό γραφείο ότι ο αλλοδαπός δεν θα προσληφθεί για εργασία και ότι θα απασχοληθεί εκτός του γραφείου για την εξυπηρέτηση των αφικνούμενων, μέσω αλλοδαπού τουριστικού γραφείου, ομάδων τουριστών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες.
iv) Βεβαίωση ασφάλισης για κάλυψη εξόδων νοσηλείας, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης και για την κάλυψη εργατικού ατυχήματος. Σε περίπτωση που υπάρχει με τη χώρα του διακρατική συμφωνία ασφάλισης για υγεία και εργατικό ατύχημα, αρκεί η προσκόμιση βεβαίωσης της χώρας του ότι είναι ασφαλισμένος στο κοινωνικό ασφαλιστικό της σύστημα σε διαφορετική περίπτωση θα προσκομίσει εγγύηση του κράτους προέλευσης, ότι θα καλύψει τον ασφαλιστικό κίνδυνο από τις ανωτέρω αιτίες ή ασφαλιστήριο ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρείας κάλυψης των ανωτέρω κινδύνων για την απασχόλησή του ως Αρχηγού οργανωμένων Ομάδων Τουρισμού στην Ελλάδα.
Η θεώρηση εισόδου για εργασία επιτρέπει εργασία μόνο για το συγκεκριμένο σκοπό και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες.

ζ. Αθλητές, προπονητές και λοιπό εξειδικευμένο προσωπικό που τους συνοδεύει και εισέρχονται στη χώρα για προετοιμασία εν όψει συμμετοχής τους σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν:
i) Έγκριση της ελληνικής ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος για την είσοδό τους στην Ελλάδα με σκοπό την προετοιμασία εν όψει συμμετοχής σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις.
ii) Αποδεικτικά στοιχεία ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 6 του άρθρου 137, διαθέτει οικονομικούς πόρους, νόμιμης προέλευσης, για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής του στην Ελλάδα χωρίς να παρέχει εξαρτημένη εργασία ή να ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα πέραν της αθλητικής προετοιμασίας.
Η θεώρηση εισόδου για το συγκεκριμένο σκοπό δεν μπορεί να υπερβαίνει, συνολικά, τους έξι μήνες.

η. Πολίτες τρίτων χωρών φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που συμμετέχουν σε προγράμματα με σκοπό την πρακτική άσκηση στο αντικείμενο των σπουδών τους, έναντι αποζημίωσης, που επιτρέπει τη διαμονή για εργασιακούς λόγους, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.
Η εθνική θεώρηση εισόδου χορηγείται εφόσον έχουν γίνει δεκτοί σε πρόγραμμα για πρακτική άσκηση στο αντικείμενο των σπουδών τους σε συγκεκριμένη επιχείρηση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, δια μέσου φορέα ανταλλαγών. Ως φορείς ανταλλαγών, θεωρούνται τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας μας που έχουν συνάψει διμερείς συμφωνίες αναλόγου περιεχομένου με αντίστοιχα ιδρύματα της αλλοδαπής και σε περιπτώσεις που δεν υφίστανται τέτοιες, διεθνείς φορείς ανταλλαγών φοιτητών.
Ειδικά για τα προγράμματα πρακτικής άσκησης σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ισχύουν τα οριζόμενα, κάθε φορά, στη νομοθεσία που ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις πρακτικής άσκησης ημεδαπών και αλλοδαπών σπουδαστών/μαθητών Σχολών Τουριστικής Εκπαίδευσης και φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Μετά τη λήξη της θεώρησης ο πολίτης τρίτης χώρας οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

θ. Πολίτες Αυστραλίας που συμμετέχουν στο πρόγραμμα για την Κινητικότητα των Νέων, σύμφωνα με το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας (Work and Holiday Visa), όπως αυτό κυρώθηκε με τον ν. 4353/2015 (Α' 173), με κύρια πρόθεση την επίσκεψη στην Ελλάδα για διακοπές, για χρονική περίοδο έως δώδεκα (12) μηνών.
Η εθνική θεώρηση εισόδου χορηγείται στους ενδιαφερόμενους που πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:
αα) έχουν συμπληρώσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, το δέκατο όγδοο (18ο) έτος, αλλά δεν έχουν συμπληρώσει το τριακοστό πρώτο (31ο) έτος της ηλικίας τους,
ββ) δεν συνοδεύονται από εξαρτώμενα τέκνα,
γγ) είναι κάτοχοι έγκυρου διαβατηρίου και εισιτηρίου για την πραγματοποίηση του ταξιδιού τους ή διαθέτουν επαρκείς πόρους για την αγορά αυτού,
δδ) διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβίωσης,
εε) δεν έχουν προηγουμένως συμμετάσχει σε πρόγραμμα για την Κινητικότητα των Νέων (Work and Holiday) ή για Διακοπές με Εργασία (Working Holiday) της Ελλάδας,
στστ) είναι κάτοχοι πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον δύο (2) έτη προπτυχιακών πανεπιστημιακών σπουδών,
ζζ) υποβάλουν μία επιστολή από το αρμόδιο Υπουργείο της Αυστραλίας, στην οποία να δηλώνεται ότι η Κυβέρνηση της Αυστραλίας έχει συναινέσει ως προς την παραμονή τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας για την Κινητικότητα των Νέων.
Η θεώρηση εισόδου επιτρέπει εργασία και δικαίωμα σπουδών ή εκπαίδευσης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της παραγράφου 2 του Μνημονίου Κατανόησης και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. Μετά τη λήξη της θεώρησης, ο πολίτης Αυστραλίας οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

ι. Πτητικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό που εισέρχεται στη χώρα για κάλυψη αναγκών δασοπυρόσβεσης κατά την αντιπυρική περίοδο, κατόπιν εισήγησης αρμόδιου δημόσιου φορέα.
Η θεώρηση εισόδου για εργασία επιτρέπει εργασία μόνο για τον συγκεκριμένο σκοπό και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες.
ια) Πολίτες τρίτων χωρών που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους και έχουν γίνει δεκτοί για αυτοτελή φοίτηση σε διδασκαλείο ή συναφή φορέα που ανήκει σε ελληνικό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με στόχο την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
i. Η εθνική θεώρηση χορηγείται στον ενδιαφερόμενο, εφόσον πληρούνται οι εξής ειδικές προϋποθέσεις:
α) προσκομίσει βεβαίωση του φορέα πραγματοποίησης του προγράμματος, ότι ο ενδιαφερόμενος έχει γίνει δεκτός σε πρόγραμμα που απαιτεί κανονική και όχι εξ αποστάσεως φοίτηση, στην οποία θα αναφέρεται και η ακριβής διάρκεια του προγράμματος φοίτησης,
β) διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του κατά τη διάρκεια της διαμονής και φοίτησής του στη χώρα, χωρίς να επιβαρύνει το εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Το ύψος των επαρκών πόρων καθορίζεται στα εξακόσια πενήντα (650) ευρώ μηνιαίως και αποδεικνύεται από λογαριασμό καταθέσεων, τραπεζικό έμβασμα ή/και υποτροφία. Το ύψος των επαρκών πόρων δύναται να ανακαθορίζεται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 7 του άρθρου 136 του ν. 4251/2014,
γ) καταβάλλει παράβολο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ii. Η εθνική θεώρηση εισόδου ισόχρονης διάρκειας, με το διάστημα φοίτησης στο πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας, και σε κάθε περίπτωση έως ένα (1) έτος, δεν παρέχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας, ενώ μετά τη λήξη του προγράμματος εκμάθησης ελληνικής γλώσσας, και πριν τη λήξη της εθνικής θεώρησης εισόδου, ο πολίτης τρίτης χώρας οφείλει να αναχωρήσει από τη χώρα.
iii. Σε περίπτωση συνέχισης του προγράμματος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, για διάστημα μεγαλύτερο της διάρκειας ισχύος της χορηγηθείσας εθνικής θεώρησης εισόδου, είναι δυνατή η χορήγηση άδειας διαμονής, διάρκειας έως ένα (1) έτος κάθε φορά, και έως τρία (3) έτη κατ’ ανώτατο όριο, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας, πριν τη λήξη της εθνικής θεώρησης εισόδου στη χώρα, προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του, αίτηση, συνοδευόμενη από τα εξής δικαιολογητικά:
α) Φωτοαντίγραφο ισχυρού διαβατηρίου και εθνικής θεώρησης εισόδου που έλαβε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
β) Βεβαίωση του φορέα πραγματοποίησης του εν λόγω προγράμματος από την οποία προκύπτει τόσο η επιτυχής παρακολούθηση του αρχικού προγράμματος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, στο οποίο είχε γίνει δεκτός ο πολίτης τρίτης χώρας, όσο και το χρονικό διάστημα συνέχισης αυτού.
γ) Αποδεικτικά στοιχεία διάθεσης επαρκών πόρων για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του κατά τη διάρκεια της διαμονής και φοίτησής του στη χώρα, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, ανάλογα με τα στοιχεία που απαιτούνται και για τη χορήγηση της εθνικής θεώρησης εισόδου.
δ) Αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθένειας, για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς.
ε) Παράβολο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 132 του ν. 4251/2014, όπως ισχύει και τέλος εκτύπωσης αυτοτελούς εγγράφου, αξίας ύψους δέκα έξι (16) ευρώ.
Η εν λόγω άδεια διαμονής, δεν παρέχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας, ούτε δυνατότητα προσφυγής στο ασφαλιστικό ή προνοιακό σύστημα της χώρας. Δεν επιτρέπεται αλλαγή σκοπού της παρούσας άδειας διαμονής και ο πολίτης τρίτης χώρας, μετά το πέρας του προγράμματος εκμάθησης ελληνικής γλώσσας, οφείλει να αναχωρήσει από τη χώρα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Προστασίας του Πολίτη και Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να συμπεριλαμβάνονται και άλλες γλώσσες πλην της ελληνικής στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου για αυτοτελή φοίτηση σε διδασκαλείο ή συναφή φορέα που ανήκει σε ελληνικό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
ιβ. Αμερικανοί πολίτες που εισέρχονται στην Ελλάδα ως υπότροφοι στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ελλάδος (Ίδρυμα Fulbright), δυνάμει της από 23.4.1948 Συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3152/1955 (Α' 64) και της από 22.4.1980 Σύμβασης Ελλάδος - Η.Π.Α., η οποία κυρώθηκε με τον ν. 1982/1991 (Α' 188).
Η εθνική θεώρηση εισόδου, ισόχρονης διάρκειας με την χορηγούμενη υποτροφία, και σε κάθε περίπτωση διάρκειας έως δώδεκα (12) μήνες, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου και χορηγείται στον ενδιαφερόμενο, εφόσον προσκομίσει βεβαίωση υποτροφίας του Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ελλάδος (Ιδρυμα Fulbright), από την οποία προκύπτουν η διάρκεια και ο σκοπός της διαμονής του ενδιαφερόμενου στην Ελλάδα, η κάλυψη των εξόδων ταξιδίου και διαμονής του στη χώρα, η κάλυψη πλήρους ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και η κάλυψη εξόδων τυχόν επαναπατρισμού του.
Οι ανωτέρω πολίτες μπορούν να συνοδεύονται από τα μέλη της οικογενείας τους, κατά την έννοια της περίπτωσης λγ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1, όπως ισχύει, στα οποία χορηγείται ομοίως εθνική θεώρηση εισόδου, ισόχρονη της θεώρησης των συντηρούντων και με την ένδειξη «Μέλη οικογένειας υποτρόφου Ιδρύματος Fulbright», εφόσον προσκομίσουν:
α) Πρόσφατο Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο, επίσημα επικυρωμένο και μεταφρασμένο, από το οποίο να προκύπτει η συγγενική σχέση.
β) Αποδεικτικά στοιχεία, περί κάλυψης των εξόδων ταξιδιού και διαμονής τους στη χώρα, κάλυψης πλήρους ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και κάλυψης των εξόδων τυχόν επαναπατρισμού τους.
Σε περίπτωση παράτασης της χορηγούμενης υποτροφίας, για διάστημα μεγαλύτερο της διάρκειας ισχύος της χορηγηθείσας εθνικής θεώρησης εισόδου, δύναται να χορηγηθεί στον ανωτέρω πολίτη και στα μέλη της οικογένειάς του άδεια διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 19, εφόσον υποβληθεί αίτηση πριν τη λήξη της εθνικής θεώρησης. Η άδεια διαμονής είναι ισόχρονη με την προβλεπόμενη παράταση της χορηγούμενης υποτροφίας, προσαυξημένη κατά ένα μήνα.

2. Η θεώρηση για το σκοπό της εποχικής εργασίας δεν χορηγείται ή ανακαλείται όταν διαπιστωθεί από την αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ότι:
α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 κατά περίπτωση,
β) τα προσκομιζόμενα έγγραφα για τους σκοπούς του άρθρου 13 έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος,
γ) η επιχείρηση του εργοδότη έχει τεθεί υπό εκκαθάριση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας,
δ) ο εργοδότης δεν πληροί τις νομικές του υποχρεώσεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργασιακά δικαιώματα ή τους όρους απασχόλησης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις,
ε) ο πολίτης τρίτης χώρας δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από προηγούμενη απόφαση χορήγησης θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας,
στ) εφόσον η θέση απασχόλησης δύναται να καλυφθεί από ημεδαπό ή πολίτη της Ένωσης, σύμφωνα με την αρχή της ενωσιακής προτίμησης,
ζ) ο εργοδότης έχει υποστεί κυρώσεις για αδήλωτη εργασία ή παράνομη απασχόληση, σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος και των άρθρων 85, 87 και 88 του Ν. 4052/2012 (Α' 41), όπως ισχύει,
η) ο εργοδότης δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας,
θ) ο πολίτης τρίτης χώρας διαμένει στην ελληνική επικράτεια για σκοπούς άλλους από αυτόν της εποχικής εργασίας.

3. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή υπό την επιφύλαξη των γενικών και ειδικών όρων άρνησης εισόδου του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα δεν χορηγεί ή ανακαλεί τη θεώρηση εισόδου όταν τα προσκομιζόμενα έγγραφα για τους σκοπούς του άρθρου 13 έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

4. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή ανακαλεί τη θεώρηση εισόδου με σκοπό την εποχική εργασία, εφόσον ο εποχικά εργαζόμενος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας δυνάμει του Π.δ. 141/2013 (Α' 226).

5. Οι περιπτώσεις γ', δ', ζ', η' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στον πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος αιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 την παράταση της διαμονής του για το σκοπό της εποχικής εργασίας, με διαφορετικό εργοδότη, και εφόσον οι λόγοι αυτοί υφίστανται για τον προηγούμενο εργοδότη.

6. Οι λόγοι απόρριψης εφαρμόζονται αναλογικά και για τις αιτήσεις μετάκλησης των εργοδοτών που κατατίθενται στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, δυνάμει του άρθρου 13 του Κώδικα.

7. Παράλληλα με τις διατάξεις του παρόντος, εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί απόρριψης και ανάκλησης, όπως αυτές ισχύουν στον Κώδικα Θεωρήσεων.

8. Οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας ή απορρίπτεται η αίτηση για παράταση αυτής, κοινοποιούνται εγγράφως στον αιτούντα, καθώς επίσης και στην κατά περίπτωση αρμόδια ελληνική προξενική αρχή. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας κοινοποιούνται εγγράφως τόσο στον εποχιακά εργαζόμενο όσο και στον εργοδότη.

9. Κάθε απόφαση απόρριψης ή ανάκλησης θεώρησης εισόδου λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των εποχικά εργαζόμενων και λαμβάνεται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

10. Τυχόν προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, δεν απαλλάσσει τον εργαζόμενο πολίτη τρίτης χώρας από την υποχρέωση να αναχωρήσει από την ελληνική επικράτεια μετά το πέρας της μέγιστης διάρκειας διαμονής, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 18.

11. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με τις θεωρήσεις βραχείας διαμονής καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Θεωρήσεων.

12. Στους εισερχόμενους με εθνική θεώρηση εισόδου πολίτες τρίτων χωρών για έναν από τους λόγους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί, κατά το χρόνο ισχύος της, να χορηγηθεί άδεια διαμονής οποιασδήποτε κατηγορίας.

1. Ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μπορεί κατ' εξαίρεση να χορηγεί άδεια διαμονής διάρκειας τριών (3) ετών, σε πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα. Η άδεια διαμονής μπορεί να ανανεώνεται για έναν από τους λοιπούς λόγους του παρόντος Κώδικα. Αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής έχει δικαίωμα να καταθέσει ο πολίτης τρίτης χώρας, εφόσον αποδεικνύει με έγγραφα βέβαιης χρονολογίας το πραγματικό γεγονός της διαμονής του στη χώρα για επτά (7) τουλάχιστον συνεχή έτη, πριν την υποβολή αίτησης ή είναι γονέας ανήλικου ημεδαπού και προσκομίζει στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γονική σχέση με το/τα τέκνο/α.

2. Με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, καθορίζονται τα έγγραφα βέβαιης χρονολογίας που αποδεικνύουν την επταετή συνεχή παραμονή του αιτούντος στη χώρα, τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γονική σχέση, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

3. Σε πολίτες τρίτων χωρών που αποδεικνύουν ότι διαμένουν στη χώρα για επτά (7) τουλάχιστον συναπτά έτη, χορηγείται απόδειξη παραλαβής αιτήματος στην οποία αναγράφεται, ότι κωλύεται η έκδοση απόφασης επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3907/2011 (Α' 7) για το χρόνο που θα απαιτηθεί μέχρι την εξέταση του αιτήματος.

4. Προϋπόθεση για την υποβολή αιτήσεων του παρόντος άρθρου είναι:
α) Η κατοχή διαβατηρίου, με εξαίρεση τους πολίτες τρίτων χωρών αντικειμενικά στερούμενων διαβατηρίου, οι οποίοι αντί του διαβατηρίου ή του ταξιδιωτικού εγγράφου θα υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση, στην οποία θα αναφέρονται οι ιδιαίτερες συνθήκες ή καταστάσεις για την υφιστάμενη προσωρινή ή μόνιμη αντικειμενική αδυναμία κατοχής του και σχετικά έγγραφα που το αποδεικνύουν. Στην περίπτωση αυτή, άδεια διαμονής χορηγείται και στις περιπτώσεις διαπιστωμένης αντικειμενικής αδυναμίας εφοδιασμού του ενδιαφερόμενου με διαβατήριο, εφόσον αυτό διαπιστώνεται, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του ενδιαφερομένου και γνώμης της αρμόδιας Επιτροπής.
β) Η καταβολή παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ.
γ) Η μη συνδρομή στο πρόσωπο των αιτούντων λόγων που τους καθιστούν επικίνδυνους για την δημόσια τάξη και ασφάλεια. Τυχόν εγγραφή στον ΕΚΑΝΑ και επιβολή μέτρου απαγόρευσης εισόδου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 26 του ν. 3907/2011, για λόγους προηγούμενης μη νόμιμης διαμονής ή εξαιτίας μη συμμόρφωσης σε απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε για τον ίδιο λόγο, δεν αποτελεί παρακωλυτικό λόγο για την έκδοση της άδειας διαμονής. Με την έκδοση της άδειας διαμονής η εγγραφή παύει αυτοδικαίως να ισχύει.

5. Οι άδειες διαμονής των παραγράφων 1 και 6 του παρόντος άρθρου παρέχουν στον πολίτη τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στην εξαρτημένη εργασία και στην παροχή υπηρεσιών ή έργου. Κατά την ανανέωση των αδειών διαμονής εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων χορήγησης αρχικής άδειας διαμονής για έναν από τους λοιπούς λόγους, που προβλέπονται στον ν. 4251/2014 και υποβάλλονται τα κατά περίπτωση δικαιολογητικά, καθώς και βιβλιάριο υγείας σε ισχύ ή ασφαλιστήριο συμβόλαιο ιδιωτικού φορέα ασφάλισης, όπου αυτό επιτρέπεται από την κείμενη νομοθεσία. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής κατείχε προηγουμένως άδεια διαμονής, η οποία του επέτρεπε την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας και η δραστηριότητα αυτή εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγουμένου εδαφίου εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 138.

6. Σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να χορηγείται άδεια διαμονής από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ύστερα από γνώμη της Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 134 του παρόντος, όταν δεν πληρούνται οι οριζόμενες από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προϋποθέσεις και οι αιτούντες με κίνδυνο της ζωής τους, προέβησαν σε πράξεις κοινωνικής αρετής, προσφοράς και αλληλεγγύης που προάγουν τις αξίες του ανθρωπισμού.

7. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης χορηγείται άδεια διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών, εφόσον αιτιολογημένα συντρέχει δημόσιο συμφέρον, το οποίο δύναται να προκύπτει κατά τεκμήριο από διμερείς συμφωνίες ή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, που αφορούν ιδίως τομείς εξωτερικής πολιτικής, άμυνας, εσωτερικής ασφάλειας, οικονομίας και ανάπτυξης, επενδύσεων, εκπαίδευσης, πολιτισμού κατόπιν εισήγησης του κατά περίπτωση αρμόδιου δημόσιου φορέα. Η ανωτέρω άδεια διαμονής παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Η άδεια διαμονής χορηγείται για χρονικό διάστημα έως δύο ετών και μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα. Οι παραπάνω πολίτες τρίτης χώρας μπορούν να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειάς τους, στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, ατομική άδεια διαμονής που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του συντηρούντος.

1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης χορηγείται άδεια διαμονής για λόγους ανθρωπιστικής φύσεως σε πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονται στην Ελλάδα και εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες:
α. Σε θύματα εμπορίας ανθρώπων που δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 49-53 του Ν. 4251/2014 εφόσον υφίσταται σχετική πράξη χαρακτηρισμού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Η διάρκεια ισχύος της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια, παρέχει δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας-παροχής υπηρεσιών ή έργου και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά για δύο έτη μόνο με την προϋπόθεση ότι συνεχίζεται η σχετική ποινική διαδικασία. Εάν δεν εκκρεμεί ποινική διαδικασία η άδεια διαμονής ανανεώνεται μόνο για ένα έτος.
β. Σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 81Α, 187, 187Α, 309 και 310 ΠΚ και στα άρθρα 1 και 2 του Ν. 927/1979 (Α' 139) όπως ισχύει ή τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και τελούνται σε βάρος της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της περιουσίας, της ιδιοκτησίας και της προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας εφόσον έχει διαταχθεί για αυτές προκαταρκτική εξέταση ή έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και μέχρι να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων διαπιστώνεται με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Η πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κοινοποιείται στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Εάν τα ανωτέρω πρόσωπα υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή η άδεια διαμονής εξακολουθεί να χορηγείται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η θεραπεία τους. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια, παρέχει δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας- παροχής υπηρεσιών ή έργου και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.
γ. Σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, κατά τα οριζόμενα στο Ν. 3500/2006 (Α' 232). Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις. Ισόχρονη άδεια διαμονής χορηγείται και στα ανήλικα τέκνα των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας ή στον ενήλικα που ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον αυτός δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον φερόμενο δράστη του εγκλήματος. Στους ενηλίκους που κατέχουν άδεια διαμονής κατά την παρούσα περίπτωση, παρέχεται το δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας-παροχής υπηρεσιών ή έργου.
δ. Σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι απασχολήθηκαν είτε με ιδιαίτερα καταχρηστικούς όρους εργασίας είτε ως ανήλικοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 89 του ν. 4052/2012 (Α' 41). Ως τέτοιοι όροι θεωρούνται όσοι είναι κατάφωρα δυσανάλογοι προς τις συνθήκες εργασίας των νόμιμα απασχολούμενων εργαζόμενων, έχοντας σοβαρή επίπτωση στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζόμενων, ή όσοι εμπεριέχουν διακρίσεις λόγω φύλου ή προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια, παρέχει δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας, παροχής υπηρεσιών ή έργου και ανανεώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 89 του ν. 4052/2012. Η εν λόγω άδεια διαμονής δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου.
ε. Σε πρόσωπα που παρακολουθούν εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής εξάρτησης, όπως τούτο αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση του διευθυντή του προγράμματος. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια, παρέχει δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας-παροχής υπηρεσιών ή έργου και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, μπορεί να ανανεωθεί για έναν από τους λόγους του Ν. 4251/2014.
στ. Σε πολίτες τρίτων χωρών των οποίων η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης από τις αρμόδιες Αρχές Απόφασης του άρθρου 2 περίπτωση ιθ' του Π.δ. 113/2013 (Α' 146) και τις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του Π.δ. 114/2010 (Α' 195), όπως ισχύει.
Για τη χορήγηση άδειας διαμονής της παρούσας κατηγορίας, λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αντικειμενική αδυναμία απομάκρυνσης ή επιστροφής του στη χώρα καταγωγής ή συνήθους διαμονής του για λόγους ανωτέρας βίας, όπως σοβαροί λόγοι υγείας του ιδίου ή μέλους της οικογενείας του, διεθνής αποκλεισμός της χώρας του, ή συνδρομή στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου της ρήτρας μη επαναπροώθησης του άρθρου 3 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.δ. 53/1974 (Α'256) ή του άρθρου 3 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης της 10ης Δεκεμβρίου 1984 κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1782/1988 (Α' 116).
Το σχετικό αίτημα χορήγησης άδειας για ανθρωπιστικούς λόγους εξετάζεται μόνο εφόσον η υπόθεση του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας έχει παραπεμφθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης από τις αρμόδιες Αρχές Απόφασης του άρθρου 2 περίπτωση ιθ' του προεδρικού διατάγματος 113/2013 (Α' 146) σύμφωνα με το άρθρο 33 του ιδίου προεδρικού δια-τάγματος ή από τις Επιτροπές Προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του Π.δ. 114/2010 (Α' 195) σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφο 1 περίπτωση β' του ιδίου προεδρικού διατάγματος, όπως ισχύει, κατόπιν πιθανολόγησής τους περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος μιας ή περισσοτέρων προϋποθέσεων του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Η αίτηση υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης, από τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου στον ενδιαφερόμενο. Η άδεια διαμονής χορηγείται, για ένα έτος, παρέχει πρόσβαση στη μισθωτή απασχόληση και μπορεί να ανανεώνεται για δύο έτη κάθε φορά, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις.
ζ. ....................

2. Με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας χορηγείται άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στις παρακάτω κατηγορίες πολιτών τρίτων χωρών:
α. Ενήλικοι, ανίκανοι να επιμεληθούν των υποθέσεών τους εξαιτίας λόγων υγείας ή ανήλικοι που αποδεδειγμένα χρήζουν προστατευτικών μέτρων και φιλοξενούνται από ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, εφόσον η επιστροφή τους σε ασφαλές περιβάλλον είναι αδύνατη. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.
β. Ανήλικοι, η επιμέλεια των οποίων έχει ανατεθεί με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου ή αλλοδαπού δικαστηρίου, που αναγνωρίζεται από τις ελληνικές αρχές, σε οικογένειες Ελλήνων ή οικογένειες πολιτών τρίτων χωρών με νόμιμη διαμονή στη χώρα ή για τα οποία είναι εκκρεμής διαδικασία υιοθεσίας ενώπιον των ελληνικών αρχών. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.
γ. Θύματα εργατικών ατυχημάτων και λοιπών ατυχημάτων που καλύπτονται από την ελληνική νομοθεσία, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η θεραπεία ή συνταξιοδοτούνται για την ίδια αιτία. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.
δ. Ανήλικοι φιλοξενούμενοι σε οικοτροφεία, που λειτουργούν υπό την εποπτεία των αρμόδιων Υπουργείων. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.
ε. Σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας. Η συνδρομή σοβαρών προβλημάτων υγείας, καθώς και η διάρκεια της θεραπείας διαπιστώνονται με πρόσφατο ιατρικό πιστοποιητικό. Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόβλημα υγείας αναφέρεται σε λοιμώδες νόσημα, για την έκδοση της ανωτέρω απόφασης απαιτείται σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Υγείας ότι δεν συντρέχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής για πρόσωπα που πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας είναι η κατοχή από τον αιτούντα ισχυρής άδειας διαμονής. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο έτη κάθε φορά εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις, διαφορετικά μπορεί να ανανεωθεί για έναν από τους λόγους του παρόντος Κώδικα.

3. Προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε πρόσωπα που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος είναι η κατοχή διαβατηρίου, έστω και εάν αυτό έχει λήξει. Άδεια διαμονής χορηγείται και στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται αντικειμενική αδυναμία εφοδιασμού του ενδιαφερόμενου με διαβατήριο, εφόσον αυτό διαπιστώνεται, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του ενδιαφερομένου και γνώμης της αρμόδιας Επιτροπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του Ν. 4251/2014. Για τη χορήγηση άδειας διαμονής στην περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του παρόντος, προσκομίζεται διαβατήριο, εφόσον υπάρχει.

4. Για την εξέταση αιτήσεως χορήγησης άδειας διαμονής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν καταβάλλεται παράβολο. Εξαιρείται η αίτηση που υποβάλλεται για τη χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής, σύμφωνα με την περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή της παρ. 47 του άρθρου 8 του ν. 4332/2015, η οποία συνοδεύεται από παράβολο ύψους εκατό (100) ευρώ.

5. Στις περιπτώσεις των προσώπων της παραγράφου 2 περίπτωση ε' του παρόντος άρθρου που τα μέλη της οικογένειάς τους είναι κάτοχοι άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης είναι δυνατή η ανανέωση της άδειας διαμονής τους για ίσο χρονικό διάστημα με την ισχύ της άδειας για ανθρωπιστικούς λόγους.

6. Η άδεια διαμονής που χορηγείται στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 μπορεί να ανανεωθεί για έναν από τους λόγους του Ν. 4251/2014, εφόσον εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκαν. Ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης δύναται να ορίζει κατηγορίες περιπτώσεων της παραγράφου 1 του παρόντος, στις οποίες η δυνατότητα ανανέωσης, θα γίνεται κατόπιν γνώμης των Επιτροπών της παραγράφου 1 του άρθρου 134, εφόσον εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκαν.

7. Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής ανηλίκων ή ενηλίκων που αδυνατούν να επιληφθούν των υποθέσεών τους και φιλοξενούνται σε οποιοδήποτε ίδρυμα ή σε νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, υποβάλλονται από τον οριζόμενο εκπρόσωπο του ιδρύματος ή του νομικού προσώπου.

Στον πολίτη τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου για έναν από τους λόγους του παρόντος άρθρου, χορηγείται αντίστοιχη άδεια διαμονής.

Α. Οικονομικά ανεξάρτητα άτομα.

1. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται άδεια διαμονής σε πολίτες τρίτης χώρας, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι διαθέτουν επαρκείς πόρους, σε επίπεδο σταθερού ετήσιου εισοδήματος για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης. Η άδεια διαμονής έχει διάρκεια δύο (2) έτη και μπορεί να ανανεώνεται ανά διετία. Η εν λόγω άδεια διαμονής δεν παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

2. Το ύψος των επαρκών πόρων καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 136.

3. Οι παραπάνω πολίτες τρίτης χώρας μπορούν να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειάς τους, στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, ατομική άδεια διαμονής που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του συντηρούντος. Η προϋπόθεση των επαρκών πόρων διαβίωσης πρέπει να συντρέχει είτε στο πρόσωπο του κάθε μέλους της οικογένειας είτε αθροιστικά για όλα τα μέλη αυτής.

4. Διαστήματα απουσίας από τη χώρα δεν παρακωλύουν την ανανέωση της άδειας διαμονής, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες ετησίως, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραγράφου 6 του άρθρου 21.

5. Πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν νόμιμα με άδεια διαμονής στη χώρα μας και λαμβάνουν σύνταξη γήρατος από Ελληνικό Δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, ανεξαρτήτως ποσού, μπορούν να ανανεώσουν την άδειά τους, ως οικονομικά ανεξάρτητα άτομα, χωρίς την συνδρομή της προϋπόθεσης των επαρκών πόρων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος.

 

Β. Μόνιμη άδεια διαμονής επενδυτή.

1. Με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, χορηγείται άδεια διαμονής για πέντε (5) έτη, με δυνατότητα ανανέωσης, σε πολίτη τρίτης χώρας, που:
α) Έχει εισέλθει νομίμως στη χώρα με οποιαδήποτε θεώρηση εισόδου ή διαμένει νομίμως στη χώρα, ακόμη και αν ο τίτλος διαμονής που κατέχει δεν επιτρέπει αλλαγή σκοπού.
β) Διαθέτει, κατά πλήρη κυριότητα και νομή, ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα.
Επί εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας ακινήτου, αξίας κτήσης κατ' ελάχιστον ίσης με την οριζόμενη στην περίπτωση 2, δικαίωμα διαμονής παρέχεται, μόνον αν οι συνιδιοκτήτες είναι σύζυγοι ή σύντροφοι που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαίωμα διαμονής παρέχεται μόνον εάν το ποσοστό κάθε συνιδιοκτήτη είναι αξίας τουλάχιστον ίσης με την οριζόμενη στην περίπτωση 2.
γ) Διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα και νομή ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, μέσω νομικού προσώπου με έδρα στην Ελλάδα ή άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε., του οποίου τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια κατέχει εξ ολοκλήρου.
δ) Έχει συνάψει μακροχρόνια σύμβαση σύνθετου τουριστικού καταλύματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4002/2011 (Α' 180) ή σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης τουριστικού καταλύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1652/1986 (Α' 167), όπως ισχύει.
ε) Απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα και νομή ως εξ αδιαθέτου ή από διαθήκη κληρονόμος ή συνεπεία γονικής παροχής, ακίνητη περιουσία αντικειμενικής αξίας διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ, και είναι ενήλικος.

2. Η ελάχιστη αξία της ακίνητης περιουσίας κατά τον χρόνο κτήσης της, καθώς και το συνολικό συμβατικό μίσθωμα των μισθώσεων ξενοδοχειακών καταλυμάτων ή τουριστικών κατοικιών του παρόντος άρθρου, όπως προκύπτει από τις συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης και, σε περίπτωση που τελούν υπό αίρεση της καταβολής πιστούμενου τιμήματος, από τις αντίστοιχες νόμιμα μεταγεγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης, ή τις συμβάσεις μίσθωσης, αντίστοιχα, καθορίζεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ και πρέπει να έχει καταβληθεί ολοσχερώς πριν την υποβολή του αιτήματος για τη χορήγηση της μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή.
Το συμφωνηθέν τίμημα ή μίσθωμα καταβάλλεται στο σύνολό του με δίγραμμη τραπεζική επιταγή σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα ή με μεταφορά πίστωσης, κατά τον ορισμό 24 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018 (Α' 84), ή μέσω POS εγκατεστημένου από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος λειτουργεί στην Ελλάδα, με χρέωση τραπεζικής πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας του αγοραστή, σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που τηρείται σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, κατά τον ορισμό 11 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018, ο οποίος λειτουργεί στην Ελλάδα. Οι ως άνω τρόποι πληρωμής δύνανται να πραγματοποιηθούν και από σύζυγο ή/και από συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι β' βαθμού του αγοραστή.
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις καταβολές που έχουν λάβει χώρα με τους ως άνω τρόπους πληρωμής από 01.01.2017 μέχρι σήμερα. Όλα τα ειδικότερα στοιχεία διενέργειας της πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των στοιχείων ταυτοποίησης πωλητή, αγοραστή, και τυχόν τρίτου πληρωτή, του αριθμού λογαριασμών πληρωμών του πληρωτή, της διεύθυνσής του, του επίσημου αριθμού προσωπικού εγγράφου του, του αναγνωριστικού αριθμού του πληρωτή ή της ημερομηνίας και του τόπου γέννησής του, του τρόπου πληρωμής και των σχετικών λογαριασμών πληρωμών χρέωσης του πληρωτή και πίστωσης του δικαιούχου, καθώς και υπεύθυνης δήλωσης του αγοραστή για τη συζυγική σχέση ή τη συγγένεια με τυχόν τρίτο πληρωτή, πρέπει να δηλώνονται και να υποβάλλονται υπευθύνως από τους συμβαλλόμενους ενώπιον του συντάσσοντος το συμβόλαιο συμβολαιογράφου και να αναγράφονται σε αυτό.
Ο πολίτης τρίτης χώρας, κατά την κατάθεση της αίτησης για τη χορήγηση της μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή, υποβάλλει βεβαίωση του συμβολαιογράφου που συνέταξε τις συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης ή τις συμβάσεις μίσθωσης της περίπτωσης 2 της παραγράφου Β του παρόντος άρθρου, με την οποία βεβαιώνονται τα στοιχεία των συμβαλλομένων μερών, τα στοιχεία του ακινήτου, ο τρόπος καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος ή μισθώματος και όλα τα ειδικότερα στοιχεία διενέργειας της πληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, η ύπαρξη τυχόν διαλυτικής αίρεσης καθώς και εάν το συγκεκριμένο ακίνητο έχει χρησιμοποιηθεί από τον πωλητή για την έκδοση μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της βεβαίωσης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου, το ύψος της ως άνω ακίνητης περιουσίας μπορεί να αναπροσαρμόζεται, καθώς και να καταρτίζονται κατάλογοι περιοχών της επικράτειας, με τουλάχιστον πενταετή διάρκεια, για τις οποίες δύναται να ισχύει διαφοροποίηση ως προς το ύψος της επένδυσης της άνω παραγράφου, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία, όπως η αναπτυξιακή στόχευση, η τουριστική ανάπτυξη, η γεωγραφική θέση, καθώς και οι εμπορικές ή αντικειμενικές αξίες των ευρισκόμενων στις περιοχές αυτές ακινήτων και να ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

3. Στους πολίτες τρίτων χωρών, κατόχους ακινήτων παρέχεται δυνατότητα εκμίσθωσης αυτών.

4. Ο παραπάνω πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να συνοδεύεται και από τα μέλη της οικογένειάς του στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, ατομική άδεια διαμονής που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του συντηρούντος.
Ως μέλη της οικογένειας νοούνται:
(α) ο έτερος των συζύγων ή των συντρόφων με τον/την οποίο/α ο/η πολίτης τρίτης χώρας έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης στην Ελλάδα,
(β) τα άγαμα κοινά τέκνα των συζύγων ή συντρόφων κάτω των 21 ετών,
(γ) τα άγαμα τέκνα του συντηρούντος ή του ετέρου των συζύγων ή συντρόφων, εφόσον η επιμέλεια έχει νομίμως ανατεθεί για μεν τα τέκνα του/της συντηρούντος σε αυτόν/αυτήν για δε τα τέκνα του/της ετέρου των συζύγων ή συντρόφων σε αυτόν/αυτήν κάτω των 21 ετών,
(δ) οι απευθείας ανιόντες των συζύγων ή συντρόφων.
Στα τέκνα των υποπεριπτώσεων (β) και (γ) που συμπληρώνουν το 21ο έτος της ηλικίας τους, χορηγείται αυτοτελής άδεια διαμονής για τρία (3) έτη, κατ' αναλογική εφαρμογή των οριζομένων στο άρθρο 76 παράγραφος 5 του παρόντος, με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση.

5. Η ως άνω άδεια μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονη διάρκεια, κάθε φορά, εφόσον η ακίνητη περιουσία παραμένει στην κυριότητα και νομή του πολίτη τρίτης χώρας ή παραμένουν σε ισχύ οι συμβάσεις της παραγράφου 1 της παρούσας και πληρούνται οι λοιπές, προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις. Διαστήματα απουσίας από τη χώρα δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για την ανανέωση της άδειας διαμονής. Η μεταπώληση της ακίνητης περιουσίας κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής, σε έτερο πολίτη τρίτης χώρας παρέχει δικαίωμα χορήγησης άδειας διαμονής στο νέο αγοραστή με ταυτόχρονη ανάκληση της άδειας διαμονής του πωλητή.

6. Οι κατά τις παραγράφους 1 και 4 του παρόντος άρθρου χορηγούμενες άδειες διαμονής δεν καθιερώνουν δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας.

7. Η έκδοση της άδειας διαμονής χορηγείται εντός δύο μηνών από την περιέλευση όλων των στοιχείων του φακέλου στην εκδούσα αρχή.

7.Α. Σε περίπτωση σύναψης συμβολαίου πώλησης ακινήτου με οποιοδήποτε τίμημα, ο πωλητής, πολίτης τρίτης χώρας, οφείλει να προσκομίσει βεβαίωση της κατά τόπον αρμόδιας υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σχετικά με το αν το συγκεκριμένο ακίνητο έχει χρησιμοποιηθεί για την έκδοση μόνιμης άδειας διαμονής επενδυτή. Τα ανωτέρω έχουν αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση πώλησης ακινήτου από νομικό πρόσωπο, τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια του οποίου κατέχει εξ ολοκλήρου πολίτης τρίτης χώρας, σύμφωνα με την υποπερίπτωση γ' της περίπτωσης 1 της παρούσας.
Γ. Ενήλικα, άνω του 20ού έτους της ηλικίας τους, τέκνα μελών του διπλωματικού και του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού διπλωματικής αποστολής, καθώς και τέκνα προξενικών λειτουργών και ειδικών προξενικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ελλάδα, εφόσον συγκατοικούν με τους γονείς τους. Η άδεια διαμονής χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο υπηρεσίας των προσώπων αυτών.
Δ. Εξαρτώμενα μέλη οικογένειας, ανιόντες πρώτου βαθμού συγγένειας, μελών του διπλωματικού και του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού διπλωματικής αποστολής, καθώς και προξενικών λειτουργών και ειδικών προξενικών υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ελλάδα.
Η άδεια διαμονής χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο υπηρεσίας των προσώπων αυτών.
Για τη χορήγηση της άδειας διαμονής οι ενδιαφερόμενοι υποχρεούνται στην καταβολή του αναλογούντος παραβόλου, εκτός εάν η αποστέλλουσα χώρα απαλλάσσει από αντίστοιχα τέλη Έλληνες υπαλλήλους που υπηρετούν εκεί. Η ανωτέρω άδεια χορηγείται εντός δύο μηνών από την υποβολή όλων των στοιχείων του φακέλου στην εκδούσα αρχή και δεν παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Ε. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται άδεια διαμονής σε εργαζόμενους ως ιδιωτικοί υπηρέτες μελών Διπλωματικών Αποστολών, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος η' της Σύμβασης της Βιέννης του 1961 «Περί των Διπλωματικών Σχέσεων», η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 503/1970 (Α' 108), οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό και καλούνται στην Ελλάδα.
Η άδεια διαμονής χορηγείται για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο που διαρκεί η σχέση τους με το μέλος της Διπλωματικής Αποστολής και δεν παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
ΣΤ. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται άδεια διαμονής στην περιοχή του Αγίου Όρους για σπουδή ή γνωριμία του Αγιορείτικου μοναχικού βίου, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου προς μία από τις είκοσι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και εισήγηση της Ιεράς Κοινότητας εφόσον:
α. Η φιλοξενούσα Ιερά Μονή βεβαιώνει ότι αναλαμβάνει να του παρέχει κατάλυμα, τροφή και λοιπά έξοδα διαβίωσης και να τον ασφαλίσει για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας και πλήρους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
β. Η φιλοξενούσα Ιερά Μονή του Αγίου Όρους διαβιβάζει στην αρμόδια Διεύθυνση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης την εισήγηση της Ιεράς Κοινότητας με την παραπάνω αίτηση του ενδιαφερομένου.
γ. Η άδεια έχει ισχύ ένα έτος και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά για ίσο χρονικό διάστημα και δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα πέντε έτη.
Ζ. Με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται άδεια διαμονής για ένα (1) έτος, που μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, σε πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος επιθυμεί να γνωρίσει το μοναχικό βίο ή να μονάσει, εφόσον προσκομισθεί βεβαίωση της οικείας Ιεράς Μονής ή Ησυχαστηρίου και σύμφωνη γνώμη του επιχώριου Μητροπολίτη, ότι έχει γίνει δεκτός για να γνωρίσει το μοναχικό βίο ή να μονάσει. Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη βεβαίωση ανάληψης των εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Η. 1. Με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να χορηγείται άδεια διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται στη χώρα με εθνική θεώρηση εισόδου, προκειμένου να τους παρασχεθεί ιατρική - νοσηλευτική και παρηγορητική φροντίδα. Όταν πρόκειται για ανήλικο παιδί ή για ενήλικα πολίτη που λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει έχει την ανάγκη συνοδού/ών, μπορεί να χορηγηθεί άδεια διαμονής και στους γονείς ή τους έχοντες την επιμέλεια του ανήλικου και στον/στην σύζυγο ή σε συνοδό/ούς για τον ενήλικα πολίτη τρίτης χώρας, ύστερα από αίτησή τους.
2. Η χορήγηση της εθνικής θεώρησης εισόδου και της άδειας διαμονής της παρούσας προϋποθέτει:
α) την προσκόμιση βεβαίωσης αποδοχής για νοσηλεία ή θεραπεία από νοσηλευτικό ίδρυμα της χώρας, στην οποία αναγράφονται ο εκτιμώμενος χρόνος και το εκτιμώμενο κόστος νοσηλείας - θεραπείας και, όταν πρόκειται για ενήλικα, και η αναγκαιότητα ή μη συνοδείας του στη χώρα,
β) την ύπαρξη ασφάλισης για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Στην περίπτωση μη ύπαρξης επαρκούς ασφάλισης για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δύναται να γίνεται αποδεκτή η προσκόμιση στοιχείων απόδειξης επαρκών πόρων για την αντιμετώπιση εξ ιδίων όλων των εξόδων νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης,
γ) την απόδειξη επαρκών πόρων διαβίωσης, για το διάστημα διαμονής στη χώρα του ιδίου και του/των συνοδού/ών του, όπου απαιτείται.
3. Η εν λόγω άδεια διαμονής, δεν παρέχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας, ούτε δυνατότητα προσφυγής στο ασφαλιστικό ή προνοιακό σύστημα της Χώρας. Η άδεια διαμονής είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονη διάρκεια, εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις και μέχρι τέσσερα (4) έτη, κατ' ανώτατο όριο. Αλλαγή σκοπού της άδειας διαμονής της παρούσας δεν επιτρέπεται και ο πολίτης τρίτης χώρας, καθώς και ο/οι συνοδός/οί του, μετά το πέρας του προγράμματος νοσηλείας - θεραπείας, και σε κάθε περίπτωση πριν τη λήξη ισχύος της άδειας διαμονής, οφείλουν να αναχωρήσουν από τη χώρα.
4. Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εξωτερικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου. Το ύψος και ο τρόπος απόδειξης των επαρκών πόρων διαβίωσης καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 7 του άρθρου 136.

1. Οι πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στη χώρα έχουν ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης στο σύνολο της επικράτειας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να απαγορεύεται, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, η διαμονή ή η εγκατάστασή τους σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της Χώρας.

2. Οι πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα ασφαλίζονται στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς και έχουν τα ίδια ασφαλιστικά δικαιώματα με τους ημεδαπούς.

3. Οι διατάξεις του ν.δ. 57/1973, όπως κάθε φορά ισχύει, για την κοινωνική προστασία, εφαρμόζονται και στους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα.
Οι διατάξεις του ν.δ. 162/1973 (Α' 227, διόρθωση σφαλμάτων Α' 298), του άρθρου 22 του ν. 2646/1998 (Α' 236), καθώς και οι κανονιστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτών, εφαρμόζονται και στους πολίτες τρίτων χωρών, στους οποίους χορηγείται άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.

4. Οι κρατούμενοι πολίτες τρίτων χωρών ενημερώνονται, σε γλώσσα την οποία κατανοούν, αμέσως μετά την εισαγωγή τους σε ίδρυμα, για τους κανόνες διαβίωσής τους σε αυτό, καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Διευκολύνεται, επίσης, η επικοινωνία τους με διπλωματικούς ή προξενικούς υπαλλήλους του Κράτους, του οποίου έχουν την ιθαγένεια ή από το οποίο προέρχονται, καθώς και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

5. Οι πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 1 και 2 του ν. 927/1979 (Α' 139) και στην παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3304/2005 (Α' 16) διώκονται αυτεπαγγέλτως.

6. Η ισχύς της άδειας διαμονής, υπό την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος Κώδικα, δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ' ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια ή σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση σε άλλο κράτος - μέλος ή τρίτη χώρα ή εάν μεταφέρθηκαν εκτός της επικράτειας ως θύματα των πράξεων των άρθρων 323 Α και 351 ΠΚ, εφόσον υφίσταται σχετική πράξη χαρακτηρισμού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

7. Ανήλικοι πολίτες τρίτων χωρών, που διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, υπάγονται στην υποχρεωτική σχολική φοίτηση, όπως και οι ημεδαποί. Οι ανήλικοι πολίτες τρίτων χωρών, που φοιτούν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, έχουν, χωρίς περιορισμούς, πρόσβαση στις δραστηριότητες της σχολικής ή εκπαιδευτικής κοινότητας.

8. Για την εγγραφή ανήλικων πολιτών τρίτων χωρών στα ελληνικά σχολεία, όλων των βαθμίδων, απαιτούνται τα αντίστοιχα με τα προβλεπόμενα για τους ημεδαπούς δικαιολογητικά. Κατ' εξαίρεση, με ελλιπή δικαιολογητικά μπορεί να εγγράφονται στα δημόσια σχολεία και τέκνα πολιτών τρίτων χωρών, εφόσον:
α. Προστατεύονται από το ελληνικό κράτος ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας και όσων τελούν υπό την προστασία τηςΎπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών.
β. Προέρχονται από περιοχές, στις οποίες επικρατεί έκρυθμη κατάσταση.
γ. Έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας.
δ. Είναι πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα, ακόμη και αν δεν έχει ρυθμισθεί η νόμιμη διαμονή τους σε αυτή.

9. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις αναγνώρισης τίτλων σπουδών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που αποκτήθηκαν στη χώρα προέλευσης και οι προϋποθέσεις κατάταξης σε βαθμίδες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και εγγραφής μαθητών, οι οποίοι είναι πολίτες τρίτων χωρών, στα δημόσια σχολεία. Με όμοια απόφαση μπορεί να ρυθμίζονται θέματα προαιρετικής διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας και πολιτισμού εκεί όπου υπάρχει ικανός αριθμός μαθητών που ενδιαφέρονται, στο πλαίσιο των ενισχυτικών δράσεων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και να καθορίζονται, η εργασιακή σχέση και τα προσόντα των εκπαιδευτικών που θα διδάσκουν τη μητρική γλώσσα και τα στοιχεία πολιτισμού της χώρας προέλευσής τους.

10. Υπό την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν αποφοιτήσει από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, όπως και οι ημεδαποί.

11. Για την άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας από πολίτες τρίτων χωρών και εφόσον πληρούνται οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις δεν απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού αμοιβαιότητας.

1. Οι εργαζόμενοι κάτοχοι ενιαίας άδειας, απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά:
α) το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην ελληνική επικράτεια, καθώς και την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή, με τον περιορισμό των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 21,
β) το δικαίωμα να ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα για την οποία έχουν λάβει την αντίστοιχη θεώρηση εισόδου,
γ) τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου επιτρεπομένου ορίου ηλικίας για εργασία, τις συνθήκες εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων αμοιβής και απόλυσης, του ωραρίου εργασίας, των αδειών και αργιών, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας,
δ) το δικαίωμα στην απεργία και στην ανάληψη συνδικαλιστικής δράσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και σύναψης συλλογικών συμβάσεων, και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια,
ε) την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση,
στ) την αναγνώριση των διπλωμάτων / πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες,
ζ) τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) υπ' αριθμ. 883/2004 (EEL 166 της 30.4.2004). Οι ειδικές διατάξεις του Παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΚ) υπ' αριθμ. 1231/2010 του Συμβουλίου EEL 344 της 29.12.2010) και της 987/2009 (EEL 284 της 30.10.2009) εφαρμόζονται αναλόγως,
η) με την επιφύλαξη των υφιστάμενων διμερών συμφωνιών, την καταβολή ποσών σχετικών με κεκτημένα δικαιώματα στο πλαίσιο εκ του νόμου συντάξεων γήρατος στο ύψος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία ή η νομοθεσία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οφείλουν τα εν λόγω ποσά στην περίπτωση μετακίνησης σε τρίτη χώρα,
θ) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού, περιλαμβανομένων των διαδικασιών για την απόκτηση στέγασης, καθώς και των υπηρεσιών ενημέρωσης και παροχής συμβουλών που παρέχουν οι υπηρεσίες εύρεσης εργασίας χωρίς να θίγει το δικαίωμα αυτό τη συμβατική ελευθερία σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία,
ι) τα φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος θεωρείται ότι έχει φορολογική κατοικία στην ελληνική επικράτεια.

2. Οι εργαζόμενοι που μετακινούνται προς τρίτη χώρα, ή οι κληρονόμοι των εν λόγω εργαζομένων που διαμένουν σε τρίτη χώρα και έλκουν δικαιώματα από αυτούς, λαμβάνουν τις νόμιμες συντάξεις που δικαιούνται βάσει της προηγούμενης απασχόλησης του εποχικού εργαζομένου σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004, υπό τις ίδιες συνθήκες και με τους ίδιους συντελεστές, όπως και οι ημεδαποί όταν μεταβαίνουν σε τρίτη χώρα.

3. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης δεν παρέχεται:
i) όσον αφορά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας που αφορούν τις οικογενειακές παροχές και τις παροχές ανεργίας, με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010 (EEL 344 της 29.12.2010) σε πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί για σπουδές κατόπιν θεώρησης εισόδου για το σκοπό αυτόν, καθώς και σε όσους επιτρέπεται να εργάζονται με θεώρηση εισόδου,
ii) όσον αφορά επιδόματα και δάνεια σπουδών και διαβίωσης ή άλλα επιδόματα και δάνεια που αφορούν εκπαίδευση ή επαγγελματική κατάρτιση σε όσους επιτρέπεται να εργάζονται με θεώρηση εισόδου. Όσον αφορά την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή και τριτοβάθμια εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση που δεν συνδέεται άμεσα με τη συγκεκριμένη απασχόληση, εφαρμόζονται ειδικές προϋποθέσεις περιλαμβανομένης της δέουσας γνώσης της γλώσσας, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία,
iii) όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατοικία ή η συνήθης διαμονή των μελών της οικογένειας του εργαζόμενου, για τα οποία ζητεί παροχές δεν ευρίσκεται εντός της Ελληνικής Επικράτειας,
iv) όσον αφορά την πρόσβαση σε διαδικασίες στέγασης σε πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι δεν εργάζονται.

4. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν θίγει το δικαίωμα των αρμόδιων υπηρεσιών να ανακαλούν ή να απορρίπτουν την άδεια διαμονής που εκδίδεται βάσει των διατάξεων του παρόντος Κώδικα.

5. Οι αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παρέχουν τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διαδικασία υποβολής αίτησης, τα δικαιολογητικά, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις.

1. Οι εποχικά εργαζόμενοι απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά:
α) το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην ελληνική επικράτεια, καθώς και την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή, με τον περιορισμό των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 21, εντός της περιόδου ισχύος της θεώρησης εισόδου του άρθρου 18,
β) το δικαίωμα να ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα για την οποία έχουν λάβει την αντίστοιχη θεώρηση εισόδου,
γ) τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου επιτρεπομένου ορίου ηλικίας για εργασία, τις συνθήκες εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων αμοιβής και απόλυσης, του ωραρίου εργασίας, των αδειών και αργιών, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας,
δ) το δικαίωμα στην απεργία και στην ανάληψη συνδικαλιστικής δράσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και σύναψης συλλογικών συμβάσεων, και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια,
ε) την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση,
στ) την αναγνώριση των διπλωμάτων / πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες,
ζ) την καταβολή των καθυστερούμενων οφειλών από τους εργοδότες, όσον αφορά όλες τις οφειλόμενες αμοιβές στον πολίτη τρίτης χώρας, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 81 του Ν. 4052/2012 (Α' 41), όπως ισχύει,
η) τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 του Συμβουλίου. Εφαρμόζονται αναλόγως οι ειδικές διατάξεις του Παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΚ) 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24.11.2010 (EEL 344 της 29.12.2010),
θ) με την επιφύλαξη των υφιστάμενων διμερών συμφωνιών, την καταβολή ποσών σχετικών με κεκτημένα δικαιώματα στο πλαίσιο εκ του νόμου συντάξεων γήρατος στο ύψος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία ή η νομοθεσία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οφείλουν τα εν λόγω ποσά στην περίπτωση μετακίνησης σε τρίτη χώρα,
ι) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού, εκτός της στέγασης με την επιφύλαξη της ελευθερίας σύναψης συμβάσεων σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία,
ια) τα φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος θεωρείται ότι έχει φορολογική κατοικία στην ελληνική επικράτεια.
ιβ) συμβουλευτικές υπηρεσίες όσον αφορά την εποχική εργασία που παρέχονται από γραφεία ευρέσεως εργασίας.

2. Οι εργαζόμενοι που μετακινούνται προς τρίτη χώρα ή οι κληρονόμοι των εν λόγω εργαζομένων που διαμένουν σε τρίτη χώρα και έλκουν δικαιώματα από αυτούς, λαμβάνουν τις νόμιμες συντάξεις που δικαιούνται βάσει της προηγούμενης απασχόλησης του εποχικού εργαζόμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004, υπό τις ίδιες συνθήκες και με τους ίδιους συντελεστές, όπως και οι ημεδαποί όταν μεταβαίνουν σε τρίτη χώρα.

3. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης δεν παρέχεται:
i) όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα και τις παροχές ανεργίας, με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010 και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 του Συμβουλίου,
ii) όσον αφορά την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, στις περιπτώσεις που δεν συνδέεται άμεσα με τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα. Στην έννοια της ίσης μεταχείρισης δεν περιλαμβάνονται επιδόματα και δάνεια σπουδών και διαβίωσης ή άλλα επιδόματα και δάνεια που αφορούν εκπαίδευση ή επαγγελματική κατάρτιση,
iii) όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατοικία ή η συνήθης διαμονή των μελών της οικογένειας του εποχικού εργαζόμενου, για τα οποία ζητεί παροχές δεν ευρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας.

4. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν θίγει το δικαίωμα των αρμόδιων υπηρεσιών να ανακαλούν ή να απορρίπτουν την παράταση της θεώρησης εισόδου για το σκοπό εποχικής εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος.

5. Οι αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παρέχουν τόσο στους εποχικά εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διαδικασία υποβολής αίτησης, τα δικαιολογητικά, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας, κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ελλάδα, υποχρεούται να δηλώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών:
α. Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του.
β. Κάθε μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, ιδίως δε την αλλαγή ιθαγένειας, τη σύναψη, λύση ή ακύρωση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης ή τη γέννηση τέκνου.
γ. Την απώλεια ή την ανανέωση ή μεταβολή των στοιχείων του διαβατηρίου του ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου.
δ. Την απώλεια της άδειας ή του δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής.

2. Πολίτης τρίτης χώρας, κάτοχος άδειας διαμονής, οφείλει να αναχωρήσει χωρίς άλλη ειδοποίηση μέχρι την τελευταία ημέρα της λήξης της ισχύος της, εκτός αν πριν από τη λήξη της έχει υποβάλει αίτηση για την ανανέωσή της και του έχει χορηγηθεί η βεβαίωση της παραγράφου 7 του άρθρου 8 και της παραγράφου 4 του άρθρου 9.

3. Τα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές, τα οποία απαιτούνται από τις διατάξεις του παρόντος πρέπει να είναι επικυρωμένα με την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης, όπου αυτή απαιτείται. Στις περιπτώσεις που δεν απαιτείται επισημείωση, τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής του αλλοδαπού οργάνου από την ελληνική προξενική αρχή ή το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.

1. Οι δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του παρόντος γίνονται μέσα σε δύο μήνες αφότου συμβεί το αντίστοιχο γεγονός πλην της περίπτωσης ανανέωσης διαβατηρίου, η οποία μπορεί να γίνει μέχρι και την ημερομηνία υποβολής αίτησης ανανέωσης ή επανέκδοσης της άδειας διαμονής και της δήλωσης γέννησης τέκνου η οποία μπορεί να γίνει μέσα σε δύο έτη από τη γέννησή του. Στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Το αρμόδιο όργανο, καθώς και η διαδικασία βεβαίωσης του προστίμου καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 11 του άρθρου 136.

2. Πολίτης τρίτης χώρας, που παραβιάζει την προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης ή σε κάθε άλλη περίπτωση διαμένει παράνομα στη χώρα για χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τις τριάντα (30) ημέρες, υποχρεούται κατά την αναχώρηση να καταβάλει το τετραπλάσιο του προβλεπόμενου παραβόλου για άδεια διαμονής ετήσιας διάρκειας. Εάν ο χρόνος της παράνομης διαμονής είναι μεγαλύτερος των τριάντα ημερών, υποχρεούται να καταβάλει το οκταπλάσιο του προβλεπόμενου παραβόλου για ετήσια άδεια διαμονής.
Εξαιρούνται από την επιβολή προστίμων: α) οι ανήλικοι, β) όσοι έχουν την ιδιότητα του ομογενούς, γ) όσοι έχουν την ιδιότητα του συζύγου ή γονέα ημεδαπού, ομογενούς ή πολίτη ΕΕ, δ) όσοι εντάσσονται σε διαδικασίες και προγράμματα οικειοθελούς επαναπατρισμού, ε) όσοι παραβιάζουν το νόμιμο χρόνο παραμονής τους στην ελληνική επικράτεια για λόγους ανωτέρας βίας, εφόσον αναχωρήσουν εντός τριάντα (30) ημερών από την εξάλειψη του γεγονότος. Για τη συνδρομή του λόγου εξαίρεσης σε κάθε περίπτωση αποφαίνεται η αστυνομική αρχή που πραγματοποιεί τον έλεγχο αναχώρησης του αλλοδαπού.

Η άδεια διαμονής δε χορηγείται ή ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εφόσον:
α. Δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον, οι προϋποθέσεις του Κώδικα αυτού.
β. Αποδειχθεί από επίσημο έγγραφο αρμόδιας ελληνικής αρχής ότι για την έκδοση της άδειας διαμονής, χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο απάτη ή ότι χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα.
γ. Ο αιτών δεν ανταποκριθεί εντός διαστήματος δύο μηνών, σε έγγραφη κλήση για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά τη διαδικασία έκδοσης της άδειας διαμονής. Αίτημα επανεξέτασης εκ μέρους του αιτούντος μπορεί να υποβληθεί εντός μηνός από την ειδοποίησή του για την απόρριψη του αιτήματός του.
Εφόσον χορηγηθείσα άδεια διαμονής ανακαλείται ή απορρίπτεται αίτημα χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, οι αρμόδιες κατά περίπτωση υπηρεσίες εκδίδουν απόφαση επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 - 41 του ν. 3907/2011.

1. Οι πράξεις του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που εκδίδονται κατ' εφαρμογή του παρόντος Κώδικα, δεν υπόκεινται σε προσφυγή νομιμότητας ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

2. Αίτηση θεραπείας κατά απόφασης που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του παρόντος Κώδικα δεν εξετάζεται, εφόσον υποβληθεί μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την επίδοση της απόφασης, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας. Οι αιτήσεις θεραπείας συνοδεύονται από παράβολο ύψους πενήντα (50) ευρώ.

3. Κατά της απόφασης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής, ανάκλησης ή μη ανανέωσής της, που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος, ασκείται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α' 274), όπως ισχύει.

4. Σε πολίτη τρίτης χώρας για τον οποίο έχει εκδοθεί απόφαση αναστολής ή προσωρινή διαταγή αναστολής από το Διοικητικό Πρωτοδικείο επί διοικητικής πράξεως κατά της οποίας έχει ασκήσει αίτηση ακύρωσης και αφορά: α) την απόρριψη αιτήματος ανανέωσης άδειας διαμονής, β) την ανάκληση εκδοθείσης άδειας διαμονής και γ) την απόρριψη αιτήματος για αρχική χορήγηση άδειας διαμονής, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί με πλήρη δικαιολογητικά για έναν από τους λόγους του παρόντος Κώδικα και έχει χορηγηθεί η βεβαίωση κατάθεσης, χορηγείται ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής. Η ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής συνιστά προσωρινό τίτλο διαμονής, έχει ετήσια διάρκεια, μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονο κάθε φορά χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση απόφασης επί της εκκρεμούς αιτήσεως ακυρώσεως από το Διοικητικό Δικαστήριο και παρέχει στον κάτοχό της δικαιώματα αντίστοιχα της κατηγορίας που αφορούσε η άδεια διαμονής η οποία έχει ανακληθεί ή δεν έχει ανανεωθεί.
Η ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής της παρούσας παραγράφου δε χορηγείται κατά τη διάρκεια ισχύος παράτασης οικειοθελούς αναχώρησης.

5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε πολίτες τρίτων χωρών που: α) αποφυλακίζονται με περιοριστικούς όρους για την τήρηση των οποίων απαιτείται η παραμονή τους στη Χώρα, β) τους επιβάλλεται περιοριστικός όρος, στο στάδιο είτε της ποινικής προδικασίας, είτε εκτέλεσης σχετικής δικαστικής απόφασης, για την τήρηση του οποίου απαιτείται παραμονή στη Χώρα, γ) που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και καταγγέλλουν αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν από εγκληματική οργάνωση του άρθρου 187 του Π.Κ. εφόσον με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και έγκριση του Εισαγγελέα Εφετών έχει ανασταλεί η απέλαση μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν και δ) των ανήλικων κατά την έννοια του άρθρου 121 του Π.Κ., οι οποίοι έχουν υποβληθεί στα αναμορφωτικά μέτρα των περιπτώσεων β', γ' και δ' του άρθρου 122 ή στα θεραπευτικά μέτρα του άρθρου 123 του ίδιου Κώδικα.
Η ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής χορηγείται για ένα έτος και ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι οριζόμενες προϋποθέσεις και παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στη μισθωτή εργασία.
Η ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής χορηγείται και στα προστατευόμενα μέλη των υπαγομένων στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου, πολιτών τρίτων χωρών, τα οποία είχαν άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης, καθώς και στα ανήλικα τέκνα που γεννιούνται στην Ελλάδα ανεξαρτήτως εάν γεννήθηκαν πριν ή μετά την έκδοση της απορριπτικής ή ανακλητικής απόφασης του συντηρούντος. Στα τέκνα κατόχων ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής που ενηλικιώνονται, χορηγείται αυτοτελής άδεια διαμονής.

6. Η αίτηση για τη χορήγηση της ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής κατατίθεται στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών ή στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αναλόγως της υπηρεσίας που εξέδωσε τη σχετική απόφαση.

7. Η άδεια διαμονής που εκδίδεται σε συμμόρφωση προς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως πολίτη τρίτης χώρας κατά απόρριψης αιτήματός του για ανανέωση άδειας εργασίας ή διαμονής, καθώς και κατά της ανακλήσεως τούτων, μπορούν να ανανεωθούν, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου για έναν από τους λόγους του παρόντος Κώδικα. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται εντός μηνός από την επίδοση της σχετικής άδειας διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, θεωρουμένου του χρόνου που έχει διανυθεί από τη λήξη ισχύος αυτών μέχρι την υποβολή της ανωτέρω αίτησης ανανέωσής τους, ως χρόνου νόμιμης διαμονής στη χώρα.

8. Κατά την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των ακυρωτικών διαφορών, οι οποίες γεννώνται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, η Διοίκηση εκπροσωπείται από ειδικά εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτόν υπάλληλο της. Σε όσες υποθέσεις προβάλλονται λόγοι που αφορούν ζητήματα αντίθεσης κειμένων διατάξεων προς το Σύνταγμα ή όταν πρόκειται για υποθέσεις με ιδιάζουσα σοβαρότητα ή με ευρύτερο ενδιαφέρον, η Διοίκηση, ύστερα από προηγούμενο έγγραφο αίτημά της, μπορεί να εκπροσωπείται από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ένδικο μέσο ασκείται από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μόνο μετά από έγγραφο αίτημα της Διοίκησης.

1. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης υποχρεούνται να μην παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε πολίτες τρίτης χώρας, οι οποίοι δεν έχουν διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις και θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής και γενικά δεν αποδεικνύουν ότι έχουν εισέλθει και διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα.
Σε πολίτες τρίτων χωρών που είναι αντικειμενικά στερούμενοι διαβατηρίου αναγνωρίζεται δικαίωμα συναλλαγής με τις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο υπηρεσίες με μόνη την επίδειξη της άδειας διαμονής τους.

2. Από τις ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται:
α) τα νοσοκομεία, θεραπευτήρια και κλινικές όταν πρόκειται για πολίτες τρίτων χωρών που εισάγονται εκτάκτως για νοσηλεία, τοκετό και για ανήλικα παιδιά, καθώς και οι δομές κοινωνικής μέριμνας που λειτουργούν στο πλαίσιο των Ο.Τ.Α.,
β) η θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής κρατούμενων αλλοδαπών για εξουσιοδότηση σε δικηγόρους, προκειμένου να εκπροσωπηθούν ενώπιον δικαστικών αρχών και υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύονται, εξ οιουδήποτε δημόσιου εγγράφου, τα στοιχεία της ταυτότητας τους,
γ) καταγγελίες ή προσφυγή σε αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, παράνομα απασχολούμενων πολιτών τρίτων χωρών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 83 και 86 του ν. 4052/2012. Οι διατάξεις των άρθρων 83 και 86 του Ν. 4052/2012, (Α' 41), όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση των εποχικά εργαζόμενων.
δ) η συναλλαγή των πολιτών τρίτων χωρών που τελούν υπό καθεστώς οικειοθελούς αναχώρησης μόνο για τη διευθέτηση εκκρεμών υποχρεώσεων που σχετίζονται με την αναχώρησή τους από τη χώρα,
ε) η συναλλαγή των πολιτών τρίτων χωρών που τελούν υπό καθεστώς παράτασης της οικειοθελούς αναχώρησής τους από τη χώρα,
στ) η υποβολή αιτήσεων για χορήγηση αδειών διαμονής στις αρμόδιες υπηρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 19Α,
ζ) η χορήγηση αντιγράφου απόρριψης ή ανάκλησης άδειας διαμονής σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 10,
η) η άσκηση αίτησης θεραπείας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 25.
θ) η ονοματοδοσία του άρθρου 15 του ν. 1438/1984 (Α' 60) όταν οι γονείς, πολίτες τρίτων χωρών, στερούνται νομιμοποιητικών εγγράφων.

3. Οι διευθυντές φυλακών και κρατητηρίων υποχρεούνται να παραλαμβάνουν και να φυλάσσουν διαβατήρια ή άλλα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμότητα της διαμονής, καθώς και την ταυτότητα των κρατούμενων πολιτών τρίτων χωρών. Τα έγγραφα αυτά επιστρέφονται κατά την απόλυση του πολίτη τρίτης χώρας. Αν ο πολίτης τρίτης χώρας δεν έχει τα ανωτέρω έγγραφα, οι ως άνω υπάλληλοι οφείλουν να το γνωστοποιήσουν αμέσως στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή στην πλησιέστερη υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

4. Οι υπάλληλοι των παραπάνω υπηρεσιών και φορέων που παραβαίνουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού διώκονται πειθαρχικά και τιμωρούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, για παράβαση καθήκοντος.

5. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, αρμόδια υπηρεσία για την επιθεώρηση εργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 3996/2011 (Α' 170) και του Ν. 4052/2012, όπως ισχύει, τηρεί τις αρμοδιότητες ελέγχου, επιθεώρησης και τήρησης στοιχείων, όπως αυτές του αποδίδονται με την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3996/2011, όπως αυτός ισχύει.

6. Η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης κάθε έτος ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 862/2007, στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των πολιτών τρίτων χωρών, στους οποίους χορηγήθηκε θεώρηση εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας για πρώτη φορά, καθώς και για τον αριθμό αυτών, των οποίων η θεώρηση έλαβε παράταση ή ανακλήθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Οι στατιστικές αυτές κατανέμονται ανά ιθαγένεια και εφόσον είναι δυνατόν ανά διάρκεια ισχύος της θεώρησης και ανά τομέα εποχικής δραστηριότητας.

7. Οι στατιστικές της προηγούμενης παραγράφου έχουν περίοδο αναφοράς ένα ημερολογιακό έτος και ανακοινώνονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός έξι μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Το πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2017.

1. Κατά την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων, στις οποίες συμβαλλόμενοι ή συμμετέχοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο είναι πολίτες τρίτων χωρών, που παρίστανται αυτοπροσώπως ή δηλώνουν κατοικία ή διαμονή στην ημεδαπή, οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να διαπιστώνουν ότι αυτοί έχουν θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής ή βεβαίωση της παραγράφου 7 του άρθρου 8 και της παραγράφου 6 του άρθρου 9 και να προβούν σε σχετική μνεία στην πράξη τους.

2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις της σύνταξης πληρεξουσίων σε δικηγόρους προκειμένου να εκπροσωπήσουν πολίτες τρίτων χωρών ενώπιον δικαστικών και διοικητικών αρχών, καθώς και της σύνταξης συμβολαιογραφικών πράξεων που αφορούν την αναγνώριση τέκνου εκτός γάμου που δεν έχει συμπληρώσει το τρίτο έτος της ηλικίας του όταν ο ένας των γονέων είναι Έλληνας ή πολίτης άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή πολίτης τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως στην Ελλάδα

1. Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα.

2. Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών που η άδεια διαμονής ή η θεώρηση εισόδου (visa) που κατέχουν δεν τους δίνουν το δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή είναι κάτοχοι βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για άδεια διαμονής, η οποία δεν παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Αν η κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, παροχής υπηρεσιών ή έργου αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής, η ισχύς της σύμβασης τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της χορήγησης αντίστοιχης άδειας.

3. Στους εργοδότες που παραβιάζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1, πέραν των άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 4052/ 2012, όπως ισχύει.

4. Στους εργοδότες που παραβιάζουν τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου, πέραν των άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, θα επιβάλλεται πρόστιμο 1.500 ευρώ για κάθε νόμιμα διαμένοντα αλλά παράνομα απασχολούμενο αλλοδαπό. Εάν οι συγκεκριμένες παραβάσεις διαπιστώνονται από τις υπηρεσίες ελέγχου των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ή κοινοποιούνται σε αυτές από άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς (Ελληνική Αστυνομία), τότε το χρηματικό πρόστιμο θα επιβάλλεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Εάν αυτές διαπιστώνονται από τους Επιθεωρητές Εργασίας, το πρόστιμο θα επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ή του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας με βάση τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του Σώματος.

5. Όταν η παραβίαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου γίνεται με σκοπό την προαγωγή πολιτών τρίτων χωρών σε πορνεία, εκτός των άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, ο εργοδότης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Σε περίπτωση που το θύμα είναι ανήλικο, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Με κάθειρξη και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος αν το έγκλημα τελέσθηκε: α. εναντίον προσώπου νεότερου των δεκαπέντε ετών, β. με απατηλά μέσα, γ. από τον ανιόντα συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή από θετό γονέα, σύζυγο, επίτροπο ή από άλλον στον οποίο έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη ή φύλαξη, έστω και προσωρινή, δ. από υπάλληλο ο οποίος, κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος από την ιδιότητά του αυτή, διαπράττει ή συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην πράξη. Τα παραπάνω αδικήματα θεωρούνται σε κάθε περίπτωση αυτόφωρα. Η έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης γνωστοποιείται με μέριμνα της αρμόδιας εισαγγελίας στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μέσα σε ένα μήνα από την έκδοσή της. Ο τελευταίος υποχρεούται, μέσα σε ένα μήνα από τη γνωστοποίηση της απόφασης, να αφαιρέσει την άδεια λειτουργίας του καταστήματος ή της επιχείρησης όπου τελέσθηκε το αδίκημα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα μηνών, μπορεί δε, συνεκτιμώντας και τις εν γένει περιστάσεις, να προβεί στην οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας.

6. Για την απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συμβάλλονται με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπως ισχύει, απαιτείται και έγκριση της στρατιωτικής αρχής.

7. Για την απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συμβάλλονται ή εποπτεύονται από το Υπουργείο Εξωτερικών, όπως ισχύει, απαιτείται και έγκριση της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών.

8. Οι εργοδότες οφείλουν να παρέχουν στις αρμόδιες ελληνικές προξενικές αρχές ή στις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που απαιτούνται για τη χορήγηση και την παράταση της θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας.

9. Οι εργοδότες οφείλουν να ενημερώνουν τις υπηρεσίες των οικείων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων για οποιαδήποτε αλλαγή του καταλύματος του εποχικού εργαζόμενου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του παρόντος. Εάν διαπιστωθεί από τις αρμόδιες αρχές ότι δεν έχει παρασχεθεί κατάλυμα ή ότι το κατάλυμα που έχει παρασχεθεί δεν πληροί τις απαιτούμενες προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας, αφενός επιβάλλεται στον εργοδότη πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, αφετέρου ο εργοδότης αποκλείεται από τη δυνατότητα μετάκλησης εποχικά εργαζόμενου για τα επόμενα πέντε έτη.

10. Οι εργοδότες, οι οποίοι έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις τους κατά τη διάρκεια προηγούμενης μετάκλησης για εποχικά εργαζόμενους, δεν μπορούν να υποβάλουν νέο αίτημα για μετάκληση πολίτη τρίτης χώρας πριν την πάροδο χρονικού διαστήματος τριών ετών από την ημερομηνία διαπίστωσης της αρχικής παραβίασης.

11. Σε περίπτωση ανάκλησης της θεώρησης εισόδου για το σκοπό της εποχικής εργασίας για έναν από τους λόγους των περιπτώσεων γ', δ', ζ' της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 4251/2014, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση στον εποχικά εργαζόμενο σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Η ευθύνη καλύπτει όλες τις εκκρεμείς υποχρεώσεις που θα έπρεπε να έχει σεβαστεί ο εργοδότης, εάν δεν είχε ανακληθεί η θεώρηση εισόδου για το σκοπό της εποχικής απασχόλησης.

12. Εάν ο εργοδότης είναι υπεργολάβος, ο οποίος παραβίασε τις διατάξεις του παρόντος, και εφόσον ο κύριος εργολάβος και κάθε ενδιάμεσος υπεργολάβος δεν έχουν αναλάβει υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις κείμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, ο κύριος εργολάβος και κάθε ενδιάμεσος υπεργολάβος:
α) υπόκειται στις κυρώσεις των παραγράφων 9, 10 και 11 του παρόντος άρθρου,
β) καταβάλλει κάθε αποζημίωση που οφείλεται στον εποχικά εργαζόμενο, σύμφωνα με την παράγραφο 11 και τις διατάξεις του άρθρου 85 του Ν. 4052/2012, όπως ισχύει,
γ) καταβάλλει κάθε καθυστερούμενη οφειλή προς τον εποχικά εργαζόμενο, σύμφωνα τα άρθρα 81 και 85 του Ν. 4052/2012, όπως ισχύει.

13. Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί τη σύμβαση εργασίας του άρθρου 13 του παρόντος υπογεγραμμένη από τον ίδιο και τον εργαζόμενο για πέντε (5) έτη από την ημερομηνία υπογραφής της και όταν διενεργείται έλεγχος να την επιδεικνύει στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα.

1. Απαγορεύεται η εκμίσθωση ακινήτων σε πολίτη τρίτης χώρας που δεν έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις και ισχυρή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής.

2. Οι διευθυντές ξενοδοχείων και παραθεριστικών κέντρων οφείλουν να ενημερώνουν την αστυνομική υπηρεσία για την άφιξη και την αναχώρηση πολιτών τρίτων χωρών που φιλοξενούν.

3. Στα πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία, επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, χρηματικό πρόστιμο χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Στα πρόσωπα που υποβάλλουν ανακριβείς δηλώσεις ή βεβαιώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτόν και στις κατ' εξουσιοδότηση εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις, καθώς και στους πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι κατέχουν άδεια διαμονής, παρέχουν όμως εξαρτημένη εργασία ή υπηρεσίες ή έργο ή ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς την απαιτούμενη, κατ' αντιστοιχία, άδεια διαμονής ή έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας επιβάλλεται πρόστιμο ύψους 150 ευρώ.

5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κά-θειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

6. Όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή πολίτη τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με τις ανωτέρω ποινές τιμωρείται και όποιος προσκαλεί πρόσωπα με «Επιχειρηματική Πρόσκληση» στην Ελληνική Επικράτεια, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 5, με σκοπό την παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας και των κείμενων ευρωπαϊκών διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν που αφορούν στην είσοδο και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών.

7. Όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία. Με την ίδια, επίσης, ποινή τιμωρείται όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.

8. Ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδίων ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά εκδόσεως ταξιδιωτικού εγγράφου, με στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος, για λογαριασμό του οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά. Με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη επιβάλλεται και τρίμηνη αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του γραφείου και, σε περίπτωση υποτροπής, οριστική αφαίρεση της άδειας αυτής.

1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται:
α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο,
β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού,
γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο,
δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος.

2. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά πρόσωπα, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα προ του απόπλου ή της απογείωσης ή μετά τον απόπλου του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λαθραίως βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων. Οι κυρώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

3α. Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά ατόμων, υποχρεούνται να μην δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών που:
α) δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα εν ισχύ διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου, όπου απαιτείται η λήψη τους πριν από την άφιξη των πολιτών τρίτων χωρών στη χώρα, εκτός αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κανονισμού 2009/810 «Κώδικας Θεωρήσεων» σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 5 στοιχείο β΄ του Κανονισμού 2016/399 «Κώδικας Συνόρων Schengen» ή β) κατέχουν διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα με εμφανείς ενδείξεις πλαστογράφησης ή παραποίησης. Με απόφαση της κατά τόπο αρμόδιας Αεροπορικής Αρχής επιβάλλεται στις αεροπορικές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταφέρει άτομα αεροπορικώς που παραβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση, χρηματικό πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Στις ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί δημόσια μεταφορά ατόμων με πλωτό μέσο, το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση της αστυνομικής Αρχής, η οποία είναι κατά τόπον αρμόδια για τη διενέργεια του ελέγχου των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3. Σε περίπτωση υποτροπής εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, τα ανωτέρω πρόστιμα μπορεί να προσαυξάνονται στο διπλάσιο και πάντως όχι πέραν του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου. Τα παραπάνω πρόστιμα επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα που εκτελούν οποιασδήποτε μορφής δημόσια μεταφορά ή αποκλειστικά στο νομικό πρόσωπο των ανωτέρω αεροπορικών ή ναυτιλιακών εταιρειών ή μεταφορέων και στα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 50 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), τα οποία ευθύνονται αλληλεγγύως.
Το παραπάνω πρόστιμο δεν επιβάλλεται στα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι έχουν λάβει επαρκή προληπτικά μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι επιβαίνοντες πολίτες τρίτων χωρών δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου. Ειδικότερα απαιτείται η λήψη των κατάλληλων μέτρων ενημέρωσης των επιβατών, πριν από την επιβίβασή τους, ως προς τα ταξιδιωτικά έγγραφα που απαιτούνται για τη νόμιμη είσοδό τους στην Ελλάδα, η καταχώρισή τους, κατά την επιβίβαση, με τα στοιχεία που φέρουν τα ταξιδιωτικά έγγραφα, στους καταλόγους επιβατών και η κοινοποίηση των καταλόγων στις αρμόδιες αερολιμενικές, λιμενικές και τελωνειακές αρχές.
Οι αποφάσεις επιβολής προστίμου, κατά τα παραπάνω εδάφια, υπόκεινται σε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη αντίστοιχα, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή τους. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης επιβάλλεται πρόστιμο, όχι χαμηλότερο από το ήμισυ του ελάχιστου προβλεπόμενου.
Τυχόν υποβληθείσες προσφυγές κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμου των Συντονιστών Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 30, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 4587/2018 (Α΄ 218), θα εξετασθούν ως ενδικοφανείς προσφυγές από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη.
3β. Η ισχύς της περίπτωσης (α) αρχίζει από την έναρξη ισχύος της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80), όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 4587/2018.

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, καθώς και ταξιδιωτικά γραφεία και οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ευθύνονται εις ολόκληρον για τις δαπάνες διαβίωσης και τα έξοδα επαναπροώθησης των ανωτέρω προσώπων στο εξωτερικό. Την ίδια ευθύνη έχουν και όσοι εγγυήθηκαν τον επαναπατρισμό πολίτη τρίτης χώρας, αν παραβιάσθηκαν όροι εισόδου ή διαμονής του στη χώρα. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

5. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 ή οι ιδιοκτήτες των μεταφορικών μέσων ή οι αντιπρόσωποι αυτών στην Ελλάδα υποχρεούνται αμέσως μετά την άφιξη του μεταφορικού μέσου να παραδίδουν στις υπηρεσίες του αστυνομικού ελέγχου διαβατηρίων δελτία άφιξης ή καταστάσεις των επιβατών που είναι πολίτες τρίτων χωρών, τους οποίους μεταφέρουν και προορίζουν για την Ελλάδα και αντίστροφα. Την ίδια υποχρέωση έχουν κατά την άφιξη αεροπλάνων μη τακτικών πτήσεων από τρίτες χώρες. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα στοιχεία των ανωτέρω δελτίων ή καταστάσεων.

6. Οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, καθώς και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς, προς το σκοπό υπαγωγής στις διαδικασίες των άρθρων 83 του Ν. 3386/2005 ή του άρθρου 13 του Ν. 3907/2011, κατόπιν ενημέρωσης των αρμοδίων αστυνομικών και λιμενικών αρχών.

7. Οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 29 και του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ..

8. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της κατά της καταδικαστικής απόφασης για παραβάσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του προηγούμενου άρθρου, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

9. Για την εκδίκαση των κακουργημάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εκτός από αυτό της περίπτωσης δ΄, καθώς και στο άρθρο 29, αρμόδιο είναι το Μονομελές Εφετείο και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 308Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

10. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της παραπάνω εγκληματικής δραστηριότητας κατάσχεται και μπορεί να δημευθεί με την καταδικαστική απόφαση, αν ανήκει στον αυτουργό ή σε οποιονδήποτε από τους συμμετόχους. Αν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι η δήμευση που θα επιβληθεί στον καταδικασθέντα θα αποστερήσει τον ίδιο ή τρίτους, ιδίως την οικογένειά του, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους και ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη, δεν επιβάλλει αυτήν. Η απόδοση περιουσίας στον ιδιοκτήτη της γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του ίδιου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.

11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.

1. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 31 έως 44 εφαρμόζονται στους πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται στην Ελλάδα με σκοπό να διαμείνουν για σπουδές ή για εθελοντική υπηρεσία.

2. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 31 έως 44 δεν εφαρμόζονται στους πολίτες τρίτων χωρών:
α) που διαμένουν στην Ελλάδα ως αιτούντες διεθνούς προστασίας ή δικαιούνται διεθνή προστασία σύμφωνα με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή δικαιούνται προσωρινή προστασία σύμφωνα με την Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου,
β) των οποίων η απομάκρυνση έχει ανασταλεί,
γ) που είναι μέλη οικογενειών πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία,
δ) που έχουν αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ε) που έρχονται στην Ένωση ως ασκούμενοι στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 127 Α,
στ) που έχουν γίνει δεκτοί ως εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109-126,
ζ) οι οποίοι, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει συμφωνιών, είτε μεταξύ της Ένωσης και των κρατών - μελών της και τρίτων χωρών, είτε μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών.

3. Το παρόν ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων που προκύπτουν:
α) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ένωσης και κρατών - μελών της αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσότερων κρατών - μελών της Ένωσης και ενός ή περισσότερων τρίτων χωρών.

4. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές διατηρούν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν πιο ευνοϊκές διατάξεις για τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται το παρόν σε σχέση με τα άρθρα 33, 34, 36 και 41.

1. Δημόσια ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία πρόκειται να υποδεχθούν σπουδαστές σύμφωνα με τη διαδικασία εισόδου και διαμονής που ορίζεται στο παρόν Κεφάλαιο, θεωρούνται εγκεκριμένοι φορείς.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου μπορεί να καθορίζεται η διαδικασία έγκρισης οργανισμών που είναι αρμόδιοι για υλοποίηση προγραμμάτων ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας, καθώς και οργανισμών που χρηματοδοτούνται από ελληνικούς δημόσιους φορείς και πρόκειται να υποδεχθούν εθελοντές, σύμφωνα με τη διαδικασία εισόδου και διαμονής που ορίζεται στο παρόν Κεφάλαιο και η οποία περιλαμβάνει τους όρους και τα κριτήρια της έγκρισης, τη διάρκεια ισχύος της, τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ανάκλησης και μη ανανέωσης έγκρισης του φορέα και κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 40, καθώς και τις τυχόν επιβαλλόμενες κυρώσεις.

3. Οι αρμόδιες Αρχές δημοσιεύουν καταλόγους των εγκεκριμένων φορέων υποδοχής της παραγράφου 2. Επικαιροποιημένες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων πρέπει να δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν μετά από κάθε μεταβολή τους.

1. Η είσοδος και διαμονή πολίτη τρίτης χώρας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 έως 42 υπόκειται σε έλεγχο δικαιολογητικών που αποδεικνύουν ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις της επόμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου και οι αντίστοιχες προϋποθέσεις των επόμενων άρθρων.

2. Επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα με σκοπό τις σπουδές ή την εθελοντική υπηρεσία, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής γενικές προϋποθέσεις:
α. είναι κάτοχοι διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου αναγνωρισμένου από την Ελλάδα, η ισχύς του οποίου διαρκεί τρεις τουλάχιστον μήνες μετά τη λήξη της θεώρησης εισόδου και έχουν λάβει θεώρηση εισόδου για το σκοπό των σπουδών ή της εθελοντικής υπηρεσίας,
β. προσκομίζουν συναίνεση των γονέων ή του ασκούντος τη γονική μέριμνα για την προβλεπόμενη διαμονή σε περίπτωση που είναι κάτω των 18 ετών,
γ. διαθέτουν πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των παροχών που καλύπτονται αντίστοιχα για τους ημεδαπούς,
δ. δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και τη δημόσια υγεία,
ε. έχουν καταβάλει παράβολο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 132 του παρόντος νόμου, μόνο αν πρόκειται για διαμονή με σκοπό τις σπουδές.

3. Ως προς τους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι συμμετέχουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα για την ενίσχυση της κινητικότητας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ή εντός αυτής και οι οποίοι, στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών, επιθυμούν την είσοδο και διαμονή τους στην Ελληνική Επικράτεια, η διαδικασία εισδοχής διευκολύνεται προκειμένου για την έγκαιρη έκδοση των απαιτούμενων θεωρήσεων εισόδου και των αδειών διαμονής.

4. Οι σπουδαστές που καλύπτονται αυτομάτως από ασφάλιση ασθενείας για όλους τους κίνδυνους για τους οποίους καλύπτονται κανονικά και οι ημεδαποί λόγω της εγγραφής τους σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, θεωρούνται ότι πληρούν την προϋπόθεση του στοιχείου γ' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

5. Υπό την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, αρμόδια υπηρεσία για την εξέταση των αιτήσεων χορήγησης αδειών διαμονής του παρόντος είναι η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται στις υπηρεσίες που ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 8. Εάν κατά την υποβολή της αίτησης ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας δεν γνωρίζει ακόμη τη μελλοντική του διεύθυνση, δηλώνει μια προσωρινή διεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή ο πολίτης τρίτης χώρας δηλώνει τη μόνιμη διεύθυνσή του το αργότερο κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 33.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας, που έχει λάβει εθνική θεώρηση εισόδου για σπουδές στην Ελλάδα, υποβάλλει αίτηση στην, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 8, αρμόδια υπηρεσία, εφόσον, εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 32, συντρέχουν σωρευτικά και οι εξής προϋποθέσεις:
α) έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελληνική Επικράτεια για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών,
β) διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του κατά τη διάρκεια της διαμονής, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού της επιστροφής. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία για σπουδαστές ή άλλη υποτροφία,
γ) έχει καταβάλει τέλη εγγραφής στο οικείο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου απαιτούνται.

2. Στα προγράμματα σπουδών περιλαμβάνεται και η φοίτηση σε Κέντρα Διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού που πραγματοποιούνται από Ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης.

3. Όταν το πρόγραμμα σπουδών που πρόκειται να παρακολουθήσει ο πολίτης τρίτης χώρας απαιτεί επάρκεια γνώσης της ελληνικής γλώσσας ως προϋπόθεση για την εγγραφή του, το οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα προβαίνει στους απαραίτητους ελέγχους και χορηγεί αντίστοιχη βεβαίωση, η οποία προσκομίζεται για την έκδοση της άδειας διαμονής.

4. Η αίτηση της παραγράφου 1 συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία υποβάλλονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα.

5. Κατά την εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής και για την έκδοση της σχετικής απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8.

6. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις σπουδών, η αρμόδια υπηρεσία χορηγεί την άδεια διαμονής για λόγους σπουδών εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Η άδεια εκδίδεται με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002. Στη θέση «παρατηρήσεις» καταχωρείται η ένδειξη «σπουδαστής», καθώς επίσης και πληροφορίες αναφορικά με την πρόσβαση του σπουδαστή στην αγορά εργασίας. Για τους σπουδαστές που έρχονται στην Ένωση στο πλαίσιο συγκεκριμένου ενωσιακού προγράμματος ή πολυμερούς προγράμματος που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων αναγνωρισμένων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η άδεια διαμονής αναγράφει μνεία αυτού του συγκεκριμένου προγράμματος ή της συμφωνίας. Οι απορριπτικές αποφάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν επαρκή αιτιολογία, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

1. Η άδεια διαμονής για σπουδές έχει διάρκεια ισχύος ένα (1) έτος και μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον συνεχίζουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 32 και 33 του παρόντος. Αν η διάρκεια του προγράμματος σπουδών είναι κατώτερη του ενός έτους, η άδεια διαμονής ισχύει για τη διάρκεια του προγράμματος σπουδών.

2. Η διάρκεια της άδειας διαμονής για σπουδαστές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας ή από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι τουλάχιστον διετής, ή για τη διάρκεια των σπουδών τους σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη. Εφόσον οι όροι που ορίζουν το άρθρο 32 και η περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 33 δεν πληρούνται για τα δύο (2) έτη ή για τη συνολική διάρκεια των σπουδών, η περίοδος ισχύος της άδειας διαμονής είναι ένα (1) τουλάχιστον έτος, ή για την περίοδο των σπουδών σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη.

3α. Παρέχεται ευχέρεια στον πολίτη τρίτης χώρας να αιτηθεί τη χορήγηση άδειας διαμονής για σπουδές με διάρκεια ισχύος ισόχρονη με την ανώτατη διάρκεια φοίτησης του συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών. Στην περίπτωση αυτή, κατά την υποβολή της αίτησης ο σπουδαστής προσκομίζει συμπληρωματικά βεβαίωση του οικείου εκπαιδευτικού ιδρύματος για τον συνολικό χρόνο σπουδών του προγράμματος που πρόκειται να παρακολουθήσει.
β. Για την έκδοση της άδειας διαμονής για σπουδές, καταβάλλεται παράβολο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 38 του ν. 4546/2018 (Α' 101).
γ. Ο σπουδαστής, που είναι κάτοχος άδειας διαμονής με διάρκεια ισχύος ισόχρονη με την ανώτατη διάρκεια του προγράμματος σπουδών, υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανά διετία, βεβαίωση εγγραφής και συμμετοχής στις εξετάσεις, χορηγηθείσα από το οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα, καθώς και πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας σπουδών για το ίδιο διάστημα, από το οποίο να προκύπτει η γενικότερη πρόοδός του ή λεπτομερής έκθεση προόδου από αρμόδιο όργανο, σε περίπτωση μεταπτυχιακών σπουδών ή εκπόνησης διδακτορικής διατριβής. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της ανωτέρω υποχρέωσης, εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παρέλευσης της διετίας από την έκδοση της άδειας διαμονής, η τελευταία ανακαλείται και ο σπουδαστής οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

4. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής για λόγους σπουδών, ο πολίτης τρίτης χώρας υποχρεούται να υποβάλει αίτηση, πριν από τη λήξη της, στην, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9, αρμόδια υπηρεσία υποβολής της αίτησης, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

5. Ο συνολικός χρόνος ανανέωσης της άδειας διαμονής δεν μπορεί να υπερβεί την περίοδο κανονικής φοίτησης που ισούται με τον ελάχιστο αριθμό των αναγκαίων για την απονομή του τίτλου σπουδών εξαμήνων σύμφωνα με το ενδεικτικό πρόγραμμα σπουδών της σχολής, προσαυξημένο κατά τέσσερα (4) εξάμηνα και κατά το ήμισυ για τους σπουδαστές μεταπτυχιακών σπουδών ή τους υποψήφιους διδάκτορες. Στο χρονικό αυτό διάστημα προστίθεται ένα (1) επιπλέον έτος για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, εφόσον αυτό έχει ζητηθεί από το οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

1. Πολίτης τρίτης χώρας που είναι κάτοχος άδειας διαμονής εν ισχύ εκδοθείσας από το πρώτο κράτος - μέλος με σκοπό τις σπουδές στο πλαίσιο ενωσιακού ή πολυμερούς προγράμματος που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επιτρέπεται να εισέλθει και να διαμείνει, προκειμένου να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα βάσει του παρόντος κεφαλαίου για περίοδο έως τριακόσιες εξήντα (360) ημέρες στην Ελλάδα υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Σπουδαστής, ο οποίος δεν καλύπτεται από ενωσιακό ή πολυμερές πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για είσοδο και διαμονή στην Ελλάδα με σκοπό να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33.

3. Για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα να κοινοποιεί στις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, καθώς και στις αρχές του πρώτου κράτους - μέλους, την πρόθεση του σπουδαστή να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση διαβιβάζεται:
α) είτε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος - μέλος, αν η κινητικότητα προς την Ελλάδα προβλέπεται ήδη σε αυτό το στάδιο,
β) είτε, αφού ο σπουδαστής έχει γίνει δεκτός στο πρώτο κράτος - μέλος, μόλις εκδηλωθεί η πρόθεση άσκησης του δικαιώματος κινητικότητας προς την Ελλάδα.

4. Στην κοινοποίηση επισυνάπτεται έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 περίπτωση α' και η ισχύουσα άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος και καλύπτει το συνολικό διάστημα της κινητικότητας.

5. Αν η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 3 και όταν η αρμόδια Ελληνική Αρχή δεν προβάλλει καμία αντίρρηση ενώπιον του πρώτου κράτους - μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, η κινητικότητα του σπουδαστή προς την Ελλάδα μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας διαμονής.

6. Σε περίπτωση που η κοινοποίηση έχει λάβει χώρα σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 3, και όταν η αρμόδια Ελληνική Αρχή δεν προβάλλει αντίρρηση για την κινητικότητα του σπουδαστή σύμφωνα με την παράγραφο 8, η κινητικότητα του σπουδαστή προς την Ελλάδα θεωρείται ότι έχει εγκριθεί και μπορεί να αρχίσει.

7. Εκτός από τα αποδεικτικά στοιχεία της παραγράφου 4, στην κοινοποίηση πρέπει να επισυνάπτονται αποδεικτικά στοιχεία ότι ο σπουδαστής πραγματοποιεί μέρος των σπουδών του στην Ελλάδα στο πλαίσιο ενωσιακού ή πολυμερούς προγράμματος το οποίο περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ότι έχει γίνει δεκτός από ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, καθώς και στοιχεία για την προβλεπόμενη διάρκεια και τις ημερομηνίες της κινητικότητας. Τα ανωτέρω πρέπει να είναι συντεταγμένα στην ελληνική γλώσσα.

8. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της κοινοποίησης, η αρμόδια Αρχή μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά στην κινητικότητα του σπουδαστή προς το έδαφός της, εφόσον:
α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 4 και 7 του παρόντος,
β) τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί,
γ) έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Η αντίρρηση γνωστοποιείται αμελλητί στις αρμόδιες Αρχές του πρώτου κράτους - μέλους και στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, ο σπουδαστής δεν επιτρέπεται να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

9. Η άδεια διαμονής της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου χορηγείται και ανανεώνεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 32 και 33.

10. Οι σπουδαστές που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στη χώρα.

11. Αν ο σπουδαστής διέρχεται τα εξωτερικά ελληνικά σύνορα με βάση άδεια διαμονής για σπουδές που έχει εκδοθεί από κράτος - μέλος που δεν εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν, πρέπει να υποβάλει στην αρμόδια ελληνική συνοριακή Αρχή την άδεια διαμονής που έχει εκδώσει το πρώτο κράτος - μέλος και αντίγραφο της κοινοποίησης της παραγράφου 3, ως απόδειξη του ότι μετακινείται στην Ελλάδα με σκοπό τις σπουδές.

12. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες Ελληνικές Αρχές ανακαλέσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 40 του ν. 4251/2014, άδεια για λόγους σπουδών, η οποία προβλέπει κινητικότητα σε δεύτερο κράτος - μέλος, οφείλουν να ενημερώσουν αμελλητί τις αρχές του δεύτερου κράτους - μέλους.

13. Το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ενημερώνει την αρμόδια Ελληνική Αρχή για κάθε τροποποίηση που επηρεάζει τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων έχει επιτραπεί η κινητικότητα.

14. Ο σπουδαστής οφείλει να παύσει πάραυτα κάθε δραστηριότητα και να εγκαταλείψει την Ελληνική Επικράτεια αν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επετράπη η κινητικότητα δεν πληρούνται πλέον.

15. Σε περίπτωση που πολίτης τρίτης χώρας, σπουδαστής, ο οποίος έχει μετακινηθεί από την Ελλάδα σε δεύτερο κράτος - μέλος, παύσει την δραστηριότητα στο δεύτερο κράτος - μέλος, επιτρέπεται, κατόπιν αιτήματος του δεύτερου κράτους - μέλους, η επιστροφή στην Ελλάδα χωρίς διατυπώσεις και χωρίς καθυστέρηση του σπουδαστή. Αυτό ισχύει επίσης αν η άδεια για σπουδές που έχει εκδοθεί από την Ελληνική αρμόδια Αρχή έχει λήξει ή έχει ανακληθεί κατά τη διάρκεια της κινητικότητας στο δεύτερο κράτος - μέλος.

16. Όταν ο κάτοχος άδειας διαμονής για σπουδές διέρχεται τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, οι αρμόδιες Αρχές συμβουλεύονται το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και αρνούνται την είσοδο ή διατυπώνουν αντίρρηση για την κινητικότητα προσώπων τα οποία έχουν καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητοι στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν.

Πολίτες τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια διαμονής για λόγους σπουδών σύμφωνα με το παρόν, επιτρέπεται να εργάζονται μόνο με καθεστώς μερικής απασχόλησης, εκτός ωραρίου σπουδών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις για τη μερική απασχόληση. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των ωρών εργασίας δεν μπορεί να είναι μικρότερος από δεκαπέντε (15) ώρες την εβδομάδα ή το αντίστοιχό τους σε ημέρες ή μήνες κατ' έτος.

1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας, τα οποία προσφέρουν προγράμματα σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου, δύνανται να συνάπτουν τριμερείς συμβάσεις με το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας εδρεύει το A.E.I. για τη θέσπιση διαδικασίας ταχείας χορήγησης αδειών διαμονής σε φοιτητές, πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι γίνονται δεκτοί στα προγράμματα σπουδών τους και εισέρχονται στην Ελλάδα με εθνική θεώρηση εισόδου για σπουδές, υπό τους εξής όρους:
α) Η υποχρεωτική διάρκεια σπουδών είναι κατ’ ελάχιστον:
αα) τριετής για προγράμματα πρώτου κύκλου,
αβ) ετήσια για προγράμματα δεύτερου κύκλου και
αγ) τριετής για προγράμματα τρίτου κύκλου,
β) πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 32 και 33 για τη χορήγηση αδειών διαμονής στο πλαίσιο τέτοιων συμβάσεων.
Η σύμβαση της παρούσας παραγράφου δύναται να αφορά το σύνολο ή μέρος των προγραμμάτων σπουδών του οικείου Α.Ε.Ι., τα οποία κάνουν δεκτούς, ως φοιτητές, πολίτες τρίτων χωρών.

2. Κατά τη σύναψη των συμβάσεων της παρ. 1, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής της Γενικής Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής, η κατά τόπο αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση εκπροσωπείται από τον Συντονιστή της, και το Α.Ε.Ι. από τον νόμιμο εκπρόσωπό του.

3. Στις συμβάσεις της παρ. 1, ορίζονται κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
α) ο αριθμός των προγραμμάτων σπουδών, τα οποία προσφέρονται από το οικείο Α.Ε.Ι. και στα οποία δύναται να εισαχθούν πολίτες τρίτων χωρών,
β) ο τίτλος και η απόφαση ίδρυσης κάθε προγράμματος σπουδών,
γ) ο ανώτατος αριθμός εισακτέων ανά πρόγραμμα σπουδών και ακαδημαϊκό έτος,
δ) η υπηρεσία του οικείου Α.Ε.Ι., η οποία έχει ως αρμοδιότητα την προετοιμασία του πλήρους φακέλου, ο οποίος περιλαμβάνει την αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής λόγω σπουδών και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για κάθε πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε πρόγραμμα σπουδών του Α.Ε.Ι.,
ε) οι ειδικοί λόγοι οι οποίοι συντρέχουν για τη σύναψη της σύμβασης, η διάρκεια ισχύος της σύμβασης και η δυνατότητα ανανέωσης της, καθώς επίσης και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών.

4. Η αίτηση χορήγησης της άδειας διαμονής του παρόντος υποβάλλεται, με μέριμνα του οικείου Α.Ε.Ι. προς την αρμόδια υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8, και συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας διαμονής, όπως αυτά ορίζονται στην απόφαση της παρ. 1 του άρθρου 136.

5. Η άδεια διαμονής του παρόντος χορηγείται με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, το αργότερο εντός προθεσμίας σαράντα (40) ημερών από την ημερομηνία υποβολής πλήρους φακέλου δικαιολογητικών και λήψης των απαιτούμενων βιομετρικών στοιχείων, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του ν. 4018/2011.

6. Η άδεια διαμονής του παρόντος έχει ισχύ ισόχρονη με την ανώτατη διάρκεια φοίτησης του προγράμματος σπουδών, στο οποίο έχει γίνει δεκτός ο πολίτης τρίτης χώρας. Εφόσον υφίσταται ανάγκη ανανέωσης για την ολοκλήρωση των σπουδών του πολίτη τρίτης χώρας, η άδεια διαμονής δύναται να ανανεώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 στο πλαίσιο της ταχύρρυθμης διαδικασίας του παρόντος άρθρου. Η υποχρέωση υποβολής των στοιχείων της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 34 προς την αρμόδια υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης βαρύνει το οικείο Α.Ε.Ι..

7. Μετά τη σύναψη της σύμβασης της παρ. 1, το Α.Ε.Ι. ενημερώνει με κάθε πρόσφορο μέσο, τις ελληνικές προξενικές αρχές τρίτων χωρών από τις οποίες επιθυμούν να εισέλθουν πολίτες προκειμένου να εγγραφούν σε προγράμματα σπουδών του οικείου Α.Ε.Ι., για την ισχύουσα σύμβαση και τους όρους διαδικασίας ταχείας χορήγησης αδειών διαμονής για πολίτες τρίτων χωρών.

8. Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων και Μετανάστευσης και Ασύλου ρυθμίζονται τυχόν θέματα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ιδίως ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης για τη διαδικασία ταχείας χορήγησης αδειών διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί να φοιτήσουν σε προγράμματα σπουδών των Α.Ε.Ι., καθώς και κάθε άλλο διαδικαστικό θέμα.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός σε πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας, διάρκειας άνω των τριών (3) μηνών, γίνεται δεκτός για διαμονή στην Ελλάδα, εφόσον έχει λάβει εθνική θεώρηση εισόδου για τον σκοπό αυτόν.

2. Για τη χορήγηση της άδειας διαμονής ο πολίτης τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση, πριν τη λήξη της εθνικής θεώρησης εισόδου, στην αρμόδια υπηρεσία, χωρίς να απαιτείται για τον σκοπό αυτόν η καταβολή παραβόλου, εφόσον συντρέχουν, εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι εξής ειδικές προϋποθέσεις:
α) Έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18) έτος της ηλικίας του, με την επιφύλαξη των ισχυόντων κανόνων της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας.
β) Έχει συνάψει συμφωνία με τον φορέα υποδοχής της Ελλάδας για το πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας στο οποίο συμμετέχει. Αν ο φορέας υποδοχής είναι ιδιωτικός οργανισμός, προσκομίζεται βεβαίωση ότι παρακολουθείται το εν λόγω πρόγραμμα ή εγκρίνεται ή εποπτεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπον από Δημόσια Αρχή. Η συμφωνία περιλαμβάνει:
αα) περιγραφή του προγράμματος εθελοντικής υπηρεσίας,
ββ) τη διάρκεια της εθελοντικής υπηρεσίας,
γγ) την τοποθέτηση και τους όρους εποπτείας της εθελοντικής υπηρεσίας,
δδ) τις ώρες εθελοντικής υπηρεσίας,
εε) τους διαθέσιμους πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης και στέγασης του πολίτη τρίτης χώρας και το ελάχιστο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για μικροέξοδα καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής και
στστ) κατά περίπτωση, την εκπαίδευση που θα παρακολουθήσει ο πολίτης τρίτης χώρας για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του.
γ) Προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι το κατάλυμα πληροί τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον ο πολίτης τρίτης χώρας φιλοξενείται καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής του από τον φορέα υποδοχής,
δ) προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας υποδοχής για την εθελοντική υπηρεσία έχει συνάψει ασφαλιστήριο αστικής ευθύνης,
ε) διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του κατά τη διάρκεια της διαμονής, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων ταξιδίου επιστροφής. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία ή χρηματοδοτική δέσμευση από οργανισμό αρμόδιο για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας.
Οι εθελοντές που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία δεν υποχρεούνται να προσκομίζουν αποδείξεις βάσει του στοιχείου δ' της παραγράφου 2.

3. Η αίτηση της παραγράφου 2 συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία υποβάλλονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα.

4. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 40, η αρμόδια υπηρεσία χορηγεί την άδεια διαμονής για λόγους εθελοντικής υπηρεσίας εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Η άδεια εκδίδεται με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002. Στη θέση «παρατηρήσεις» καταχωρείται η ένδειξη «εθελοντής». Οι απορριπτικές αποφάσεις, οι οποίες παραθέτουν επαρκή αιτιολογία, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στον φορέα υποδοχής για την εθελοντική υπηρεσία.

1. Η άδεια διαμονής για εθελοντική υπηρεσία έχει διάρκεια ισχύος μέχρι ένα έτος.

2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον η διάρκεια του συγκεκριμένου προγράμματος υπερβαίνει το έτος, η διάρκεια της άδειας διαμονής δύναται να χορηγείται για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια υλοποίησης του εν λόγω προγράμματος.

3. Ο εθελοντής, μετά τη λήξη της άδειας διαμονής του οφείλει να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

1. Αίτηση για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας διαμονής για σπουδές ή για τη χορήγηση άδειας διαμονής για εθελοντική υπηρεσία απορρίπτεται ή η άδεια διαμονής για σπουδές ή εθελοντική υπηρεσία ανακαλείται, πέραν των οριζομένων στο άρθρο 24, και στις ακόλουθες ειδικότερες περιπτώσεις:
α. Αν δεν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 και οι ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 33 και 38.
β. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 36.
γ. Αν ο σπουδαστής δεν σημειώνει ικανοποιητική πρόοδο στις σπουδές του.
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδεια διαμονής, όταν διαπιστώνεται η έλλειψη προόδου στις σχετικές σπουδές κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο β', οι αρμόδιες υπηρεσίες ζητούν τη γνώμη του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
δ. Όταν υφίστανται αποδείξεις ή σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι που καταδεικνύουν ότι ο σπουδαστής ή εθελοντής διαμένει στη χώρα για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επιτράπηκε η διαμονή.
ε. Αν ο φορέας υποδοχής της εθελοντικής υπηρεσίας έχει συσταθεί και λειτουργεί με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου εθελοντών.
στ. Αν ο φορέας υποδοχής της εθελοντικής υπηρεσίας βρίσκεται ή έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας ή δεν ασκεί πραγματική οικονομική δραστηριότητα ή δεν εκπληρώνει τις νομικές του υποχρεώσεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργασιακά δικαιώματα, τους όρους ή τις συνθήκες εργασίας ή έχει υποστεί κυρώσεις για αδήλωτη ή παράνομη εργασία.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση απόρριψης μιας αίτησης λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.

1. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών, οι σπουδαστές στους οποίους χορηγήθηκε άδεια διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 33 μπορούν να παραμείνουν στην Ελλάδα, με βάση την άδεια διαμονής που προβλέπει η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου, για περίοδο ενός (1) έτους, προκειμένου να αναζητήσουν εργασία ή να συστήσουν επιχείρηση.

2. Οι σπουδαστές που επιθυμούν να υπαχθούν στο παρόν άρθρο πρέπει να είναι κάτοχοι πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για τον σκοπό αυτόν, ο σπουδαστής υποβάλλει στις αρμόδιες Αρχές ως αποδεικτικό στοιχείο το δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

3. Με σκοπό τη διαμονή σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι Ελληνικές Αρχές χορηγούν, κατόπιν αίτησης του σπουδαστή, άδεια διαμονής σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις α', γ' και ε' της παραγράφου 2 του άρθρου 32 και στην περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 33.

4. Ο αιτών δικαιούται να υποβάλει αίτηση για την άδεια διαμονής του παρόντος άρθρου μέσα σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 33.

5. Αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής βάσει του παρόντος άρθρου απορρίπτεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και, κατά περίπτωση, στις παραγράφους 2 και 4,
β) όταν τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί.

6. Αν τα αποδεικτικά στοιχεία της απόκτησης διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι διαθέσιμα πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 33, ενώ πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις, οι Ελληνικές Αρχές επιτρέπουν στον πολίτη τρίτης χώρας να παραμείνει στην Ελλάδα, προκειμένου να υποβάλει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών.

7. Μετά από τουλάχιστον τρεις (3) μήνες από την έκδοση της άδειας διαμονής δυνάμει του παρόντος άρθρου, οι πολίτες τρίτων χωρών υποχρεούνται να αποδείξουν στην αρμόδια υπηρεσία ότι έχουν πραγματική πιθανότητα να προσληφθούν ή να συστήσουν επιχείρηση και ότι η εργασία που αναζητεί ο πολίτης τρίτης χώρας ή η επιχείρηση την οποία πρόκειται να συστήσει αντιστοιχεί στη βαθμίδα των σπουδών που ολοκληρώθηκαν. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου καθορίζονται ο τρόπος απόδειξης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και τυχόν λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

8. Αν οι όροι της παραγράφου 3 δεν πληρούνται πλέον, η αρμόδια υπηρεσία ανακαλεί την άδεια διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας.

9. Οι σπουδαστές, εφόσον διατελούν σε σχέση απασχόλησης εντός της Ελληνικής Επικράτειας, δικαιούνται ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 Α του παρόντος νόμου.

10. Οι εθελοντές δεν θεωρούνται ότι τελούν σε σχέση απασχόλησης στην Ελλάδα και δικαιούνται ίση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού κατά τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο, καθώς και, κατά περίπτωση, όσον αφορά την αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων κατά τα προβλεπόμενα στις σχετικές εθνικές διαδικασίες.

11. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 89 σχετικά με το καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες, το χρονικό διάστημα διαμονής πολιτών τρίτων χωρών που έχουν διαμείνει στην Ελληνική Επικράτεια με την ιδιότητα του σπουδαστή ή του εθελοντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δεν λαμβάνεται υπόψη προκειμένου για την παροχή, στα πρόσωπα αυτά, περαιτέρω δικαιωμάτων.

12. Οι αρμόδιες Αρχές παρέχουν στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και τις πληροφορίες σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή, καθώς και τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Καθιστούν, επίσης, εύκολα διαθέσιμες τις πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο των επαρκών μηνιαίων πόρων, συμπεριλαμβανομένων των πόρων που απαιτούνται για την κάλυψη του κόστους των σπουδών και των σχετικών τελών. Οι πληροφορίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

13. Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου μία φορά κάθε έτος και για πρώτη φορά με έτος αναφοράς το 2019 και όχι αργότερα από τις 30 Ιουνίου 2020, ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 199 της 31.7.2007), στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των αδειών διαμονής για λόγους σπουδών που εκδόθηκαν για πρώτη φορά και, ενδεχομένως, των κοινοποιήσεων που ελήφθησαν σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 35 και στο μέτρο του δυνατού, για τον αριθμό των σπουδαστών, των οποίων η άδεια έχει ανανεωθεί ή ανακληθεί. Τα στατιστικά στοιχεία κατανέμονται ανά ιθαγένεια, και, στο μέτρο του δυνατού ανά διάρκεια ισχύος της άδειας.

14. Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζεται ως το ελληνικό σημείο επαφής με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες των λοιπών κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά:
α) με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την κινητικότητα που προβλέπεται στο άρθρο 35,
β) με πολυμερή προγράμματα για σπουδαστές που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας και συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. 

Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στις διατάξεις των ως άνω άρθρων 31 έως και 41 ισχύουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 έως 30.

1. Στα τέκνα που γεννιούνται στην Ελλάδα από γονείς κατόχους άδειας διαμονής για σπουδές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων της νομοθεσίας για την οικογενειακή επανένωση πολιτών τρίτων χωρών, χορηγείται ατομική άδεια διαμονής με την ιδιότητά τους ως μελών οικογένειας σπουδαστή, που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής των γονέων τους ή ενός εξ αυτών.

2. Δεν χορηγείται άδεια διαμονής για λόγους σπουδών στους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στη Χώρα για εργασιακούς ή επαγγελματικούς λόγους, με εξαίρεση όσους έχουν γίνει δεκτοί για λόγους οικογενειακής επανένωσης.

1. Επαγγελματική κατάρτιση για την εφαρμογή του παρόντος, είναι η φοίτηση σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 2009/1992 (Α' 18), όπως κάθε φορά ισχύει, σε Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 3696/2008 (Α' 177), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, σε Κέντρα Δια Βίου Μάθησης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον ίδιο νόμο, καθώς και σε Κολλέγια που παρέχουν κατ' αποκλειστικότητα σπουδές αφενός βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation) και δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν και αφετέρου προγράμματα σπουδών των οποίων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης, σύμφωνα με την τελευταία τροποποίηση του ίδιου νόμου (ν. 4111/2013, Α' 18).
Της εν λόγω κατάρτισης μπορεί να προηγείται, όπου απαιτείται, με βάση το πρόγραμμα σπουδών της απαιτούμενης ειδικότητας, ένα προπαρασκευαστικό έτος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας.

2. Η είσοδος πολίτη τρίτης χώρας στην Ελλάδα για κατάρτιση σε δημόσια ή ιδιωτικά Ι.Ε.Κ., επιτρέπεται, εφόσον ο πολίτης τρίτης χώρας γίνει δεκτός από αυτά και χορηγηθεί σχετική έγκριση φοίτησης από τον αρμόδιο φορέα της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης, του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, και ύστερα από γνώμη του αρμόδιου φορέα της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα πιστοποιητικά απόδειξης της γλωσσομάθειας όπου απαιτούνται για την έγκριση αυτή.

3. Η είσοδος πολίτη τρίτης χώρας για φοίτηση σε Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης και Κολλέγια, επιτρέπεται εφόσον ο πολίτης τρίτης χώρας γίνει δεκτός σε πρόγραμμα που απαιτεί κανονική και όχι εξ αποστάσεως φοίτηση, διαθέτει έγγραφο πιστοποίησης επάρκειας γνώσης της γλώσσας στην οποία διδάσκονται τα γνωστικά αντικείμενα του προγράμματος σπουδών και χορηγηθεί σχετική βεβαίωση του Κολλεγίου ή του Τμήματος Κέντρων Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία θα βεβαιώνεται η ύπαρξη σε ισχύ άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτών.

4. Η είσοδος πολίτη τρίτης χώρας για φοίτηση σε Κέντρα Δια Βίου Μάθησης επιτρέπεται εφόσον, προσκομισθεί το Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο έχει δημοσιευθεί η απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. με την οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο Κέντρο Δια Βίου Μάθησης και βεβαίωση του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης με την οποία θα βεβαιώνεται ότι ο πολίτης τρίτης χώρας έχει γίνει δεκτός σε πρόγραμμα που απαιτεί κανονική και όχι εξ αποστάσεως φοίτηση, διαθέτει έγγραφο πιστοποίησης επάρκειας γνώσης της γλώσσας στην οποία διδάσκονται τα γνωστικά αντικείμενα του προγράμματος σπουδών, καθώς και το χρονικό διάστημα διάρκειας των σπουδών.

5. Η οικεία εθνική θεώρηση εισόδου και η αντίστοιχη άδεια διαμονής, καθώς και η ανανέωσή της, χορηγούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 32, 33 και 34 του Κώδικα αυτού, που εφαρμόζονται αναλόγως.

6. Η διαδικασία του άρθρου 37 μπορεί να εφαρμόζεται αναλογικά και για την ταχεία διαδικασία χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών που γίνονται δεκτοί για να φοιτήσουν στους φορείς της παρ. 1. Η διαδικασία αυτή μπορεί να εφαρμόζεται και για την ανανέωση των αδειών διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών που φοιτούν στους φορείς αυτούς. Για την εφαρμογή της διαδικασίας της παρούσης συνάπτεται σχετική τριμερής σύμβαση μεταξύ του εκπαιδευτικού φορέα, του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας εδρεύει ο εκπαιδευτικός φορέας. Με απόφαση του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου ορίζονται οι κατηγορίες των εκπαιδευτικών φορέων της παρ. 1, στις οποίες εφαρμόζεται η ταχεία διαδικασία της παρούσας, οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εκπαιδευτικοί φορείς, ώστε να δικαιούνται την υπαγωγή τους σε αυτήν, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.

1. Πολίτες τρίτων χωρών, που μετέχουν σε προγράμματα ανταλλαγών στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών, σε προγράμματα συνεργασίας με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και υπότροφοι υπουργείων, οργανισμών, κοινωφελών ιδρυμάτων και του Ι.Κ.Υ., γίνονται δεκτοί για διαμονή στη χώρα εφόσον έχουν λάβει εθνική θεώρηση εισόδου. Η εθνική θεώρηση εισόδου χορηγείται, εφόσον προσκομισθεί στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή βεβαίωση του φορέα πραγματοποίησης του αντίστοιχου προγράμματος ή χορήγησης της υποτροφίας.

2. Η άδεια διαμονής χορηγείται για χρονικό διάστημα ίσο με το διάστημα εκτέλεσης του προγράμματος ή διάρκειας της υποτροφίας. Οι υπότροφοι της προηγούμενης παραγράφου δεν υποχρεούνται στην καταβολή παραβόλου.

Πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν λάβει εθνική θεώρηση εισόδου και έχουν γίνει δεκτοί για φοίτηση στις Σχολές και τα Ειδικά Σχολεία των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας ή στις Ακαδημίες και τα Σχολεία του Εμπορικού Ναυτικού λαμβάνουν, κατ' εξαίρεση, άδεια διαμονής για όσο χρόνο διαρκεί η φοίτησή τους σε αυτές. Όσοι έχουν γίνει δεκτοί προς φοίτηση ως υπότροφοι των ανωτέρω Σχολών και Ειδικών Σχολείων δεν υποχρεούνται στην καταβολή παραβόλου.

1. Για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας από πολίτη τρίτης χώρας απαιτείται εθνική θεώρηση εισόδου. Η άδεια διαμονής χορηγείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, έχει διάρκεια ενός έτους και μπορεί να ανανεώνεται ανά δύο έτη και μέχρι την απόκτηση της ειδικότητας. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής αποτελεί η προσκόμιση βεβαίωσης από νοσηλευτικό ίδρυμα που, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, παρέχει ειδικότητα, ότι γίνεται δεκτός προς απόκτησή της.

2. Οι παραπάνω πολίτες τρίτων χωρών μπορούν να συνοδεύονται και από τα μέλη της οικογένειάς τους, στα οποία χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, ατομική άδεια διαμονής που λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής των συντηρούντων.

1. Η είσοδος ομόδοξου πολίτη τρίτης χώρας για φοίτηση στην Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία του Αγίου Όρους επιτρέπεται, εφόσον προηγουμένως ο πολίτης τρίτης χώρας λάβει εθνική θεώρηση εισόδου.

2. Ο πολίτης τρίτης χώρας οφείλει, δύο τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της θεώρησης εισόδου, να υποβάλει στην Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 και την έναρξη χορήγησης της άδειας διαμονής με τη μορφή αυτοτελούς εγγράφου, αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής. Μαζί με την αίτηση πρέπει να καταθέσει:
α. Αντίγραφο διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου με την εθνική θεώρηση εισόδου.
β. Βεβαίωση εγγραφής στην Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία.
γ. Βεβαίωση Ιεράς Μονής ή ιδρύματος ή ιδιώτη ότι αναλαμβάνουν την κηδεμονία, τα έξοδα σπουδών και διαβίωσής του στο Άγιον Όρος.
δ. Βεβαίωση της Ιεράς Επιστασίας ή της Ιεράς Μονής ή του ιδρύματος ή του ιδιώτη, που έχουν αναλάβει την κηδεμονία του, ότι υποχρεούται προς πλήρη κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των εξόδων νοσηλείας του, καθώς και
ε. Πιστοποιητικό υγείας, που εκδίδεται από ημεδαπά κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα ή κέντρα υγείας ή θεραπευτήρια και ιατρεία του Ι.Κ.Α., ότι ο πολίτης τρίτης χώρας δεν πάσχει από νόσημα, το οποίο, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και του ενωσιακού δικαίου μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

3. Η άδεια διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ύστερα από εισήγηση της Ιεράς Επιστασίας.

4. Η άδεια διαμονής χορηγείται για το χρονικό διάστημα των ετών φοίτησης και μπορεί να ανανεώνεται για ένα ακόμη έτος.

Σε πολίτες τρίτων χωρών που έχουν χαρακτηριστεί θύματα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τις διατάξεις των περιπτώσεων ια' και ιβ' του άρθρου 1 του παρόντος Κώδικα, εφόσον δεν υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 233/ 2003, παρέχεται με πράξη της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής προθεσμία περίσκεψης τριών μηνών, ώστε να διαφύγουν από την επιρροή των δραστών των σε βάρος τους εγκλημάτων και να αποκατασταθούν ψυχικά για να μπορέσουν να λάβουν συνειδητά ανεπηρέαστη απόφαση σχετικά με τη συνεργασία τους με τις διωκτικές Αρχές.
Ειδικά για τους ανηλίκους - θύματα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών, η ίδια προθεσμία μπορεί να παρατείνεται για δύο ακόμη μήνες με απόφαση της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής και με κριτήριο την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ανηλίκου.
Κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας περίσκεψης τα πρόσωπα των προηγούμενων παραγράφων δεν απομακρύνονται από τη χώρα. Απόφαση επιστροφής, που έχει εκδοθεί, αλλά δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, αναστέλλεται.
Με απόφαση της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής, η προθεσμία περίσκεψης μπορεί να περατώνεται πριν από τη λήξη της, σε περίπτωση κατά την οποία:
α. διαπιστώνεται από την οικεία Εισαγγελική Αρχή ότι το ανωτέρω πρόσωπο επανασυνέδεσε ενεργώς, εκουσίως και με δική του πρωτοβουλία τις σχέσεις του με τους δράστες των εγκλημάτων του άρθρου 1 περιπτώσεις ια' και ιβ' του παρόντος Κώδικα ή ότι δε συντρέχουν τελικά στο πρόσωπο του τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για το χαρακτηρισμό του ως θύματος εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις ια' και ιβ' του άρθρου 1 του παρόντος Κώδικα ή
β. συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

1. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών ή η αρμόδια αστυνομική Αρχή ή οι αρμόδιοι φορείς κοινωνικής στήριξης, που προβλέπονται στο π.δ. 233/2003, όπως αυτό ισχύει, αλλά και οποιοσδήποτε από τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 49 του παρόντος Κώδικα, γνωστοποιούν στον πολίτη τρίτης χώρας - θύμα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών ότι δικαιούται να υποβάλει αίτημα για να του χορηγηθεί άδεια διαμονής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παρέχοντας σε αυτόν την αναγκαία προς τούτο ενημέρωση.

2. Στην περίπτωση πολίτη τρίτης χώρας θύματος εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών που είναι ασυνόδευτος ανήλικος, η αρμόδια Εισαγγελική Αρχή προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για να προσδιορίσει την ταυτότητα και την ιθαγένειά του και για να θεμελιώσει το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται, καταβάλλει κάθε προσπάθεια για τον ταχύτερο δυνατό εντοπισμό της οικογένειάς του και λαμβάνει αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει τη νομική του εκπροσώπηση και, εφόσον χρειάζεται, την εκπροσώπησή του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Ανηλίκων ή, όπου δεν υφίσταται Εισαγγελέας Ανηλίκων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, εάν δεν βρεθεί η οικογένεια του ανηλίκου ή εάν κρίνει ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ο επαναπατρισμός του δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του, μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα (30) ημερών, για το διορισμό Επιτρόπου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1532, 1534 και 1592 Α.Κ..

1. Κατά τη διάρκεια της περιόδου περίσκεψης, τα θύματα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών έχουν δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και πρόσβασης στις υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης που παρέχονται από το Ε.Σ.Υ., από τις Μονάδες Προστασίας και Αρωγής, αλλά και από φορείς που συνεργάζονται με τους ανωτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2, 3 και 4 του π.δ. 233/2003, όπως ισχύει, καθώς και από τις Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής.

2. Στα ίδια πρόσωπα διασφαλίζονται ικανές συνθήκες διαβίωσης, εφόσον δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους.

3. Οι αρμόδιες εισαγγελικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές φροντίζουν, κατά προτεραιότητα, για την προστασία και την ασφάλεια των προαναφερόμενων θυμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις, για την παροχή σε αυτά υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας όταν αγνοούν την ελληνική γλώσσα, για την ενημέρωση τους σχετικά με τα νόμιμα δικαιώματά τους και με τις υπηρεσίες που τους παρέχονται, καθώς και για την παροχή κάθε αναγκαίας νομικής βοήθειας.

Σε πολίτη τρίτης χώρας που έχει χαρακτηρισθεί θύμα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών με Πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, σύμφωνα με το άρθρο 49, χορηγείται, μετά από σχετική αίτησή του, που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, άδεια διαμονής ή ανανεώνεται η χορηγηθείσα, χωρίς να απαιτείται η καταβολή παραβόλου, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων άρθρων.

1. Μετά την πάροδο της προθεσμίας περίσκεψης ή και πριν παρέλθει αυτή, εφόσον συντρέξει η περίπτωση β' της παραγράφου αυτής, ο αρμόδιος Εισαγγελέας εξετάζει εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις και συντάσσει σχετική έκθεση:
α. εάν κρίνεται σκόπιμη η παράταση της διαμονής του εν λόγω προσώπου στην Ελληνική Επικράτεια, προς διευκόλυνση της διενεργούμενης έρευνας ή της ποινικής διαδικασίας,
β. εάν το ανωτέρω πρόσωπο έχει επιδείξει σαφή βούληση συνεργασίας και
γ. εάν το ίδιο πρόσωπο έχει διακόψει κάθε σχέση με τους φερόμενους ως δράστες των αδικημάτων του άρθρου 1 περιπτώσεις ια ' και ιβ'.

2. Η εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής γίνεται κατά προτεραιότητα και η χορήγηση της διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Με την επιφύλαξη λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εκδίδεται άδεια διαμονής διάρκειας δώδεκα μηνών, εάν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και η οποία ανανεώνεται κάθε φορά για ισόχρονο διάστημα, εφόσον συνεχίζουν να πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.

Η άδεια διαμονής διασφαλίζει:
α) δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, το οποίο ισχύει μόνο κατά τη διάρκεια της,
β) στις παροχές και την περίθαλψη του άρθρου 52,
γ) στις προϋποθέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 233/2003, όπως ισχύει.

Η άδεια διαμονής δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Εάν ο δικαιούχος επανασυνδέσει τις σχέσεις του ενεργώς και εκουσίως με τους εικαζόμενους δράστες των πράξεων που έχει καταγγείλει.
β. Εάν η αρμόδια Αρχή κρίνει ότι η συνεργασία ή η καταγγελία του θύματος είναι δόλια ή καταχρηστική ή ότι συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας.
γ. Όταν η ποινική διαδικασία για τα εγκλήματα των περιπτώσεων ια' και ιβ' του άρθρου 1 έχει περατωθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 43 ή 47 Κ.Π.Δ. ή έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με την οποία περατώνεται η σχετική διαδικασία. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τα θύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 233/2003.

Μέσα σε ένα μήνα από την περάτωση της σχετικής διαδικασίας με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, μπορεί να χορηγείται στον κάτοχο άδειας διαμονής, με την ιδιότητα του θύματος εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών, άδεια διαμονής για έναν από τους λόγους και υπό τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα αυτόν, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ή του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατά τη διαδικασία χορήγησης της άδειας διαμονής λαμβάνεται ειδικά υπόψη ότι ο/η αιτών/ούσα είναι ή υπήρξε κάτοχος άδειας διαμονής ως θύμα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών.

1. Οι διατάξεις των άρθρων 58 έως 67 του παρόντος εφαρμόζονται στους πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται την είσοδο και διαμονή στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό την άσκηση ερευνητικής δραστηριότητας.

2. Το παρόν δεν εφαρμόζεται:
α) στους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα ως αιτούντες διεθνούς προστασίας ή δικαιούνται διεθνή προστασία σύμφωνα με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή δικαιούνται προσωρινή προστασία σύμφωνα με την Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου,
β) στους πολίτες τρίτων χωρών, η απομάκρυνση των οποίων έχει ανασταλεί,
γ) στους πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογενειών πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ε.Ε., σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία,
δ) στους πολίτες τρίτων χωρών που έχουν αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ε) σε πολίτες τρίτων χωρών που έρχονται στην Ε.Ε. ως ασκούμενοι στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 127 Α,
στ) σε πολίτες τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί ως εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109-126,
ζ) στους πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ε.Ε., δυνάμει συμφωνιών είτε μεταξύ της Ε.Ε. και των κρατών - μελών της και τρίτων χωρών, είτε μεταξύ της Ε.Ε. και τρίτων χωρών. 

1. Το παρόν ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων που προκύπτουν:
α) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών - μελών της αφενός, και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσοτέρων κρατών - μελών της Ε.Ε. και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών.

2. Οι αρμόδιες Ελληνικές Αρχές διατηρούν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν πιο ευνοϊκές διατάξεις για τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται το παρόν σε σχέση με την περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 60 και με τα άρθρα 62, 63, 66, 67.

1. Κάθε ερευνητικός οργανισμός ο οποίος πρόκειται να υποδεχθεί ερευνητή σύμφωνα με τη διαδικασία εισόδου και διαμονής που ορίζεται στο παρόν, πρέπει να έχει προηγουμένως εγκριθεί για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.
Οι ερευνητικοί οργανισμοί εγκρίνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο. Οι αιτήσεις προς έγκριση των ερευνητικών οργανισμών υποβάλλονται σύμφωνα με τις εν λόγω διαδικασίες και βασίζονται στη δυνάμει του καταστατικού αποστολή τους ή, ανάλογα, στον εταιρικό σκοπό τους και στην απόδειξη ότι πραγματοποιούν έρευνα.

2. Η έγκριση ερευνητικού οργανισμού χορηγείται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΓΓΕΤ).

3. Δημόσιοι ερευνητικοί οργανισμοί, ή άλλοι αντίστοιχοι ερευνητικοί φορείς του δημόσιου τομέα, ή τα Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από δημόσια αρχή, καθώς και αναγνωρισμένα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), δηλαδή Πανεπιστήμια και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ), θεωρούνται εγκεκριμένοι φορείς για τις ανάγκες του παρόντος Κώδικα.

4. Ιδιωτικοί φορείς προκειμένου να λάβουν έγκριση, υποβάλλουν αίτηση συνοδευόμενη από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) Καταστατικό του φορέα στο οποίο τεκμηριώνεται η ύπαρξη Τμήματος Έρευνας και Ανάπτυξης.
β) Τεκμηρίωση των ερευνητικών δραστηριοτήτων του φορέα και των δαπανών για δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογίας, όπως προκύπτουν από τα αιτήματα του φορέα για εφαρμογή φορολογικών εκπτώσεων για δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας, σύμφωνα με το ν. 3296/ 2004 (Α' 253), όπως ισχύει.
γ) Επαρκή τεκμηρίωση της αναγκαιότητας απασχόλησης ερευνητών πολιτών τρίτων χωρών.

5. Τα ανωτέρω δικαιολογητικά υποβάλλονται στη ΓΓΕΤ, από την οποία και αξιολογούνται. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης χορηγείται έγκριση διάρκειας 5 ετών.

6. Όλοι οι ερευνητικοί οργανισμοί υποχρεούνται να υποβάλουν στη ΓΓΕΤ βεβαίωση ότι σε περίπτωση που ένας ερευνητής παραμείνει παρανόμως στην Ελληνική Επικράτεια μετά τη λήξη της σύμβασής του, ο ερευνητικός οργανισμός ευθύνεται για την πληρωμή των εξόδων διαμονής ή/και επιστροφής που βαρύνουν το Δημόσιο. Η ΓΓΕΤ οφείλει να κοινοποιεί αντίγραφο της βεβαίωσης αυτής στη Διεύθυνση Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Η οικονομική ευθύνη του ερευνητικού οργανισμού λήγει έξι μήνες μετά τη λήξη της σύμβασης υποδοχής κάθε ερευνητή.

7. Οι ερευνητικοί οργανισμοί είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της ακρίβειας των στοιχείων των βιογραφικών σημειωμάτων των ερευνητών τρίτων χωρών και των προσόντων τους υπό το πρίσμα των στόχων της έρευνας, όπως αυτά επιβεβαιώνονται με επικυρωμένα αντίγραφα των τίτλων τους σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο μζ'.

8. Όλοι οι ερευνητικοί οργανισμοί έχουν υποχρέωση να γνωστοποιούν στη ΓΓΕΤ τις συμβάσεις υποδοχής τις οποίες έχουν υπογράψει. Η ΓΓΕΤ είναι αρμόδια για τον έλεγχο των εν λόγω συμβάσεων.

9. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας είναι αρμόδια για την τήρηση και τον έλεγχο των όρων που προβλέπονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος. Αν διαπιστωθεί η μη τήρηση αυτών, ή σε περίπτωση που η έγκριση αποκτήθηκε δολίως ή όταν ο ερευνητικός οργανισμός έχει υπογράψει σύμβαση υποδοχής με πολίτη τρίτης χώρας εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, η έγκριση ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται. Εάν η έγκριση ανακληθεί ή δεν ανανεωθεί, μπορεί να απαγορευθεί στον συγκεκριμένο οργανισμό να ζητήσει εκ νέου έγκριση για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε (5) ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ανάκλησης ή μη ανανέωσης. Η ανάκληση ή μη ανανέωση της έγκρισης κοινοποιείται στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.

10. Η ΓΓΕΤ δημοσιεύει και ενημερώνει ετησίως καταλόγους των ερευνητικών οργανισμών που εγκρίνονται για τους σκοπούς του παρόντος και κοινοποιεί άμεσα κάθε μεταβολή στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων.

1. Κάθε ερευνητικός οργανισμός που επιθυμεί να υποδεχθεί έναν ερευνητή, υπογράφει μαζί του σύμβαση υποδοχής με την οποία ο ερευνητής αναλαμβάνει τη δέσμευση να ολοκληρώσει το ερευνητικό πρόγραμμα και ο οργανισμός αναλαμβάνει τη δέσμευση να υποδεχθεί τον ερευνητή για τον σκοπό αυτόν, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 61.

2. Η σύμβαση υποδοχής περιέχει:
α) τον τίτλο ή τον σκοπό της ερευνητικής δραστηριότητας ή το ερευνητικό πεδίο,
β) την ανάληψη δέσμευσης από τον πολίτη τρίτης χώρας ότι θα επιδιώξει την ολοκλήρωση ερευνητικής δραστηριότητας,
γ) την ανάληψη δέσμευσης από τον ερευνητικό οργανισμό ότι θα υποδεχτεί τον πολίτη τρίτης χώρας με σκοπό την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας,
δ) τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης ή την εκτιμώμενη διάρκεια της ερευνητικής δραστηριότητας,
ε) πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση κινητικότητας σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη - μέλη εάν η κινητικότητα είναι γνωστή κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος - μέλος,
στ) πληροφορίες για τη νομική σχέση μεταξύ του ερευνητικού οργανισμού και του ερευνητή και τους όρους εργασίας του ερευνητή, σύμφωνα με την σχετική εθνική νομοθεσία.
Οι συμβάσεις που περιέχουν τα στοιχεία που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θεωρούνται ισοδύναμες με τις συμβάσεις υποδοχής για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου.

3. Οι ερευνητικοί οργανισμοί μπορούν να υπογράφουν συμβάσεις υποδοχής μόνον εάν η ερευνητική δραστηριότητα έχει γίνει δεκτή από τα αρμόδια όργανα του οργανισμού, αφού ελεγχθούν τα ακόλουθα:
α) ο σκοπός και η εκτιμώμενη διάρκεια της ερευνητικής δραστηριότητας και η διαθεσιμότητα των απαραίτητων χρηματοοικονομικών πόρων για τη διεξαγωγή της και
β) τα προσόντα του πολίτη τρίτης χώρας υπό το πρίσμα των στόχων της έρευνας, όπως αυτά επιβεβαιώνονται με επικυρωμένο αντίγραφο των προσόντων.

4. Η σύμβαση υποδοχής λήγει αυτομάτως εάν ο πολίτης τρίτης χώρας δεν γίνει δεκτός ή όταν λήγει η νομική σχέση μεταξύ του ερευνητή και του ερευνητικού οργανισμού.

5. Ο ερευνητικός οργανισμός ενημερώνει άμεσα την αρμόδια, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 61, υπηρεσία για τη χορήγηση της άδειας διαμονής για κάθε γεγονός το οποίο θεωρείται ότι εμποδίζει την εκτέλεση της σύμβασης υποδοχής.

6. Συμβάσεις υποδοχής με ερευνητικούς οργανισμούς, των οποίων η έγκριση έχει ανακληθεί, παύουν να ισχύουν. Ομοίως, η σύμβαση υποδοχής λήγει αυτοδικαίως σε περίπτωση που ο ερευνητής δεν λάβει άδεια διαμονής, καθώς και όταν η νομική σχέση μεταξύ ερευνητή και ερευνητικού οργανισμού λήξει.

1. Επιτρέπεται η είσοδος και διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα με σκοπό την έρευνα, σε εγκεκριμένους σύμφωνα με το άρθρο 59, ερευνητικούς οργανισμούς, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. είναι κάτοχοι διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου αναγνωρισμένου από την Ελλάδα, η ισχύς του οποίου καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής και έχουν λάβει εθνική θεώρηση εισόδου για τον σκοπό της έρευνας,
β. διαθέτουν πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των παροχών που καλύπτονται αντίστοιχα για τους ημεδαπούς. Η ασφάλιση πρέπει να ισχύει για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής,
γ. διαθέτουν επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής τους κατά τη διάρκεια της διαμονής, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουν στο εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, οι οποίοι δεν μπορεί να είναι κατώτεροι των εννιακοσίων (900) ευρώ μηνιαίως, ώστε να καλύπτει τις δαπάνες τους, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού της επιστροφής. Το ποσό των επαρκών πόρων του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία, ή έγκυρη σύμβαση εργασίας,
δ. δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και τη δημόσια υγεία,
ε. έχουν καταβάλει παράβολο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 38 του ν. 4546/2018 (Α' 101),
στ. προσκομίζουν σύμβαση υποδοχής, υπογεγραμμένη από τον ερευνητικό οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 60.

2. Όταν το δικαίωμα διαμονής του ερευνητή παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 66, η ευθύνη του ερευνητικού οργανισμού, όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 59, περιορίζεται μέχρι την ημερομηνία έναρξης της άδειας διαμονής για τον σκοπό αναζήτησης εργασίας ή ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

3. Εφόσον οι ερευνητικοί οργανισμοί έχουν εγκριθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 59, οι αιτούντες απαλλάσσονται από την υποβολή της βεβαίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 59 στην περίπτωση που πολίτες τρίτων χωρών πρόκειται να γίνουν δεκτοί από εγκεκριμένους ερευνητικούς οργανισμούς.

4. Ως προς τους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι συμμετέχουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα για την ενίσχυση της κινητικότητας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ή εντός αυτής και οι οποίοι, στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών, επιθυμούν την είσοδο και διαμονή τους στην Ελληνική Επικράτεια, η διαδικασία εισδοχής διευκολύνεται, προκειμένου για την έγκαιρη έκδοση των απαιτούμενων θεωρήσεων εισόδου και των αδειών διαμονής.

5. Υπό την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, αρμόδια υπηρεσία για την υποβολή και εξέταση των αιτήσεων χορήγησης αδειών διαμονής του παρόντος είναι η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η αίτηση συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία υποβάλλονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα.
Εάν κατά την υποβολή της αίτησης ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας δεν γνωρίζει ακόμη τη μελλοντική του διεύθυνση, δηλώνει μια προσωρινή διεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή ο πολίτης τρίτης χώρας δηλώνει τη μόνιμη διεύθυνσή του το αργότερο κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 62.

6. Κατά την εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής και για την έκδοση της σχετικής απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8.

7. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση ερευνητικής δραστηριότητας, η αρμόδια υπηρεσία χορηγεί την άδεια διαμονής για έρευνα εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Η άδεια εκδίδεται με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών». Στη θέση «παρατηρήσεις» καταχωρείται η ένδειξη «ερευνητής». Για τους ερευνητές που έρχονται στην Ένωση στο πλαίσιο συγκεκριμένου ενωσιακού προγράμματος ή πολυμερούς προγράμματος που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας, η άδεια αναγράφει μνεία του συγκεκριμένου προγράμματος. Οι απορριπτικές αποφάσεις, οι οποίες παραθέτουν επαρκή αιτιολογία, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στον ερευνητικό οργανισμό.

1. Η άδεια διαμονής ερευνητή είναι ισόχρονη με τη διάρκεια της σύμβασης υποδοχής. Αν η σύμβαση έχει διάρκεια μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, χορηγείται άδεια ενός έτους. Η άδεια διαμονής ανανεώνεται εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι ανάκλησης ή μη ανανέωσης αυτής σύμφωνα με το άρθρο 65.

2. Αν η σύμβαση υποδοχής παραταθεί, η άδεια διαμονής ανανεώνεται για ισόχρονο χρονικό διάστημα. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής, ο ερευνητής υποχρεούται να υποβάλει αίτηση, πριν από τη λήξη αυτής, στο αρμόδιο για την παραλαβή της αίτησης όργανο, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

3. Για τη χορήγηση και ανανέωση της άδειας διαμονής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9.

4. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στους ερευνητές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας. 

1. Οι ερευνητές, πολίτες τρίτων χωρών, μπορούν να συνοδεύονται ή να ακολουθούνται από τα μέλη της οικογένειάς τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 70. Στα μέλη της οικογένειας ερευνητή χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, η οποία λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του ερευνητή. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά στα μέλη οικογένειας και στην περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 66.

2. Το μέλος οικογένειας ερευνητή υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 του παρόντος, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις οικογενειακής επανένωσης, η αρμόδια υπηρεσία χορηγεί την άδεια διαμονής, εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει την πλήρη αίτηση για τα μέλη της οικογένειας ταυτόχρονα με την αίτηση εισδοχής ή μακράς κινητικότητας για τον ερευνητή, σε περίπτωση που η αίτηση για τα μέλη της οικογένειας υποβάλλεται ταυτόχρονα. Η άδεια διαμονής για τα μέλη της οικογένειας χορηγείται μόνον εάν έχει χορηγηθεί στον ερευνητή άδεια σύμφωνα με το άρθρο 61.

3. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής, το μέλος οικογένειας ερευνητή υποχρεούται να υποβάλει αίτηση, πριν από τη λήξη αυτής, στο αρμόδιο για την παραλαβή της αίτησης όργανο, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα.

4. Τα μέλη της οικογένειας του ερευνητή έχουν άμεση πρόσβαση στην εξαρτημένη εργασία - παροχή υπηρεσιών ή έργου.

1. Ερευνητής κάτοχος ισχυρής άδειας διαμονής εκδοθείσας από το πρώτο κράτος μέλος δικαιούται να διαμείνει στην Ελλάδα, προκειμένου να πραγματοποιήσει μέρος της έρευνάς του σε ερευνητικό οργανισμό για διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 180 ημέρες εντός μίας περιόδου 360 ημερών, υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται ο ερευνητικός οργανισμός στην Ελλάδα, εφόσον η Ελλάδα είναι το δεύτερο κράτος - μέλος, να κοινοποιεί στις αρμόδιες ελληνικές αρχές την πρόθεση του ερευνητή να πραγματοποιήσει μέρος της έρευνάς του σε αυτόν.
Στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση διαβιβάζεται:
α) είτε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος - μέλος, αν η κινητικότητα προς την Ελλάδα προβλέπεται ήδη σε αυτό το στάδιο,
β) είτε αφού ο ερευνητής έχει γίνει δεκτός στο πρώτο κράτος μέλος, μόλις εκδηλωθεί η πρόθεση άσκησης του δικαιώματος κινητικότητας προς την Ελλάδα.

3. Στην κοινοποίηση πρέπει να επισυνάπτεται έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο στοιχείο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 61, η ισχύουσα άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και καλύπτει το συνολικό διάστημα της κινητικότητας, καθώς και η σύμβαση υποδοχής που έχει συναφθεί με τον ερευνητικό οργανισμό στην Ελλάδα, εφόσον η προβλεπόμενη διαμονή υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες.

4. Αν η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 2 και όταν η αρμόδια υπηρεσία δεν προβάλλει καμία αντίρρηση ενώπιον του πρώτου κράτους-μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, η κινητικότητα του ερευνητή προς την Ελλάδα μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας διαμονής για λόγους έρευνας.

5. Αν η κοινοποίηση έχει λάβει χώρα σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 2 και όταν η αρμόδια υπηρεσία δεν προβάλλει αντίρρηση για την κινητικότητα του ερευνητή σύμφωνα με την παράγραφο 6, η κινητικότητα του ερευνητή προς την Ελλάδα θεωρείται ότι έχει εγκριθεί και μπορεί να αρχίσει.

6. Εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της κοινοποίησης, η αρμόδια ελληνική αρχή μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του ερευνητή προς το έδαφός της, εφόσον:
α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος,
β) τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί,
γ) έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Η αντίρρηση γνωστοποιείται αμελλητί στις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους - μέλους και στον ερευνητικό οργανισμό στην Ελλάδα.

7. Αν η αντίρρηση για την κινητικότητα διατυπωθεί πριν λάβει χώρα η κινητικότητα στην Ελλάδα, ο ερευνητής δεν επιτρέπεται να πραγματοποιήσει μέρος της έρευνάς του στον ερευνητικό οργανισμό στη χώρα. Αν η κινητικότητα έχει ήδη αρχίσει, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 21 και 22.

8. Οι ερευνητές που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στη Χώρα.

9. Πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι είναι κάτοχοι έγκυρης άδειας διαμονής ως ερευνητές που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος - μέλος ως πρώτο κράτος - μέλος, μπορούν να διαμείνουν στην Ελλάδα, προκειμένου να πραγματοποιήσουν μέρος της έρευνάς τους σε ερευνητικό οργανισμό για διάστημα άνω των εκατόν ογδόντα (180) ημερών, στο πλαίσιο μακράς κινητικότητας, εφόσον υποβάλουν αίτηση μακράς κινητικότητας για τη χορήγηση άδειας διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 61.
Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται νέα σύμβαση υποδοχής με τον ερευνητικό οργανισμό στην Ελλάδα για τη διεξαγωγή της έρευνας στη Χώρα.

10. Η αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής υποβάλλεται από τον ερευνητή πολίτη τρίτης χώρας εφόσον ο ίδιος βρίσκεται ήδη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους του άρθρου 61 του παρόντος νόμου.

11. Για τη χορήγηση άδειας διαμονής, τα πρόσωπα της παραγράφου 9 υποβάλλουν αίτηση στο αρμόδιο για την παραλαβή της αίτησης όργανο, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Έως ότου ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση μακράς κινητικότητας, ο ερευνητής επιτρέπεται να πραγματοποιήσει τμήμα από την έρευνά του στον ερευνητικό οργανισμό στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεση ότι, δεν έχουν λήξει ούτε η χρονική περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 9 ούτε η περίοδος ισχύος της άδειας που εκδόθηκε από το πρώτο κράτος - μέλος.

12. Ερευνητής που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού δεν υποχρεούται να εγκαταλείψει την Ελληνική Επικράτεια, προκειμένου να υποβάλει αίτηση για άδεια διαμονής.

13. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις μακράς κινητικότητας, η αρμόδια υπηρεσία χορηγεί την άδεια διαμονής, εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο και κοινοποιεί την απόφαση γραπτώς στον αιτούντα και στις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους - μέλους. Κατά την εξέταση της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας διαμονής και για την έκδοση της σχετικής απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8.

14. Η άδεια διαμονής ερευνητή είναι ισόχρονη με τη διάρκεια της σύμβασης υποδοχής του και ανανεώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 του παρόντος.

15. Η άδεια εκδίδεται με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών». Στη θέση «παρατηρήσεις» καταχωρείται η ένδειξη «κινητικότητα ερευνητών». Οι απορριπτικές αποφάσεις, οι οποίες παραθέτουν επαρκή αιτιολογία, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στον ερευνητικό οργανισμό.

16. Αίτηση μακράς κινητικότητας απορρίπτεται όταν:
α) ο ερευνητής δεν είναι κάτοχος έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου και έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος,
β) ισχύει ένας από τους λόγους απόρριψης που προβλέπονται στο άρθρο 65, με την εξαίρεση του στοιχείου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 65,
γ) η άδεια του ερευνητή στο πρώτο κράτος - μέλος λήγει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ή
δ) έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής που ορίζεται στην παράγραφο 9.
Άδεια μακράς κινητικότητας ανακαλείται όταν:
i) ο ερευνητής δεν είναι κάτοχος έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου και έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος ή ο ερευνητής θεωρείται ότι συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία,
ii) ισχύει ένας από τους λόγους ανάκλησης της άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 65, με την εξαίρεση του στοιχείου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 65.

17. Μια αίτηση μακράς κινητικότητας δεν μπορεί να υποβάλεται ταυτόχρονα με την κοινοποίηση βραχείας κινητικότητας. Σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη για μακρά κινητικότητα μετά από την έναρξη της βραχείας κινητικότητας του ερευνητή, η αίτηση μακράς κινητικότητας θα πρέπει να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της βραχείας κινητικότητας.

18. Αν ο ερευνητής διέρχεται τα εξωτερικά ελληνικά σύνορα με βάση άδεια διαμονής για έρευνα που έχει εκδοθεί από κράτος - μέλος που δεν εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν, πρέπει να υποβάλει στην αρμόδια ελληνική συνοριακή αρχή την άδεια διαμονής που έχει εκδώσει το πρώτο κράτος - μέλος και αντίγραφο της κοινοποίησης της παραγράφου 2, ως απόδειξη του ότι μετακινείται στην Ελλάδα με σκοπό την έρευνα.

19. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ανακαλέσουν, σύμφωνα με το άρθρο 65, άδεια διαμονής για λόγους έρευνας, η οποία προβλέπει κινητικότητα σε δεύτερο κράτος - μέλος, οφείλουν να ενημερώσουν αμελλητί τις αρχές του δεύτερου κράτους - μέλους.

20. Ο ερευνητικός οργανισμός ενημερώνει την αρμόδια αρχή για κάθε τροποποίηση που επηρεάζει τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων έχει επιτραπεί η κινητικότητα.

21. Ο ερευνητής και τα μέλη της οικογένειάς του οφείλουν να παύσουν πάραυτα κάθε δραστηριότητα και να εγκαταλείψουν την Ελληνική Επικράτεια, αν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επετράπη η κινητικότητα δεν πληρούνται πλέον.

22. Σε περίπτωση που ερευνητής και τα μέλη της οικογένειάς του, που έχουν μετακινηθεί από την Ελλάδα σε δεύτερο κράτος - μέλος, παύσουν τη δραστηριότητα στο δεύτερο κράτος - μέλος, επιτρέπεται, κατόπιν αιτήματος του δεύτερου κράτους - μέλους, η επιστροφή τους στην Ελλάδα χωρίς διατυπώσεις και χωρίς καθυστέρηση. Αυτό ισχύει επίσης αν η άδεια για έρευνα που έχει εκδοθεί από την ελληνική αρμόδια αρχή έχει λήξει ή έχει ανακληθεί κατά τη διάρκεια της κινητικότητας στο δεύτερο κράτος - μέλος.

23. Όταν ο κάτοχος άδειας διαμονής για έρευνα ή τα μέλη της οικογένειάς του διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, οι αρμόδιες αρχές συμβουλεύονται το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και αρνούνται την είσοδο ή διατυπώνουν αντίρρηση για την κινητικότητα προσώπων για τα οποία το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν περιέχει καταχωρήσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής. 

1. Τα μέλη της οικογένειας ερευνητή που είναι κάτοχος έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος δικαιούνται να εισέλθουν, προκειμένου να συνοδεύσουν ή να ακολουθήσουν τον ερευνητή που μετακινείται στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 63, εφόσον διαθέτουν ισχύουσα άδεια διαμονής ως μέλη οικογένειας ερευνητή στο πρώτο κράτος - μέλος.

2. Κατά την εφαρμογή της διαδικασίας κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 64, απαιτείται από τον ελληνικό ερευνητικό οργανισμό η διαβίβαση έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου, έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος, αποδεικτικών για την προβλεπόμενη διάρκεια της κινητικότητας, καθώς και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προϋποθέσεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 61 για τα μέλη της οικογένειας που συνοδεύουν τον ερευνητή.

3. Η αρμόδια Ελληνική Αρχή μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του μέλους της οικογένειας του ερευνητή στην Ελλάδα αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2. Οι διατάξεις των περιπτώσεων β', γ', του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 και η παράγραφος 7 του άρθρου 64 εφαρμόζονται αναλογικά για τα μέλη της οικογένειας.

4. Όταν οι Ελληνικές Αρχές εφαρμόζουν τη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 9 και επόμενες του άρθρου 64, υποβάλλεται αίτηση για την έκδοση άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση στο αρμόδιο για την παραλαβή της αίτησης όργανο, σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα που συνοδεύεται από την υποβολή έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου, έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος, του προβλεπόμενου παραβόλου, καθώς και αποδεικτικών για την προβλεπόμενη διάρκεια της κινητικότητας, καθώς και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 61 για τα μέλη της οικογένειας που συνοδεύουν τον ερευνητή.

5. Στα μέλη οικογενείας ερευνητή χορηγείται, ύστερα από αίτησή τους, άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, η οποία λήγει ταυτόχρονα με την άδεια διαμονής του ερευνητή.

6. Η άδεια μακράς κινητικότητας για μέλη οικογενείας μπορεί να ανακαλείται ή να μην ανανεώνεται, εάν η άδεια μακράς κινητικότητας του ερευνητή που συνοδεύουν ανακληθεί ή δεν ανανεωθεί και αυτά δεν απολαμβάνουν αυτοτελούς δικαιώματος διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

7. Τα μέλη οικογενείας ερευνητή που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στην Ελληνική Επικράτεια.

8. Οι αρμόδιες Ελληνικές Αρχές απορρίπτουν την αίτηση για την έκδοση άδειας διαμονής για μακρά κινητικότητα, όταν δεν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Οι παράγραφοι 12, 13 και οι περιπτώσεις β', γ', δ' και ii) της παραγράφου 16 του άρθρου 64 εφαρμόζονται στα μέλη οικογενείας αναλόγως.

1. Οι άδειες διαμονής που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64Α απορρίπτονται, ανακαλούνται ή δεν ανανεώνονται, πέραν των οριζόμενων στο άρθρο 24 και στις ακόλουθες ειδικότερες περιπτώσεις:
α. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 61 και της παραγράφου 6 του άρθρου 59. Το στοιχείο αυτό δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση απόρριψης αίτησης για μακρά κινητικότητα.
β. Αν ο φορέας υποδοχής δεν είναι εγκεκριμένος.
γ. Αν ο φορέας υποδοχής για την έρευνα βρίσκεται ή έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας ή δεν ασκεί πραγματική οικονομική δραστηριότητα ή δεν εκπληρώνει τις νόμιμες υποχρεώσεις του σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργασιακά δικαιώματα, τους όρους ή τις συνθήκες εργασίας ή έχει υποστεί κυρώσεις, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για αδήλωτη εργασία ή παράνομη απασχόληση.
δ. Όταν υφίστανται αποδείξεις ή σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι που καταδεικνύουν ότι ο ερευνητής διαμένει στη χώρα για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επιτράπηκε η διαμονή.
ε. Αν ο φορέας υποδοχής για την έρευνα έχει δημιουργηθεί με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου ερευνητών.
στ. Αν ο πολίτης τρίτης χώρας θεωρείται ότι συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.
ζ. Αν έχει συμπληρωθεί, στην περίπτωση της αίτησης μακράς κινητικότητας η μέγιστη διάρκεια διαμονής των 180 ημερών στην Ελλάδα.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση απόρριψης μιας αίτησης ή ανάκλησης της άδειας διαμονής λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. 

1. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, οι ερευνητές, στους οποίους χορηγήθηκε άδεια διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 61, μπορούν να παραμείνουν στην Ελλάδα, με βάση την άδεια διαμονής που προβλέπει η παράγραφος 2, για περίοδο δώδεκα (12) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου να αναζητήσουν εργασία ή να συστήσουν επιχείρηση.

2. Με σκοπό τη διαμονή σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι ελληνικές αρχές χορηγούν, κατόπιν αίτησης του ερευνητή, άδεια διαμονής σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις α', β', γ', δ' και ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 61. Προς τον σκοπό αυτόν, οι ελληνικές αρχές απαιτούν επιβεβαίωση από τον φορέα υποδοχής για την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας του ερευνητή. Η ευθύνη του ερευνητικού οργανισμού όπως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 59, περιορίζεται μέχρι την ημερομηνία έναρξης της άδειας διαμονής για τον σκοπό αναζήτησης εργασίας ή ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

3. Κατά περίπτωση και εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 63 εξακολουθούν να πληρούνται, η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση ανανεώνεται αναλόγως.

4. Ο αιτών δικαιούται να υποβάλει αίτηση για την άδεια διαμονής του παρόντος άρθρου ή κατά περίπτωση των μελών της οικογένειάς του μέσα σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 63.

5. Αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής βάσει του παρόντος άρθρου απορρίπτεται εφόσον:
α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4,
β) τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί.

6. Εάν η επιβεβαίωση του ερευνητικού οργανισμού για την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας του ερευνητή δεν είναι διαθέσιμη πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 61 ενώ πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις, ο ερευνητής επιτρέπεται να παραμείνει στην Ελληνική Επικράτεια, προκειμένου να υποβάλει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία εντός ενενήντα (90) ημερών από τη λήξη της προηγούμενης άδειας.

7. Μετά από τουλάχιστον τρεις (3) μήνες από την έκδοση της άδειας διαμονής δυνάμει του παρόντος άρθρου, οι πολίτες τρίτων χωρών υποχρεούνται να αποδείξουν στην αρμόδια υπηρεσία ότι έχουν πραγματική πιθανότητα να προσληφθούν ή να συστήσουν επιχείρηση και ότι η εργασία που αναζητεί ο πολίτης τρίτης χώρας ή η επιχείρηση την οποία πρόκειται να συστήσει αντιστοιχεί στη βαθμίδα των σπουδών που ολοκληρώθηκαν. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου, καθορίζονται ο τρόπος απόδειξης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και τυχόν λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

8. Εφόσον οι όροι των παραγράφων 2 και 3 δεν πληρούνται πλέον, η αρμόδια υπηρεσία ανακαλεί την άδεια διαμονής του πολίτη χώρας και των μελών της οικογένειάς του.

9. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στους ερευνητές και τα μέλη της οικογένειάς τους που διαμένουν ή έχουν διαμείνει στην Ελλάδα, βάσει της παραγράφου 11 του άρθρου 64 και της παραγράφου 4 του άρθρου 64Α, βάσει μακράς κινητικότητας.

10. Οι αρμόδιες Αρχές παρέχουν στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και τις πληροφορίες σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή, καθώς και τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικαστικές εγγυήσεις.

11. Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου μία φορά κάθε έτος και για πρώτη φορά με έτος αναφοράς το 2019 και όχι αργότερα από τις 30 Ιουνίου 2020, ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 199 της 31.7.2007), στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των αδειών διαμονής για λόγους έρευνας που εκδόθηκαν για πρώτη φορά και ενδεχομένως, των κοινοποιήσεων που ελήφθησαν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 64 και στο μέτρο του δυνατού, για τον αριθμό των ερευνητών, των οποίων η άδεια έχει ανανεωθεί ή ανακληθεί. Με τον ίδιο τρόπο κοινοποιούνται στατιστικά στοιχεία για τα μέλη οικογενείας ερευνητών που έγιναν δεκτά. Οι στατιστικές αυτές κατανέμονται ανά ιθαγένεια και στο μέτρο του δυνατού, ανά διάρκεια ισχύος της άδειας.

12. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας ορίζεται ως το ελληνικό σημείο επαφής με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες των λοιπών κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά:
α) με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την κινητικότητα που προβλέπεται στα άρθρα 64 και 64Α,
β) με την εισδοχή ερευνητών μόνο μέσω εγκεκριμένων ερευνητικών οργανισμών,
γ) με πολυμερή προγράμματα για ερευνητές που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας και συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων Ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

1. Οι ερευνητές που γίνονται δεκτοί βάσει του παρόντος Τμήματος μπορούν να παρέχουν διδακτικό έργο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

2. Ο κάτοχος άδειας διαμονής ερευνητή έχει δικαίωμα ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 Α του παρόντος νόμου. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, πέραν των οριζόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 21 Α δεν παρέχεται όσον αφορά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας που αφορούν τις οικογενειακές παροχές και τις παροχές ανεργίας, με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010 (EEL 344 της 29.12.2010) στους ερευνητές που έχουν άδεια διαμονής στην Ελλάδα για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.
Κατά τη διάρκεια της κινητικότητας, οι ερευνητές έχουν, πέραν των ερευνητικών τους δραστηριοτήτων, τη δυνατότητα να διδάσκουν.

Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στις διατάξεις των ως άνω άρθρων 57 έως και 67 ισχύουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 έως 30.

1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται όταν ο συντηρών κατέχει άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, διάρκειας ισχύος τουλάχιστον δύο ετών, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής, εφόσον τα μέλη της οικογένειάς του είναι πολίτες τρίτης χώρας, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους.

2. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 69 έως 77 δεν εφαρμόζονται όταν ο συντηρών:
α. έχει υποβάλει αίτηση να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, επί της οποίας δεν έχει ακόμα εκδοθεί η σχετική απόφαση,
β. έχει λάβει άδεια διαμονής δυνάμει προσωρινής προστασίας ή ζητεί άδεια να διαμείνει με αυτό το καθεστώς και αναμένει την έκδοση σχετικής απόφασης,
γ. έχει λάβει άδεια διαμονής στην Ελλάδα δυνάμει επικουρικών μορφών προστασίας, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις, την εθνική νομοθεσία ή τις πρακτικές των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ζητεί άδεια να διαμείνει με αυτό το καθεστώς και αναμένει την έκδοση σχετικής απόφασης.

3. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 69 έως 77 δεν εφαρμόζονται στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 69 έως 77 εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
α. διμερών και πολυμερών συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ ή της ΕΕ και των κρατών - μελών της, αφενός, και τρίτων χωρών, αφετέρου,
β. του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη της 18ης Οκτωβρίου 1961 (ν. 1426 /1984, Α' 32), ως ισχύει.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας που κατοικεί νόμιμα στην Ελλάδα για διάστημα δύο ετών δικαιούται να ζητήσει, κατόπιν αίτησής του, την είσοδο και διαμονή στη χώρα των μελών της οικογένειάς του. Η αίτηση υποβάλλεται και εξετάζεται όταν τα μέλη αυτά διαμένουν εκτός της ελληνικής επικράτειας. Τυχόν διαμονή των μελών αυτών στην ελληνική επικράτεια, πριν την υποβολή της αίτησης για οικογενειακή επανένωση, δεν αποτελεί λόγο που παρακωλύει την υποβολή της αίτησης.

2. Για την άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης παραγράφου, ο συντηρών θα πρέπει να αποδεικνύει την οικογενειακή σχέση με τα μέλη της οικογένειάς του για τα οποία ζητεί την επανένωση στην Ελλάδα, καθώς και ότι πληροί ο ίδιος, σωρευτικά, τις κατωτέρω προϋποθέσεις:
α. Διαθέτει κατάλυμα ικανό να καλύψει τις ανάγκες του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του για τα οποία ζητεί την επανένωση, όπως αυτό ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 του ν. 4025/2011 (Α' 228), όπως ισχύει.
β. Διαθέτει προσωπικό εισόδημα σταθερό και τακτικό, επαρκές για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, το οποίο δεν προέρχεται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της χώρας. Το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τις ετήσιες απολαβές του αμειβόμενου με τον κατώτατο μισθό, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προσαυξημένο κατά 20% για τη σύζυγο και κατά 15% για κάθε τέκνο. Η ανωτέρω προσαύξηση του 15% για κάθε τέκνο δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία και οι δύο σύζυγοι διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα.
γ. Διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τις αντίστοιχες κατηγορίες εργαζομένων ημεδαπών, η οποία να μπορεί να καλύψει και τα μέλη της οικογένειάς του.

3. Σε περίπτωση πολυγαμίας, αν ο συντηρών έχει ήδη σύζυγο που ζει μαζί του στην Ελλάδα, δεν επιτρέπεται η οικογενειακή επανένωση με άλλη σύζυγο.
Δεν επιτρέπεται η οικογενειακή επανένωση ανήλικων τέκνων του συντηρούντος και άλλης συζύγου, εκτός των περιπτώσεων που του έχει ανατεθεί νομίμως η επιμέλεια.

4. Για τη διακρίβωση ύπαρξης της οικογενειακής σχέσης το αρμόδιο όργανο μπορεί να καλεί τον συντηρούντα σε προσωπική συνέντευξη και να διενεργεί οποιαδήποτε άλλη έρευνα κρίνεται αναγκαία και η αίτηση του συντηρούντος να συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 136.

1. Ο συντηρών καταθέτει αίτηση οικογενειακής επανένωσης, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

2. Το αρμόδιο για την εξέταση του αιτήματος όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, υποχρεούται να ζητήσει άμεσα τη γνώμη της οικείας αστυνομικής αρχής για θέματα που αφορούν τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας, καθώς και τη γνώμη της αρμόδιας ελληνικής προξενικής αρχής, με σκοπό τη διακρίβωση ύπαρξης της οικογενειακής σχέσης, ιδίως μέσω προσωπικών συνεντεύξεων με τα μέλη της οικογένειας και την εξέταση κινδύνων που προκύπτουν για τη δημόσια υγεία. Μη εμφάνιση των μελών της οικογένειας, των οποίων την είσοδο έχει αιτηθεί ο συντηρών, σε κλήση για συνέντευξη, στην οικεία προξενική αρχή καθιστά το αίτημα μη παραδεκτό. Οι ανωτέρω γνώμες παρέχονται εντός αποκλειστικής τριμήνου προθεσμίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που έχουν σχέση με το σύνθετο χαρακτήρα της εξέτασης, η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παρατείνεται για διάστημα τριάντα ημερών. Ο πλήρης φάκελος του αιτούντα οικογενειακής επανένωσης αποστέλλεται στο οικείο Προξενείο από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση είτε ταχυδρομικώς είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου και υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνει τα έξοδα αποστολής, μέσω ταχυμεταφοράς των ΕΛΤΑ ή ιδιωτικών εταιρειών. Μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποστέλλονται σε κάθε περίπτωση, προς τα οικεία προξενεία και κατάλογοι με τους πολίτες οι οποίοι έχουν καταθέσει αίτηση για οικογενειακή επανένωση.
Το αρμόδιο όργανο εξετάζει την αίτηση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 70. Κατά την εξέταση της αίτησης για οικογενειακή επανένωση εκτιμάται ιδιαιτέρως και το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων.
Το αρμόδιο όργανο, αφού λάβει υπόψη τις ανωτέρω γνώμες, εκδίδει σχετική απόφαση.

3. Το αρμόδιο όργανο διαβιβάζει την απόφαση έγκρισης για οικογενειακή επανένωση στην οικεία Ελληνική προξενική αρχή, η οποία, εφόσον το αίτημα έχει γίνει δεκτό, χορηγεί, εφόσον πληρούνται οι λοιποί όροι εισόδου, στα μέλη της οικογένειας τις απαιτούμενες ειδικές θεωρήσεις εισόδου, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί απαγόρευσης εισόδου του άρθρου 82 του ν. 3386/ 2005.

1 .Το κάθε μέλος της οικογένειας, μετά την είσοδό του στη χώρα και πριν από τη λήξη της θεώρησης εισόδου, υποβάλλει αίτηση για χορήγηση της οικείας άδειας διαμονής, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, στο αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8. Για τα ανήλικα τέκνα η αίτηση υποβάλλεται από εκείνον που ασκεί την επιμέλεια και τους χορηγείται ατομική άδεια διαμονής.

2. Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η άδεια διαμονής χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή του Υπουργού Εσωτερικών κατά περίπτωση.

3. Η διαδικασία της οικογενειακής επανένωσης ολοκληρώνεται το αργότερο μέσα σε εννέα μήνες αφότου υποβλήθηκε η αίτηση του άρθρου 71 παράγραφος 1, με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, για την έγκριση της οικογενειακής επανένωσης. Σε περίπτωση συνδρομής εξαιρετικών λόγων, η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες και μέχρι τρεις (3) μήνες.

1. Στα μέλη της οικογένειας χορηγείται αρχική άδεια διαμονής με ημερομηνία λήξεως αυτήν της άδειας διαμονής του συντηρούντος. Κατά την ανανέωση, η άδεια διαμονής των μελών ακολουθεί την τύχη της άδειας διαμονής του συντηρούντος.
Στην περίπτωση που ο συντηρών αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος η άδεια διαμονής των μελών της οικογένειάς του ανανεώνεται ανά τριετία.
Στην περίπτωση που ο συντηρών έχει ήδη αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος, η αρχική άδεια διαμονής στα μέλη της οικογένειάς του για τα οποία έχει αιτηθεί οικογενειακή επανένωση χορηγείται για δύο (2) έτη και ανανεώνεται ανά τριετία.

2. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής, ο συντηρών θα πρέπει να αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να διατηρεί την οικογενειακή σχέση με τα συντηρούμενα μέλη της οικογένειάς του και ότι έχει εκπληρώσει τις ασφαλιστικές και φορολογικές του υποχρεώσεις.

3. Το μέλος της οικογένειας, που επιθυμεί την ανανέωση της άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης υποχρεούται, πριν από τη λήξη της, να καταθέσει αίτηση στο αρμόδιο, κατά περίπτωση, όργανο συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

1. Η άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση δεν χορηγείται, ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Συντρέχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η εξέταση λόγων που αφορούν στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας αποτελεί προαπαιτούμενο στοιχείο κατά την έγκριση της οικογενειακής επανένωσης και την αρχική χορήγηση της άδειας διαμονής στα μέλη της οικογένειας.
β. Συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας.
γ. Ο συντηρών και τα μέλη της οικογένειάς του έπαυσαν να διάγουν πραγματικό συζυγικό ή οικογενειακό βίο.
δ. Αποδειχθεί, από επίσημο έγγραφο αρμόδιας Ελληνικής Αρχής ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα, ότι διαπράχθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο απάτη ή χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα.
ζ. Διαπιστωθεί ότι η οικογενειακή σχέση, ιδίως ο γάμος, η υιοθεσία ή η αναγνώριση τέκνων έχει συναφθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του παρόντος, προκειμένου να επιτευχθεί η είσοδος ή διαμονή στη χώρα ή η διαμονή του συντηρούντος τερματισθεί και το μέλος της οικογένειας δεν διαθέτει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής.

2. Κατά την ανάκληση ή τη μη ανανέωση της άδειας διαμονής μέλους της οικογένειας του συντηρούντος για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, εξετάζονται, πέραν των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και των σχετικών προβλέψεων του παρόντος Κώδικα, η σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος που διεπράχθη και οι κίνδυνοι που προέρχονται από αυτό το άτομο.

3. Έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται σε κάθε περίπτωση που περιέρχεται στη γνώση των υπηρεσιών και για οποιοδήποτε περιστατικό που μπορεί να δικαιολογήσει ανάκληση της άδειας διαμονής.

4. Για την απόρριψη αίτησης, την ανάκληση ή την άρνηση ανανέωσης της άδειας διαμονής, ή σε περίπτωση λήψης μέτρου απομάκρυνσης εις βάρος του συντηρούντος ή μελών της οικογένειάς του, συνεκτιμάται ο χαρακτήρας και η σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών του προσώπου, η διάρκεια διαμονής του στη χώρα, καθώς και η ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του.

1. Τα μέλη της οικογένειας του συντηρούντος έχουν, εξίσου με αυτόν, δικαίωμα:
α. πρόσβασης στην εκπαίδευση,
β. πρόσβασης σε εξαρτημένη εργασία παροχή υπηρεσιών ή έργου.
γ. πρόσβασης στον επαγγελματικό προσανατολισμό, τη βασική και περαιτέρω κατάρτιση, καθώς και την επανακατάρτιση.

2. Οι κάτοχοι αδειών διαμονής για οικογενειακή επανένωση υπόκεινται στα γενικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών τρίτων χωρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

1. Πρόσωπα που έχουν γίνει δεκτά για λόγους οικογενειακής επανένωσης δικαιούνται, κατόπιν αίτησής τους, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, να αποκτήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής στην Ελλάδα στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. παρέλευσης πενταετίας από τη χορήγηση της αρχικής άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για έναν από τους λοιπούς λόγους του Κώδικα,
β. ενηλικίωσης.

2. Αυτοτελής άδεια διαμονής μπορεί να χορηγείται στα πρόσωπα που έχουν γίνει δεκτά δυνάμει οικογενειακής επανένωσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. θανάτου του συντηρούντος, εφόσον τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στη χώρα τουλάχιστον επί ένα έτος πριν το θάνατό του,
β. σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή αποδεδειγμένης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, εφόσον:
i. Ο γάμος διήρκεσε, έως την έναρξη της δίκης έκδοσης διαζυγίου ή τη λύση του γάμου στην περίπτωση συναινετικού διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1441 του Α.Κ., όπως ισχύει, ή ακύρωσης του γάμου ή αποδεδειγμένης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, επί τρία (3), τουλάχιστον, έτη από τα οποία το ένα έτος έχει διανυθεί στη Χώρα.
ii. συντρέχουν ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας υπήρξε θύμα οικογενειακής βίας, ενόσω υφίστατο ο γάμος.
Το κάθε μέλος της οικογένειας, υποβάλλει αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 για τη χορήγηση αυτοτελούς άδειας διαμονής, εφόσον πληροί μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

3. Η διάρκεια της αυτοτελούς άδειας διαμονής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Περαιτέρω ανανέωσή της επιτρέπεται για άλλους λόγους, εκτός της οικογενειακής επανένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

4. Το δικαίωμα διαμονής των ανήλικων τέκνων ακολουθεί την τύχη του δικαιώματος διαμονής του γονέα, στον οποίον έχει ανατεθεί η επιμέλεια.

5. Για τα τέκνα που ενηλικιώνονται, η αυτοτελής άδεια διαμονής, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, είναι τριετής και δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους.
Η εν λόγω άδεια διαμονής, υπό την επιφύλαξη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, ανανεώνεται για επιπλέον τρία έτη με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης αυτοτελούς άδειας διαμονής.
Περαιτέρω ανανέωσή της επιτρέπεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κώδικα αυτού.

6. Σε περίπτωση που η αυτοτελής άδεια διαμονής ανανεωθεί για σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση, ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί, μετά το πέρας των σπουδών του, να την ανανεώσει αυτοτελώς για ένα (1) έτος. Περαιτέρω ανανέωσή της επιτρέπεται σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κώδικα αυτού.

7. Η αυτοτελής άδεια διαμονής παρέχει στον κάτοχό της δικαίωμα άμεσης πρόσβασης στην εξαρτημένη εργασία-παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και σε σπουδές σε οποιαδήποτε βαθμίδα εκπαίδευσης.

Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στις διατάξεις των ως άνω άρθρων 69 έως και 76 ισχύουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 έως 30.

Η ανανέωση άδειας διαμονής οικογενειακής επανένωσης ή αυτοτελούς άδειας διαμονής, για λόγους σπουδών δεν υπόκειται στις διατάξεις της περίπτωσης β' παρ. 2 του άρθρου 32 και της περίπτωσης β' παρ. 1 του άρθρου 33.

Η ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 76 καταλαμβάνει κάθε πολίτη τρίτης χώρας που κατά την ενηλικίωσή του διέμενε νόμιμα στην Ελλάδα με οριστικό τίτλο νόμιμης διαμονής ανεξάρτητα από την αρχή έκδοσής του.

1. Σε περιπτώσεις τέλεσης γάμου ή σύναψης συμφώνου συμβίωσης στην Ελλάδα μεταξύ πολιτών τρίτων Χωρών που διαμένουν στη Χώρα με άδεια διαμονής, στον ένα εκ των συζύγων ή συντρόφων και στα μέλη της οικογένειας τους, που διαμένουν ήδη νόμιμα στη Χώρα μπορεί να χορηγηθεί άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση.

2. Η διαμονή των ανήλικων τέκνων που γεννιούνται στην Ελλάδα καλύπτεται από την άδεια διαμονής του συντηρούντος γονέα μέχρις ότου υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής 

1. Στους συζύγους ομογενών, που είναι πολίτες τρίτων χωρών, χορηγείται άδεια διαμονής διάρκειας πέντε (5) ετών η οποία παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Οι άδειες διαμονής του παρόντος άρθρου χορηγούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, είναι δυνατόν να ανανεώνονται, κάθε φορά, για ισόχρονο διάστημα και δεν υπόκεινται στην καταβολή παραβόλου.

2. Οι σύζυγοι ομογενούς, που είναι πολίτες τρίτων χωρών, δικαιούνται να αποκτήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής, λόγω:
i. θανάτου του συντηρούντος, εφόσον τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στη Χώρα τουλάχιστον επί ένα έτος πριν το θάνατό του,
ii. έκδοσης αμετάκλητης απόφασης διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και εφόσον ο γάμος διήρκεσε, έως την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής διαζυγίου ή της αγωγής ακύρωσης του γάμου, επί τρία, τουλάχιστον, έτη από τα οποία το ένα έτος έχει διανυθεί στην Ελλάδα,
iii. συντρέχουν ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακής βίας, ενόσω υφίστατο ο γάμος.
Η διάρκεια της αυτοτελούς άδειας διαμονής χορηγείται για ένα έτος. Περαιτέρω ανανέωσή της επιτρέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.

3. Στις ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου υπάγονται και οι αλλογενείς σύζυγοι ομογενών από Αλβανία, το καθεστώς διαμονής των οποίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις της απόφασης που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1975/1991.

4. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το δικαίωμα διαμονής των ανήλικων τέκνων ακολουθεί την τύχη του δικαιώματος διαμονής του γονέα, στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια.

1. Σε πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας Έλληνα και εισέρχονται στην Ελλάδα, με ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου ή θεώρηση εισόδου περιορισμένης εδαφικής ισχύος, όπου αυτή απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 1.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου ή διαμένουν νόμιμα, με οριστικό ή προσωρινό τίτλο διαμονής, ο οποίος έχει χορηγηθεί από τις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών χορηγείται «Δελτίο Διαμονής μέλους οικογένειας Έλληνα», υπό την προϋπόθεση σταθερής διαμονής τους στη χώρα.
Το παραπάνω Δελτίο Διαμονής χορηγείται και σε πολίτες τρίτων χωρών που ήταν κάτοχοι Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς, ως αλλογενείς σύζυγοι Ομογενούς, σε αναγνωρισμένους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, καθώς και σε αιτούντες διεθνή προστασία υπό τον όρο της προηγούμενης παραίτησής τους από την αίτηση διεθνούς προστασίας και της προηγούμενης σταθερής διαμονής τους στη χώρα επί ένα τουλάχιστον έτος προ της σύναψης της οικογενειακής σχέσης.
Το Δελτίο Διαμονής χορηγείται με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων που αφορούν την έκδοση των αδειών διαμονής υπό τη μορφή του αυτοτελούς εγγράφου σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4018/ 2011.

2. Το Δελτίο Διαμονής είναι ατομικό και χορηγείται στα μέλη της οικογένειας της επόμενης παραγράφου, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, υπό την επιφύλαξη εξέτασης λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας και συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά το μέτρο πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.

3. Το μέλος της οικογένειας Έλληνα πολίτη, που επιθυμεί τη χορήγηση Δελτίου Διαμονής, κατά την παράγραφο 1, οφείλει να καταθέσει αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Χώρας, σε διάστημα τριών (3) μηνών, από την ημερομηνία εισόδου στη Χώρα ή εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία σύναψης του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης που καταρτίστηκε στην Ελλάδα. Σε περίπτωση μη υποβολής της αίτησης εντός διαστήματος ενός (1) έτους από την ημερομηνία εισόδου ή την ημερομηνία του ληξιαρχικού γεγονότος του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ή της γέννησης τέκνου, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους πενήντα (50) ευρώ. Η αίτηση συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, με τα οποία:
α. Αποδεικνύει εγγράφως την οικογενειακή του σχέση με τον Έλληνα πολίτη,
β. αποδεικνύει στις υποπεριπτώσεις γ' και δ' της περίπτωσης λε' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ότι συντρέχει η προϋπόθεση του συντηρούμενου μέλους, δηλαδή ότι υποστηρίζεται υλικά από τον Έλληνα πολίτη ή τον έτερο των συζύγων ή των συντρόφων που είναι πολίτης τρίτης Χώρας,
γ. αποδεικνύει στην υποπερίπτωση ε' της περίπτωσης λε' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος ότι συντρέχει η προϋπόθεση του συντηρούμενου μέλους και της συνδρομής σοβαρών λόγων υγείας που καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον Έλληνα πολίτη.

4. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης είναι η οικεία υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία και χορηγεί το Δελτίο Διαμονής.

5. Το Δελτίο Διαμονής έχει διάρκεια πέντε έτη. To αδιάλειπτο της διαμονής δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως, ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ' ανώτατο όριο, για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή τοποθέτηση σε άλλο κράτος-μέλος ή τρίτη χώρα.

1. Τα μέλη οικογένειας Έλληνα τα οποία διαμένουν νομίμως στη Χώρα με τον Έλληνα για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Χώρα. To δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Διακοπή της διαμονής, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο συνεχόμενα έτη, από τη λήξη του Δελτίου Διαμονής δεν θίγει το δικαίωμα απόκτησης Δελτίου Μόνιμης Διαμονής.

2. Το μέλος της οικογένειας Έλληνα που επιθυμεί τη χορήγηση Δελτίου Μόνιμης Διαμονής, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση δύο μήνες πριν από τη λήξη της ισχύος του Δελτίου Διαμονής του στην κατά το άρθρο 8 υπηρεσία, σε διάστημα τριών μηνών, από την ημερομηνία εισόδου στη Χώρα. Σε περίπτωση μη υποβολής της αίτησης εντός διαστήματος ενός έτους από την ημερομηνία λήξης του Δελτίου Διαμονής, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους, πενήντα (50) ευρώ. Η αίτηση συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

3. Το Δελτίο Μόνιμης Διαμονής χορηγείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, υπό την επιφύλαξη λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, και ανανεώνεται αυτοδικαίως ανά δεκαετία. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτοτελώς λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων. Η προσωπική συμπεριφορά του προσώπου που αφορά το μέτρο πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, που στρέφεται κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.
Το Δελτίο Διαμονής χορηγείται με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων που αφορούν την έκδοση των αδειών διαμονής υπό τη μορφή του αυτοτελούς εγγράφου σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4018/ 2011.

4. Μετά την απόκτηση Δελτίου Μόνιμης Διαμονής η απώλεια του δικαιώματος, επέρχεται μόνο σε περίπτωση απουσίας του ενδιαφερόμενου από την Ελλάδα, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο (2) συναπτά έτη.

1. Τα μέλη οικογένειας Έλληνα διατηρούν προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής όταν:
α. Ο Έλληνας αποβιώσει και τα μέλη της οικογένειας διαμένουν στην Ελλάδα επί ένα έτος τουλάχιστον πριν από το θάνατό του.
β. Εκδοθεί απόφαση διαζυγίου ή ο γάμος λυθεί με τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου ή λυθεί το σύμφωνο συμβίωσης και ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης διήρκεσε τρία τουλάχιστον έτη, πριν την υποβολή αίτησης αγωγής διαζυγίου των συζύγων, ή πριν τη λύση του γάμου στην περίπτωση συναινετικού διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1441 του Α.Κ., όπως ισχύει, ή πριν τη λύση του συμφώνου συμβίωσης των συντρόφων, εκ των οποίων το ένα έτος στην Ελλάδα ή η επιμέλεια των τέκνων έχει ανατεθεί νομίμως σε έναν από τους συζύγους/ συντρόφους που είναι πολίτης τρίτης χώρας.
γ. συντρέχουν ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακής βίας, ενόσω υφίστατο ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης,
δ. ο ένας εκ των συζύγων ή συντρόφων απολαύει νομίμως του δικαιώματος επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο, υπό τον όρο ότι από τη σχετική δικαστική απόφαση ή την έγγραφη συμφωνία των συζύγων ή συντρόφων προκύπτει ότι οι επισκέψεις πρέπει να πραγματοποιούνται στην Ελλάδα και για όσο διάστημα απαιτείται.

2. Το δικαίωμα διαμονής των προσώπων της παραγράφου 1 διατηρείται, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν την ιδιότητά τους ως μισθωτών ή την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ή αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της χώρας, καθώς και ότι έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στην Ελλάδα, ή, τέλος αποδεικνύουν ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσης, στην Ελλάδα, οικογένειας ενός προσώπου, το οποίο πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

3. Το μέλος της οικογένειας Έλληνα που πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί τη χορήγηση Προσωποπαγούς Δικαιώματος Διαμονής, οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής στην κατά το άρθρο 8 υπηρεσία, σε διάστημα δύο μηνών, αφότου συμβεί το γεγονός, ως απόρροια του οποίου διατηρείται το προσωποπαγές δικαίωμα, να υποβάλλει στις αρμόδιες αρχές, σχετική αίτηση η οποία θα συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

4. Αρμόδια για την εξέταση της αίτησης είναι η οικεία υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία χορηγεί προσωποπαγή άδεια διαμονής.

5. Η προσωποπαγής άδεια διαμονής έχει διάρκεια πέντε (5) έτη και ανανεώνεται για πέντε (5) έτη κάθε φορά.

6. Πολίτες τρίτων χωρών που διέμεναν νόμιμα στην Ελλάδα για έναν από τους λόγους του παρόντος Κώδικα και μετά τη σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης με έτερο πολίτη τρίτης χώρας ή Έλληνα πολίτη μετέβαλλαν το καθεστώς διαμονής τους και έλαβαν είτε άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης είτε δελτίο διαμονής ως μέλη οικογένειας Έλληνα, έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στο προηγούμενο καθεστώς διαμονής τους, εφόσον:
α. Ο πολίτης τρίτης χώρας ή ο Έλληνας αποβιώσει και δεν δικαιούνται αυτοτελές ή προσωποπαγές αντίστοιχα δικαίωμα διαμονής,
β. εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης του συμφώνου συμβίωσης και δεν δικαιούνται αυτοτελές ή προσωποπαγές αντίστοιχα δικαίωμα διαμονής.
Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται και σε όσα από τα μέλη της οικογένειάς τους διέμεναν νόμιμα στη χώρα και μετέβαλαν αντίστοιχα το καθεστώς διαμονής τους.

1. Η έκδοση του Δελτίου Διαμονής, του Δελτίου Μόνιμης Διαμονής και της Προσωποπαγούς Άδειας Διαμονής δεν υπόκειται σε καταβολή παραβόλου.

2. Ο/η σύζυγος/σύντροφος ανεξαρτήτως ιθαγένειας και οι κατιόντες, συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή, των συζύγων/συντρόφων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 82, που κατέχουν Δελτίο Διαμονής έχουν πρόσβαση σε εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου και επαγγελματική δραστηριότητα.

3. Οι κάτοχοι Δελτίου Μόνιμης Διαμονής και Προσωποπαγούς Δικαιώματος Διαμονής έχουν πρόσβαση σε εξαρτημένη εργασία-παροχή υπηρεσιών ή έργου και επαγγελματική δραστηριότητα.

4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, οι πολίτες τρίτων χωρών μέλη οικογένειας Έλληνα απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους πολίτες της Ένωσης, εφόσον έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής.

1.Το Δελτίο Διαμονής δεν χορηγείται, ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 24, και στις περιπτώσεις που:
α. Αποδειχθεί από επίσημο έγγραφο Ελληνικής Αρχής ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο απάτη ή ότι χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα και γενικά ότι στοιχειοθετείται κατάχρηση δικαιώματος ή απάτη, όπως στην περίπτωση εικονικού γάμου.
β. Ο Έλληνας και τα μέλη της οικογένειάς του έπαυσαν να διάγουν πραγματικό συζυγικό ή οικογενειακό βίο.
γ. Διαπιστωθεί ότι η οικογενειακή σχέση, ιδίως ο γάμος, η υιοθεσία, η αναγνώριση τέκνων ή το σύμφωνο συμβίωσης, έχει συναφθεί με κύριο σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του Κώδικα αυτού, προκειμένου να αποκτηθεί το Δελτίο Διαμονής ή Μόνιμης Διαμονής.
Η οικογενειακή σχέση θεωρείται ότι έχει συναφθεί για το σκοπό αυτόν ιδίως, όταν δεν υπάρχει συμβίωση των μελών της οικογένειας ή δεν υφίσταται δυνατότητα επικοινωνίας τους ή όταν ο ένας σύζυγος/σύντροφος αγνοεί στοιχεία της ταυτότητας του ετέρου συζύγου/ συντρόφου.

2. Εφόσον αίτημα χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής απορρίπτεται ή χορηγηθείσα άδεια διαμονής ανακαλείται, οι αρμόδιες κατά περίπτωση υπηρεσίες εκδίδουν απόφαση επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 έως 41 του ν. 3907/2011. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και όρους έκδοσης των αποφάσεων επιστροφής σε βάρος πολιτών τρίτων χωρών μελών οικογένειας Έλληνα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 22 έως 24 του π.δ. 106/2007 (Α' 135).

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγείται το Δελτίο Διαμονής της παραγράφου 1 του άρθρου 82 σε γονείς ανήλικων ημεδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του τρόπου κτήσης εκ μέρους των τέκνων τους της ελληνικής ιθαγένειας. Το ίδιο Δελτίο Διαμονής χορηγείται και σε ανήλικα αδέλφια των ως άνω ημεδαπών. Ως προς τη διαδικασία και τους λοιπούς όρους χορήγησης και ανανέωσης του Δελτίου Διαμονής γονέα ή ανήλικου αδελφού ημεδαπού εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 82 έως 86.

1. Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται στους πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων των δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

2. Το παρόν δεν εφαρμόζεται στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι:
α) Έχουν άδεια διαμονής για σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
β) Έχουν λάβει άδεια διαμονής στην Ελλάδα δυνάμει προσωρινής προστασίας ή ζητούν την άδεια να δια- μείνουν για τον ίδιο λόγο και αναμένουν την έκδοση απόφασης σχετικά με το καθεστώς τους.
γ) Έχουν λάβει άδεια διαμονής στην Ελλάδα δυνάμει μορφών προστασίας εκτός της διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις ή την εθνική νομοθεσία ή ζητούν την άδεια να διαμείνουν για τον ίδιο λόγο και αναμένουν απόφαση σχετικά με το καθεστώς τους.
δ) Έχουν υποβάλει αίτηση για να τους χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, για την οποία δεν έχει ακόμα εκδοθεί σχετική απόφαση.
ε) Έχουν προσωρινό καθεστώς διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, καθώς και στα μέλη της οικογένειας που τους συνοδεύουν, όπου αυτό προβλέπεται.
στ) Απολαύουν νομικού καθεστώτος υποκείμενου στη σύμβαση της Βιέννης του 1961 περί των διπλωματικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970 (Α' 108), της σύμβασης της Βιέννης του 1963 περί των προξενικών σχέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ν. 90/1975 (Α' 150).

3.Το παρόν εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
α) Διμερών και πολυμερών συμφωνιών μεταξύ των κρατών-μελών της Κοινότητας ή της Κοινότητας και των κρατών-μελών της αφενός και τρίτων χωρών αφετέρου.
β) Διμερών και πολυμερών συμφωνιών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και τρίτων χωρών.
γ) Της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Εγκαταστάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1955, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη της 18ης Οκτωβρίου 1961, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 1426/1984 (Α'32) και της παραγράφου 11 του παραρτήματος της Σύμβασης περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 3989/1959 (Α'201), όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον α.ν. 389/1968 (Α'125).

1. Στον πολίτη τρίτης χώρας που διαμένει στην Ελλάδα, νόμιμα και αδιάλειπτα, κατά τα πέντε (5) έτη αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, χορηγείται το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α. Διαθέτει εισόδημα, επαρκές για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, το οποίο δεν προέρχεται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της Χώρας. Το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις ετήσιες αποδοχές του αμειβόμενου με τον κατώτατο μισθό, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προσαυξημένο κατά 10% για το σύνολο των συντηρούμενων μελών της οικογένειάς του, συνυπολογιζομένου τυχόν ποσού προερχόμενου από επίδομα τακτικής επιδότησης ανεργίας. Στον υπολογισμό του εισοδήματος λαμβάνονται υπόψη οι συνεισφορές των μελών της οικογένειας. Ο τακτικός χαρακτήρας του ανωτέρω εισοδήματος αποδεικνύεται ιδίως από την εκπλήρωση των ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεών του.
β. Διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των παροχών που καλύπτονται για τις αντίστοιχες κατηγορίες ασφαλισμένων ημεδαπών, η οποία καλύπτει και τα μέλη της οικογένειάς του.
γ. Πληροί όρους ένταξης στην ελληνική κοινωνία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 παράγραφος 2.

2. Οι περίοδοι διαμονής που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε' και στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 88 δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανωτέρω πενταετούς περιόδου.
Ειδικώς περίοδοι διαμονής για λόγους σπουδών ή επαγγελματικής κατάρτισης λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά το ήμισυ για τον υπολογισμό της ίδιας περιόδου.
Για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, στον υπολογισμό της περιόδου της παραγράφου 1 λαμβάνεται υπόψη το ήμισυ της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας βάσει της οποίας χορηγήθηκε το καθεστώς διεθνούς προστασίας και της ημερομηνίας έκδοσης της άδειας διαμονής κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 ή ολόκληρη η περίοδος, εφόσον υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες.

3. Περίοδοι απουσίας, εφόσον είναι κατώτερες των έξι διαδοχικών μηνών και δεν υπερβαίνουν συνολικά τους δέκα μήνες εντός της πενταετίας, προσμετρώνται στον υπολογισμό της πενταετούς περιόδου.

4. Το Υπουργείο Εσωτερικών και οι αρμόδιοι φορείς για την υποβολή και εξέταση της αίτησης, καθώς και για τη χορήγηση της άδειας διαμονής του επί μακρόν διαμένοντος ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους, σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η ενημέρωση πραγματοποιείται ιδίως μέσω ενημερωτικών φυλλαδίων, ανάρτησης πληροφοριακού υλικού στις ιστοσελίδες των ανωτέρω φορέων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Το υλικό αυτό επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Για την ενημέρωση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας μεριμνά και η Υπηρεσία Ασύλου.

1. Εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου, ο πολίτης τρίτης χώρας υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στο αρμόδιο κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου όργανο, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

2. Οι όροι ένταξης ενός πολίτη τρίτης χώρας στην ελληνική κοινωνία, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 89, πληρούνται στις παρακάτω περιπτώσεις:
α) εφόσον αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας και γνώση στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού σύμφωνα με το άρθρο 107 ή
β) εφόσον είναι κάτοχοι δελτίου μόνιμης διαμονής ως μέλη οικογένειας Έλληνα ή
γ) εφόσον υπάρχει σχετική εισήγηση από επιτροπή πολιτογράφησης του άρθρου 12 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας και σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5Α του ίδιου Κώδικα ή
δ) εφόσον διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα για δώδεκα (12) έτη.
ε) εφόσον κατέχουν Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς.

3. Αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος είναι εκείνο που χορήγησε την τελευταία άδεια διαμονής. Για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας και τους ομογενείς, αρμόδιο όργανο για τη χορήγηση της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος είναι ο συντονιστής της κατά τόπο αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατά την παραλαβή της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας παραδίδει την άδεια διαμονής δικαιούχου διεθνούς προστασίας, η οποία διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Ασύλου και παύει αυτοδικαίως να ισχύει.

4. Το αρμόδιο όργανο, αφού ζητήσει τη γνώμη της οικείας αστυνομικής αρχής για θέματα που αφορούν τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας, εξετάζει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 89.

5. Το αρμόδιο όργανο, αφού λάβει υπόψη την ανωτέρω γνώμη, εκδίδει σχετική απόφαση, το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να παραταθεί για επιπλέον τρεις μήνες και μόνο εφόσον συντρέχουν αιτιολογημένα ειδικές προϋποθέσεις. Σε περίπτωση θετικής απόφασης, χορηγείται στον πολίτη τρίτης χώρας άδεια διαμονής ενιαίου τύπου κατ' εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) με αρ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών, όπως ισχύει. Στον τίτλο «τύπος άδειας» αναγράφεται «επί μακρόν διαμένων - ΕΕ». Για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, στο πεδίο «Παρατηρήσεις» της άδειας διαμονής αναγράφεται: «Έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία από την Ελληνική Δημοκρατία στις (ημερομηνία).».

6. Όταν χορηγείται άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος σε δικαιούχο διεθνούς προστασίας κάτοχο άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος εκδοθείσας από άλλο κράτος-μέλος, στην άδεια διαμονής αναγράφεται και η ως άνω παρατήρηση που αναφέρει το κράτος-μέλος χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Πριν την αναγραφή της εν λόγω παρατήρησης, το αρμόδιο όργανο ζητά από το κράτος-μέλος που αναφέρεται στην παρατήρηση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το εάν ο επί μακρόν διαμένων είναι ακόμα δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Αν η διεθνής προστασία έχει αρθεί με τελεσίδικη απόφαση του ως άνω κράτους-μέλους, η σχετική παρατήρηση δεν αναγράφεται. Στην περίπτωση που άλλο κράτος-μέλος ζητεί την παροχή των ως άνω πληροφοριών, το σημείο επαφής, όπως ορίζεται στο άρθρο 104, απαντά εντός μηνός από την παραλαβή της αίτησης παροχής πληροφοριών.

7. Το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος είναι μόνιμο, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 93 του παρόντος.

1. Η άδεια διαμονής του επί μακρόν διαμένοντος έχει διάρκεια ισχύος πέντε έτη, η οποία ανανεώνεται για πέντε έτη κάθε φορά, χωρίς την ανάγκη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 89.

2. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής, ο επί μακρόν διαμένων υποχρεούται να υποβάλει αίτηση, πριν από τη λήξη της, στην αρμόδια υπηρεσία για την παραλαβή της αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

1. Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος μπορεί να απορρίπτεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

2. Η εξέταση των λόγων που αφορούν τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια της χώρας αποτελεί προαπαιτούμενο στοιχείο για την εξέταση του αιτήματος απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος και τη χορήγηση της άδειας διαμονής.

3. Κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης εξετάζονται η σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή ο κίνδυνος που προέρχεται από το εν λόγω πρόσωπο, συνεκτιμώντας τη διάρκεια της διαμονής και την ύπαρξη δεσμών με τη χώρα. Η άρνηση χορήγησης της άδειας διαμονής δεν μπορεί να βασίζεται στην επίκληση λόγων γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής.

Ο επί μακρόν διαμένων δεν δικαιούται να διατηρεί το καθεστώς, εφόσον:
α. Αποδειχθεί ότι έχει συμπράξει δολίως στην απόκτηση του καθεστώτος.
β. Έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής στο πρόσωπό του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95.
γ. Έχει απουσιάσει από το έδαφος της Ε.Ε. για διάστημα μεγαλύτερο ή ίσο των δώδεκα διαδοχικών μηνών.
δ. Συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη, συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει, έστω κι αν η απειλή αυτή δεν αποτελεί λόγο επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 95.
ε. Έχει αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος διαμονής στα άλλα κράτη-μέλη, δυνάμει της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ.
στ. Αποδειχθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι έχει απουσιάσει από το έδαφος της Ελλάδας για διάστημα που υπερβαίνει τα έξι έτη.
ζ. Ανακληθεί ή απορριφθεί αίτηση ανανέωσης καθεστώτος διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 3 και 19 παρ.3 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα της κατά τόπο αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης σε περίπτωση ανάκλησης ή μη ανανέωσης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατόχου άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος.
Η λήξη της άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος δεν αποτελεί, αυτοτελώς, λόγο ανάκλησης ή απώλειας του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος.
Όταν η ανάκληση ή απώλεια του καθεστώτος δεν δικαιολογούν τη λήψη μέτρου επιστροφής κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 95, ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να υποβάλει αίτηση για άλλο λόγο, εκτός της απόκτησης του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, χωρίς να απαιτείται χορήγηση της εθνικής θεώρησης εισόδου. Σε περίπτωση δικαιούχου διεθνούς προστασίας ενημερώνεται η Υπηρεσία Ασύλου προκειμένου να του επαναχορηγήσει την άδεια διαμονής δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος έχει απολέσει το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, μπορεί να ζητήσει την επανάκτησή του, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. όταν έχει απολέσει το καθεστώς λόγω απουσίας από το έδαφος της Ε.Ε. για διάστημα μεγαλύτερο ή ίσο των δώδεκα διαδοχικών μηνών ή
β. όταν έχει απολέσει το καθεστώς στην Ελλάδα, λόγω χορήγησης του καθεστώτος αυτού σε άλλο κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Για την επανάκτηση του καθεστώτος, ο πολίτης τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση στο όργανο που του είχε χορηγήσει αρχικά το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, η οποία συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 136.

3. Κατά τα λοιπά, ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 90 και 91.

1. Η επιστροφή πολίτη τρίτης χώρας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος επιτρέπεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 έως 41 του ν. 3907/2011, όταν συνιστά ενεστώσα και ειδικά αιτιολογημένη απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας.

2. Η απόφαση επιστροφής δεν μπορεί να βασίζεται στην επίκληση λόγων γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής.

3. Κατά την εξέταση των λόγων που δικαιολογούν την λήψη μέτρου επιστροφής στο πρόσωπο του επί μακρόν διαμένοντος συνεκτιμώνται:
α. Η διάρκεια διαμονής του στη Χώρα.
β. Οι επιπτώσεις στον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του.
γ. Οι δεσμοί με τη χώρα διαμονής ή η απουσία δεσμών με τη χώρα καταγωγής του.
δ. Η ηλικία του ενδιαφερόμενου προσώπου.

4. Στην περίπτωση που η επιστροφή αφορά δικαιούχο διεθνούς προστασίας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος ζητείται από το κράτος-μέλος που αναφέρεται στην παρατήρηση της παραγράφου 6 του άρθρου 90 να επιβεβαιώσει εάν το εν λόγω άτομο εξακολουθεί να δικαιούται διεθνούς προστασίας στο κράτος αυτό. Στην περίπτωση που κράτος-μέλος υποβάλει σχετική αίτηση παροχής πληροφοριών η Υπηρεσία Ασύλου οφείλει να απαντήσει εντός μηνός από την παραλαβή της αίτησης.

5. Εάν ο επί μακρόν διαμένων εξακολουθεί να δικαιούται διεθνούς προστασίας στο κράτος-μέλος που αναφέρεται στην παρατήρηση της παραγράφου 4 του άρθρου 5, επιστρέφεται στο κράτος αυτό. Κατά παρέκκλιση, ο επί μακρόν διαμένων μπορεί, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, να επιστραφεί σε χώρα διαφορετική από το κράτος-μέλος που του χορήγησε διεθνή προστασία, εφόσον πληροί τους όρους του άρθρου 21 παρ. 2 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

6. Στην περίπτωση που κράτος-μέλος επιστρέφει πολίτη τρίτης χώρας επί μακρόν διαμένοντα που του έχει χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα, το οποίο είναι σε ισχύ, η χώρα με την επιφύλαξη εφαρμογής της ευρωπαϊκής ή εθνικής νομοθεσίας και της αρχής της ενότητας της οικογένειας, επιτρέπει άμεσα την επανεισδοχή του και των μελών της οικογένειάς του χωρίς διατυπώσεις.

7. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη του σεβασμού της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.

1. Η απόφαση απόρριψης αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, ανάκλησης της άδειας διαμονής ή επιστροφής πρέπει να αιτιολογείται. Η απόφαση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος ενημερώνεται με έγγραφο κοινοποίησης για τα, κατά το παρόν άρθρο, μέσα προστασίας, καθώς και για την προθεσμία άσκησής τους.

2. Για τις αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος, ασκείται αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 2690/1999 (Α' 45), όπως ισχύει.

3. Κατά της απόφασης απόρριψης της αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, της ανάκλησης ή μη ανανέωσής της, της απώλειας του καθεστώτος ή της απόφασης επιστροφής, ασκείται αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 (Α' 274), όπως ισχύει.

4. Για την άσκηση του ένδικου μέσου κατά της απόφασης επιστροφής, χορηγείται στον επί μακρόν διαμένοντα που δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για το σκοπό αυτόν, το ευεργέτημα πενίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

1. Ο επί μακρόν διαμένων απολαύει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά:
α. Την πρόσβαση στη μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα και τους όρους απασχόλησης και εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής. Δεν επιτρέπεται πρόσβαση σε δραστηριότητες που αφορούν την άσκηση δημόσιας εξουσίας.
β. Την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, περιλαμβανομένων των υποτροφιών σπουδών.
γ. Την αναγνώριση επαγγελματικών διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων.
δ. Την κοινωνική ασφάλεια και τα βασικά πλεονεκτήματα της κοινωνικής αρωγής και προστασίας, όπως αυτά οριοθετούνται στο πλαίσιο ιδίως του ν. 4051/1960 «Περί ενισχύσεως απροστάτευτων παίδων» (Α'68), του ν.δ. 57/ 1973 «Περί λήψεως μέτρων κοινωνικής προστασίας οικονομικώς αδυνάτων και καταργήσεως των διεπουσών τον θεσμόν της απορίας διατάξεων» (Α'149), του ν. 1302/ 1982 «Για την επικύρωση της Διεθνούς Σύμβασης εργασίας αρ.103/1952 (Α' 133), του ν. 2101/1992 «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα των παιδιών» (Α'192) και του ν. 3454/2006 «Ενίσχυση της οικογένειας και λοιπές διατάξεις» (Α' 75). ε. Τις φορολογικές διευκολύνσεις. στ. Την πρόσβαση και παροχή αγαθών και υπηρεσιών που βρίσκονται στη διάθεση του κοινού και την πρόσβαση στις διαδικασίες απόκτησης στέγης.
ζ. Την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της εγγραφής και συμμετοχής σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε οποιαδήποτε οργάνωση της οποίας τα μέλη ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα, περιλαμβανομένων και των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από αυτόν τον τύπο οργάνωσης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας.
η. Την ελεύθερη κίνηση και εγκατάσταση στο σύνολο της Επικράτειας. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παράγραφος 1.

2. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στις διατάξεις των στοιχείων β', δ', ε', στ' και ζ' της παραγράφου 1 ασκείται στις περιπτώσεις που ο τόπος κατοικίας του επί μακρόν διαμένοντος ή των μελών της οικογένειας, για τα οποία αυτός ζητά την παροχή των ως άνω δικαιωμάτων, ευρίσκεται εντός της Επικράτειας της χώρας.

3. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται ως προς την:
α. Πρόσβαση σε μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ασκείται αποκλειστικά από Έλληνες ή πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ..
β. Πρόσβαση στην εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση, για την οποία μπορεί να απαιτείται να αποδείξει ο επί μακρόν διαμένων την απαιτούμενη για το σκοπό αυτόν γλωσσική επάρκεια.
γ. Είσοδο στα Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πανεπιστημιακού και Τεχνολογικού Τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, για την οποία απαιτείται η προηγούμενη εκπλήρωση των εκπαιδευτικών προϋποθέσεων της ισχύουσας νομοθεσίας.

4. Όσον αφορά τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας οι παράγραφοι 1(δ) και 3 εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

1. Ο επί μακρόν διαμένων, ο οποίος έχει αποκτήσει το καθεστώς αυτό σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να διαμένει, υπό όρους, στη χώρα για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες, για τους ακόλουθους λόγους:
α. Για την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας. Στην περίπτωση αυτή, ο επί μακρόν διαμένων θα πρέπει να έχει συνάψει σύμβαση εργασίας, από την οποία προκύπτει ότι η αμοιβή του είναι ίση, τουλάχιστον, με τις μηνιαίες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη. Οι όροι και η διαδικασία χορήγησης της οικείας άδειας διαμονής καθορίζονται σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
β. Για την άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας, καθώς και για τα οικονομικώς ανεξάρτητα άτομα. Στις περιπτώσεις αυτές, για τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης των οικείων αδειών διαμονής, εφαρμόζονται αναλόγως οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
γ. Για σπουδές. Στην περίπτωση αυτή, ο επί μακρόν διαμένων θα πρέπει να έχει εγγραφεί ή να έχει γίνει αποδεκτός προς εγγραφή στο οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 33. Οι όροι και η διαδικασία χορήγησης της οικείας άδειας διαμονής καθορίζονται, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
δ. Για την επαγγελματική κατάρτιση. Στην περίπτωση αυτή, ο επί μακρόν διαμένων θα πρέπει να έχει γίνει δεκτός από Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) και να του έχει χορηγηθεί σχετική έγκριση φοίτησης από τον αρμόδιο φορέα της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης, του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του παρόντος Κώδικα. Οι όροι και η διαδικασία χορήγησης της οικείας άδειας διαμονής καθορίζονται, αναλόγως, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

2. Για τη χορήγηση άδειας διαμονής στις παραπάνω περιπτώσεις, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι ο ενδιαφερόμενος διαθέτει:
α. Επαρκείς πόρους, σε επίπεδο σταθερού εισοδήματος για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
β. Ασφάλιση ασθενείας που να καλύπτει κινδύνους παρόμοιους με εκείνους των ημεδαπών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

3. Στις περιπτώσεις των στοιχείων α' και β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δίνεται προτεραιότητα στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους πολίτες τρίτων χωρών, εφόσον προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία και τους πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα και λαμβάνουν επίδομα ανεργίας.

4. Για τη χορήγηση της αντίστοιχης άδειας διαμονής, τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου υποβάλλουν αίτηση το αργότερο εντός τριών μηνών από την είσοδό τους στη χώρα στο αρμόδιο όργανο, εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

5. Αρμόδια υπηρεσία για την εξέταση των αιτήσεων χορήγησης αδειών διαμονής του παρόντος είναι η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 8 του παρόντος Κώδικα. Η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εξετάζει την αίτηση και, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις και δεν συντρέχουν λόγοι που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 του παρόντος, εκδίδει απόφαση, με την οποία χορηγεί την αντίστοιχη άδεια διαμονής. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο σημείο επαφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 104 του παρόντος.

6. Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών, αφότου υποβλήθηκε η αίτηση με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Αν η αίτηση συνοδεύεται από ελλιπή δικαιολογητικά ή συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες και μέχρι τρεις επιπλέον μήνες. Το αρμόδιο όργανο ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα.

7. Η διάρκεια ισχύος της εν λόγω άδειας διαμονής, καθώς και η διαδικασία ανανέωσής της καθορίζονται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

8. Το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στους παρακάτω πολίτες τρίτων χώρων που είναι επί μακρόν διαμένοντες σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
α. Μισθωτούς εργαζόμενους που απασχολούνται από φορέα παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωση δ' της παρ.1 του άρθρου 18 του παρόντος Κώδικα.
β. Φορείς παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών.

9. Πολίτες τρίτων χωρών που είναι επί μακρόν διαμένοντες σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να εισέλθουν στη χώρα για εποχιακή εργασία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

10. Για τα θέματα που αφορούν στην κοινωνική ασφάλεια των πολιτών τρίτων χωρών με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος και ασκούν το δικαίωμα διαμονής τους στην Ελλάδα, δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, ισχύει το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της κοινωνικής ασφάλειας.

11. Σε περίπτωση που άλλο κράτος-μέλος ζητήσει από την Ελλάδα να τροποποιήσει την παρατήρηση που αναγράφεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 90, εφόσον η ευθύνη για τη διεθνή προστασία του επί μακρόν διαμένοντος έχει μεταφερθεί στο άλλο κράτος-μέλος, το αρμόδιο όργανο εκδίδει εντός τριών (3) μηνών, την άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, τροποποιημένη κατά το σκέλος της παρατήρησης της παρ. 5 του άρθρου 90.

12. Αν χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας σε πολίτη τρίτης χώρας, στον οποίο άλλο κράτος-μέλος έχει προηγουμένως χορηγήσει καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, το σημείο επαφής, όπως ορίζεται στο άρθρο 104, ζητεί από το κράτος-μέλος που έχει εκδώσει την άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος να την τροποποιήσει ούτως ώστε να περιληφθεί και η παρατήρηση που αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 90.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνοδεύεται ή να επανενωθεί με τα μέλη της οικογένειάς του εφόσον η οικογένεια είχε ήδη συγκροτηθεί στο άλλο κράτος-μέλος.
Τα ανωτέρω μέλη οικογένειας υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής, στην αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, το αργότερο εντός τριών μηνών από την είσοδό τους στη χώρα, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

2. Αρμόδια υπηρεσία για την εξέταση των αιτήσεων χορήγησης αδειών διαμονής του παρόντος είναι η αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 8. Η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εξετάζει την αίτηση και, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις και δεν συντρέχουν λόγοι που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 του παρόντος, εκδίδει απόφαση, με την οποία χορηγεί άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση η οποία ακολουθεί την τύχη της άδειας διαμονής του συντηρούντος. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο σημείο επαφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 104 του παρόντος.
Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών, αφότου υποβλήθηκε η αίτηση με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Αν η αίτηση συνοδεύεται από ελλιπή δικαιολογητικά ή σε περίπτωση συνδρομής εξαιρετικών λόγων, η ανωτέρω προθεσμία μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες και μέχρι τρεις (3) επιπλέον μήνες. Το αρμόδιο όργανο ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα.

3. Σε περίπτωση που η οικογένεια συγκροτήθηκε μετά την άσκηση του δικαιώματος διαμονής στην Ελλάδα, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 69 έως 77.

1. Η αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής σε επί μακρόν διαμένοντα ή σε μέλη της οικογένειάς του δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου μπορεί να απορρίπτεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Η εξέταση των λόγων που αφορούν στη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια της Χώρας αποτελεί προαπαιτούμενο στοιχείο κατά την εξέταση του αιτήματος για τη χορήγηση της οικείας άδειας διαμονής.

2. Κατά την εξέταση των θεμάτων που αφορούν στη δημόσια τάξη ή δημόσια ασφάλεια, εξετάζονται η σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος ή ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει το εν λόγω πρόσωπο. Η άρνηση χορήγησης της άδειας διαμονής δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου δεν μπορεί να βασίζεται στην επίκληση λόγων γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής.

3. Η αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής σε πολίτη τρίτης χώρας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μέλη της οικογένειάς του δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου μπορεί να απορρίπτεται για λόγους δημόσιας υγείας.
Οι μόνες ασθένειες που μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση εισόδου ή του δικαιώματος διαμονής είναι εκείνες που προβλέπονται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, καθώς και άλλες λοιμώδεις, μεταδοτικές ή παρασιτικές ασθένειες, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Η διαπίστωση, μετά την έκδοση της αρχικής άδειας διαμονής, ότι ο πολίτης τρίτης χώρας πάσχει από ασθένεια, από την οποία προσεβλήθη μετά την είσοδό του στη χώρα, δεν αποτελεί λόγο για τη μη ανανέωση της άδειας διαμονής του ή την απομάκρυνσή του από το έδαφος της χώρας.

4. Οι διατάξεις του άρθρου 96 του παρόντος εφαρμόζονται και για τις ανωτέρω άδειες διαμονής.

1. Οι πολίτες τρίτης χώρας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένουν στην Ελλάδα δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς στους τομείς και υπό τους όρους του άρθρου 97.

2. Οι πολίτες τρίτης χώρας με καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένουν στην Ελλάδα με σκοπό την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας, δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, δεν επιτρέπεται, κατά το πρώτο δωδεκάμηνο, να απασχοληθούν σε άλλη ειδικότητα από εκείνη, για την οποία τους χορηγήθηκε η αρχική άδεια διαμονής, καθώς και να μεταβάλουν τον ασφαλιστικό τους φορέα.

3. Τα πρόσωπα που εισέρχονται στη χώρα δυνάμει των στοιχείων γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 98 του παρόντος επιτρέπεται να εργάζονται μόνο με καθεστώς μερικής απασχόλησης σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα.

4. Τα μέλη της οικογένειας που είναι κάτοχοι άδειας διαμονής δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου υπόκεινται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άρθρου 75.

1. Έως ότου ο πολίτης τρίτης χώρας αποκτήσει καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, η άδεια διαμονής του δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται και ο ενδιαφερόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του υποχρεούνται να εγκαταλείψουν το έδαφος της χώρας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 100.
β. Όταν οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 98 και 99 δεν πληρούνται πλέον.
γ. Όταν ο πολίτης τρίτης χώρας δεν διαμένει νομίμως στη χώρα.

2. Αν ληφθεί ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο πολίτης τρίτης χώρας, στον οποίον αφορά, οφείλει να επιστρέψει αμέσως στο πρώτο κράτος-μέλος που του χορήγησε το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος.

3. Στην περίπτωση που ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ληφθεί από δεύτερο κράτος- μέλος και αφορά σε πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος έχει υπαχθεί στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα και ασκεί το δικαίωμα διαμονής του στο δεύτερο κράτος-μέλος, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές οφείλουν να επιτρέψουν αμέσως και χωρίς διατυπώσεις, την επανεισδοχή αυτού και των μελών της οικογένειάς του στην Ελλάδα.

4. Μέχρι να αποκτήσει καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα και με την επιφύλαξη της υποχρέωσης επανεισδοχής που προβλέπεται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές μπορούν να απομακρύνουν τον πολίτη τρίτης χώρας από το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 95 του παρόντος και δυνάμει των εγγυήσεων του άρθρου αυτού, για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές προβαίνουν σε διαβούλευση με τις αντίστοιχες αρχές του πρώτου κράτους-μέλους.
Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές, στο πλαίσιο της ανωτέρω διαβούλευσης, ζητούν, από το πρώτο κράτος-μέλος, τις αναγκαίες πληροφορίες για την έκδοση και εκτέλεση της απόφασης απέλασης.

5. Οι αποφάσεις επιστροφής, βάσει των στοιχείων β' και γ' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δεν συνοδεύονται από μόνιμη απαγόρευση διαμονής.

6. Σε περίπτωση που ληφθεί ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ζητήσουν την επανεισδοχή του στο κράτος-μέλος που είχε χορηγήσει το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, ο πολίτης τρίτης χώρας και τα μέλη της οικογένειάς του διατηρούν το δικαίωμα να μετακινηθούν προς ένα τρίτο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7. Η παράγραφος 4 του παρόντος δεν εφαρμόζεται σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας με άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος από άλλο κράτος-μέλος, εκτός εάν εντωμεταξύ έχει αρθεί η διεθνής προστασία ή εάν το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που ορίζονται στο άρθρο 21 παρ. 2 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η παρούσα παράγραφος ισχύει υπό την επιφύλαξη του άρθρου 21 παρ. 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Ο πολίτης τρίτης χώρας, στον οποίον έχει χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των ρυθμίσεων του άρθρου 98. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο πρώτο κράτος- μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 98.

Η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών ορίζεται ως το ελληνικό σημείο επαφής με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή των πληροφοριών που καθορίζονται στο παρόν.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Χώρας υποχρεούνται να ενημερώνουν τη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αιτήσεις που υποβάλλονται και τις άδειες διαμονής που χορηγούνται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 98, 102 και 103.
Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη υποχρεούται να ενημερώνει τη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών για τις αποφάσεις επιστροφής που εκδίδονται σε βάρος των πολιτών τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια διαμονής στην Ελλάδα ως επί μακρόν διαμένοντες άλλου κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει κάθε απαραίτητη πληροφορία στο ελληνικό σημείο επαφής σχετικά με τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας.

Οι πολίτες τρίτης χώρας που έχουν λάβει άδεια διαμονής αόριστης ή δεκαετούς διάρκειας, βάσει των διατάξεων των νόμων 2910/2001 (Α' 91) και 3386/2005 και των αντίστοιχων διατάξεων του Κώδικα, δεν απολαύουν των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 88 έως και 103.

Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στις διατάξεις των ως άνω άρθρων 88 έως και 105 ισχύουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 έως 30 του παρόντος Κώδικα.
Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλόγως στους πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς στους οποίους έχει χορηγηθεί ή χορηγείται καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 114/2010 (Α'195), 96/2008, 61/1999 (Α'63) και του ν.1975/1991 (Α'184).

1. Η επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού αποδεικνύεται με έναν από τους ακόλουθους τίτλους: α) τίτλο αποφοίτησης της υποχρεωτικής τουλάχιστον εκπαίδευσης ελληνικών σχολείων στην Ελλάδα, β) τίτλο αποφοίτησης από λύκεια του εξωτερικού τα οποία ανήκουν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, γ) αναγνωρισμένο τίτλο αποφοίτησης από τμήματα ελληνικής γλώσσας πανεπιστημίων του εξωτερικού, δ) πιστοποιητικό ελληνομάθειας επιπέδου τουλάχιστον Β1 που εκδίδεται σύμφωνα με το π.δ. 60/2010 και ε) ειδικό πιστοποιητικό επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού μετά από επιτυχή εξέταση που διενεργείται με ευθύνη της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για την πιστοποίηση της ελληνομάθειας.

2. Οι κάτοχοι πιστοποιητικού ελληνομάθειας επιπέδου Α, που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το π.δ. 363/1998 (Α' 242), ή Α2, που εκδίδεται σύμφωνα με το π.δ. 60/2010 (Α' 98), θεωρείται ότι διαθέτουν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του π.δ. 150/2006 (Α' 160), εφόσον επιπρόσθετα λάβουν πιστοποίηση της επαρκούς γνώσης στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται από την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

3. Η διαδικασία απόκτησης του ειδικού πιστοποιητικού επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού από τη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης, καθώς και η πιστοποίηση από τη ΓΓΔΒΜ της επαρκούς γνώσης στοιχείων ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού για τους κατόχους πιστοποιητικού ελληνομάθειας επιπέδου Α ή Α2, όπως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, ρυθμίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

4. Στις εξετάσεις για την απόκτηση των πιστοποιητικών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, μπορούν να συμμετέχουν όσοι πολίτες τρίτων χωρών διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, μπορούν να εξαιρούνται από τη διαδικασία των εξετάσεων για την απόκτηση των πιστοποιητικών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου πολίτες τρίτων χωρών που έχουν επιτυχώς ολοκληρώσει την παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και απόκτησης γνώσεων στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, ιδίως στο πλαίσιο προγραμμάτων ένταξης που απευθύνονται σε πολίτες τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι τίτλων διαμονής μακράς διάρκειας. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά τη διοργάνωση και το περιεχόμενο των ειδικών προγραμμάτων εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και απόκτησης γνώσεων στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού.

6. Για τη συμμετοχή στις εξετάσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου καταβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο παράβολο υπέρ του Δημοσίου. Το ύψος του παραβόλου και η διαδικασία καταβολής του καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Σε ενήλικες πολίτες τρίτων χωρών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς έξι τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, πριν τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται άδεια διαμονής πενταετούς διάρκειας κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 88 επ. του παρόντος και υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης γ' του άρθρου 6 του παρόντος. Η ως άνω άδεια παρέχει στον κάτοχό της τα δικαιώματα του άρθρου 97, ανανεώνεται για πέντε έτη κάθε φορά, με μόνη υποχρέωση την προσκόμιση της προηγούμενης άδειας διαμονής.
Η εν λόγω άδεια, μπορεί να ανανεωθεί, υπό τους όρους του παρόντος Κώδικα, οποτεδήποτε κατά το διάστημα ισχύος της, για την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος.
Η άδεια διαμονής ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εάν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατόχου οι λόγοι που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 93.

1. Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται σε πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται να τους επιτραπεί η είσοδος και διαμονή στην Ελληνική Επικράτεια για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου.

2. Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι:
α) έχουν λάβει τίτλο διαμονής που τους επιτρέπει να διαμείνουν στην Ελλάδα δυνάμει προσωρινής προστασίας ή έχουν αιτηθεί να παραμείνουν για τον ίδιο λόγο και αναμένουν την έκδοση απόφασης σχετικά με το καθεστώς τους,
β) απολαμβάνουν διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 96/2008 προεδρικού διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των πολιτών τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους» (Α' 152), όπως ισχύει,
γ) απολαμβάνουν προστασίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τις διεθνείς υποχρεώσεις ή έχουν αιτηθεί προστασία σύμφωνα με τα προηγούμενα και για των οποίων την αίτηση δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση,
δ) υποβάλλουν αίτηση για άδεια διαμονής στην Ελλάδα ως ερευνητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα που ενσωματώνουν την Οδηγία 2005/71/ΕΚ της 12ης Οκτωβρίου 2005, «σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας» (EE L 289 της 3.11.2005),
ε) είναι μέλη οικογένειας πολιτών της Ένωσης που άσκησαν ή ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 106/2007 προεδρικού διατάγματος «Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην Ελληνική Επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους» (Α' 106),
στ) απολαμβάνουν ευρωπαϊκό καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε κράτος-μέλος σύμφωνα με διατάξεις του παρόντος Κώδικα που ενσωματώνουν την Οδηγία 2003/109/ΕΚ «σχετικά με το καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες» (EE L 16/44 της 23.01.2004) και ασκούν το δικαίωμά τους να διαμένουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα,
ζ) εισέρχονται στην Ελλάδα βάσει δεσμεύσεων οι οποίες περιλαμβάνονται σε διεθνή συμφωνία για τη διευκόλυνση της εισόδου και της προσωρινής διαμονής ορισμένων κατηγοριών φυσικών προσώπων σε σχέση με εμπορικές και επενδυτικές δραστηριότητες,
η) έχουν γίνει δεκτοί στην Ελλάδα ως εποχιακοί εργαζόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
θ) υπόκεινται σε δικαστική απέλαση ή σε διαδικασία επιστροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3907/2011 (Α' 7) ή του ν. 3386/2005 (Α' 212), η οποία έχει ανασταλεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους,
ι) εμπίπτουν στις διατάξεις του υπ' αριθμ. 219/2000 προεδρικού διατάγματος «Μέτρα για την προστασία των εργαζομένων που αποσπώνται για την εκτέλεση προσωρινής εργασίας στο έδαφος της Ελλάδας, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών» (Α' 190), με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 96/71/ΕΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, καθ' όσο διάστημα είναι αποσπασμένοι στην Ελλάδα.
Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται σε πολίτες τρίτων χωρών και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της αφενός και των τρίτων χωρών προέλευσής τους αφετέρου απολαμβάνουν δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμα με τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης.

3. Το παρόν Κεφάλαιο δεν θίγει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή των κρατών-μελών της αφενός και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών αφετέρου, εφόσον σε αυτή απαριθμούνται επαγγέλματα τα οποία δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο παρόν Κεφάλαιο, προκειμένου, μέσω της προστασίας των ανθρώπινων πόρων όσων αναπτυσσομένων χωρών είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες αυτές, να διασφαλίζεται ότι η πρόσληψη πολιτών τους θα διενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες της δεοντολογίας σε τομείς που πάσχουν από έλλειψη προσωπικού.

4. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν θίγουν το δικαίωμα των αρμόδιων ελληνικών αρχών να εκδίδουν άδειες διαμονής, εκτός της «Μπλε κάρτας της Ε.Ε.», για οποιονδήποτε σκοπό σχετικό με την απασχόληση. Τέτοιες άδειες διαμονής δεν παρέχουν δικαίωμα διαμονής στα άλλα κράτη-μέλη, όπως προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο.

Το παρόν Κεφάλαιο ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
α) της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της αφενός και μίας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσοτέρων κρατών-μελών και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών.

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 112, πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος αιτείται τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της Ε.Ε.», υπό τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου, θα πρέπει να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:
α) Να είναι κάτοχος ισχύοντος διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου που αναγνωρίζεται κατά τα οριζόμενα στην εθνική νομοθεσία και να έχει λάβει εθνική θεώρηση εισόδου για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης. Η περίοδος ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την αρχική διάρκεια της άδειας διαμονής. Οι αρμόδιες προξενικές αρχές της χώρας χορηγούν στον πολίτη τρίτης χώρας κάθε διευκόλυνση για τη χορήγηση της απαιτούμενης θεώρησης.
β) Να έχει συνάψει έγκυρη σύμβαση εργασίας με αντικείμενο την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, διάρκειας ενός τουλάχιστον έτους στην Ελλάδα, από την οποία να προκύπτει ότι η αμοιβή του δεν υπολείπεται του κατώτατου ορίου μισθού για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης το οποίο προσδιορίζεται και δημοσιεύεται για το σκοπό αυτόν από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών. Το κατώτατο αυτό όριο ισούται τουλάχιστον με το 1,5 του ύψους του μέσου ακαθάριστου ετήσιου μισθού στην Ελλάδα, όπως αυτός προκύπτει με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Το προαναφερθέν ύψος μισθολογικού συντελεστή για τον υπολογισμό του εθνικού κατώτατου ορίου μισθού για εισδοχή πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης μπορεί να αναπροσδιορίζεται κάθε φορά με την απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 11. Με την ίδια απόφαση και εφόσον πρόκειται για απασχόληση σε επαγγέλματα στα οποία υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη για εργαζομένους από τρίτες χώρες και τα οποία εντάσσονται στις κλάσεις 1 και 2 της Διεθνούς Τυποποιημένης Ταξινόμησης Επαγγελμάτων (ISCO), μπορεί να καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, διαφορετικό ύψος μισθολογικού συντελεστή, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 1,2 επί του ύψους του μέσου ακαθάριστου ετήσιου μισθού στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές κοινοποιούν κατ' έτος, στην Επιτροπή τον κατάλογο των επαγγελμάτων για τα οποία έχει αποφασισθεί τέτοια παρέκκλιση.
γ) Εφόσον πρόκειται για νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, να αποδεικνύει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 38/2010 προεδρικού διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7.9.2005» (Α' 78) προκειμένης της άσκησης των εκεί αναφερομένων επαγγελμάτων από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα ή, εφόσον πρόκειται για επάγγελμα που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά, από τις οικείες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν την άσκηση αυτών από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των κατά περίπτωση εφαρμοστέων διατάξεων διενεργείται με βάση την περιγραφή του επαγγέλματος στην οικεία σύμβαση εργασίας.
δ) Εφόσον πρόκειται για μη νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, να αποδεικνύει τα υψηλά επαγγελματικά προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή, εφόσον αυτό προβλέπεται, κατά παρέκκλιση, από την εθνική νομοθεσία, από πέντε τουλάχιστον έτη επαγγελματικής εμπειρίας επιπέδου ανάλογου προς τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαί-δευσης και σχετικής με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας και τα οποία πρέπει να είναι συναφή με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας.
ε) Να διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθενείας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς.
στ) Να μην συντρέχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.
ζ) Να μην αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6.

2. Σε περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ειδικότερων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων ή κοινών υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων, αυτές θα εφαρμόζονται και για τους εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης, με την προϋπόθεση ότι οι αποδοχές που καθορίζονται για τους συγκεκριμένους εργαζόμενους, δεν θα υπολείπονται του σχετικού κατωτάτου ορίου μισθού της παραγράφου 1β, όπως αυτό θα δημοσιεύεται κάθε φορά, ενώ παράλληλα θα εφαρμόζονται και οι λοιποί όροι αυτών.

3. To παρόν άρθρο δεν θίγει τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές των σχετικών επαγγελματικών κλάδων για την απασχόλησης υψηλής εξειδίκευσης.

Για τον καθορισμό του όγκου εισδοχής εισερχόμενων πολιτών τρίτων χωρών για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 11.

1. Ο πολίτης τρίτης χώρας που αιτείται τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στην Ελλάδα, κατά τη διαδικασία του άρθρου 126, οφείλει, μετά την είσοδό του στη χώρα και πριν από τη λήξη της εθνικής θεώρησης εισόδου για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, να υποβάλει αίτηση για τη χορήγησή της. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» κατατίθενται και εξετάζονται από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών, ενώ οι σχετικές αποφάσεις εκδίδονται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών είναι δυνατός ο καθορισμός των υπηρεσιών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ως αρμόδιων υπηρεσιών για την υποβολή των αιτήσεων των πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση και ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

2. Μαζί με την αίτηση χορήγησης της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο αιτών επισυνάπτει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, σύμφωνα και με τις προϋποθέσεις του άρθρου 111. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 132 εφαρμόζονται αναλόγως.

3. Εάν τα δικαιολογητικά που κατατίθενται με την υποβολή της σχετικής αίτησης είναι ελλιπή, η αρμόδια υπηρεσία ενημερώνει σχετικώς τον αιτούντα και καθορίζει προθεσμία ενός μηνός για την υποβολή των απαιτούμενων συμπληρωματικών στοιχείων.

4. Στον πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ» με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 βεβαίωση κατάθεσης, με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένει στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.

5. Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει την αίτηση με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 111, εκδίδει, μέσα σε 90 το αργότερο ημέρες από την περιέλευση σε αυτήν του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, σχετική απόφαση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ».

6. Οι σχετικές αποφάσεις κοινοποιούνται γραπτώς στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα. Στην περίπτωση απόρριψης αίτησης για χορήγηση ή ανανέωση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» ή ανάκλησης αυτής, η σχετική απόφαση αναφέρει τους νομικούς και πραγματικούς λόγους για την έκδοσή της, καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες άσκησης αυτών.

1. Σε πολίτη τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 113, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 111 και δεν συντρέχουν οι λόγοι του άρθρου 115, χορηγείται «Μπλε κάρτα της ΕΕ».

2. Η ισχύς της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» είναι διετούς διάρκειας. Εάν η σύμβαση εργασίας καλύπτει περίοδο μικρότερη από την προαναφερόμενη, η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» εκδίδεται για τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας προσαυξημένη κατά τρεις μήνες.

3. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών», όπως ισχύει, στην οποία αναγράφονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Στο σημείο «κατηγορία άδειας» της άδειας διαμονής, αναγράφεται «Μπλε κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

4. Ο πολίτης τρίτης χώρας στον οποίο έχει χορηγηθεί η «Μπλε κάρτα της ΕΕ», σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής:
α) δικαιούται να εισέρχεται, να εισέρχεται εκ νέου και να διαμένει στην Ελλάδα,
β) απολαμβάνει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται με βάση το παρόν Κεφάλαιο.

5. Για την ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο πολίτης τρίτης χώρας υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια Υπηρεσία αίτηση, πριν από τη λήξη αυτής, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει την αίτηση και εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 111 και 113 και δεν συντρέχουν οι λόγοι των άρθρων 115 και 116, εκδίδει απόφαση με την οποία ανανεώνεται για τρία έτη η «Μπλε κάρτα της ΕΕ». Εάν η σύμβαση εργασίας καλύπτει περίοδο μικρότερη από την προαναφερόμενη, η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» ανανεώνεται για τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας προσαυξημένη κατά τρεις μήνες.

1. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» δεν χορηγείται εάν ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 111 ή εάν τα προσκομιζόμενα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευθεί, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 24.

2. Αίτηση για «Μπλε κάρτα της ΕΕ» απορρίπτεται στις εξής περιπτώσεις:
α) Εάν έχει καλυφθεί ο ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας πολιτών τρίτων χωρών για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης που έχει καθοριστεί σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 11.
β) Εάν ο εργοδότης έχει υποστεί κυρώσεις σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για αδήλωτη εργασία και/ή παράνομη απασχόληση.

3. Μία αίτηση για «Μπλε κάρτα της ΕΕ» μπορεί να απορριφθεί, προκειμένου να εξασφαλισθούν δεοντολογικές προσλήψεις σε τομείς που πάσχουν από έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού στις χώρες καταγωγής.

1. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» που εκδίδεται βάσει του παρόντος Κεφαλαίου ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν αυτή έχει αποκτηθεί δολίως ή έχει πλαστογραφηθεί ή έχει άλλως νοθευθεί,
β) όταν διαφαίνεται ότι ο κάτοχος δεν πληρούσε ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής που θεσπίζονται στο παρόν Κεφάλαιο ή διαμένει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επετράπη η διαμονή,
γ) όταν ο κάτοχος δεν τήρησε τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 117 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 118.

2. Η έλλειψη της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 117 παράγραφος 1 και στο άρθρο 118 παράγραφος 3 δεν θεωρείται επαρκής λόγος ανάκλησης ή μη ανανέωσης της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εάν ο κάτοχος μπορεί να αποδείξει ότι η δήλωση δεν διαβιβάστηκε στην αρμόδια υπηρεσία για λόγους μη αναγόμενους σε υπαιτιότητά του.

3. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ», που έχει εκδοθεί βάσει του παρόντος Κώδικα ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται στις εξής περιπτώσεις:
α) Για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας.
β) Όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του και ανάλογα με την περίπτωση, τη συντήρηση των μελών της οικογένειάς του, χωρίς να προσφεύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Ελλάδας. Οι πόροι αυτοί αξιολογούνται ανάλογα με τη φύση και την τακτικότητά τους, μπορεί δε, να λαμβάνεται υπόψη το ύψος των κατώτατων εθνικών αποδοχών και συντάξεων, καθώς και ο αριθμός των μελών της οικογένειας του ενδιαφερομένου. Η αξιολόγηση αυτή δεν πραγματοποιείται κατά την περίοδο ανεργίας που αναφέρεται στο άρθρο 120.
γ) Όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» αιτείται την παροχή κοινωνικής πρόνοιας, με την προϋπόθεση ότι η αρμόδια για τη χορήγηση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υπηρεσία τον έχει ενημερώσει εκ των προτέρων εγγράφως για το θέμα αυτό.

4. Η ανεργία καθαυτή δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εκτός εάν το διάστημα ανεργίας υπερβαίνει τρεις συναπτούς μήνες. Εφόσον η ανεργία συμβαίνει άνω της μίας φοράς κατά τη διάρκεια ισχύος της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η διάρκειά της δεν θα πρέπει να υπερβαίνει συνολικά τους τρεις μήνες.

1. Κατά τα δύο πρώτα έτη νόμιμης απασχόλησης του ενδιαφερομένου στην Ελλάδα, ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η πρόσβασή του στην αγορά εργασίας περιορίζεται στην άσκηση μισθωτής εργασίας υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 111. Κατά το διάστημα αυτό, για την αλλαγή εργοδότη απαιτείται προηγούμενη γραπτή έγκριση από την αρμόδια για τη χορήγηση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υπηρεσία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφος 5. Εφόσον πρόκειται για μεταβολές που επηρεάζουν τις προϋποθέσεις εισδοχής, απαιτείται προηγούμενη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113.

2. Μετά τα δύο πρώτα έτη, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώνει στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, κάθε μεταβολή αναφορικά με την αλλαγή εργοδότη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 111.

3. Οι κάτοχοι «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν έχουν πρόσβαση στην απασχόληση εφόσον πρόκειται για δραστηριότητες οι οποίες:
α) αφορούν ακόμα και περιστασιακή συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και ευθύνης για τη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του Κράτους, σε περιπτώσεις που σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική ή κοινοτική νομοθεσία οι δραστηριότητες αυτές προορίζονται μόνο για Έλληνες,
β) σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική ή κοινοτική νομοθεσία ασκούνται αποκλειστικά από Έλληνες ή πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της κοινοτικής προτίμησης, όπως διατυπώνεται στις σχετικές διατάξεις των Πράξεων Προσχώρησης 2003 και 2005, ιδίως σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών αυτών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

1. Κατά το διάστημα ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 116 παράγραφος 4, επιτρέπεται στον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ» να αναζητεί και να αναλαμβάνει απασχόληση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 117.

2. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» επιτρέπεται να παραμένει στη Χώρα έως τη χορήγηση ή την απόρριψη της απαιτούμενης έγκρισης που προβλέπεται στο άρθρο 117 παράγραφος 1. Με την υποβολή της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 117 παράγραφοι 1 και 2 τερματίζεται αυτόματα το διάστημα ανεργίας.

3. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υποχρεούται να δηλώσει, εντός διμήνου, την έναρξη της περιόδου ανεργίας στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22.

1. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» έχει δικαίωμα ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς, όσον αφορά:
α) Τις συνθήκες εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων αμοιβής και απόλυσης, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας.
β) Την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια.
γ) Την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. δ) Την αναγνώριση των διπλωμάτων/ πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.
ε) Τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 του Συμβουλίου, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ειδικές διατάξεις του Παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010 του Συμβουλίου για την επέκταση των διατάξεων των Κανονισμών (ΕΚ) 883/2004 και 987/2004 στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν καλύπτονται ήδη από τις διατάξεις αυτές μόνο λόγω της ιθαγένειάς τους, εφαρμόζονται αναλόγως.
στ) Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων διμερών συμφωνιών, την καταβολή ποσών σχετικών με κεκτημένα δικαιώματα στο πλαίσιο εκ του νόμου συντάξεων γήρατος στο ύψος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία ή η νομοθεσία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οφείλουν τα εν λόγω ποσά στην περίπτωση μετακίνησης σε τρίτη χώρα.
ζ) Την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού, περιλαμβανομένων των διαδικασιών για την πρόσβαση σε στέγαση, καθώς και των υπηρεσιών ενημέρωσης και παροχής συμβουλών που παρέχουν οι υπηρεσίες εύρεσης εργασίας. Το δικαίωμα αυτό δεν θίγει τη συμβατική ελευθερία σύμφωνα με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία.
η) Την ελεύθερη πρόσβαση στο σύνολο της Επικράτειας. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 21.

2. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ' και ζ', το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται όσον αφορά τις υποτροφίες και τα σπουδαστικά δάνεια ή άλλες παροχές και δάνεια στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, καθώς και τις διαδικασίες για την παροχή στέγης.
Όσον αφορά τις διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο γ':
α) η πρόσβαση στις πανεπιστημιακές και τις μεταδευτεροβάθμιες σπουδές υπόκειται στην πλήρωση των ειδικών προϋποθέσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, β) το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατοικία ή η συνήθης διαμονή του κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» ή του μέλους της οικογένειάς του για το οποίο ζητεί παροχές ευρίσκεται εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

3. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν θίγει το δικαίωμα των αρμόδιων ελληνικών αρχών να ανακαλούν την «Μπλε κάρτα της ΕΕ» ή να απορρίπτουν την ανανέωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 116.

4. Σε περίπτωση που πολίτης τρίτης χώρας στον οποίο έχει χορηγηθεί «Μπλε κάρτα της ΕΕ» από άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχεται στην Ελληνική Επικράτεια, σύμφωνα με το άρθρο 122 και η αρμόδια υπηρεσία δεν έχει αποφανθεί ακόμη επί του αιτήματος για τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η ίση μεταχείριση περιορίζεται στους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εκτός των στοιχείων β' και δ'. Εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, επιτραπεί στον αιτούντα να εργασθεί, χορηγείται ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς σε όλους τους τομείς της παραγράφου 1.

Τα μέλη της οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας, κατόχου «Μπλε Κάρτας της ΕΕ» μπορούν να συνοδεύουν ή να έρχονται να συναντήσουν τον συντηρούντα, εφόσον αυτός αποδεικνύει ότι διαθέτει προσωπικό εισόδημα σταθερό και τακτικό, επαρκές για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 70.
Οι άδειες διαμονής για τα μέλη οικογένειας της προηγούμενης παραγράφου χορηγούνται κατά παρέκκλιση του άρθρου 72, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της οικογενειακής επανένωσης, το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Η διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής των μελών οικογένειας της παραγράφου 1, κατά παρέκκλιση του άρθρου 73 παράγραφος 1, είναι η ίδια με τη διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής που χορηγούνται στον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στο μέτρο που το επιτρέπει η περίοδος ισχύος των ταξιδιωτικών τους εγγράφων.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 75 παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται καμία προθεσμία όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Για τον υπολογισμό της πενταετούς διαμονής που απαιτείται για την απόκτηση αυτοτελούς άδειας διαμονής, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 76 παράγραφος 1 στοιχείο α', λαμβάνεται υπ' όψιν σωρευτικά η διαμονή σε διαφορετικά κράτη-μέλη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 121 όσον αφορά τη σώρευση περιόδων δι-αμονής σε διαφορετικά κράτη-μέλη από κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ».

1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 89 παράγραφος 1, στην περίπτωση κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», που χρησιμοποίησε τη δυνατότητα η οποία προβλέπεται στο άρθρο 122, επιτρέπεται ο συνυπολογισμός σωρευτικά περιόδων διαμονής σε διαφορετικά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση σχετικά με τη διάρκεια της διαμονής, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) πέντε έτη νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και
β) δύο έτη νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής, αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης, ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», στην Ελληνική Επικράτεια, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση για άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΚ.

2. Για τον υπολογισμό της περιόδου νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 89 παράγραφος 3, περίοδοι απουσίας από την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διακόπτουν την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α' του παρόντος άρθρου εάν είναι μικρότερες από δώδεκα συναπτούς μήνες και δεν υπερβαίνουν συνολικά τους δεκαοκτώ μήνες εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α' του παρόντος άρθρου. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν χρησιμοποίησε τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 122.

3. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 93 παράγραφος 1 στοιχείο γ', παρατείνεται σε 24 διαδοχικούς μήνες η περίοδος απουσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιτρέπεται σε κάτοχο άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ με την παρατήρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και στα μέλη της οικογένειάς του στα οποία έχει χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ.

4. Οι παρεκκλίσεις από τις ρυθμίσεις ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ που θεσπίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι απουσίασε από την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ασκήσει μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ή να προσφέρει εθελοντική υπηρεσία ή να σπουδάσει στη χώρα καταγωγής του.

5. Τα άρθρα 119 στοιχείο στ' και 120 εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους κατόχους άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος με την παρατήρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 κατά περίπτωση, αφού ο κάτοχος της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» έχει αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ.

6. Στους κατόχους «Μπλε κάρτας της ΕΕ», οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ, χορηγείται άδεια διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχείο α' του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου. Στο σημείο «Παρατηρήσεις» της άδειας διαμονής, αναγράφεται «Πρώην κάτοχος Μπλε κάρτας της ΕΕ».

1. Έπειτα από δεκαοκτώ μήνες νόμιμης διαμονής του στο πρώτο κράτος-μέλος ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο ενδιαφερόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του μπορούν να μετακινηθούν στην Ελλάδα για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υποβάλλει το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την είσοδό του στην Ελλάδα, στην αρμόδια υπηρεσία αίτηση για χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», καταθέτοντας όλα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 111.

3. Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 114, η αρμόδια υπηρεσία διεκπεραιώνει την αίτηση και ενημερώνει γραπτώς τον αιτούντα και το πρώτο κράτος-μέλος για την απόφαση είτε:
α) να χορηγήσει «Μπλε κάρτα της ΕΕ» και να επιτρέψει στον αιτούντα να διαμείνει στην Ελληνική Επικράτεια για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 111 έως και 119 ή
β) να αρνηθεί την έκδοση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και να υποχρεώσει τον αιτούντα και τα μέλη της οικογένειάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και το άρθρο 21 του ν. 3907/2011 (Α' 7) αναφορικά με τη διαδικασία επιστροφής, να εγκαταλείψει την Ελληνική Επικράτεια εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

4. Στον πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ» με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 βεβαίωση κατάθεσης, με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένει στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.

5. Ο αιτών και ο εργοδότης του λογίζονται συνυπεύθυνοι για τα έξοδα επιστροφής και επανεισδοχής του κατόχου της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», καθώς και των μελών της οικογένειάς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 3907/2011, περιλαμβανομένων και των εξόδων που καλύφθηκαν ενδεχομένως από δημόσιους πόρους, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β'.

6. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 111 χωρίς την προϋπόθεση πρόβλεψης θέσεων εργασίας στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11.

7. Από τη δεύτερη φορά κατά την οποία κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και, κατά περίπτωση, τα μέλη της οικογένειάς του κάνουν χρήση της δυνατότητας μετακίνησης σε άλλο κράτος-μέλος σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, ως «πρώτο κράτος-μέλος» νοείται το κράτος-μέλος από το οποίο ο ενδιαφερόμενος αναχωρεί και ως «δεύτερο κράτος-μέλος» το κράτος-μέλος στο οποίο υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής.

8. Αν η αίτηση για χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» που αφορά σε πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος είναι ήδη κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στην Ελλάδα, απορριφθεί από δεύτερο κράτος-μέλος, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές υποχρεούνται να δεχθούν αμέσως και χωρίς διατυπώσεις τον κάτοχο και τα μέλη της οικογένειάς του ακόμα και σε περίπτωση που η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» που εκδόθηκε στην Ελλάδα έχει λήξει ή ανακληθεί κατά το χρονικό διάστημα εξέτασης της αίτησης. Οι διατάξεις του άρθρου 118 εφαρμόζονται μετά την επανεισδοχή.

1. Όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» μετακινείται από το πρώτο κράτος-μέλος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122, και όταν η οικογένειά του είχε ήδη συσταθεί στο πρώτο κράτος-μέλος, επιτρέπεται στα μέλη της οικογένειάς του, να τον συνοδεύσουν ή να επανενωθούν μαζί του.

2. Τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας ή ο συντηρών τα πρόσωπα αυτά, κάτοχος «Μπλε κάρτας ΕΕ», σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, υποβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την είσοδό τους στη χώρα αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής μέλους οικογένειας.

3. Στα μέλη της οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας τα οποία κατέθεσαν εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, και εφόσον προσκομίζουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 4 και 5, χορηγείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 βεβαίωση κατάθεσης με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένουν στη χώρα για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.

4. Για την άσκηση του δικαιώματος της οικογενειακής επανένωσης, ο συντηρών, κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ», θα πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, οι οποίοι δεν προέρχονται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Χώρας. Κατά την εξέταση της αίτησης, οι πόροι αυτοί αξιολογούνται ανάλογα με τη φύση και την τακτικότητά τους και μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το ύψος των κατώτατων εθνικών αποδοχών και συντάξεων, καθώς και ο αριθμός των μελών της οικογένειας. Το ύψος και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τους επαρκείς πόρους καθορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 136.

5. Τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας που υποβάλλουν αίτηση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, θα πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:
α) να είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου και άδειας διαμονής στο πρώτο κράτος-μέλος ή επικυρωμένων αντίγραφων αυτών, καθώς και θεώρησης εισόδου, εάν απαιτείται,
β) να αποδεικνύουν ότι είχαν διαμείνει ως μέλη οικογένειας κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στο πρώτο κράτος-μέλος,
γ) να διαθέτουν ασφάλιση ασθενείας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς ή ότι ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» διαθέτει ανάλογη ασφάλιση για αυτούς.

6. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 120 εξακολουθούν να εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

7. Όταν η οικογένεια δεν είχε συσταθεί ήδη στο πρώτο κράτος-μέλος, εφαρμόζεται το άρθρο 120.

1. Η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών ορίζεται ως το ελληνικό σημείο επαφής με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή των πληροφοριών που καθορίζονται στα άρθρα 121 και 122 και στο άρθρο 20 της Οδηγίας 2009/ 50/ΕΚ.

2. Η ανωτέρω αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών ανακοινώνει στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη-μέλη εάν θεσπίσθηκαν νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα όσον αφορά το άρθρο 6, το άρθρο 8 παράγραφος 2 και το άρθρο 18 παράγραφος 6 της Οδηγίας 2009/50/ ΕΚ του Συμβουλίου. Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 8 παράγραφος 4 της ανωτέρω Οδηγίας, κοινοποιείται στην Επιτροπή και τα λοιπά κράτη-μέ- λη δεόντως αιτιολογημένη απόφαση που αναφέρει τις σχετικές χώρες και τομείς.

3. Η ανωτέρω αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών κάθε έτος και για πρώτη φορά όχι αργότερα από τις 19 Ιουνίου 2013, ανακοινώνει στην Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των πολιτών τρίτων χωρών στους οποίους χορηγήθηκε «Μπλε κάρτα της ΕΕ» και, εφόσον είναι δυνατόν, των οποίων η εν λόγω κάρτα ανανεώθηκε ή ανακλήθηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, με μνεία της ιθαγενείας τους και, εφόσον είναι δυνατόν, του επαγγέλματός τους. Τα στατιστικά στοιχεία για τα μέλη της οικογένειας που έγιναν δεκτά ανακοινώνονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός από τις πληροφορίες για το επάγγελμά τους. Για τους κατόχους «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και τα μέλη της οικογένειάς τους που έγιναν δεκτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 της Οδηγίας 2009/50/ΕΚ του Συμβουλίου, οι παρεχόμενες πληροφορίες διευκρινίζουν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, το κράτος-μέλος προηγούμενης διαμονής.

Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στις διατάξεις των ως άνω άρθρων 109 έως και 124 ισχύουν οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 έως 30 του παρόντος.

1. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό για εργασία υψηλής ειδίκευσης, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11, καταθέτει αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών στην οποία θα αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από: (α) έγκυρη σύμβαση εργασίας που αφορά απασχόληση υψηλής ειδίκευσης για ένα τουλάχιστον έτος στην Ελλάδα, από την οποία να προκύπτει ότι η αμοιβή του εργαζόμενου δεν υπολείπεται του κατώτατου ορίου μισθού για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, όπως αυτό προσδιορίζεται κάθε φορά, στο άρθρο 111 παράγραφος 1 εδάφιο β' και (β) τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σχετικό με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας, επίσημα μεταφρασμένο και επικυρωμένο. Εφόσον τα υψηλά επαγγελματικά προσόντα του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας πιστοποιούνται μόνο από επαγγελματική πείρα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, θα πρέπει να αποδεικνύονται τα έτη της επαγγελματικής πείρας, καθώς επίσης να πληρούνται οι λοιπές αντίστοιχες προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας.

2. Ο Υπουργός Εσωτερικών εκδίδει πράξη με την οποία εγκρίνεται η απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας για παροχή εργασίας υψηλής ειδίκευσης σε συγκεκριμένο εργοδότη μόνον εφόσον ο τίτλος σπουδών αυτού είναι συναφής με ειδικότητα που περιλαμβάνεται στην κοινή απόφαση του άρθρου 11 και ο αριθμός των εκεί προβλεπομένων θέσεων εργασίας της εν λόγω συναφούς ειδικότητας, που προβλέπονται στην ίδια απόφαση, δεν έχει εξαντληθεί. Η σχετική πράξη έγκρισης διαβιβάζεται, μαζί με την υπογεγραμμένη από τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή. Για τον προσδιορισμό της συνάφειας του τίτλου σπουδών με ειδικότητα προβλεπόμενη στην κοινή απόφαση του άρθρου 11, οι αρμόδιες για την εξέταση της αίτησης υπηρεσίες μπορούν, σε περίπτωση αμφιβολίας, να ζητούν σχετική γνώμη υπηρεσιών των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργείων.

3. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή καλεί τους ενδιαφερόμενους πολίτες τρίτων χωρών, για τους οποίους έχει εκδοθεί πράξη έγκρισης για την είσοδο στην Ελλάδα με σκοπό την παροχή εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να παρουσιάζονται αυτοπροσώπως στην ανωτέρω υπηρεσία, υποβάλλοντας τους απαιτούμενους τίτλους σπουδών, νόμιμα επικυρωμένους, καθώς και βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας προέλευσης με την οποία θα πιστοποιείται η επιτυχής ολοκλήρωση προγράμματος εκπαίδευσης που έπεται της δευτεροβάθμιας, δηλαδή μιας δέσμης μαθημάτων που παρέχονται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο αναγνωρίζεται ως ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το κράτος στο οποίο βρίσκεται, προκειμένου να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εργασίας και να τους χορηγηθεί η εθνική θεώρηση εισόδου, τηρουμένων κατά τα λοιπά των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις. Εάν πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας, θα πρέπει να προσκομίζει τίτλο σπουδών, ακαδημαϊκά αναγνωρισμένο στην Ελλάδα και να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού.

1. Για την κάλυψη των δαπανών της απομάκρυνσης που προβλέπονται στις διατάξεις του προηγούμενου Κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3386/2005 και της κοινής υπουργικής απόφασης που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση των παραγράφων 1έως 3 του άρθρου 80 του ν. 3386/2005 (Α' 212) και της παραγράφου 5 του άρθρου 83 του ίδιου νόμου.

2. Πολίτες τρίτων χωρών, κάτοχοι αδειών διαμονής στην Ελλάδα, για τους οποίους επιτρέπεται η αλλαγή σκοπού, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, μπορούν να αιτηθούν, κατά την ανανέωση της άδειας διαμονής τους, τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις ρυθμίσεις του προηγούμενου Κεφαλαίου του παρόντος.

3. Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η αλλαγή σκοπού για τους κατόχους άδειας διαμονής «Μπλε κάρτας της ΕΕ».

4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4 του άρθρου 7, κάτοχοι αδειών διαμονής για τους λόγους που προβλέπονται στις ρυθμίσεις των άρθρων 31 έως και 37 και 57 έως και 68 μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του προηγούμενου Κεφαλαίου του παρόντος, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, καθώς και τα κρι-τήρια που καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας.

1. Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται σε πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται να τους επιτραπεί η είσοδος και διαμονή στην Ελληνική Επικράτεια, στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης και έχουν λάβει θεώρηση εισόδου με σκοπό την ενδοεταιρική μετάθεση ή έχουν γίνει δεκτοί στην Ελλάδα, στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης ως διευθυντικά στελέχη, ειδικευμένοι εργαζόμενοι ή ασκούμενοι εργαζόμενοι.

2. Το παρόν Τμήμα δεν εφαρμόζεται στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι:
α) υποβάλλουν αίτηση για άδεια διαμονής στην Ελλάδα ως ερευνητές, σύμφωνα με τα άρθρα 57 έως 68 του παρόντος Κώδικα,
β) απολαμβάνουν δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας ισότιμα με εκείνα των πολιτών της Ένωσης, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ αφενός της Ένωσης και των κρατών-μελών της και αφετέρου τρίτων χωρών, ή εργάζονται σε επιχείρηση εγκατεστημένη σε εκείνες τις τρίτες χώρες,
γ) εμπίπτουν στις διατάξεις του π.δ. 219/2000 (Α' 190) «Μέτρα για την προστασία των εργαζομένων που αποσπώνται για την εκτέλεση προσωρινής εργασίας στο έδαφος της Ελλάδας, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών»,
δ) εκτελούν δραστηριότητες αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου,
ε) τοποθετούνται από γραφεία απασχόλησης, γραφεία εύρεσης προσωρινής εργασίας ή άλλη επιχείρηση που διαθέτει εργατικό δυναμικό για εργασία υπό την εποπτεία και τη διεύθυνση άλλης επιχείρησης ή
στ) έχουν γίνει δεκτοί ως σπουδαστές πλήρους φοίτησης ή παρακολουθούν επιβλεπόμενη πρακτική εκπαίδευση βραχείας διάρκειας στο πλαίσιο των σπουδών τους.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 8, ο πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος υποβάλλει αίτηση εισδοχής βάσει των όρων του παρόντος άρθρου:
α) Προσκομίζει διαβατήριο εν ισχύ ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται κατά τα οριζόμενα στην εθνική νομοθεσία και φέρει εθνική θεώρηση εισόδου για το σκοπό της ενδοεταιρικής μετάθεσης, εφόσον απαιτείται. Η περίοδος ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την αρχική διάρκεια της άδειας διαμονής. Οι αρμόδιες προξενικές αρχές της χώρας χορηγούν στον πολίτη τρίτης χώρας κάθε διευκόλυνση για τη χορήγηση της απαιτούμενης θεώρησης.
β) Προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι η οντότητα υποδοχής και η επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, ανήκουν στην ίδια επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων, κατά την έννοια του σημείου ξζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος.
γ) Προσκομίζει πρόσφατα πιστοποιητικά για την οντότητα υποδοχής και για την επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, από το οικείο Επιμελητήριο ή άλλη Δημοσία Αρχή που θα βεβαιώνει τη νόμιμη σύσταση και λειτουργία των εταιρειών και των προσώπων που δεσμεύουν τις εταιρείες με την υπογραφή τους.
δ) Προσκομίζει αντίγραφο καταστατικού της οντότητας υποδοχής.
ε) Προσκομίζει σύμβαση εργασίας και επιστολή ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τον εργοδότη, από τις οποίες να προκύπτουν τα ακόλουθα:
αα. η διάρκεια της μετάθεσης και ο τόπος εγκατάστασης της οντότητας ή των οντοτήτων υποδοχής,
ββ. αποδείξεις ότι ο πολίτης τρίτης χώρας καταλαμβάνει θέση διοικητικού στελέχους, ειδικευμένου εργαζομένου ή ασκούμενου εργαζομένου στην οντότητα ή στις οντότητες υποδοχής,
γγ. το ύψος της αμοιβής, το οποίο δεν θα πρέπει να είναι κατώτερο από αυτό που παρέχεται σε ημεδαπούς, οι οποίοι απασχολούνται σε ανάλογες θέσεις, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,
δδ. οι λοιποί όροι και συνθήκες απασχόλησης που ισχύουν κατά τη διάρκεια της ενδοεταιρικής μετάθεσης, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4, πλην του σημείου γ' του π.δ. 219/2000,
εε. αποδείξεις ότι ο πολίτης τρίτης χώρας, μετά την ολοκλήρωση της ενδοεταιρικής μετάθεσης, θα μπορέσει να μετατεθεί σε οντότητα που ανήκει στην ίδια επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων και είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.
στ) Προσκομίζει αποδείξεις απασχόλησης εντός της ιδίας επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων, τουλάχιστον δώδεκα (12) συνεχείς μήνες αμέσως πριν από την ημερομηνία της ενδοεταιρικής μετάθεσης, όσον αφορά τα διευθυντικά στελέχη και τους ειδικευμένους εργαζόμενους και τουλάχιστον έξι (6) συνεχείς μήνες όσον αφορά τους ασκούμενους εργαζόμενους.
ζ) Προσκομίζει τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή αποδεικτικά στοιχεία ότι ο πολίτης τρίτης χώρας διαθέτει τα επαγγελματικά προσόντα και την εμπειρία που απαιτούνται στην οντότητα υποδοχής, στην οποία πρόκειται να μετατεθεί σε θέση διευθυντικού στελέχους ή ειδικευμένου εργαζομένου, ή όσον αφορά τους ασκούμενους εργαζόμενους, ότι διαθέτει τους απαιτούμενους πανεπιστημιακούς τίτλους.
η) Υποβάλλει, κατά περίπτωση δικαιολογητικά που πιστοποιούν ότι πληροί τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την άσκηση του νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στο οποίο αναφέρεται η αίτηση.
θ) Προσκομίζει βεβαίωση ασφάλισης ασθενείας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς με την επιφύλαξη των υφιστάμενων διμερών συμφωνιών ή ότι έχει υποβάλει αίτηση για ασφάλιση ασθενείας που καλύπτει όλους τους κινδύνους, που συνήθως καλύπτονται για τους ημεδαπούς για τις περιόδους κατά τις οποίες δεν του παρέχεται ανάλογη ασφαλιστική κάλυψη και αντίστοιχα δικαιώματα σε παροχές, λόγω της σύμβασης εργασίας του ή σε συνδυασμό με αυτήν.
Τα υπό σημεία β', γ', δ', ε', ζ', η' και θ ' δικαιολογητικά υποβάλλονται υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα.

4. Εκτός από τα αποδεικτικά στοιχεία της ανωτέρω παραγράφου, ο πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος υποβάλλει αίτηση εισδοχής ως ασκούμενος εργαζόμενος, προσκομίζει συμφωνία επαγγελματικής εκπαίδευσης σχετικά με την προετοιμασία του για τη μελλοντική θέση στην επιχείρηση ή στον όμιλο επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής του προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να αποδεικνύεται ότι σκοπός της διαμονής του είναι να εκπαιδευθεί, προκειμένου να σταδιοδρομήσει ή να εκπαιδευθεί σε τεχνικές ή μεθόδους επιχειρήσεων, της διάρκειας του, καθώς και των προϋποθέσεων βάσει των οποίων ασκείται η εποπτεία του ασκούμενου εργαζομένου κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

5. Κατά τη διάρκεια της ενδοεταιρικής μετάθεσης εφαρμόζονται στον υπήκοο τρίτης χώρας οι όροι και οι συνθήκες εργασίας, πλην της αμοιβής, που ισχύουν για τους εργαζόμενους σε παρόμοια κατάσταση στους αντίστοιχους επαγγελματικούς κλάδους και καθορίζονται από την ελληνική εργατική νομοθεσία (νόμοι, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις), την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, καθώς και από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 1876/1990 (Α' 27). Η αμοιβή που παρέχεται στον πολίτη τρίτης χώρας κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ενδοεταιρικής μετάθεσης του δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκή από την αμοιβή που παρέχεται σε ημεδαπούς που απασχολούνται σε ανάλογες θέσεις, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις.

6. Ο πολίτης τρίτης χώρας δεν γίνεται δεκτός για τους σκοπούς του παρόντος αν αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κεφαλαίου Γ' του παρόντος.

7. Ο αιτών κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές κάθε τροποποίηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής της αίτησης που επηρεάζει τα κριτήρια εισδοχής του παρόντος άρθρου.

8. Ο πολίτης τρίτης χώρας που επιθυμεί τη χορήγηση «άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης» στην Ελλάδα, οφείλει, μετά την είσοδο του στη χώρα και πριν από τη λήξη της εθνικής θεώρησης εισόδου για το σκοπό της ενδοεταιρικής μετάθεσης, να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση της μαζί με τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 136 δικαιολογητικά. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση της «άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης» κατατίθενται και εξετάζονται από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και οι σχετικές αποφάσεις εκδίδονται από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής.

9. Η αίτηση για την άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης υποβάλλεται, εφόσον η πρώτη διαμονή στην Ελλάδα αποτελεί τη διαμονή της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας κατά τη διάρκεια της μετάθεσης στην Ε.Ε..

10. Εφόσον, με βάση τα προσκομισθέντα κατά τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενδοεταιρικής μετάθεσης, η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής χορηγεί την άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης, εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Η άδεια εκδίδεται με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών». Στη θέση «παρατηρήσεις» καταχωρείται η ένδειξη «ICT». Οι απορριπτικές αποφάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν αναλυτική αιτιολογία, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στην οντότητα υποδοχής.

11. Η μέγιστη διάρκεια της ενδοεταιρικής μετάθεσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη για τα διευθυντικά στελέχη και τους ειδικευμένους εργαζόμενους και το ένα (1) έτος για τους ασκούμενους εργαζόμενους. Μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος που έχει οριστεί ως διάρκεια της άδειας, οι ενδοεταιρικώς μετατεθέντες υποχρεούνται να εγκαταλείψουν το έδαφος της Ελλάδας. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα διευθυντικά στελέχη και οι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι μπορούν να αιτηθούν τη χορήγηση «Μπλε Κάρτας της Ε.Ε.», εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 111 του ν. 4251/2014.

12. Δεν είναι δυνατή η υποβολή αιτήματος εισόδου και διαμονής για τον ίδιο σκοπό πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήξη της μέγιστης διάρκειας μιας μετάθεσης.

13. Η ισχύς της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης είναι ετήσια ή ίση με τη διάρκεια της μετάθεσης στην Ελλάδα, εφόσον αυτή είναι βραχύτερη και μπορεί να ανανεωθεί έως τρία (3) έτη κατ' ανώτατο όριο για τα διευθυντικά στελέχη και τους ειδικευμένους εργαζομένους και έως ένα (1) έτος για τους ασκούμενους εργαζομένους.

14. Ο αιτών δικαιούται να υποβάλει αίτηση ανανέωσης της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης, κατά την παράγραφο 13, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών πριν από τη λήξη ισχύος της.

15. Αίτηση για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης απορρίπτεται ή η άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης ανακαλείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν δεν πληρούνται οι όροι των παραγράφων 3 έως 7 του παρόντος άρθρου,
β) αν τα προσκομισθέντα έγγραφα ή η άδεια έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί με οποιονδήποτε τρόπο,
γ) αν η οντότητα υποδοχής έχει δημιουργηθεί με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου ενδοεταιρικώς μετατιθέμενων,
δ) αν έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής που ορίζεται στην παράγραφο 13 του παρόντος άρθρου,
ε) αν ο εργοδότης ή η οντότητα υποδοχής δεν εκπληρώνουν τις νομικές τους υποχρεώσεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργασιακά δικαιώματα, τους όρους ή τις συνθήκες εργασίας,
στ) αν η επιχείρηση του εργοδότη ή της οντότητας υποδοχής βρίσκεται ή έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας ή δεν ασκεί πραγματική οικονομική δραστηριότητα,
ζ) αν έχουν επιβληθεί κυρώσεις στον εργοδότη ή στην οντότητα εισδοχής για αδήλωτη εργασία ή παράνομη απασχόληση, σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος και των άρθρων 85, 87 και 88 του ν. 4052/2012 (Α' 41), όπως ισχύει, καθώς και των άρθρων 23, 24 και 25 του ν. 3996/2011 (Α' 170).
η) αν το αίτημα υποβάλλεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήξη της μέγιστης διάρκειας μιας μετάθεσης,
θ) εάν σκοπός ή συνέπεια της προσωρινής παρουσίας του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου είναι να παρέμβει ή κατ' άλλο τρόπο να επηρεάσει την έκβαση οποιασδήποτε διαφωνίας ή διαπραγμάτευσης μεταξύ των εργαζομένων και της διοίκησης,
ι) όταν ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος διαμένει στο οικείο κράτος - μέλος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επιτράπηκε η διαμονή,
ια) όταν ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες βραχείας και μακράς κινητικότητας του άρθρου 127Β.

16. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταναστευτικής Πολιτικής, Εξωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, είναι δυνατόν να καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων για εξειδικευμένους εργαζομένους και ασκούμενους εργαζομένους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής.

1. Οι πολίτες τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι έγκυρης άδειας ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου που έχει εκδοθεί από άλλο πρώτο κράτος-μέλος μπορούν, βάσει της εν λόγω άδειας και ενός έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου και με τους όρους που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 10 και με την επιφύλαξη των παραγράφων 11 και 12, να εισέρχονται, να διαμένουν και να εργάζονται στην Ελλάδα.

2. Οι πολίτες τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι έγκυρης άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης που έχει εκδοθεί από άλλο κράτος-μέλος δικαιούνται να διαμείνουν στην Ελλάδα και να εργαστούν σε κάθε άλλη οντότητα που είναι εγκατεστημένη σε αυτό και ανήκει στην ίδια επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων, για χρονικό διάστημα ενενήντα (90) ημερών κατ' ανώτατο όριο, εντός οποιουδήποτε διαστήματος εκατόν ογδόντα (180) ημερών, στο πλαίσιο βραχείας κινητικότητας, με την επιφύλαξη των όρων του παρόντος άρθρου.

3. Για το σκοπό αυτόν, απαιτείται η οντότητα υποδοχής του πρώτου κράτους-μέλους μετάθεσης να κοινοποιεί στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής την πρόθεση του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου να εργαστεί σε οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα.
Στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση διαβιβάζεται:
α) είτε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος - μέλος μετάθεσης, αν η κινητικότητα προς την Ελλάδα προβλέπεται ήδη σε αυτό το στάδιο,
β) είτε αφού ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος έχει γίνει δεκτός στο πρώτο κράτος - μέλος μετάθεσης, μόλις εκδηλωθεί η πρόθεση άσκησης του δικαιώματος κινητικότητας προς την Ελλάδα.

4. Στην κοινοποίηση πρέπει να επισυνάπτεται η σύμβαση εργασίας και η επιστολή ανάθεσης αρμοδιοτήτων, οι οποίες προσκομίστηκαν στο πρώτο κράτος - μέλος μετάθεσης και να προσδιορίζεται ειδικώς το χρονικό διάστημα της μετάθεσης λόγω κινητικότητας, αν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν προκύπτουν από τα επισυναπτόμενα έγγραφα. Τα ανωτέρω πρέπει να είναι συντεταγμένα στην ελληνική γλώσσα.

5. Αν η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την περίπτωση α ' της παραγράφου 3 και όταν η αρμόδια υπηρεσία δεν προβάλλει καμία αντίρρηση ενώπιον του πρώτου κράτους-μέλους μετάθεσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, η κινητικότητα του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου προς την Ελλάδα μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης.

6. Σε περίπτωση που η κοινοποίηση έχει λάβει χώρα σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 2, η κινητικότητα μπορεί να αρχίσει μετά την κοινοποίηση στην Ελλάδα, άμεσα ή οποτεδήποτε στη συνέχεια, εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης.

7. Εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήψη της κοινοποίησης, η αρμόδια αρχή μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου προς το έδαφος της, εφόσον:
α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5, του άρθρου 127Α του παρόντος,
β) τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί,
γ) έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής σύμφωνα με την παράγραφο 13 του άρθρου 127Α ή την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Η αντίρρηση γνωστοποιείται αμελλητί στις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους - μέλους μετάθεσης και στην οντότητα υποδοχής του κράτους αυτού.

8. Αν η αντίρρηση για την κινητικότητα διατυπωθεί πριν λάβει χώρα η κινητικότητα στην Ελλάδα, ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος δεν επιτρέπεται να εργαστεί στη χώρα στο πλαίσιο της ενδοεταιρικής μετάθεσης. Σε περίπτωση που η κινητικότητα έχει ήδη αρχίσει, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 15 και 16 του παρόντος άρθρου.

9. Όταν η άδεια του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου ανανεώνεται από το πρώτο κράτος - μέλος μετάθεσης εντός της μέγιστης διάρκειας που προβλέπεται στην παράγραφο 13 του άρθρου 127Α, η ανανεωμένη άδεια συνεχίζει να επιτρέπει στον κάτοχο της να εργαστεί στη χώρα, με την επιφύλαξη της μέγιστης διάρκειας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

10. Οι ενδοεταιρικώς μετατιθέμενοι που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στη χώρα.

11. Πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι κάτοχοι έγκυρης άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος μετάθεσης και οι οποίοι προτίθενται να διαμείνουν στην Ελλάδα και να εργαστούν σε οποιαδήποτε άλλη οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην επικράτεια της και ανήκει στην ίδια επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων, για διάστημα άνω των ενενήντα (90) ημερών, στο πλαίσιο μακράς κινητικότητας, μπορούν να παραμείνουν και να εργαστούν στην Ελλάδα με βάση την άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος - μέλος και κατά τη διάρκεια της ισχύος της, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 10.

12. Αν ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος διέρχεται τα εξωτερικά ελληνικά σύνορα με βάση άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης που έχει εκδοθεί από κράτος-μέλος μετάθεσης που δεν εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν, πρέπει να υποβάλει στην αρμόδια ελληνική συνοριακή αρχή αντίγραφο της κοινοποίησης της παραγράφου 3, ως απόδειξη του ότι μετακινείται στην Ελλάδα με σκοπό την ενδοεταιρική μετάθεση.

13. Σε περίπτωση που η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής ανακαλέσει, σύμφωνα με την παράγραφο 15 του άρθρου 127Α, άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης, η οποία προβλέπει κινητικότητα σε δεύτερο κράτος - μέλος μετάθεσης, οφείλει να ενημερώσει αμελλητί τις αρχές του δεύτερου κράτους-μέλους.

14. Η οντότητα υποδοχής ενημερώνει την αρμόδια αρχή για κάθε τροποποίηση που επηρεάζει τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων έχει επιτραπεί η κινητικότητα.

15. Ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος οφείλει να παύσει πάραυτα κάθε εργασιακή δραστηριότητα και να εγκαταλείψει την Ελληνική Επικράτεια αν.
α) η αρμόδια αρχή δεν έχει λάβει κοινοποίηση σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 ή
β) η αρμόδια αρχή έχει διατυπώσει αντίρρηση για την κινητικότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου ή
γ) η άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους εκδόθηκε ή
δ) οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επετράπη η κινητικότητα δεν πληρούνται πλέον.

16. Σε περίπτωση που πολίτης τρίτης χώρας, ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος, ο οποίος έχει μετακινηθεί από την Ελλάδα σε δεύτερο κράτος-μέλος μετάθεσης, παύσει την εργασιακή δραστηριότητα στο δεύτερο κράτος - μέλος, επιτρέπεται, κατόπιν αιτήματος του δεύτερου κράτους - μέλους, η επιστροφή στην Ελλάδα χωρίς διατυπώσεις και χωρίς καθυστέρηση του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου, καθώς και των μελών της οικογένειάς του, μέσα στα χρονικά όρια της παραγράφου 13 του άρθρου 127Α. Αυτό ισχύει επίσης αν η άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης που έχει εκδοθεί από την ελληνική αρμόδια αρχή έχει λήξει ή έχει ανακληθεί κατά τη διάρκεια της κινητικότητας στο δεύτερο κράτος - μέλος μετάθεσης.

17. Όταν ο κάτοχος άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης διέρχεται τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, οι αρμόδιες αρχές συμβουλεύονται το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και αρνούνται την είσοδο ή διατυπώνουν αντίρρηση για την κινητικότητα προσώπων τα οποία έχουν καταχωρηθεί ως ανεπιθύμητοι στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν.

18. Η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ορίζεται ως το ελληνικό σημείο επαφής με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παραλαβή και διαβίβαση των πληροφοριών που απαιτούνται για την εφαρμογή των παραγράφων 2 έως 17.

1. Το παρόν Τμήμα ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
α) της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της αφενός και μίας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσοτέρων κρατών-μελών και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών.

2. Η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής διενεργεί ελέγχους αναφορικά με την τήρηση των προϋποθέσεων εισδοχής, διαμονής και κινητικότητας τόσο από τους ενδοεταιρικά μετατιθέμενους όσο και από τις οντότητες υποδοχής. Ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής επιβάλλει κυρώσεις στην οντότητα υποδοχής όταν διαπιστώσει ότι:
α) η οντότητα υποδοχής παρέλειψε να κοινοποιήσει την κινητικότητα του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου,
σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 4 του άρθρου 127Β ή
β) η άδεια ενδοεταιρικής μετάθεσης χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους εκδόθηκε ή
γ) η μεγαλύτερη διαμονή εντός του συνολικού χρόνου ενδοεταιρικής μετάθεσης προβλέπεται να διανυθεί σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. ή
δ) ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος δεν πληροί πλέον τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων επετράπη η κινητικότητα και η οντότητα υποδοχής δεν κοινοποίησε στις αρμόδιες αρχές αυτή την αλλαγή ή
ε) ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος άρχισε να εργάζεται στην Ελλάδα, παρόλο που δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις κινητικότητας.

3. Οι κυρώσεις μπορεί να είναι μία ή περισσότερες εκ των κάτωθι:
α) Άρνηση ανανέωσης (ή ανάκληση) όλων των ενδοεταιρικών μεταθέσεων για λογαριασμό της ίδιας οντότητας που βρίσκονται σε ισχύ.
β) Αποκλεισμός της οντότητας από τη δυνατότητα διενέργειας άλλης ενδοεταιρικής μετάθεσης για δύο (2) έτη ή τέσσερα (4) έτη σε περίπτωση υποτροπής.
γ) Επιβολή προστίμου ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής, ανά μετατιθέμενο πολίτη τρίτης χώρας.
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την οντότητα υποδοχής σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής κυρώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 2 και την παρούσα παράγραφο.

4. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και τις πληροφορίες σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή, καθώς και τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικαστικές εγγυήσεις των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους. Καθιστούν, επίσης, εύκολα διαθέσιμες τις πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες που ισχύουν για τη βραχεία και τη μακρά κινητικότητα που αναφέρονται στο άρθρο 127Β του παρόντος. Οι πληροφορίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής στην ελληνική και αγγλική γλώσσα.

5. Τα άρθρα 69 έως 76 του παρόντος εφαρμόζονται στους ενδοεταιρικώς μετατιθέμενους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν εισέλθει στη χώρα ή έχουν μετακινηθεί σύμφωνα με το άρθρο 127Β, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που θεσπίζονται στην παρούσα παράγραφο.
α) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 69 και της παραγράφου 1 του άρθρου 70 του παρόντος, η οικογενειακή επανένωση δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ο κάτοχος της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης να έχει εύλογη προοπτική να αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής και να έχει διετή ελάχιστη περίοδο διαμονής.
β) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 3, του άρθρου 72 του παρόντος, οι άδειες διαμονής για τα μέλη οικογένειας χορηγούνται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για οικογενειακή επανένωση, εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης. Η αρμόδια αρχή εξετάζει την αίτηση άδειας διαμονής για τα μέλη της οικογένειας του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου ταυτόχρονα με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου, σε περιπτώσεις όπου η αίτηση για άδεια διαμονής για μέλη της οικογένειας του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου υποβάλλεται ταυτόχρονα. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις των παραγράφων 10 και 14 του άρθρου 127Α εφαρμόζονται αναλόγως.
γ) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1β του άρθρου 75 του παρόντος και με την επιφύλαξη της αρχής της προτίμησης των πολιτών της Ένωσης, όπως εκφράζεται στις σχετικές διατάξεις των αντίστοιχων πράξεων προσχώρησης, τα μέλη της οικογένειας του ενδοεταιρικώς μετατιθέμενου, στα οποία έχει αναγνωρισθεί η δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης, έχουν δικαίωμα πρόσβασης στην απασχόληση με εξαρτημένη εργασία και την παροχή υπηρεσιών ή έργου. 

1. Κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας ενδοεταιρικής μετάθεσης, ο κάτοχός της έχει δικαίωμα:
α) ελεύθερης πρόσβασης σε ολόκληρη την επικράτεια με τον περιορισμό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4251/2014,
β) άσκησης της συγκεκριμένης δραστηριότητας απασχόλησης για την οποία έχει λάβει την άδεια, σε οποιαδήποτε οντότητα υποδοχής εγκαταστημένη στην Ελλάδα που ανήκει στην εργοδότρια επιχείρηση ή στον όμιλο επιχειρήσεων.

2. Ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας και με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 127Α, οι ενδοεταιρικώς μετατιθέμενοι που γίνονται δεκτοί βάσει της παρούσας Οδηγίας απολαύουν τουλάχιστον ίσης μεταχείρισης με τους αποσπασμένους εργαζόμενους που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/2000 σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του σημείου γ'.

3. Οι ενδοεταιρικώς μετατιθέμενοι απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς όσον αφορά:
α) Την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, όπως δικαίωμα στην ανάληψη συνδικαλιστικής δράσης και συμμετοχής σε απεργία, δικαίωμα διαπραγμάτευσης και σύναψης συλλογικών συμβάσεων και υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια.
β) Την αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.
γ) Τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 του Συμβουλίου, εκτός εάν το δίκαιο της χώρας προέλευσης ισχύει δυνάμει διμερών συμφωνιών ή του εθνικού δικαίου του κράτους - μέλους όπου παρέχεται η εργασία, εξασφαλίζοντας ότι οι ενδοεταιρικώς μετατιθέμενοι καλύπτονται από τη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης σε μία από αυτές τις χώρες. Σε περίπτωση κινητικότητας εντός της Ε.Ε., και με την επιφύλαξη διμερών συμφωνιών που διασφαλίζουν ότι ο ενδοεταιρικώς μετατιθέμενος καλύπτεται από την εθνική νομοθεσία της χώρας προέλευσης, εφαρμόζεται αναλόγως ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010.
δ) Με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1231/2010 και των διμερών συμφωνιών, την καταβολή των εκ του νόμου συντάξεων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου βάσει της προηγούμενης απασχόλησης των ενδοεταιρικώς μετατιθέμενων, οι οποίες έχουν αποκτηθεί από ενδοεταιρικώς μετατιθέμενους, που μετακομίζουν σε τρίτη χώρα ή τους νόμιμους κληρονόμους τους, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 883/2004, με τις ίδιες συνθήκες και με τον ίδιο συντελεστή, όπως και οι Έλληνες πολίτες όταν μετακομίζουν στην τρίτη χώρα.
ε) Την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρονται στο κοινό, με εξαίρεση τις διαδικασίες για την απόκτηση στέγης, όπως προβλέπονται από το ελληνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη της ελευθερίας των συμβάσεων σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο και τις υπηρεσίες που παρέχουν οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης.

4. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 3 δεν θίγει το δικαίωμα των αρμόδιων υπηρεσιών να ανακαλούν ή να αρνούνται να ανανεώσουν την άδεια διαμονής που εκδίδεται βάσει των διατάξεων του παρόντος Κώδικα.

Το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής μία φορά κάθε έτος και για πρώτη φορά με έτος αναφοράς το 2017 και όχι αργότερα από τις 30 Ιουνίου 2018, ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (ΕΕL 199 της 31.7.2007), στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των αδειών ενδοεταιρικής μετάθεσης που εκδόθηκαν για πρώτη φορά και, ενδεχομένως, των κοινοποιήσεων που ελήφθησαν σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 127Β, και στο μέτρο του δυνατού, για τον αριθμό των ενδοεταιρικώς μετατιθέμενων, των οποίων η άδεια έχει παραταθεί, ανανεωθεί ή ανακληθεί. Οι στατιστικές αυτές κατανέμονται ανά ιθαγένεια, διάρκεια ισχύος της άδειας και, στο μέτρο του δυνατού, ανά οικονομικό τομέα και θέση του μετατιθέμενου.

1. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 127ΣΤ έως 127Ι εφαρμόζονται στους πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται να τους επιτραπεί η είσοδος και διαμονή στην Ελλάδα ή έχουν γίνει δεκτοί στην Ελλάδα για τον σκοπό της πρακτικής άσκησης.

2. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 127ΣΤ έως 127Ι δεν εφαρμόζονται:
α) στους πολίτες τρίτων χωρών, που διαμένουν στην Ελλάδα ως αιτούντες διεθνούς προστασίας ή δικαιούνται διεθνή προστασία, σύμφωνα με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή δικαιούνται προσωρινή προστασία, σύμφωνα με την Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου,
β) στους πολίτες τρίτων χωρών, η απομάκρυνση των οποίων έχει ανασταλεί,
γ) στους πολίτες τρίτων χωρών, που είναι μέλη οικογενειών πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία,
δ) στους πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
ε) σε πολίτες τρίτων χωρών, που έρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ασκούμενοι στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 127Α,
στ) σε πολίτες τρίτων χωρών, που έχουν γίνει δεκτοί ως εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109-126,
ζ) στους πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει συμφωνιών είτε μεταξύ της Ένωσης και των κρατών - μελών της και τρίτων χωρών είτε μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών.

3. Το παρόν ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων που προκύπτουν:
α) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, που συνάπτονται μεταξύ της Ε.Ε. ή της Ε.Ε. και των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσότερων κρατών μελών και ενός ή περισσότερων τρίτων χωρών.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Εξωτερικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Τουρισμού, που εκδίδεται κατά το τελευταίο τρίμηνο κάθε δεύτερου έτους δύναται να καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων πολιτών τρίτων χωρών, που έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο (2) ετών, που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησης εισδοχής για να εργαστούν με σχέση εξαρτημένης εργασίας για την απόκτηση εμπειρίας σε επαγγελματικό περιβάλλον, ανά Περιφέρεια, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

1. Σε πολίτες τρίτων χωρών που εισέρχονται στη χώρα ως ασκούμενοι, σε εγκεκριμένους, σύμφωνα με το άρθρο 127Η φορείς υποδοχής, χορηγείται από την αρμόδια προξενική αρχή, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τις θεωρήσεις, εθνική θεώρηση εισόδου που επιτρέπει τη διαμονή για πρακτική άσκηση. Η ανωτέρω θεώρηση εισόδου χορηγείται σε πολίτες τρίτων χωρών, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) είναι κάτοχοι διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου αναγνωρισμένου από την Ελλάδα, η ισχύς του οποίου να καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής,
β) προσκομίζουν συναίνεση των γονέων ή του ασκούντος τη γονική μέριμνα για την προβλεπόμενη διαμονή σε περίπτωση που είναι κάτω των δέκα οκτώ (18) ετών,
γ) διαθέτουν πλήρη ασφάλιση ασθενείας ως προς το σύνολο των παροχών που καλύπτονται αντίστοιχα για τους ημεδαπούς. Η ασφάλιση πρέπει να ισχύει για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής,
δ) διαθέτουν επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής τους και πρακτικής άσκησης κατά τη διάρκεια της διαμονής, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουν στο εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού της επιστροφής. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία, έγκυρη σύμβαση εργασίας από φορέα υποδοχής ασκούμενων, όπως αυτά θα οριστούν με την κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 136, παράγραφος 7 του ν. 4251/2014,
ε) δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και τη δημόσια υγεία,
στ) έχουν καταβάλει τέλος για τη χορήγηση της εθνικής θεώρησης εισόδου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία,
ζ) προσκομίζουν σύμβαση πρακτικής άσκησης, μεταξύ του Ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και του εγκεκριμένου φορέα υποδοχής, η οποία προβλέπει πρακτική άσκηση του ασκούμενου. Η σύμβαση πρακτικής άσκησης και οι όροι αυτής πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί με την παράγραφο 6 του παρόντος. Η σύμβαση πρακτικής άσκησης περιλαμβάνει:
i) προσωπικά στοιχεία του ασκούμενου,
ii) περιγραφή του προγράμματος πρακτικής άσκησης, συμπεριλαμβανομένου του εκπαιδευτικού στόχου ή των στοιχείων κατάρτισης,
iii) διάρκεια της πρακτικής άσκησης,
iv) την τοποθέτηση σε θέση πρακτικής άσκησης στον φορέα υποδοχής και τους όρους εποπτείας της πρακτικής άσκησης,
iv) ωράριο της πρακτικής άσκησης και
vi) νομική σχέση μεταξύ του ασκουμένου και του φορέα υποδοχής.
Στην περίπτωση ασκούμενων πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο ετών (2) που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησης εισδοχής, απαιτείται σύμβαση εργασίας για την απόκτηση εμπειρίας σε εργασιακό περιβάλλον με εγκεκριμένο φορέα υποδοχής.
Η ανωτέρω σύμβαση εργασίας περιλαμβάνει στοιχεία κατ' αναλογία με τα οριζόμενα στη σύμβαση πρακτικής άσκησης της περίπτωσης ζ' του παρόντος και κάθε άλλο στοιχείο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία,
η) προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία, ότι έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο (2) ετών που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησης ή ότι συνεχίζουν την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών με σκοπό την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η πρακτική άσκηση πρέπει να αφορά τον ίδιο τομέα και την ίδια ειδικότητα, σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών,
θ. παρέχουν τη διεύθυνση διαμονής τους στη χώρα, εφόσον τη γνωρίζουν,
ι. προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία σε περίπτωση που ο πολίτης τρίτης χώρας φιλοξενείται καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής του από τον φορέα υποδοχής, ότι το κατάλυμα πληροί τις προϋποθέσεις αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ειδικά σε ό,τι αφορά την πρακτική άσκηση σε τουριστικές επιχειρήσεις, ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις της υπ' αριθμ. 16802/667/27.8.2010 κοινής υπουργικής απόφασης (Β' 1345), ως προς την υποχρέωση των τουριστικών επιχειρήσεων στις οποίες πραγματοποιείται άσκηση να παρέχουν στέγη ή σε αντίθετη περίπτωση να καταβάλουν αποζημίωση στέγης,
ια. προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο πολίτης τρίτης χώρας έχει παρακολουθήσει ή πρόκειται να παρακολουθήσει μαθήματα γλώσσας, ώστε να αποκτήσει τις αναγκαίες γνώσεις για τη συγκεκριμένη πρακτική άσκηση, εφόσον η πρακτική άσκηση απαιτεί από τον πολίτη τρίτης χώρας επάρκεια γνώσης συγκεκριμένης γλώσσας ως προϋπόθεση για την άσκησή της.

2. Ο φορέας υποδοχής οφείλει να προσκομίσει γραπτή δέσμευση στην αρμόδια προξενική αρχή ότι, σε περίπτωση που ένας ασκούμενος παραμείνει παράνομα στην Ελλάδα, ο φορέας υποδοχής ευθύνεται για την επιστροφή των εξόδων διαμονής και/ή επιστροφής που βαρύνουν το Δημόσιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 37 του ν. 3907/2011. Η οικονομική ευθύνη του φορέα υποδοχής λήγει το αργότερο έξι (6) μήνες μετά τη λήξη της σύμβασης πρακτικής άσκησης. Ειδικά για τα προγράμματα πρακτικής άσκησης σε τουριστικές επιχειρήσεις που υλοποιούνται με φορείς υποδοχής τα ιδρύματα/σχολές αρμοδιότητας του Υπουργείου Τουρισμού, η γραπτή δέσμευση υποβάλλεται από την τουριστική επιχείρηση στην οποία θα πραγματοποιηθεί η πρακτική άσκηση.

3. Η θεώρηση εισόδου για πρακτική άσκηση είναι ισόχρονη με τη σύμβαση πρακτικής άσκησης, δεν μπορεί να υπερβαίνει, συνολικά, τους έξι (6) μήνες και δεν δύναται να ανανεωθεί. Εάν η διάρκεια της σύμβασης, στο πλαίσιο ενωσιακών προγραμμάτων, είναι μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, η διάρκεια ισχύος της θεώρησης εισόδου είναι ισόχρονη με τη διάρκεια της σύμβασης.

4. Στο πεδίο «παρατηρήσεις» της εθνικής θεώρησης εισόδου καταχωρείται η ένδειξη «Β.10 Ασκούμενος». Η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης πρακτικής άσκησης.

5. Η απόφαση επί της πλήρους αιτήσεως αναφορικά με τη διαδικασία εισδοχής ασκούμενου σε εγκεκριμένο σύμφωνα με το άρθρο 127Η φορέα υποδοχής, λαμβάνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός εξήντα (60) ημερών. Εάν οι πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά που παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης είναι ελλιπή, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται και ορίζουν προθεσμία ενός (1) μηνός για την υποβολή τους. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου αναστέλλεται μέχρις ότου οι αρμόδιες αρχές λάβουν τις απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες. Εάν οι συμπληρωματικές πληροφορίες ή τα συμπληρωματικά έγγραφα δεν προσκομισθούν εντός της προθεσμίας αυτής, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Μετανάστευσης και Ασύλου και Τουρισμού δύνανται να καθορίζονται επιπλέον στοιχεία, πέραν των οριζομένων στις υποπεριπτώσεις (i) έως (vi) της παραγράφου 1 του παρόντος, που σχετίζονται με την υλοποίηση της πρακτικής άσκησης σε εγκεκριμένους φορείς υποδοχής πρακτικής άσκησης.
Με την ίδια απόφαση, όσον αφορά στην πρακτική άσκηση σε τουριστικές επιχειρήσεις, καθορίζεται το είδος των τουριστικών επιχειρήσεων στις οποίες τοποθετούνται οι ασκούμενοι πολίτες τρίτων χωρών, καθώς και το ποσοστό αυτών επί του συνολικού αριθμού των πρακτικά ασκούμενων ανά επιχείρηση, όπως αυτός καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
Με την ίδια απόφαση οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δύνανται να προβλέπουν κυρώσεις κατά φορέων υποδοχής που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν Κεφάλαιο. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Για τους σκοπούς του παρόντος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Μετανάστευσης και Ασύλου και Τουρισμού καθορίζεται η διαδικασία έγκρισης του φορέα υποδοχής ασκουμένων, η οποία περιλαμβάνει τους όρους και τα κριτήρια της έγκρισης, τη διάρκεια ισχύος της, τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ανάκλησης και μη ανανέωσης έγκρισης του φορέα, καθώς και τις τυχόν επιβαλλόμενες κυρώσεις. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

1. Απορρίπτεται αίτηση για είσοδο και διαμονή με σκοπό την πρακτική άσκηση ή ανακαλείται εθνική θεώρηση εισόδου που έχει χορηγηθεί για τον σκοπό αυτόν, πέραν των οριζόμενων στο άρθρο 24 και στις ακόλουθες ειδικότερες περιπτώσεις:
α) όταν δεν πληρούνται ή παύουν να πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 127Ζ,
β) όταν ο φορέας υποδοχής δεν είναι εγκεκριμένος,
γ) όταν υφίστανται αποδείξεις ή σοβαροί και αντικειμενικοί λόγοι που καταδεικνύουν ότι ο ασκούμενος διαμένει στη χώρα για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επιτράπηκε η διαμονή,
δ) όταν ο φορέας υποδοχής δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις της πρακτικής άσκησης,
ε) όταν ο φορέας υποδοχής της πρακτικής άσκησης έχει δημιουργηθεί με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου ασκούμενων,
στ) αν o φορέας υποδοχής βρίσκεται ή έχει τεθεί υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας ή δεν ασκεί πραγματική οικονομική δραστηριότητα,
ζ) αν ο φορέας υποδοχής της πρακτικής άσκησης δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση και τη φορολογία.

2. Η αίτηση απορρίπτεται, όταν εις βάρος του φορέα υποδοχής έχουν επιβληθεί, μέσα σε χρονικό διάστημα δυο (2) ετών πριν την υποβολή της αίτησης για είσοδο και διαμονή με σκοπό την πρακτική άσκηση:
i. τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίμου από τα ελεγκτικά όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με την Υπουργική απόφαση 29164/755/2019 (Β' 2686), όπως εκάστοτε ισχύει, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από τρεις (3) διενεργηθέντες ελέγχους, ή
ii. δύο (2) πράξεις επιβολής προστίμου από τα ελεγκτικά όργανα του ΣΕΠΕ για παραβάσεις που αφορούν αδήλωτη εργασία, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από δύο (2) διενεργηθέντες ελέγχους.
Ο έλεγχος για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, πραγματοποιείται μέσω των πληροφοριακών συστημάτων των αρμόδιων φορέων για τη χορήγηση της εθνικής θεώρησης εισόδου για πρακτική άσκηση και του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Μέχρι τη διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, η οποία διαπιστώνεται με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης και Ασύλου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του φορέα υποδοχής υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνει ότι δεν έχουν επιβληθεί εις βάρος του οι κυρώσεις της παρούσας παραγράφου.

3. Σε περίπτωση καθορισμού ανώτατου αριθμού θέσεων πολιτών τρίτων χωρών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 4 του άρθρου 127ΣΤ, μια αίτηση για είσοδο και διαμονή πολίτη τρίτης χώρας, που θεωρείται ότι, τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας απορρίπτεται, εφόσον η εν λόγω θέση απασχόλησης δύναται να καλυφθεί από ημεδαπό ή πολίτη της Ένωσης ή πολίτη τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως στην Ελλάδα. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της προτίμησης των πολιτών της Ένωσης, όπως διατυπώνεται στις σχετικές διατάξεις των Πράξεων Προσχώρησης.

4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση απόρριψης ή ανάκλησης θεώρησης εισόδου λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

5. Παράλληλα με τις διατάξεις του παρόντος, εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί απόρριψης και ανάκλησης, όπως αυτές ισχύουν στον Κώδικα Θεωρήσεων.

6. Οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση θεώρησης εισόδου για τον σκοπό της πρακτικής άσκησης, κοινοποιούνται εγγράφως στον αιτούντα. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης θεώρησης εισόδου για τον σκοπό της πρακτικής άσκησης κοινοποιούνται εγγράφως τόσο στον ασκούμενο, όσο και στον φορέα υποδοχής.

7. Τυχόν προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο δεν απαλλάσσει τον ασκούμενο από την υποχρέωση να αναχωρήσει από την ελληνική επικράτεια μετά το πέρας της μέγιστης εξάμηνης διάρκειας διαμονής.

8. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις, σχετικά με τις εθνικές θεωρήσεις διαμονής καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα περί Θεωρήσεων.

9. Στους εισερχόμενους με εθνική θεώρηση εισόδου πολίτες τρίτων χωρών για τον σκοπό της πρακτικής άσκησης δεν μπορεί, κατά τον χρόνο ισχύος της, να χορηγηθεί άδεια διαμονής οποιασδήποτε κατηγορίας και οφείλουν να εγκαταλείψουν αμέσως το ελληνικό έδαφος, μετά τη λήξη αυτής, χωρίς άλλες διατυπώσεις.

1. Οι ασκούμενοι, δικαιούνται ίση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού κατά τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο.

2. Πολίτες τρίτης χώρας, οι οποίοι είναι κάτοχοι πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έως και δύο (2) έτη από την απόκτηση τίτλου, δικαιούνται ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 Α του παρόντος νόμου.

3. Οι αρμόδιες Αρχές παρέχουν στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και τις πληροφορίες σχετικά με την είσοδο και τη διαμονή, καθώς και τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Οι πληροφορίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

4. Οι αρμόδιες Αρχές δημοσιεύουν καταλόγους των εγκεκριμένων φορέων υποδοχής για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος. Επικαιροποιημένες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων πρέπει να δημοσιεύονται, το συντομότερο δυνατόν, μετά από κάθε μεταβολή τους.

5. Το Υπουργείο Εξωτερικών, μία φορά κάθε έτος και για πρώτη φορά με έτος αναφοράς το 2019 και όχι αργότερα από τις 30 Ιουνίου 2020, ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 199 της 31.7.2007), στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των εθνικών θεωρήσεων εισόδου για λόγους πρακτικής άσκησης που εκδόθηκαν για πρώτη φορά και για τον αριθμό των ασκούμενων, των οποίων η εθνική θεώρηση εισόδου ανακλήθηκε. Οι στατιστικές αυτές κατανέμονται ανά ιθαγένεια, και, στο μέτρο του δυνατού ανά διάρκεια ισχύος της θεώρησης εισόδου.

1. Η πολιτική της κοινωνικής ένταξης αποσκοπεί στην ομαλή προσαρμογή των πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική κοινωνία και στην αναγνώριση από πλευράς της ελληνικής κοινωνίας δυνατότητας ισότιμης συμμετοχής, στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της χώρας.
Οι πολίτες τρίτων χωρών κατά τη διαδικασία ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία αποκτούν δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και οι' Ελληνες πολίτες. Βασική τους υποχρέωση είναι ο σεβασμός της έννομης τάξης και των θεμελιωδών αξιών της ελληνικής κοινωνίας.

2. Οι πολιτικές ένταξης και οι δράσεις που εντάσσονται σε αυτές εφαρμόζονται σε όλους τους νομίμως διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών και στα μέλη των οικογενειών τους στο πλαίσιο των ρυθμίσεων, για την οικογενειακή επανένωση. Επίσης, εφαρμόζονται στα παιδιά των μεταναστών, στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας και στα μέλη των οικογενειών τους.

3. Η στρατηγική ένταξης των μεταναστών μπορεί να συνδυάζεται με δράσεις εξωτερικής πολιτικής αναπτυξιακού χαρακτήρα ως προς τις χώρες προέλευσής τους με στόχο τη δημιουργία ευνοϊκών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών για πιθανή επιστροφή τους σε αυτές.

1. Για την ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στη χώρα το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τα καθ' ύλην αρμόδια Υπουργεία και φορείς εφαρμόζει μία Στρατηγική που περιλαμβάνει ένα Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Δράσης. Η Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών και το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Δράσης βασίζεται στις θεμελιώδεις αρχές:
α) Απουσίας κάθε μορφής διάκρισης, βασισμένης σε κριτήρια που ορίζει το Ελληνικό Σύνταγμα.
β) Σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών τρίτων χωρών και προστασίας της πολιτιστικής ετερότητας.

2. Το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Δράσης διαρθρώνεται σε τομεακά προγράμματα που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:
α) εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού,
β) εκστρατείες ενημέρωσης των πολιτών τρίτων χωρών για θέματα υγείας, κοινωνικής ασφάλισης και εργασίας,
γ) ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για θέματα ξενοφοβίας, εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης μεταναστών,
δ) εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και την τοπική αυτοδιοίκηση για θέματα μετανάστευσης, ε) διαπολιτισμική μεσολάβηση και στ) ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών τρίτων χωρών σε συλλογικές δράσεις στα Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών.

1. Για το συντονισμό της μεταναστευτικής πολιτικής συνιστάται Επιτροπή, αποτελούμενη από τους Γενικούς Γραμματείς, με αναπληρωτές τους αρμόδιους Γενικούς Διευθυντές ή τους υπ' αυτούς οριζόμενους εκπροσώπους των Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Εξωτερικών, Οικονομικών, Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τους αρμόδιους Συντονιστές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, η οποία συνέρχεται, όποτε κρίνεται τούτο απαραίτητο, υπό την προεδρία και με πρωτοβουλία του αρμόδιου Υπουργού ή Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής.

2. Έργο της Επιτροπής είναι η επεξεργασία θεμάτων μετανάστευσης (νόμιμης και παράνομης) και ένταξης, με βάση την εξελικτική πορεία του φαινομένου, η έκδοση κατευθυντήριων οδηγιών με σκοπό το συντονισμό των κατά περίπτωση εμπλεκόμενων φορέων, η παρακολούθηση του έργου τους και η εισήγηση μέτρων θεσμικού και τεχνικού χαρακτήρα στον καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργό προς την κατεύθυνση αποτελεσματικής αντιμετώπισης των σχετικών ζητημάτων.

Για τη διευκόλυνση του έργου της, η Επιτροπή επικουρείται από Επιστημονική Επιτροπή, η οποία συνέρχεται μία φορά ανά εξάμηνο και έχει ως έργο την προετοιμασία των θεμάτων που εξετάζονται, καθώς και την εισήγηση των κατάλληλων μέτρων. Η ανωτέρω Επιστημονική Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο Πρόεδρος και η γραμματειακή της υποστήριξη, καθώς και ειδικότερα λειτουργικά ζητήματα.

1. Η αίτηση για τη χορήγηση και την ανανέωση των αδειών διαμονής συνοδεύεται από παράβολο, το οποίο, αν για λόγους αμοιβαιότητας δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζεται ως ακολούθως:
α. Για τις άδειες διάρκειας μέχρις ενός έτους σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
β. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι δύο έτη σε τριακόσια (300) ευρώ.
γ. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι τρία έτη σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
δ. Για τις άδειες διαμονής μέχρι πέντε έτη σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ε. Για τις άδειες διαμονής μέχρι δέκα έτη σε εξακόσια (600) ευρώ.

2. Δεν υπόκεινται στην καταβολή του ανωτέρω παραβόλου όσοι κατέχουν ήδη άδεια διαμονής αόριστης, δεκαετούς ή πενταετούς διάρκειας του άρθρου 108 και ζητούν να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος.
Ειδικά, όσοι υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση άδειας διαμονής δεκαετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 138 καταβάλλουν παράβολο ύψους εννιακοσίων (900) ευρώ, ενώ για την ανανέωση της εν λόγω άδειας καταβάλλεται κάθε φορά παράβολο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Όσοι υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση ή ανανέωση άδειας διαμονής του άρθρου 108 καταβάλλουν παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ.

3. Η αίτηση για τη χορήγηση εθνικής θεώρησης εισόδου των υπαγομένων στις ρυθμίσεις του άρθρου 18 του παρόντος συνοδεύεται από παράβολο, το οποίο, αν για λόγους αμοιβαιότητας δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζεται σε ποσό ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

4. Τα πρόστιμα και τα παράβολα που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο εισπράττονται υπέρ του Δημοσίου και αναπροσαρμόζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.

5. Ανήλικοι πολίτες τρίτων χωρών εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου.

6. Οι υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1245/1982 (Α' 45) δεν υπόκεινται στην υποχρέωση καταβολής παραβόλου.

7. Οι υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις της συμφωνίας μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Καναδά σχετικά με την κινητικότητα των νέων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4091/2012 (Α' 219) υπόκεινται στην υποχρέωση καταβολής παραβόλου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών και Εσωτερικών.

8. Τα παράβολα του άρθρου αυτού εισπράττονται με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου.

9. Τα έσοδα από τα παράβολα του παρόντος άρθρου εμφανίζονται και παρακολουθούνται σε ειδικούς Κωδικούς, Αριθμούς Εσόδων (ΚΑΕ) του Κρατικού Προϋπολογισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4018/2011 (A'215).

1. Στο Υπουργείο Εσωτερικών και στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας λειτουργεί πληροφορικό σύστημα καταχώρισης και επεξεργασίας στοιχείων που αφορούν τη χορήγηση, ανανέωση, ανάκληση αδειών διαμονής και αποφάσεων επιστροφής πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα.
Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και κατόπιν γνώμης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα καθορίζονται τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών τρίτων χωρών που ζουν στην Ελλάδα, τα οποία μπορούν να συλλέγουν, αποθηκεύουν και επεξεργάζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, οι υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, καθώς και συναρμόδια Υπουργεία, προκειμένου να τηρούν μητρώο πολιτών τρίτων χωρών και να αντιμετωπίζονται λοιπές ανάγκες εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι διαδικασίες και οι φορείς συλλογής, τήρησης και επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, οι προϋποθέσεις κοινοποίησής τους στα δικαιούμενα φυσικά πρόσωπα, στα οποία αφορούν, καθώς και η διαδικασία και οι προϋποθέσεις διασύνδεσης αρχείων.

2. Οι αρμόδιοι φορείς των Υπουργείων Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας οφείλουν να τηρούν στατιστικά στοιχεία των νομίμων, των αιτούντων άσυλο και των παράνομα ευρισκόμενων πολιτών τρίτων χωρών που κάνουν χρήση των υπηρεσιών τους.

1. Στο Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής συνιστώνται τρεις (3) Επιτροπές Μετανάστευσης. Οι Επιτροπές συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής με την οποία ορίζονται ο Πρόεδρος, τα μέλη και οι γραμματείς, τακτικοί και αναπληρωματικοί. Με όμοια απόφαση μπορεί να συγκροτούνται επιπλέον Επιτροπές, εφόσον τούτο επιβάλλεται για την ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων των πολιτών.
Οι Επιτροπές αποτελούνται από:
α. Δύο (2) υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, εκ των οποίων ο ένας (1) ορίζεται ως Πρόεδρος.
β. Έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών.
γ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Κοινωνίας των Πολιτών, που προτείνει η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
δ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος.
Γραμματείς ορίζονται υπάλληλοι του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Καθήκοντα εισηγητών στις Επιτροπές Μετανάστευσης ασκούν υπάλληλοι του αρμόδιου Τμήματος του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής που χειρίζονται τους σχετικούς φακέλους.
Οι Επιτροπές Μετανάστευσης γνωμοδοτούν για κάθε θέμα που παραπέμπεται σε αυτές και αφορά στη χορήγηση ή ανανέωση των αδειών διαμονής που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

2. Σε κάθε Νομό της Αποκεντρωμένης Διοίκησης συνιστάται πενταμελής Επιτροπή Μετανάστευσης, η οποία αποτελείται από τέσσερις (4) υπαλλήλους της αρμόδιας υπηρεσίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, από τους οποίους ο ένας (1) είναι ο Προϊστάμενος της, ο οποίος και προεδρεύει, και από έναν εκπρόσωπο της αστυνομικής αρχής. Για την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής συνιστάται μία (1) Επιτροπή για κάθε αρμόδια υπηρεσία. Με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης συγκροτείται η Επιτροπή και ορίζονται τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της, ο γραμματέας με τον αναπληρωτή του, καθώς και ο εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, μαζί με τον αναπληρωτή του. Ο εισηγητής και ο γραμματέας είναι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας.
Με αποφάσεις των Συντονιστών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων Αττικής και Μακεδονίας και Θράκης, αντίστοιχα, μπορεί να συνιστώνται, σε κάθε αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και στο Νομό Θεσσαλονίκης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας και Θράκης, μέχρι δύο (2) επιπλέον Επιτροπές Μετανάστευσης, εφόσον τούτο επιβάλλεται για την ταχύτερη διεκπεραίωση του έργου τους.
Η συγκρότηση των Επιτροπών, σε κάθε Νομό Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μπορεί να γίνεται και με υπαλλήλους της, που υπηρετούν σε οποιαδήποτε υπηρεσία του ίδιου Νομού, εφόσον δεν επαρκεί το προσωπικό της αντίστοιχης αρμόδιας υπηρεσίας.

3. Έργο των Επιτροπών Μετανάστευσης των προηγούμενων παραγράφων είναι:
α. Περιπτώσεις γάμων, καταχωρισμένης συμβίωσης, υιοθεσίας ή αναγνώρισης ανήλικου ημεδαπού τέκνου, που ενέχουν στοιχεία καταχρηστικότητας.
β. Συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο πρόσωπο ενδιαφερόμενου που αποδεικνύει δεσμούς με τη χώρα.
γ. Η διερεύνηση της ύπαρξης προσωρινής ή μόνιμης αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης διαβατηρίου. Κατά την εξέταση των στοιχείων του φακέλου η Επιτροπή λαμβάνει υποχρεωτικά υπόψη το βαθμό ένταξης του ενδιαφερόμενου στη χώρα.
δ. Άλλες ειδικές περιπτώσεις που χρήζουν εξατομικευμένης προσέγγισης, οι οποίες παραπέμπονται με εισήγηση του αρμόδιου Προϊστάμενου Τμήματος.

1. Αρμόδιο για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα αυτού, καθώς και για το συντονισμό των συναρμόδιων φορέων, όπως και για την εκπροσώπηση της χώρας στο εξωτερικό σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, για κάθε θέμα που σχετίζεται με την είσοδο, διαμονή και ένταξη των πολιτών τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, είναι το Υπουργείο Εσωτερικών.

2. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, οι αστυνομικές, λιμενικές ή αερολιμενικές αρχές και οι υπηρεσίες ελέγχου του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας είναι αρμόδιες να παρακολουθούν την εφαρμογή του Κώδικα αυτού, να διενεργούν ελέγχους και να βεβαιώνουν τις παραβάσεις. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ρυθμίζονται θέματα που αναφέρονται στον τρόπο διενέργειας των ελέγχων και της διαδικασίας βεβαίωσης των παραβάσεων.

3. Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μία φορά κάθε έτος και για πρώτη φορά όχι αργότερα από τις 30 Ιουνίου 2016, ανακοινώνει στην Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 (EEL 199 της 31.7.2007) στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των πολιτών τρίτων χωρών στους οποίους χορηγήθηκε ενιαία άδεια διαμονής κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 862/2007.

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Εσωτερικών καθορίζονται τα ειδικά δικαιολογητικά ανά κατηγορία εθνικής θεώρησης και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκδοση των αντίστοιχων αδειών διαμονής.

2. Με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής καθορίζονται ζητήματα που αφορούν τον τύπο και το περιεχόμενο των αιτήσεων, τη διαδικασία επίδοσης των αδειών διαμονής στους δικαιούχους, τον τύπο της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης του άρθρου 8, καθώς και τον τύπο και το περιεχόμενο των Ειδικών Βεβαιώσεων Νόμιμης Διαμονής της παραγράφου 4 του άρθρου 25.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας καθορίζεται το σύνολο των κινδύνων που θα πρέπει να καλύπτονται, κατ' αναλογία με τους ημεδαπούς, προκειμένου να διαθέτουν πλήρη ασφάλιση ασθένειας πολίτες τρίτων χωρών που μπορούν να ασφαλίζονται σε ιδιωτικούς ασφαλιστικούς φορείς.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Υγείας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τη διαδικασία καθορισμού του όγκου εισδοχής πολιτών τρίτων χωρών και τη διαδικασία μετάκλησης για εξαρτημένη εργασία, εποχική απασχόληση, απασχόληση αλιεργατών και υψηλής ειδίκευσης.

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία θα πρέπει να υποβάλει κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό για εποχική εργασία ή ως αλιεργάτες, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 11.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται ο ελάχιστος αριθμός ημερομισθίων ή το ελάχιστο χρονικό διάστημα ασφάλισης, ανά ασφαλιστικό φορέα, όπου αυτό απαιτείται για την ανανέωση των αδειών διαμονής του παρόντος, τα απαιτούμενα, κατά περίπτωση, αποδεικτικά, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.

7. Όπου στις διατάξεις του παρόντος και στις σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις προβλέπεται ως προϋπόθεση η διάθεση επαρκών πόρων, το ύψος τούτων, η αναπροσαρμογή τους και ο τρόπος απόδειξης καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται το ύψος της δαπάνης της επαναπροώθησης και των κάθε μορφής εξόδων επιστροφής, καθώς και η διαδικασία απόδοσης του ποσού της σχετικής εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της υπέρ του Δημοσίου, από το οικείο πιστωτικό ίδρυμα ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στον Κρατικό Προϋπολογισμό.

9. Με απόφαση των Υπουργών Μεταναστευτικής Πολιτικής και Εξωτερικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, μπορεί να καθορίζονται και άλλες κατηγορίες εθνικών θεωρήσεων και αδειών διαμονής πολιτών τρίτων χωρών, καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία και ο τύπος της εθνικής θεώρησης.

10. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, όπου τούτο απαιτείται, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα που αναφέρεται στην εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού.

11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, καθορίζεται το αρμόδιο όργανο και η διαδικασία βεβαίωσης των προστίμων του Κώδικα αυτού.

12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταναστευτικής Πολιτικής, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Εξωτερικών, καθορίζεται το απαιτούμενο ελάχιστο ύψος επένδυσης και λοιπά χαρακτηριστικά της επένδυσης για την υπαγωγή στις διατάξεις της παραγράφου Α΄ του άρθρου 16, όπως ορίζεται στην περίπτωση 9 της ίδιας παραγράφου, ο αριθμός αδειών αναλόγως του ύψους της επένδυσης που πραγματοποιείται από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο και ο ανώτατος αριθμός αδειών διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών για την υλοποίηση και τη λειτουργία της επένδυσης, αναλόγως του ύψους της, κατ΄ εφαρμογή του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της υποπερίπτωσης α΄ της περίπτωσης 1 της παραγράφου Α΄ του άρθρου 16, τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση της περίπτωσης 3 της παραγράφου Α΄ του άρθρου 16, ο τρόπος παρακολούθησης της τήρησης των όρων και των προϋποθέσεων όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου Α΄ του άρθρου 16.
Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση της περίπτωσης 5 της παραγράφου Γ΄ του άρθρου 16, ο αριθμός αδειών αναλόγως του ύψους της επένδυσης που πραγματοποιείται από αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, κατ΄ εφαρμογή της υποπερίπτωσης β΄ της περίπτωσης 3 της παραγράφου Γ΄ του άρθρου 16, τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση, η διαδικασία κατάρτισης των καταλόγων και η ιστοσελίδα ενημέρωσης των ενδιαφερομένων της περίπτωσης 4 της παραγράφου Γ΄ του ίδιου άρθρου, τα δικαιολογητικά και ο τρόπος παρακολούθησης της τήρησης των όρων και των προϋποθέσεων αναφορικά με την επένδυση, κατ΄ εφαρμογή της περίπτωσης 3 της παραγράφου Δ΄ του άρθρου 16, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου Γ΄ του άρθρου 16.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταναστευτικής Πολιτικής και Οικονομίας και Ανάπτυξης μπορεί να προστίθενται στις κατηγορίες επενδύσεων της περίπτωσης 1 της παραγράφου Γ΄ του άρθρου 16 περιπτώσεις που αφορούν τη συμμετοχή σε άλλες μορφές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων, όπως ορίζεται στην περίπτωση 2 της παραγράφου Γ΄ του ίδιου άρθρου, και να τίθενται οι, κατά περίπτωση, όροι και οι προϋποθέσεις.

13. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται τα έγγραφα, με τα οποία πρέπει να εφοδιάζονται οι πολίτες τρίτων χωρών που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν καθίσταται δυνατός ο έγκαιρος εφοδιασμός τους από τις διπλωματικές αρχές της χώρας τους.

14. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ορίζονται τα κριτήρια ένταξης που απαιτούνται κατά την εξέταση αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης.

15. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών μπορεί να καθορίζεται διαφορετικά η διαδικασία καταβολής των παραβόλων του άρθρου 132.

16. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών καθορίζονται τα γενικά δικαιολογητικά και η διαδικασία χορήγησης των θεωρήσεων εισόδου μακράς διάρκειας.

17. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι λόγοι που συνιστούν απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς και οι λοιμώδεις, μεταδοτικές ή παρασιτικές ασθένειες οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας.

18. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται τα προξενικά τέλη ανάλογα με τα κράτη στα οποία εδρεύουν οι προξενικές αρχές και τα προξενικά γραφεία.

19. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εξωτερικών, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία χορήγησης εθνικών θεωρήσεων εισόδου και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που αφορά στην οικογενειακή επανένωση δικαιούχων διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 131/2006, όπως ισχύει.

20. Με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, δύνανται να ανακαθορίζονται οι αρμόδιες αρχές έκδοσης των αδειών διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι λεπτομέρειες, ειδικότερα ζητήματα για την εφαρμογή της, καθώς και ζητήματα που σχετίζονται με την εξέταση των εκκρεμών αιτημάτων.

21. Με απόφαση του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής μπορεί να χαρακτηρίζεται ως απόρρητη η προμήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4412/2016 και η εκτύπωση των εντύπων βεβαιώσεων κατάθεσης αίτησης, που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 8, και των ειδικών βεβαιώσεων νόμιμης διαμονής που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 25.

1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μπορεί να κωδικοποιούνται σε ενιαίο αυτοτελές κείμενο όλες οι διατάξεις που αφορούν στην είσοδο και διαμονή αλλοδαπών στην Ελλάδα, στις διαδικασίες επιστροφής και απομάκρυνσής τους από τη χώρα στα ζητήματα ασύλου και διεθνούς προστασίας, καθώς και κάθε άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που αφορά ζητήματα μεταχείρισης αλλοδαπών.

2. Κατά την κωδικοποίηση επιτρέπεται η αναδιατύπωση όπου κρίνεται απολύτως αναγκαία για την ακριβέστερη νοηματική απόδοση, η απάλειψη διατάξεων που έχουν καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά, καθώς και των διατάξεων που δεν έχουν πεδίο εφαρμογής, η νέα αρίθμηση των άρθρων, η διαφορετική κατάταξη αυτών, των παραγράφων και των εδαφίων τους, η υποδιαίρεση άρθρων σε περισσότερα και γενικά κάθε αναμόρφωση των υπό κωδικοποίηση διατάξεων, για την αρτιότερη νομοτεχνική κατάστρωσή τους, χωρίς καμία νοηματική αλλοίωση ή μεταβολές ορολογίας, καθώς και η προσαρμογή των διατάξεων που καθορίζουν αρμοδιότητες διοικητικών και άλλων οργάνων στο υφιστάμενο οργανωτικό σχήμα των κεντρικών και αποκεντρωμένων κρατικών υπηρεσιών, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν υπάρξει αμφιβολία στην έννοια διάταξης που κωδικοποιήθηκε επικρατεί το αρχικό κείμενο της διάταξης που κωδικοποιήθηκε.

3. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ρυθμίζονται τα θέματα συγκρότησης της Επιτροπής Κωδικοποίησης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη λειτουργία της. Στα μέλη της Επιτροπής Κωδικοποίησης δεν καταβάλλεται αποζημίωση.

4. Μελλοντικές αλλαγές της νομοθεσίας αυτής γίνονται με τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος.

1. Πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος είχε άδεια διαμονής σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3386/2005, εφόσον συμπληρώσει δεκαετή νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα κατά την τελευταία δωδεκαετία πριν την υποβολή σχετικού αιτήματος, δικαιούται να λάβει άδεια διαμονής διάρκειας δέκα (10) ετών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6, η οποία παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Για τη συμπλήρωση της δεκαετούς νόμιμης διαμονής προσμετράται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος κατείχε ελληνική ιθαγένεια ή οριστικό τίτλο διαμονής ανεξαρτήτως της αρχής έκδοσής του.
Η άδεια χορηγείται ύστερα από αίτηση του πολίτη τρίτης χώρας και απόφαση της αρμόδιας αρχής που χορήγησε την τελευταία άδεια διαμονής, εφόσον ο αιτών: α) διαθέτει πλήρη κάλυψη ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, β) εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις, γ) πληροί προϋποθέσεις ανανέωσης για μία από τις άδειες του παρόντος Κώδικα.

2. Άδειες διαμονής αόριστης διάρκειας μετατρέπονται αυτοδικαίως σε άδειες διαμονής δεκαετούς διάρκειας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κατά την επανέκδοσή τους. Για την απόκτηση της άδειας διαμονής δεκαετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρούσα δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

3. Οι άδειες διαμονής που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 91 παρ. 2 του ν. 3386/2005, καθώς και αυτές που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ανανεώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του παρόντος. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, και εφόσον ο ενδιαφερόμενος: α) αποδεικνύει συνεχή διαμονή στην Ελλάδα, η διακοπή της οποίας δεν υπερβαίνει τα δύο (2) συναπτά έτη, β) εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις και γ) διαθέτει πλήρη κάλυψη ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, η άδεια διαμονής του, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, ανανεώνεται για τρία (3) έτη κάθε φορά και επιτρέπει την πρόσβαση σε εξαρτημένη εργασία-παροχή υπηρεσιών ή έργο ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα με κριτήριο την εργασιακή ή επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσαν με τη δεκαετή ή αόριστης διάρκειας άδεια διαμονής που κατείχαν.

4. α. Οι βεβαιώσεις και οι προσωρινές άδειες που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 76 του ν. 2910/2001 και του άρθρου 24 του ν. 3013/ 2002 (Α' 102), αντικαθίστανται από άδειες διαμονής ετήσιας διάρκειας, εφόσον τα πρόσωπα, στα οποία χορηγήθηκαν οι βεβαιώσεις της ανωτέρω παραγράφου, κριθούν αλλογενείς πολίτες τρίτων χωρών και εξακολουθούν να διαμένουν στην Ελλάδα. Η αίτηση απόκτησης της ανωτέρω άδειας διαμονής υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εντός ενός (1) έτους από την επίδοση των σχετικών απορριπτικών αποφάσεων.
β. Οι άδειες διαμονής της προηγούμενης παραγράφου χορηγούνται εφόσον:
βα) δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο πρόσωπο του αιτούντος,
ββ) ο αιτών δεν έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για χρησιμοποίηση ψευδών πληροφοριών, πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, καθώς και για διάπραξη απάτης.
γ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στην εξαρτημένη εργασία-παροχή υπηρεσιών ή έργου και ανανεώνεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του παρόντος Κώδικα. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής ασκούσε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και η δραστηριότητα εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγούμενου εδαφίου εξετάζεται επίσης η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του παρόντος άρθρου.
δ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής χορηγείται αυτοτελώς στα μέλη της οικογένειας του αιτούντος, εφόσον αποδεδειγμένα συγκατοικούσαν με αυτόν επί εξαετία πριν την έκδοση απόφασης σχετικά με την ομογενειακή τους ιδιότητα και εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα. Τυχόν διαπίστωση πλαστότητας δικαιολογητικών βαρύνει προσωπικά τον πολίτη τρίτης χώρας που τα προσκόμισε και όχι τα μέλη της οικογένειάς του.

5. α. Σε πρόσωπα των οποίων ανακαλείται χορηγηθείσα ελληνική ιθαγένεια χορηγείται άδεια διαμονής ετήσιας διάρκειας, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτησή τους ενώπιον των αρμόδιων υπηρεσιών του τόπου διαμονής τους εντός ενός (1) έτους από την επίδοση της σχετικής απόφασης.
β. Οι άδειες διαμονής της προηγούμενης παραγράφου, χορηγούνται εφόσον:
βα) δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο πρόσωπο του αιτούντος,
ββ) ο αιτών δεν έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για χρησιμοποίηση ψευδών πληροφοριών, πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, καθώς και για διάπραξη απάτης.
γ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στην εξαρτημένη εργασία-παροχή υπηρεσιών ή έργου και ανανεώνεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του παρόντος Κώδικα. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής ασκούσε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και η δραστηριότητα εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγούμενου εδαφίου εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου.
δ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής χορηγείται αυτοτελώς στα μέλη της οικογένειας του αιτούντος, εφόσον αποδεδειγμένα συγκατοικούσαν με αυτόν επί εξαετία πριν την ανάκληση της χορηγηθείσας ελληνικής ιθαγένειας και εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα. Τυχόν διαπίστωση πλαστότητας δικαιολογητικών βαρύνει προσωπικά τον πολίτη τρίτης χώρας που τα προσκόμισε και όχι τα τέκνα της οικογένειάς του που ήταν ανήλικα κατά το χρόνο απόκτησης της ιθαγένειας.
ε. Στις ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου υπάγονται και πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων η χορηγηθείσα ελληνική ιθαγένεια ανακλήθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα αυτού και συνεχίζουν έκτοτε να διαμένουν στη χώρα εφόσον οι σχετικές αιτήσεις υποβληθούν εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

6. Άδειες διαμονής που εκδόθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Κώδικα αυτού, με βάση τις διατάξεις του ν. 3386/2005 και αντιστοιχούν σε προσωρινό καθεστώς διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα παραμένουν σε ισχύ έως τη λήξη της διάρκειας ισχύος τους.

7. Άδειες διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα που είναι σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα, ανανεώνονται για τρία (3) έτη κάθε φορά, εφόσον:
α. η δραστηριότητα εξακολουθεί να ασκείται και β. έχουν εκπληρωθεί οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, ο ελάχιστος δηλαδή αριθμός ημερομισθίων ή το ελάχιστο χρονικό διάστημα ασφάλισης ανά έτος και ασφαλιστικό φορέα.

8. Εκκρεμείς αιτήσεις για ανθρωπιστικούς λόγους που κατατέθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα στο Υπουργείο Εσωτερικών, εξετάζονται από τη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του ίδιου Υπουργείου.

9. Εκκρεμείς αιτήσεις κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα εξετάζονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτόν.

10. Οι άδειες διαμονής που εκδίδονται σε ανανέωση μεταβατικών τύπων αδειών διαμονής έχουν διάρκεια ισχύος δύο (2) έτη.

11. α) Η ισχύς των αδειών διαμονής πολιτών τρίτων χωρών οι οποίες έχουν εκδοθεί από τις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Χώρας που λήγουν από 1.1.2014 έως και 30.4.2014, παρατείνονται αυτοδικαίως έως και πέντε μήνες από την ημερομηνία λήξης τους, χωρίς την ανάγκη έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Κατά το χρονικό διάστημα της πεντάμηνης παράτασης ο πολίτης τρίτης χώρας είναι νόμιμα διαμένων στην Ελληνική Επικράτεια. Αιτήματα ανανέωσης των ως άνω αδειών διαμονής δύνανται να γίνουν δεκτά καθ' όλο το χρόνο της παράτασης, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι επικαλούνται σπουδαίο λόγο. Με απόφαση του κατά τόπον Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αιτήματα ανανέωσης αδειών διαμονής δύνανται να γίνουν δεκτά καθ' όλο το χρόνο της παράτασης.
β) Οι βεβαιώσεις κατάθεσης αίτησης για τη χορήγηση ή την ανανέωση άδειας διαμονής που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 3386/2005, έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ισχύουν για χρονικό διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού.

12. Αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής πολιτών τρίτων χωρών για εξαρτημένη εργασία και παροχή υπηρεσιών ή έργου ή για άδεια διαμονής μακράς διάρκειας, καθώς και αιτήματα μελών των οικογενειών τους στο πλαίσιο χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση, που υποβλήθηκαν κατά τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 και εκκρεμούν προς απόρριψη, στις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτούμενο αριθμού ημερών ασφάλισης, όπως αυτός καθορίζεται με την κ.υ.α. 15055/ 546/2011 (Β' 1886), ανανεώνονται, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης βιβλιαρίου υγείας σε ισχύ.
Στις παραπάνω ρυθμίσεις υπάγονται και πολίτες τρίτων χωρών των οποίων οι άδειες διαμονής λήγουν έως 30.9.2014.
Στις ρυθμίσεις του εδαφίου α' της παρούσας παραγράφου υπάγονται επίσης αιτήματα που έχουν απορριφθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013, λόγω μη πλήρωσης της ως άνω προϋπόθεσης, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι πολίτες τρίτων χωρών έχουν ασκήσει ένδικα μέσα μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κώδικα και τελούν υπό καθεστώς προσωρινής δικαστικής προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι παραιτούνται από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα. Για την υπαγωγή των τελούντων υπό καθεστώς προσωρινής δικαστικής προστασίας στις ρυθμίσεις του εδαφίου α' υποβάλλεται σχετική αίτηση έως τις 30.6.2014, στην οποία, πλέον των λοιπών δικαιολογητικών που προβλέπει ο παρών Κώδικας για την ανανέωση άδειας διαμονής, επισυνάπτεται η παραίτηση του ενδιαφερόμενου από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα και μέσα.
Οι άδειες διαμονής που εκδίδονται βάσει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου έχουν τριετή διάρκεια διαμονής και ανανεώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν συμπληρωματικό παράβολο ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Οι άδειες διαμονής που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και λήγουν κατά τα έτη 2013 και 2014 και οι οποίες ανανεώνονται για τον ίδιο λόγο ή για την απόκτηση άδειας μακράς διαμονής, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην περίπτωση Ζ' του άρθρου 7 του παρόντος Κώδικα, δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου αριθμού ενσήμων.

13. Πολίτες τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος, πλην της προϋπόθεσης για την κατοχή επαρκούς εισοδήματος, όπως αυτό ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 89 παράγραφος 1α του παρόντος, έχουν τη δυνατότητα να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος εφόσον αποδεικνύουν ότι διαθέτουν ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα ύψους 8.500 ευρώ, το οποίο έχει αποκτηθεί κατά τα δύο τελευταία οικονομικά έτη πριν την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος. Το σχετικό αίτημα υποβάλλεται μέχρι 31.12.2015.

14. Πολίτες τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια διαμονής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 44 παρ. 1 περίπτωση η' του ν. 3386/2005, έχουν τη δυνατότητα να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 108 του παρόντος Κώδικα, εάν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, των διατάξεων του Κώδικα αυτού, δεν είχε καταστεί δυνατή η ανανέωσή τους για έναν από τους λόγους του νόμου και συνεχίζουν έκτοτε να διαμένουν στη χώρα. Οι σχετικές αιτήσεις θα πρέπει να υποβληθούν εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

15. Όπου στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας γίνεται αναφορά σε διατάξεις του ν. 3386/2005, σε ρυθμίσεις ενσωμάτωσης Οδηγιών της ΕΕ και σε κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3386/2005, εννοούνται εφεξής οι κατά περιεχόμενο αντίστοιχες ρυθμίσεις του παρόντος Κώδικα.

16. α. Πολίτες Αλβανίας, οι οποίοι αιτούνται τον εφοδιασμό τους ή την ανανέωση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.) και το αίτημά τους απορρίπτεται, διότι δεν απέδειξαν ομογενειακή ιδιότητα, έχουν τη δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον:
i. Διαμένουν επί τρία (3) τουλάχιστον έτη στη χώρα.
ii. Έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί τυχόν ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως της σχετικής απορριπτικής απόφασης.
iii. Δεν έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για χρησιμοποίηση ψευδών πληροφοριών, πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, καθώς και για διάπραξη απάτης.
ίν. Δεν υφίστανται σε βάρος τους λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας
β. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης ή της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως ή εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα για όσες αποφάσεις έχουν ήδη τελεσιδικήσει.
Η ανωτέρω άδεια διαμονής παρέχει στον υπήκοο τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στη μισθωτή απασχόληση και στην παροχή υπηρεσιών ή έργου και έχει ετήσια ισχύ. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής ασκούσε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και η δραστηριότητα εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγούμενου εδαφίου θα εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.
Οι άδειες διαμονής της παρούσης μπορούν να ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του Κώδικα αυτού.
γ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής χορηγείται και στα μέλη της οικογένειας του αιτούντος, εφόσον αποδεδειγμένα συγκατοικούσαν με αυτόν και εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα. Τυχόν διαπίστωση πλαστότητας δικαιολογητικών βαρύνει προσωπικά τον πολίτη τρίτης χώρας που τα προσκόμισε και όχι τα τέκνα της οικογένειάς του που ήταν ανήλικα κατά το χρόνο απόκτησης Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.).
δ. Δικαίωμα υπαγωγής στην ανωτέρω διαδικασία παρέχεται και στους πολίτες Αλβανίας των οποίων το αίτημα για χορήγηση ή ανανέωση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.) απορρίφθηκε λόγω προσκόμισης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση, εντός τριών (3) μηνών από την έκδοση σχετικής τελεσίδικης αθωωτικής απόφασης για τη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων ή εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα για όσες αποφάσεις έχουν τελεσιδικήσει πριν την ημερομηνία δημοσίευσής του.

17. Αιτήσεις για χορήγηση θεώρησης εισόδου για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής ή επενδυτικής δραστηριότητας, βάσει των διατάξεων των άρθρων 24-27 του Ν. 3386/2005, που έχουν διαβιβασθεί στις Διευθύνσεις Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας, διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες και εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος.

18. Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 1, παρ. 1, εδάφιο ε' της με αριθμό 30651/3.6.2014 κοινής υπουργικής απόφασης (Β' 1453) και εκκρεμούν στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος εξετάζονται από το Υπουργείο αυτό.

19. Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας βάσει των διατάξεων του άρθρου 1, παρ. 2, εδάφιο ε' της με αριθμ. 30651/3.6.2014 κοινής υπουργικής απόφασης (Β' 1453) εξετάζονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 108 του Ν. 4251/2014, όπως αυτό ισχύει, με την καταβολή συμπληρωματικού παραβόλου. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 108 του Ν. 4251/2014, οι αιτήσεις εξετάζονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 1, παρ. 2, εδάφιο ε' της με αριθμ. 30651/3.6.2014 κοινής υπουργικής απόφασης.

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος και με την επιφύλαξη των διατάξεων που διατηρούνται σε ισχύ σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, καταργούνται οι διατάξεις του ν. 3386/2005 (Α' 212) και οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, οι διατάξεις των άρθρων 1, 18 και 19 του ν. 3536/2007 (Α' 42), το άρθρο 28 του ν. 3613/2007 (Α' 203), η παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 3731/ 2008 (Α' 263), οι παράγραφοι 4, 5, 6, 7 του άρθρου 40 του ν. 3731/ 2008, η περίπτωση η' του άρθρου 45 του ν. 3731/2008, οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 43 του ν. 3801/2009 (Α' 163), το άρθρο 43 του ν. 3907/2011 (Α' 7), οι παράγραφοι 4, 7 και 9 του άρθρου 7 του ν. 4018/2011 (Α' 215), τα άρθρα 22 - 41 του ν. 4071/2012 (Α' 85), το άρθρο 6 του ν. 4146/2013 (Α'90), και τα προεδρικά διατάγματα 150/2006 (Α' 160), 128/2008 (Α' 190) και 101/2008, (Α' 157), οι παράγραφοι 4, 5 και 6 του άρθρου 11 του ν. 4147/2013 (Α' 98), το άρθρο 94 του ν. 4139/2013 (Α' 74) και το άρθρο 31 του ν. 4115/ 2013 (Α' 24) και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 2949/2001.

2. Από την έναρξη ισχύος του Ν. 4251/2014, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις των άρθρων 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83 και 89 (παράγραφοι 1-3) του Ν. 3386/2005, όπως ισχύουν, οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 3536/2007 (Α' 42), οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 18 του Ν. 3870/2010 (Α' 138), το Π.δ. 106/2007 (Α' 135), η υπ' αριθμ. 23443/2011 (Β' 2225) κοινή υπουργική απόφαση, καθώς και οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 4, της παρ. 3 του άρθρου 5, καθώς και της παρ. 5 του άρθρου 73 του Ν. 3386/2005, όπως ισχύουν.

3. Το π.δ. 131/2006 (Α'143), όπως τροποποιήθηκε με τα προεδρικά διατάγματα 167/2008 (Α' 223) και 113/ 2013 (Α'146), διατηρείται σε ισχύ, εφαρμοζόμενο αποκλειστικά για την οικογενειακή επανένωση των υπαγόμενων στις ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας.

1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συνιστάται νομοπαρασκευαστική επιτροπή, έργο της οποίας είναι η επεξεργασία και η πρόταση διατάξεων για την τροποποίηση του ν. 3068/2002 (Α' 274), όπως ισχύει, και η πρόβλεψη στο εθνικό δίκαιο της έκδοσης εκτελεστού τίτλου όταν η υποκείμενη σχέση είναι διοικητική σύμβαση.

2. Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή συγκροτείται από δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.), που υποδεικνύονται κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 1756/1988 (Α' 35), μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), μέλη ΔΕΠ πανεπιστημίων (εν ενεργεία ή/και ομότιμα), μέλη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) και στελέχη των Υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που υποδεικνύονται αρμοδίως, με τους αναπληρωτές τους.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορίζονται τα μέλη της και ανατίθενται καθήκοντα γραμματέα και βοηθού γραμματέα αυτής, σε υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων.

Παράγραφος 1: Παράταση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας
Τα τελευταία δύο εδάφια του άρθρου 66 του ν. 4144/ 2013 (Α' 88), όπως αυτό ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4237/2014 (Α' 36), αντικαθίστανται ως εξής:
«Οι ως άνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας (προνοιακά, βαριάς αναπηρίας, εξωιδρυματικό απολύτου αναπηρίας κ.λπ.), καθώς και συντάξεις με αιτία την αναπηρία (συντάξεις θανάτου σε ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιά κ.λπ.), ενώ για τον ίδιο χρόνο παρατείνεται η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς του άρθρου αυτού, για όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του, λήγει στις 30.4.2014. Τα πρόσωπα εκείνα, που κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, έχουν δικαιωθεί μια εξάμηνη παράταση της καταβολής της σύνταξης ή επιδόματός τους λόγω αναπηρίας και η εξάμηνη αυτή παράταση λήγει μέχρι τις 30.4.2014, δικαιούνται και μία επιπλέον εξάμηνη παράταση της σύνταξης ή του επιδόματός τους, εφόσον εξακολουθεί να εκκρεμεί στις υγειονομικές επιτροπές ΚΕ.Π.Α. ιατρική κρίση τους χωρίς δική τους υπαιτιότητα.»

Παράγραφος 2 : Απονομή σύνταξης σε ασφαλισμένους του τ. ΤΑΠ-ΟΤΕ
Από της ισχύος του άρθρου 5 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 (Α' 38), για την απονομή σύνταξης σε ασφαλισμένους του κλάδου σύνταξης του πρώην ΤΑΠ-ΟΤΕ δεν απαιτείται η απόλυσή τους λόγω νόσου, αλλά αρκούν η λύση της σύμβασης, με οποιονδήποτε τρόπο, η συμπλήρωση των απαιτούμενων από τις αντίστοιχες διατάξεις ετών ασφάλισης, καθώς και συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας που επιφέρει ανικανότητα σωματική ή διανοητική προς εκτέλεση κάθε εργασίας ή ανικανότητα για την εργασία που οφείλει να παρέχει.

Παράγραφος 3 : Πρωτοβάθμιες και Δευτεροβάθμιες Υγειονομικές Επιτροπές του ΕΟΠΥΥ
Η παρ. 3α του άρθρου 30 του ν. 3918/2011 (Α' 31), η οποία προσετέθη με την παρ. 2 με τίτλο «Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3918/2011 (Α' 31)» του άρθρου 54 του ν. 4223/2013 (Α' 287), αντικαθίσταται ως εξής:
«3.α. Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του ΕΟΠΥΥ, συγκροτούνται στον ΕΟΠΥΥ Πρωτοβάθμιες και Δευτεροβάθμιες Υγειονομικές Επιτροπές για την παραπομπή θεμάτων υγειονομικής περίθαλψης, πιστοποίησης νόσου που επιφέρει ανικανότητα για εργασία, καθώς και κρίσης ικανότητας προς εργασία για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση, με τις οποίες καθορίζονται η σύνθεση, οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στη λειτουργία τους.»

1. Το άρθρο 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3284/2004), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3838/2010, τροποποιείται ως εξής:
α. Στο τέλος της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 5 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ποινική καταδίκη αλλοδαπού, κατά τα ανωτέρω, που επιβλήθηκε με αναστολή εκτέλεσης της ποινής, εξακολουθεί να συνιστά κώλυμα προς απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση, ακόμα και εάν παρέλθει ο χρόνος της αναστολής, χωρίς αυτή να αρθεί ή να ανακληθεί.»
β. Η παρ. 2 του άρθρου 5 αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να τροποποιούνται, αντικαθίστανται ή καταργούνται τίτλοι οριστικής διαμονής που αναφέρονται στο υπό στοιχείο ε' της προηγούμενης παραγράφου και να προστίθενται νέοι τίτλοι νόμιμης διαμονής.»

2. Στην παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3838/2010, προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης πολιτογράφησης εξαιρούνται οι ομογενείς αλλοδαποί.»

3. Η παρ. 3 του άρθρου 9 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο όρκος δίδεται ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή εφόσον πρόκειται για ομογενή που διαμένει στο εξωτερικό ενώπιον του οικείου Έλληνα Προξένου. Για την ορκωμοσία συντάσσεται σχετικό πρακτικό.»

4. Στην παρ. 2 του άρθρου 10 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 3284/2004 και ισχύει, προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη υποχρεούνται να διατυπώσουν την παραπάνω γνώμη για θέματα που αφορούν στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών. Η παράλειψη των αρμόδιων αστυνομικών αρχών να αποστείλουν εγκαίρως γνώμη δεν κωλύει την έκδοση της απόφασης του Υπουργού.»

5. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 10 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με την περίπτωση β' της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς αιτήσεις.

6. Στο άρθρο 12 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 8 του ν. 3838/ 2010 και εν συνεχεία με την παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 3938/2011, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται η σύσταση και άλλων Επιτροπών Πολιτογράφησης. Με την εν λόγω υπουργική απόφαση προσδιορίζεται η τοπική αρμοδιότητα, η σύνθεση και η θητεία των Επιτροπών αυτών.»

7. Στην παρ. 2 του άρθρου 25 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Περίληψη των αποφάσεων που αφορούν την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

8. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3838/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις περί πολιτογράφησης, με εξαίρεση τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3838/2010, οι οποίες εφαρμόζονται στις εν λόγω εκκρεμείς αιτήσεις.»

9. Το άρθρο 23 του ν. 3838/2010 τροποποιείται ως ακολούθως:
α. Στην παρ. 1 του άρθρου 23 προστίθεται περίπτωση ε' ως εξής:
«ε) Υπεύθυνη δήλωση με το όνομα και επώνυμο του ομογενούς, όπως επιθυμεί να αναγράφονται στην απόφαση πολιτογράφησης. Ο ομογενής δύναται, εφόσον επιθυμεί, να προχωρήσει σε εξελληνισμό του κύριου ονόματος και του επωνύμου του.»
β. Η παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3838/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας απαιτείται η δημοσίευση περίληψης της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ελληνική ιθαγένεια αποκτάται από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, μη εφαρμοζόμενου αναλόγως του άρθρου 9 του ίδιου Κώδικα. Η απόφαση αιτιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, και εκδίδεται και δημοσιεύεται εντός έτους από την υποβολή της σχετικής αίτησης με πλήρη δικαιολογητικά.»
γ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3838/ 2010, όπως αντικαταστάθηκαν με την περίπτωση β' της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς αιτήσεις.
δ. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 23, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3β του άρθρου 26 του ν. 3938/2011, αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 5, του άρθρου 5Α, των εδαφίων β' και γ' της παρ. 2 του άρθρου 7 και του άρθρου 8 του Κώδικα Ελληνικής
Ιθαγένειας, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται αναλογικά, στις εν λόγω εκκρεμείς αιτήσεις.»

10. α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στο Υπουργείο Εσωτερικών συνιστώνται έως τρεις πενταμελείς Επιτροπές Πολιτογράφησης, οι οποίες αποτελούνται από:
αα. έναν προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών ως Πρόεδρο,
αβ. δύο μέλη Δ.Ε.Π. στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος,
αγ. έναν προϊστάμενο Τμήματος της Διεύθυνσης Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών,
αδ. έναν Προϊστάμενο Διεύθυνσης ή Τμήματος που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής (άρθρο 25 του ν. 4375/2016, Α΄51, άρθρο 3 του π.δ. 123/2016, Α΄208).
β. Οι παραπάνω Επιτροπές ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από το άρθρο 12 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του ν. 3838/2010, και λειτουργούν μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί των εκκρεμών κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3838/2010 αιτήσεων πολιτογράφησης.
γ. Οι Επιτροπές της παρούσας παραγράφου συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές του Προέδρου και των μελών των Επιτροπών. Χρέη γραμματέα των Επιτροπών Πολιτογράφησης ασκεί υπάλληλος, κατά προτίμηση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που υπηρετεί στη Διεύθυνση Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του με την ίδια ως άνω απόφαση.
Στην Επιτροπή Πολιτογράφησης συμμετέχει ως εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο υπάλληλος που χειρίζεται την υπόθεση.
δ. Η θητεία των μελών της Επιτροπής Πολιτογράφησης είναι διετής.
ε. Η παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3838/2010 καταργείται.
Έως τη συγκρότηση και λειτουργία τουλάχιστον μίας εκ των ανωτέρω Επιτροπών εξακολουθεί να λειτουργεί η Επιτροπή Πολιτογράφησης που προβλέπεται στην ανωτέρω καταργηθείσα διάταξη.

11. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4018/2011 (Α' 215) τροποποιείται ως εξής:
«1. Σε πολίτες Ισραήλ ή άλλων χωρών, εβραϊκής καταγωγής, αποδεικνυόμενης με δημόσια έγγραφα, οι οποίοι γεννήθηκαν ως την 9η Μαΐου 1945 στην Ελλάδα και εξακολουθούν να βρίσκονται εν ζωή, χορηγείται εκ νέου η ελληνική ιθαγένεια, εφόσον είχαν στο παρελθόν την ελληνική ιθαγένεια από τη γέννησή τους και την απώλεσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο.»

Η περίπτωση α' της παραγράφου 12 του άρθρου 1 του ν. 4065/2012 (Α' 77) αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Ο έλεγχος της Επιτροπής ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014».
Η περίπτωση β.ί. της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«β.ί. Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τη διακρίβωση, εάν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων. Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου.»
Στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4065/2012 διαγράφεται η φράση «, δύο έτη πριν,» και προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Ο έλεγχος γίνεται με βάση τις υποβληθείσες δηλώσεις, τα εκάστοτε προσκομισθέντα παραστατικά και τις διαθέσιμες φορολογικές δηλώσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 8, εάν η επιτροπή κρίνει ότι συντρέχει αποχρών λόγος προς τούτο. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη της περίπτωσης βί της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003.»
α. Η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Στον υπαίτιο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5, 6 παράγραφος 2 και 8 παράγραφος 2 επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, αν η ποινή είναι φυλάκιση, και από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, αν η ποινή είναι κάθειρξη. Η έκπτωση του υπαιτίου από το αιρετό δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό αξίωμα ή τη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική θέση που κατέχει, ως συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, επέρχεται αυτοδικαίως μόλις η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και δεν μπορεί να αποκλειστεί με εφαρμογή του άρθρου 64 του Ποινικού Κώδικα.»
β. Η περίπτωση β' της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6, και εφόσον δεν έχει προηγηθεί εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 2, δημεύονται με την καταδικαστική απόφαση, εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους.»
γ. Η περίπτωση γ' της παρ. 12 του άρθρου 1 του ν. 4065/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικότερα, εφόσον από τον έλεγχο προκύψει αδικαιολόγητη απόκτηση ή επαύξηση περιουσιακών στοιχείων, συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία αποστέλλεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικράτειας για το ενδεχόμενο συνδρομής περίπτωσης καταλογισμού κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης, η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο.»

1. Μετά το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α'222), όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013 (Α' 167) και συμπληρωθεί με την παρ. 7 του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 (Α' 174) και το άρθρο 12 του ν. 4210/2013 (Α' 254) και έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 44 του ν. 4238/2014 (Α'38) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Ειδικά για την περίπτωση της υπ' αριθμ. 10/2014 (Β'479) Ανακοίνωσης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οριζόμενη στο προηγούμενο εδάφιο δεκαπενθήμερη προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων-υπεύθυνων δηλώσεων από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους παρατείνεται από τη λήξη της μέχρι και την Παρασκευή 21.3.2014.»

2. Η ισχύς του ανωτέρω εδαφίου άρχεται από τις 13.3.2014.

Για την εφαρμογή του άρθρου 5 της υπ' αριθμ. ΔΙΙ- ΠΙΔΔ/Β.2/ΟΙΚ.21634/2013 (Β' 1914) απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και σε περίπτωση έλλειψης των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό εκθέσεων αξιολόγησης για τους υπαλλήλους που είχαν διατεθεί κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ν. 1943/1991 (Α' 50), εφόσον η έλλειψη αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, οι εκθέσεις αυτές για τα έτη 2012, 2013 και εφεξής μπορούν να συνταχθούν και να κατατεθούν αρμοδίως εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ισχύ του παρόντος, η οποία μπορεί να παραταθεί με απόφαση του ως άνω Υπουργού.
Η αξιολόγηση γίνεται από τα πρόσωπα ή τους φορείς στους οποίους τα πρόσωπα αυτά έχουν διατεθεί. Τα κριτήρια, ο τύπος, η διαδικασία ως και τα συναφή δικαιώματα των αξιολογούμενων υπαλλήλων, που ορίζονται στο π.δ. 318/1992 (Α' 161) προσαρμόζονται αναλόγως στις ειδικές συνθήκες άσκησης των καθηκόντων των ανωτέρω υπαλλήλων με απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, η οποία καθορίζει και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι τυχόν αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσης.

Η παρ. γ' του άρθρου 25 του ν. 3852/2010 «Πρόγραμμα Καλλικράτης» καταργείται.

Η παρ. 4 του άρθρου 383 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο κατάλογος αποτελείται από ίσο, κατά το δυνατόν, αριθμό ονομάτων ανδρών και γυναικών. Περιέχει συνολικά: α) για την Αθήνα έως 2.400, όχι όμως λιγότερα από 2.000 ονόματα, β) για τη Θεσσαλονίκη, Πειραιά και Πάτρα έως 1.000, όχι όμως λιγότερα από 600 ονόματα και γ) για τις υπόλοιπες πόλεις έως 750, όχι όμως λιγότερα από 150 ονόματα.»

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει δύο (2) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην των διατάξεων του άρθρου 138 παράγραφοι 11 και 12 και των άρθρων 141, 142, 143, 145, 146 και 147, που ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και του άρθρου 144 που ισχύει από τις 13.3.2014.


Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
 

 


Αθήνα, 31 Μαρτίου 2014
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
 
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΟΣ
 
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ
 
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ
 
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ
 
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
 
ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΥΤΑΡΗΣ
 
ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
 
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
 
ΥΓΕΙΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ-ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
 
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 31 Μαρτίου 2014
 
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

 

Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2021

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες φορολογίας εισοδήματος που ισχύουν για το φορολογικό έτος 2021