ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4489/2017 Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ και άλλες διατάξεις.

 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 140
21 Σεπτεμβρίου 2017
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4489
Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις - Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Σκοπός του παρόντος νόµου είναι η ενσωµάτωση στην εθνική έννοµη τάξη της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (L΄ 130).

1. Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) είναι δικαστική απόφαση ή απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους-µέλους της ΕΕ («κράτος έκδοσης») µε σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριµένων ερευνητικών µέτρων σε άλλο κράτος-µέλος («κράτος εκτέλεσης») για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων.

2. Οι ΕΕΕ εκτελούνται από τις ελληνικές αρχές µε βάση την αρχή της αµοιβαίας αναγνώρισης και σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος νόµου.

3. Κατά την έκδοση, διαβίβαση και εκτέλεση της ΕΕΕ τηρούνται τα θεµελιώδη δικαιώµατα και αρχές, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συµπεριλαµβανοµένων των δικαιωµάτων υπεράσπισης όσων υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες. Τυχόν υποχρεώσεις που βαρύνουν τις ελληνικές δικαστικές αρχές σχετικά µε την τήρηση των δικαιωµάτων του προηγούµενου εδαφίου δεν θίγονται.

Κατά την έννοια του παρόντος νόµου, νοούνται ως:
α) «κράτος έκδοσης»: το κράτοµέλος στο οποίο εκδίδεται η ΕΕΕ,
β) «κράτος εκτέλεσης»: το κράτος-µέλος στο οποίο εκτελείται η ΕΕΕ και στο οποίο πρέπει να εκτελεστεί το ερευνητικό µέτρο,
γ) «αρχή έκδοσης»:
γα) δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας µε αρµοδιότητα στη συγκεκριµένη υπόθεση, ή
γβ) κάθε άλλη αρµόδια αρχή που έχει ορισθεί από το κράτος έκδοσης για να ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ποινικές διαδικασίες στη συγκεκριµένη περίπτωση, αρµόδια σύµφωνα µε το εθνικό δίκαιο να διατάσσει τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Πριν τη διαβίβασή της, η ΕΕΕ επικυρώνεται αφού εξεταστεί από αρχή της υποπερίπτωσης γα΄ η τήρηση των προϋποθέσεων έκδοσής της, ιδίως αυτών της παραγράφου 2 του άρθρου 7. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή που την επικυρώνει µπορεί να θεωρηθεί αρχή έκδοσης για τους σκοπούς της διαβίβασής της.
Αρχή έκδοσης ΕΕΕ για την Ελλάδα είναι κάθε αρχή του άρθρου 6.
δ) «αρχή εκτέλεσης»: αρχή αρµόδια να αναγνωρίζει ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή τους. Αρµόδια δικαστική αρχή για την εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ορίζεται η αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, η οποία εξασφαλίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος νόµου και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

Η ΕΕΕ έχει ως αντικείµενο κάθε ερευνητικό µέτρο, περιλαµβανοµένης της λήψης αποδεικτικών στοιχείων τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρµόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης. H EEE δεν µπορεί να έχει ως αντικείµενο τη σύσταση κοινής οµάδας έρευνας και τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αυτής κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 13 της Σύµβασης για την αµοιβαία δικαστική συνδροµή επί ποινικών υποθέσεων µεταξύ των κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE C 197 της 12.7.2000, σ. 3) και στο Κεφάλαιο Δεύτερο (άρθρα 13-24) του ν. 3663/2008 (Α΄ 99) «Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (EURO-JUST), Κοινές Οµάδες Έρευνας και λοιπές διατάξεις» (Απόφαση-Πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συµβουλίου). Κατ’ εξαίρεση, το κράτος όπου δραστηριοποιείται η κοινή οµάδα έρευνας µπορεί να εκδώσει ΕΕΕ όταν η οµάδα χρειάζεται τη συνδροµή άλλου κράτους-µέλους, εκτός εκείνων που συγκροτούν την οµάδα.

Η ΕΕΕ εκδίδεται στο πλαίσιο:
α) ποινικής διαδικασίας που κινείται από δικαστική αρχή ή µπορεί να κινηθεί ενώπιόν της για αξιόποινη πράξη βάσει της νοµοθεσίας του κράτους έκδοσης,
β) διαδικασίας που κινούν διοικητικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιµωρούνται βάσει της νοµοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής µπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις,
γ) διαδικασίας που κινούν δικαστικές αρχές, όταν αυτή αφορά πράξεις που τιµωρούνται βάσει της νοµοθεσίας του κράτους έκδοσης ως παραβάσεις κανόνων δικαίου και όταν η απόφαση της διοικητικής ή δικαστικής αρχής µπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις και
δ) διαδικασιών των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄, οι οποίες αφορούν αξιόποινες πράξεις ή παραβάσεις που µπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη ή να επισύρουν την τιµωρία νοµικού προσώπου στο κράτος έκδοσης.

Αρµόδια αρχή για την έκδοση της ΕΕΕ από την Ελλάδα είναι:
α) δικαστής, δικαστήριο, ανακριτής ή εισαγγελέας µε αρµοδιότητα στη συγκεκριµένη υπόθεση και
β) κάθε άλλη αρµόδια αρχή, η οποία στη συγκεκριµένη υπόθεση ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ορισµένη ποινική διαδικασία, υπό τον όρο ότι η ΕΕΕ που εκδίδεται από αυτή επικυρώνεται από τον αρµόδιο εισαγγελέα, ο οποίος την επικυρώνει, αφού ερευνήσει την τήρηση των προϋποθέσεων του παρόντος νόµου.

1. Η αρχή του άρθρου 6 εκδίδει ΕΕΕ αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του υπόπτου ή του κατηγορουµένου ή του συνηγόρου τους επ’ ονόµατι και για λογαριασµό τους.

2. Η ανωτέρω αρχή εκδίδει ΕΕΕ, µόνο όταν κρίνει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η έκδοση της ΕΕΕ είναι αναγκαία και τελεί σε αναλογία µε τους σκοπούς της διαδικασίας του άρθρου 5, λαµβάνοντας υπόψη την προστασία των δικαιωµάτων του υπόπτου ή κατηγορουµένου,
β) τα αιτούµενα ερευνητικά µέτρα που αναφέρονται στην ΕΕΕ θα µπορούσαν να είχαν διαταχθεί, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

3. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούµενης παραγράφου, η ανωτέρω αρχή απορρίπτει την αίτηση του υπόπτου ή του κατηγορουµένου.

4. Η ανωτέρω αρχή, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρµόδια αρχή εκτέλεσης όταν η τελευταία θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, µπορεί να ανακαλέσει την ΕΕΕ.

1. Η ΕΕΕ εκδίδεται σύµφωνα µε το υπόδειγµα του Παραρτήµατος A΄ του παρόντος και περιλαµβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
α) το όνοµα, τη διεύθυνση, τους αριθµούς τηλεφώνου και τηλεοµοιοτυπίας, καθώς και, αν υπάρχει, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδροµείου της δικαστικής αρχής που εξέδωσε ή επικύρωσε την ΕΕΕ,
β) το αντικείµενο και τους λόγους έκδοσης της ΕΕΕ,
γ) τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του υπόπτου ή κατηγορουµένου, αν δε αυτός είναι ανήλικος ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, τα στοιχεία ταυτότητας και την ιθαγένεια του αντιπροσώπου ή του επιτρόπου του,
δ) περιγραφή της αξιόποινης πράξης που αποτελεί αντικείµενο έρευνας ή διαδικασίας, καθώς και των σχετικών ποινικών διατάξεων που την τυποποιούν,
ε) περιγραφή του ή των αιτούµενων ερευνητικών µέτρων που πρέπει να ληφθούν και των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να συγκεντρωθούν.

2. Η ΕΕΕ συµπληρώνεται και υπογράφεται από την αρχή του άρθρου 6, η οποία πιστοποιεί την ακρίβεια και βεβαιώνει την ορθότητα του περιεχοµένου της.

3. Η ΕΕΕ µεταφράζεται στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.

1. Η ΕΕΕ, αφού συµπληρωθεί σύµφωνα µε το προηγούµενο άρθρο, διαβιβάζεται από την ελληνική αρχή έκδοσης στην αρµόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης είτε απευθείας, είτε µέσω των σηµείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού µέλους της Eurojust, µε οποιοδήποτε µέσο µπορεί να τεκµηριωθεί εγγράφως και κατά τρόπο που επιτρέπει στο κράτος εκτέλεσης να διαπιστώνει τη γνησιότητά της.

2. Κάθε περαιτέρω επίσηµη επικοινωνία διενεργείται απευθείας µεταξύ της ελληνικής αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ανακύψει πρόβληµα σχετικά µε τη διαβίβαση ή τη διαπίστωση της γνησιότητας κάθε εγγράφου και η απευθείας επικοινωνία αποβεί άκαρπη, µπορεί να αναζητηθεί η συνδροµή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων.

3. Σε περίπτωση αµφιβολίας σχετικά µε την αρµόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η ελληνική αρχή έκδοσης απευθύνεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, η οποία αναζητά µε κάθε πρόσφορο µέσο τις σχετικές πληροφορίες και διασαφηνίσεις από το κράτος εκτέλεσης. Αν η αρµόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης είναι άγνωστη, η ελληνική αρχή έκδοσης µπορεί, ιδίως µέσω των σηµείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού µέλους της Eurojust, να αναζητά και να λαµβάνει κάθε απαραίτητη πληροφορία σχετικά µε την αρµόδια αρχή εκτέλεσης.

1. Η αρµόδια αρχή που εξέδωσε προγενέστερη ΕΕΕ είναι αποκλειστικά αρµόδια για τη συµπλήρωσή της («συµπληρωµατική ΕΕΕ»), σύµφωνα µε την ενότητα Δ΄ του υποδείγµατος του Παραρτήµατος A΄ του παρόντος.

2. Η συµπληρωµατική ΕΕΕ πιστοποιείται, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 και επικυρώνεται, αν συντρέχει περίπτωση, σύµφωνα µε την περίπτωση γ΄ του άρθρου 3.

3. Η αρχή έκδοσης συνδράµει την εκτέλεση της ΕΕΕ στο κράτος εκτέλεσης σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 11, µπορεί δε να εκδίδει και να διαβιβάζει απευθείας στην αρχή εκτέλεσης συµπληρωµατική ΕΕΕ.

4. Η αρχή έκδοσης µπορεί να ζητήσει από µία ή περισσότερες ελληνικές αρχές να συνδράµουν τις αρµόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ, υπό τον όρο ότι οι ελληνικές αρχές θα έχουν αρµοδιότητα να συνδράµουν και στην εκτέλεση των ερευνητικών µέτρων σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

1. Αρµόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ορίζεται ο εισαγγελέας εφετών στη δικαστική περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί η ΕΕΕ, ο οποίος µεριµνά, κατά περίπτωση, για την εκτέλεσή της.

2. Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει κάθε ΕΕΕ που της διαβιβάζεται και µεριµνά για την εκτέλεσή της σαν να πρόκειται για ερευνητικό µέτρο που διατάχθηκε από ελληνική αρµόδια αρχή, εκτός αν, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος νόµου, συντρέχει λόγος µη αναγνώρισης, µη εκτέλεσης ή αναβολής.

3. Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που ρητά ορίζονται από την αρχή έκδοσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα νόµο, και υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές διατυπώσεις και διαδικασίες δεν αντιβαίνουν στο ελληνικό δίκαιο.

4. Όταν η αρχή εκτέλεσης παραλαµβάνει ΕΕΕ η οποία δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί από δικαστική αρχή, κατά την περίπτωση γ΄ του άρθρου 3, την αναπέµπει στο κράτος έκδοσης.

5. Η συνδροµή των αρχών του κράτους έκδοσης προς τις ελληνικές αρχές κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ επιτρέπεται στον βαθµό που οι αλλοδαπές αρχές θα µπορούσαν να συνδράµουν την εκτέλεση των ερευνητικών µέτρων που αναφέρονται στην ΕΕΕ σε παρόµοια εσωτερική τους υπόθεση. Αν η αρχή έκδοσης υποβάλει σχετικό αίτηµα να παρασχεθεί συνδροµή από αρχές του κράτους της κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης το αποδέχεται, εφόσον η συνδροµή αυτή δεν αντιβαίνει στο ελληνικό δίκαιο ούτε θέτει σε κίνδυνο ουσιώδη συµφέροντά εθνικής ασφάλειας.

6. Οι αρχές του κράτους έκδοσης που παρίστανται κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ στην Ελλάδα δεσµεύονται από την ελληνική νοµοθεσία. Δεν διαθέτουν εξουσία εκτέλεσης ερευνητικών µέτρων στην ελληνική επικράτεια, εκτός αν αυτή προβλέπεται στην ελληνική νοµοθεσία και έχει συµφωνηθεί µεταξύ των αρχών έκδοσης και εκτέλεσης.

7. Η αρχή εκτέλεσης µπορεί να επικοινωνεί απευθείας µε την αρχή έκδοσης µε οποιοδήποτε µέσο κρίνει πρόσφορο για την αποτελεσµατικότερη εκτέλεση της ΕΕΕ. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ανακύψει πρόβληµα σχετικά µε τη διαβίβαση ή τη διαπίστωση της γνησιότητας κάθε εγγράφου και η απευθείας επικοινωνία αποβεί άκαρπη, µπορεί να αναζητηθεί η συνδροµή της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων.

8. Όταν η αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7, διαβουλεύεται µε την αρµόδια αρχή έκδοσης προκειµένου να διερευνηθεί η δυνατότητα της τελευταίας να ανακαλέσει την ΕΕΕ.

1. Η αρχή εκτέλεσης έχει τη δυνατότητα επιλογής άλλου ερευνητικού µέτρου από εκείνο που αναφέρεται στην ΕΕΕ, όταν:
α) το ερευνητικό µέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται στην εσωτερική νοµοθεσία, ή
β) το ερευνητικό µέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται για παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, η παράγραφος 1 δεν ισχύει για τα ακόλουθα ερευνητικά µέτρα, τα οποία προβλέπονται κατά το εσωτερικό δίκαιο:
α) απόκτηση πληροφοριών ή αποδεικτικών µέσων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών εκτέλεσης, εφόσον αυτά θα µπορούσαν να έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή για τους σκοπούς της ΕΕΕ,
β) απόκτηση πληροφοριών που περιέχονται σε βάσεις δεδοµένων, τις οποίες τηρούν αστυνοµικές ή δικαστικές αρχές και στις οποίες έχει άµεση πρόσβαση η αρχή εκτέλεσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας,
γ) εξέταση µάρτυρα, θύµατος, υπόπτου ή τρίτου διαδίκου στο ελληνικό έδαφος,
δ) οποιοδήποτε µη καταναγκαστικό µέτρο κατά την εσωτερική νοµοθεσία,
ε) ταυτοποίηση προσώπου το οποίο είναι συνδροµητής σε συγκεκριµένο αριθµό τηλεφώνου ή συνδέεται µε ορισµένη διεύθυνση IP.

3. Η αρχή εκτέλεσης µπορεί να προσφεύγει σε διαφορετικό ερευνητικό µέτρο από αυτό που προβλέπεται στην ΕΕΕ, όταν αυτό είναι λιγότερο επαχθές και έχει το ίδιο αποτέλεσµα µε το ερευνητικό µέτρο που προβλέπεται στην ΕΕΕ.

4. Όταν η αρχή εκτέλεσης αποφασίζει να αξιοποιήσει τη δυνατότητα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3, ενηµερώνει πρώτα την αρχή έκδοσης, η οποία µπορεί να αποφασίσει να αποσύρει ή να συµπληρώσει την ΕΕΕ.

5. Στην περίπτωση της παραγράφου 1, αν το ερευνητικό µέτρο που αναφέρεται στην ΕΕΕ δεν προβλέπεται κατά την εσωτερική νοµοθεσία ή για παρόµοια εσωτερική υπόθεση και δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής άλλου ερευνητικού µέτρου, το οποίο θα είχε το ίδιο µε το αιτούµενο µέτρο αποτέλεσµα, η αρχή εκτέλεσης ενηµερώνει την αρχή έκδοσης ότι δεν κατέστη δυνατό να παράσχει τη συνδροµή που ζητήθηκε.

1. Η αναγνώριση ή η εκτέλεση ΕΕΕ απορρίπτεται από την αρχή εκτέλεσης όταν:
α) προβλέπεται σύµφωνα µε την εσωτερική νοµοθεσία ασυλία, προνόµιο ή εξαίρεση δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης που εµποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή υπάρχουν διατάξεις που ορίζουν ή περιορίζουν την ποινική ευθύνη σχετικά µε την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα µέσα ενηµέρωσης που εµποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ,
β) στη συγκεκριµένη περίπτωση, η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συµφέροντα εθνικής ασφάλειας ή την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθµισµένων πληροφοριών που σχετίζονται µε συγκεκριµένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών,
γ) η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ του άρθρου 5 και το ερευνητικό µέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση,
δ) η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης δίωξης ή ποινικής τιµωρίας δύο (2) φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (ne bis in idem,)
ε) η ΕΕΕ αφορά έγκληµα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι τελέσθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν µέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, η δε πράξη για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκληµα στην Ελλάδα,
στ) υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού µέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύµβατη µε τις υποχρεώσεις της Ελλάδας σύµφωνα µε το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων,
ζ) η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκληµα κατά την εσωτερική νοµοθεσία, εκτός αν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι πρόκειται για έγκληµα του Παραρτήµατος Δ΄ για το οποίο απειλείται στο κράτος έκδοσης στερητική της ελευθερίας ποινή µε ανώτατο όριο τουλάχιστον τα τρία (3) έτη ή
η) η χρήση του ερευνητικού µέτρου περιορίζεται, κατά την εσωτερική νοµοθεσία, σε εγκλήµατα που τιµωρούνται µε ποινή που υπερβαίνει ένα συγκεκριµένο κατώτατο όριο, στα οποία δεν περιλαµβάνεται το έγκληµα που αφορά η ΕΕΕ.

2. Οι λόγοι των περιπτώσεων ζ΄ και η΄ της προηγουµένης παραγράφου δεν εφαρµόζονται για τα ερευνητικά µέτρα της παραγράφου 2 του άρθρου 12.

3. Όταν η ΕΕΕ αφορά φορολογικά, τελωνειακά ή τραπεζικά εγκλήµατα, η αναγνώριση ή η εκτέλεσή της δεν µπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτέλεσης µε την αιτιολογία ότι η ελληνική νοµοθεσία δεν προβλέπει αντίστοιχο φόρο ή δασµό ή ίδια ρύθµιση µε εκείνη του κράτους έκδοσης ως προς τα φορολογικά, τελωνειακά ή τραπεζικά ζητήµατα.

4. Στις περιπτώσεις α΄, β΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1, η αρχή εκτέλεσης συµβουλεύεται µε κάθε πρόσφορο µέσο την αρχή έκδοσης πριν αποφασίσει τη µη αναγνώριση ή τη µη εκτέλεση ΕΕΕ, εν όλω ή εν µέρει, και, εφόσον απαιτείται, ζητεί από αυτή να της παράσχει αµελλητί κάθε απαραίτητη πληροφορία.

5. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 και εφόσον προβλέπεται άρση του προνοµίου ή της εξαίρεσης δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης από άλλη ελληνική αρχή, η αρχή εκτέλεσης ζητεί από αυτή να ενεργήσει αµελλητί. Εφόσον προβλέπεται άρση του προνοµίου ή της εξαίρεσης δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης από αρχή άλλου κράτους-µέλους ή διεθνούς οργανισµού, η αρχή έκδοσης αποφασίζει αν θα της ζητήσει να ασκήσει την εξουσία αυτή.

1. Η έκδοση της απόφασης σχετικά µε την αναγνώριση ή την εκτέλεση και η εκτέλεση του ερευνητικού µέτρου, πραγµατοποιούνται µε την ταχύτητα και προτεραιότητα που αρµόζει σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση και σε κάθε περίπτωση εντός των προθεσµιών που ορίζει το παρόν άρθρο.

2. Αν η αρχή έκδοσης εκθέτει στην ΕΕΕ ότι, λόγω της σοβαρότητας της αξιόποινης πράξης, δικονοµικών προθεσµιών, ή άλλων ιδιαίτερα επειγουσών περιστάσεων απαιτείται συντοµότερη προθεσµία από την οριζόµενη στο παρόν, ή αν η αρχή έκδοσης έχει δηλώσει στην ΕΕΕ ότι το ερευνητικό µέτρο πρέπει να εκτελεστεί σε συγκεκριµένη ηµεροµηνία, η αρχή εκτέλεσης λαµβάνει κατά προτεραιότητα υπόψη αυτό το αίτηµα.

3. Η απόφαση για την αναγνώριση ή την εκτέλεση ΕΕΕ, εκδίδεται από την αρχή εκτέλεσης το συντοµότερο δυνατόν και, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο τριάντα (30) ηµέρες µετά την παραλαβή της ΕΕΕ.

4. Αν δεν συντρέχει λόγος αναβολής δυνάµει του άρθρου 17, ή αν βρίσκονται ήδη στην κατοχή των ελληνικών αρχών αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν στο ερευνητικό µέτρο που αναφέρει η ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης εκτελεί αµελλητί το ερευνητικό µέτρο, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 5, το αργότερο ενενήντα (90) ηµέρες µετά τη λήψη της απόφασης της παραγράφου 3.

5. Όταν σε συγκεκριµένη περίπτωση η αρχή εκτέλεσης δεν µπορεί να τηρήσει τις προθεσµίες των παραγράφων 2 και 3, ενηµερώνει αµελλητί την αρµόδια αρχή του κράτους έκδοσης µε οποιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας τους λόγους καθυστέρησης και τον χρόνο που εκτιµά ότι θα χρειαστεί για την έκδοση της απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσµία της παραγράφου 3 µπορεί να παραταθεί κατά τριάντα (30) ηµέρες κατ’ ανώτατο όριο.

6. Όταν σε συγκεκριµένη περίπτωση η αρχή εκτέλεσης δεν µπορεί να τηρήσει την προθεσµία που ορίζεται στην παράγραφο 4, ενηµερώνει αµελλητί την αρµόδια αρχή του κράτους έκδοσης µε οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και προβαίνοντας σε διαβούλευση µε την αρχή έκδοσης για τον κατάλληλο χρόνο εκτέλεσης του ερευνητικού µέτρου.

1. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ, η αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει αµελλητί στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε, ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρµόδιων ελληνικών αρχών. Εφόσον ζητείται στην ΕΕΕ και επιτρέπεται σύµφωνα µε την εσωτερική νοµοθεσία, τα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρµόδιες αρχές του κράτους έκδοσης που συνδράµουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 11.

2. Η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων µπορεί να ανασταλεί όσο εκκρεµεί απόφαση σχετικά µε ένδικο βοήθηµα ή ένδικο µέσο, εκτός αν στην ΕΕΕ εκτίθενται επαρκείς λόγοι βάσει των οποίων η άµεση διαβίβαση κρίνεται ουσιώδης για την ορθή διεξαγωγή της έρευνάς της ή για τη διαφύλαξη των ατοµικών δικαιωµάτων. Η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και µη αναστρέψιµη βλάβη σε πρόσωπο που αναφέρεται στην ΕΕΕ.

3. Όταν διαβιβάζει τα συγκεντρωθέντα αποδεικτικά στοιχεία, η αρχή εκτέλεσης επισηµαίνει αν επιθυµεί να επιστραφούν στην Ελλάδα µόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης.

4. Όταν τα σχετικά αντικείµενα, έγγραφα ή δεδοµένα είναι ήδη χρήσιµα για άλλη διαδικασία, η αρχή εκτέλεσης µπορεί, κατόπιν έγγραφου αιτήµατος της αρχής έκδοσης και έπειτα από διαβουλεύσεις µε αυτή, να διαβιβάσει προσωρινά τα αποδεικτικά στοιχεία, υπό τον όρο ότι θα επιστραφούν στην Ελλάδα µόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης, ή οποτεδήποτε άλλοτε συµφωνηθεί µεταξύ των αρµόδιων αρχών.

1. Για ερευνητικά µέτρα για τα οποία εκδίδεται ΕΕΕ, µπορούν να ασκηθούν ένδικα βοηθήµατα και ένδικα µέσα που προβλέπονται στην ελληνική νοµοθεσία και εντός των προθεσµιών που αντίστοιχα τάσσονται.

2. Η έκδοση της ΕΕΕ µπορεί να προσβληθεί για ουσιαστικούς λόγους µόνον ενώπιον αρµοδίων αρχών του κράτους έκδοσης, υπό τον όρο τήρησης των θεµελιωδών δικαιωµάτων στην Ελλάδα.

3. Εφόσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η εµπιστευτικότητα της έρευνας, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 21, οι ελληνικές αρχές παρέχουν έγκαιρα τις πληροφορίες σχετικά µε τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων βοηθηµάτων και ένδικων µέσων βάσει της ελληνικής νοµοθεσίας, µε σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσµατικής τους άσκησης.

4. Η προθεσµία για την άσκηση ενδίκου µέσου είναι ίδια µε αυτή που προβλέπεται σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση και εφαρµόζεται κατά τρόπο που εγγυάται την αποτελεσµατική του άσκηση από τα ενδιαφερόµενα µέρη.

5. Οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης ενηµερώνουν η µία την άλλη, σχετικά µε τα ένδικα µέσα που µπορούν να ασκηθούν κατά της έκδοσης ή αναγνώρισης ή εκτέλεσης ΕΕΕ.

6. Τυχόν νοµική αµφισβήτηση δεν αναστέλλει την εκτέλεση του ερευνητικού µέτρου, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά από το ελληνικό δίκαιο.

7. Αν ένδικο µέσο ή βοήθηµα κατά της αναγνώρισης ή εκτέλεσης µιας ΕΕΕ γίνει δεκτό, λαµβάνεται υπόψη σύµφωνα µε το ελληνικό δίκαιο. Βάσει των εθνικών δικονοµικών κανόνων, οι ελληνικές αρχές διασφαλίζουν ότι σε ποινικές διαδικασίες στο κράτος έκδοσης, τα δικαιώµατα υπεράσπισης και δίκαιης δίκης γίνονται σεβαστά κατά την εκτίµηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάµει ΕΕΕ.

1. Η αναγνώριση ή εκτέλεση ΕΕΕ µπορεί να αναβληθεί, εφόσον:
α) Η εκτέλεσή της µπορεί να παραβλάψει διεξαγόµενη ποινική έρευνα ή δίωξη, για όσο χρονικό διάστηµα κρίνει αναγκαίο η αρµόδια ελληνική αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 11.
β) Τα σχετικά αντικείµενα, έγγραφα ή δεδοµένα χρησιµοποιούνται ήδη στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας και για όσο χρονικό διάστηµα κρίνεται αναγκαίο.

2. Μόλις εκλείψει ο λόγος αναβολής, η αρχή εκτέλεσης εκτελεί αµελλητί την ΕΕΕ και ενηµερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης µε κάθε µέσο που µπορεί να τεκµηριωθεί εγγράφως.

1. Όταν η ΕΕΕ περιέρχεται στην αρµόδια αρχή εκτέλεσης, η τελευταία χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός επτά (7) ηµερών από τη λήψη της, συµπληρώνει και αποστέλλει το υπόδειγµα του Παραρτήµατος Β΄.
Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο για την κεντρική αρχή της παραγράφου 3 του άρθρου 9 όσο και για την αρχή εκτέλεσης στην οποία διαβιβάζεται η ΕΕΕ από την κεντρική αρχή.
Εάν ελληνική αρχή που παρέλαβε ΕΕΕ είναι αναρµόδια για την αναγνώριση και εκτέλεσή της, τη διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως στην αρµόδια αρχή εκτέλεσης και ενηµερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης σε κάθε περίπτωση εντός επτά (7) ηµερών από τη λήψη της.

2. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 12, η αρχή εκτέλεσης ενηµερώνει την αρχή έκδοσης αµελλητί και µε οποιοδήποτε µέσο:
α) αν αδυνατεί να αποφανθεί σχετικά µε την αναγνώριση ή την εκτέλεση λόγω ελλείψεων ή προδήλων σφαλµάτων στο υπόδειγµα του Παραρτήµατος Α΄,
β) αν κρίνει στην πορεία εκτέλεσης της ΕΕΕ, χωρίς περαιτέρω έρευνες, ότι ενδέχεται να καταστεί αναγκαία η διενέργεια ερευνητικών µέτρων που δεν είχαν προβλεφθεί αρχικά ή δεν είχαν προσδιοριστεί κατά την έκδοση της ΕΕΕ, προκειµένου η αρχή έκδοσης να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες στη συγκεκριµένη υπόθεση,
γ) αν διαπιστώσει ότι στη συγκεκριµένη υπόθεση δεν µπορεί να τηρήσει τις διατυπώσεις και διαδικασίες που έχει ορίσει ρητά η αρχή έκδοσης σύµφωνα µε το άρθρο 11.
Οι ως άνω πληροφορίες επιβεβαιώνονται αµελλητί και µε κάθε µέσο που µπορεί να τεκµηριωθεί εγγράφως, κατόπιν αίτησης της αρχής έκδοσης.

3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 12, η αρχή εκτέλεσης πληροφορεί την αρχή έκδοσης αµελλητί και, µε κάθε µέσο που µπορεί να τεκµηριωθεί εγγράφως:
α) για οποιαδήποτε απόφαση λαµβάνεται σύµφωνα µε τα άρθρα 12 ή 13,
β) για κάθε απόφαση σχετική µε την αναβολή της εκτέλεσης ή της αναγνώρισης της ΕΕΕ, τους λόγους της αναβολής και, εφόσον είναι δυνατόν, την πιθανή διάρκεια της αναβολής.

Κατά το διάστηµα που ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόµου, οι υπάλληλοι του κράτους έκδοσης θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, όσον αφορά εγκλήµατα που διαπράττονται εις βάρος τους ή από τους ίδιους.

1. Όταν υπάλληλοι κράτους-µέλους ενεργούν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παρόντος νόµου, το κράτος-µέλος από το οποίο προέρχονται υπέχει ευθύνη για παράνοµη πράξη ή παράλειψη που τέλεσαν και είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση ζηµίας, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΕισΝΑΚ (α.ν. 2783/1941, Α΄ 29).
Το Ελληνικό Δηµόσιο ευθύνεται για ζηµιές τις όποιες προξενούν υπάλληλοί του όταν ενεργούν στο πλαίσιο του παρόντος νόµου στο έδαφος άλλου κράτους-µέλους, σύµφωνα µε το δίκαιο του κράτους-µέλους στο έδαφος του οποίου ενεργούν.

2. Αν υπάλληλοι κράτους-µέλους προξενήσουν ζηµία στο ελληνικό έδαφος εις βάρος τρίτου στο πλαίσιο του παρόντος νόµου, το Ελληνικό Δηµόσιο υποχρεούται να την αποκαταστήσει, υπό τις προυποθεσεις που ισχύουν για τις ζηµίες που προξενούν οι υπάλληλοί του.

3. Αν υπάλληλοι του Ελληνικού Δηµοσίου, προξενήσουν ζηµία στο έδαφος άλλου κράτουςµέλους εις βάρος τρίτου στο πλαίσιο του παρόντος νόµου, το Ελληνικό Δηµόσιο καταβάλλει εξ ολοκλήρου στο άλλο κράτος το ποσό το οποίο το τελευταίο κατέβαλε στους παθόντες η άλλους δικαιούχους από την ίδια αιτία.

4. Με την επιφύλαξη της άσκησης των δικαιωµάτων του έναντι τρίτων, το Ελληνικό Δηµόσιο δεν αναζητεί απο άλλο κράτος-µέλος, τα ποσά που κατέβαλε για αποκατάσταση ζηµιών που το ίδιο υπέστη σύµφωνα µε την ευθύνη που θεµελιώνεται στην παράγραφο 1.

1. Κατά την εκτέλεση ΕΕΕ, οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης τηρούν τον εµπιστευτικό χαρακτήρα της.

2. Η ελληνική αρχή εκτέλεσης εγγυάται, σύµφωνα µε την εσωτερική νοµοθεσία, την τήρηση της εµπιστευτικότητας για τα πραγµατικά περιστατικά και το περιεχόµενο της ΕΕΕ, πέρα από την έκταση που είναι αναγκαία για την εκτέλεση του ερευνητικού µέτρου. Αν η αρχή εκτέλεσης δεν µπορεί να ανταποκριθεί στη σχετική απαίτηση, ενηµερώνει πάραυτα την αρχή έκδοσης.

3. Εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη υπόδειξη ή ενηµέρωση από την αρχή εκτέλεσης, η ελληνική αρχή έκδοσης, σύµφωνα µε το εθνικό της δίκαιο, δεν αποκαλύπτει τα αποδεικτικά στοιχεία και τις πληροφορίες που της παρείχε η αρχή εκτέλεσης, στο µέτρο που η αποκάλυψή τους δεν είναι αναγκαία για τα ερευνητικά µέτρα που περιγράφονται στην ΕΕΕ.

4. Οι τράπεζες δεν αποκαλύπτουν στον ενδιαφερόµενο πελάτη τους ή σε άλλα τρίτα πρόσωπα, ότι έχουν διαβιβασθεί πληροφορίες στο κράτος έκδοσης σύµφωνα µε τα άρθρα 26 και 27 ή ότι διενεργείται έρευνα. Σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης του προηγούµενου εδαφίου, επιβάλλονται στους παραβάτες οι ακόλουθες κυρώσεις:
α) στο φυσικό πρόσωπο, οι προβλεπόµενες στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 31, στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 και στην παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 3691/2008 (Α΄166), και
β) στο νοµικό πρόσωπο, οι προβλεπόµενες στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 3691/2008.

Κατά την εφαρµογή του παρόντος νόµου, τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα προστατεύονται σύµφωνα µε τον ν. 2472/1997 (Α΄ 207).
Η πρόσβαση στα δεδοµένα αυτά περιορίζεται, µε την επιφύλαξη των δικαιωµάτων του ενδιαφερόµενου προσώπου. Μόνο εξουσιοδοτηµένα άτοµα µπορούν να έχουν πρόσβαση στα δεδοµένα αυτά.

1. Οι δαπάνες που προκύπτουν στην Ελλάδα και σχετίζονται µε την εκτέλεση ΕΕΕ βαρύνουν την Ελλάδα, µε εξαίρεση τις περιπτώσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 24, της παραγράφου 3 του άρθρου 25 και της παραγράφου 8 του άρθρου 32.

2. Όταν η ελληνική αρχή εκτέλεσης θεωρεί ότι οι δαπάνες για την εκτέλεση της ΕΕΕ µπορεί να είναι εξαιρετικά υψηλές, µπορεί να διαβουλεύεται µε την αρχή έκδοσης, σχετικά µε τη δυνατότητα και τον τρόπο κατανοµής των δαπανών ή τροποποίηση της ΕΕΕ. Η αρχή εκτέλεσης ενηµερώνει την αρχή έκδοσης σχετικά µε τις λεπτοµέρειες του µέρους των δαπανών που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.

3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν επιτυγχάνεται συµφωνία για τις δαπάνες της παραγράφου 2, η ελληνική αρχή έκδοσης µπορεί να αποφασίσει να αποσύρει εν όλω ή εν µέρει την ΕΕΕ ή να διατηρήσει την ΕΕΕ και να επιβαρυνθεί µε το µέρος των δαπανών που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.

1. Η ελληνική αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την προσωρινή µεταγωγή προσώπου που κρατείται στο κράτος εκτέλεσης, µε σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού µέτρου για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, όταν η παρουσία του στη χώρα κρίνεται αναγκαία. Η προσωρινή µεταγωγή εκτελείται, υπό την προϋπόθεση της επανόδου του µεταχθέντος εντός της οριζόµενης από το κράτος εκτέλεσης προθεσµίας.

2. Η ΕΕΕ της προηγούµενης παραγράφου δεν εκτελείται όταν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή µία από τις παρακάτω περιπτώσεις: α) ο κρατούµενος δεν συναινεί ή β) η µεταγωγή παρατείνει τον χρόνο κράτησής του. Στην περίπτωση α΄ του προηγούµενου εδαφίου, αν λόγω της ηλικίας ή της πνευµατικής ή σωµατικής κατάστασης του κρατουµένου κριθεί αναγκαίο από την αρχή εκτέλεσης, παρέχεται στον νόµιµο αντιπρόσωπό του η δυνατότητα διατύπωσης γνώµης σχετικά µε την προσωρινή µεταγωγή.

3. Η αρχή έκδοσης ζητεί άδεια διαµεταγωγής του κρατούµενου µέσω τρίτου κράτους-µέλους (κράτοµέλος διαµεταγωγής), µε σχετική αίτηση η οποία συνοδεύεται από το αίτηµα της αρχής έκδοσης προς την αρχή εκτέλεσης, καθώς και την έγκριση της αρχής εκτέλεσης. Για την παραλαβή των αιτήσεων διαµεταγωγής µέσω του ελληνικού εδάφους, καθώς και των απαραίτητων δικαιολογητικών, αλλά και οποιασδήποτε άλλης επίσηµης αλληλογραφίας σχετικής µε αιτήσεις διαµεταγωγής, αρµόδιος είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.

4. Οι λεπτοµέρειες και τα επιµέρους ζητήµατα σχετικά µε την προσωρινή µεταγωγή του κρατουµένου, όπως, µεταξύ άλλων, οι λεπτοµέρειες των συνθηκών κράτησης στο κράτος έκδοσης και οι ηµεροµηνίες µεταγωγής και επανόδου του στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, καθορίζονται µε κοινή συµφωνία µεταξύ των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, λαµβάνοντας υπόψη τη διασφάλιση της πνευµατικής και σωµατικής κατάστασης του κρατούµενου, καθώς και του επιβαλλόµενου από τις περιστάσεις επιπέδου ασφαλείας στο κράτος έκδοσης.

5. Ο προσωρινά µεταγόµενος στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος διαµεταγωγής παραµένει υπό κράτηση για καταδικαστικές αποφάσεις ή πράξεις για τις οποίες κρατούνταν στο κράτος εκτέλεσης, εκτός αν αυτό έχει ζητήσει να αφεθεί ελεύθερος. Ο χρόνος κράτησης στο κράτος έκδοσης αφαιρείται από τη συνολική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε ή θα του επιβληθεί στο κράτος εκτέλεσης σε περίπτωση καταδίκης.

6. Ο προσωρινά µεταγόµενος δεν διώκεται ούτε κρατείται ούτε υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο περιοριστικό της προσωπικής του ελευθερίας µέτρο στο κράτος έκδοσης για αξιόποινες πράξεις που τέλεσε ή για καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από τη µεταγωγή του, και οι οποίες δεν περιλαµβάνονται στην ΕΕΕ. Το προηγούµενο εδάφιο δεν εφαρµόζεται όταν ο προσωρινά µεταγόµενος, µολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το κράτος έκδοσης εντός δεκαπέντε (15) ηµερών από την ηµεροµηνία από την οποία η παρουσία του δεν κρίθηκε πλέον απαραίτητη από την αρχή έκδοσης, παρέµεινε στο έδαφος του κράτους έκδοσης ή αρχικά αποχώρησε και κατόπιν επανήλθε.

7. Οι δαπάνες που θα ανακύψουν από την εφαρµογή του παρόντος ρυθµίζονται σύµφωνα µε το άρθρο 23, ενώ οι δαπάνες µεταγωγής του προσώπου από και προς το κράτος έκδοσης βαρύνουν το εν λόγω κράτος.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την προσωρινή µεταγωγή κρατουµένου που κρατείται στο κράτος έκδοσης, µε σκοπό την εκτέλεση ερευνητικού µέτρου για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, η οποία καθιστά αναγκαία την παρουσία του στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης.

2. Οι παράγραφοι 2 έως 6 του προηγούµενου άρθρου εφαρµόζονται και για την προβλεπόµενη στο παρόν προσωρινή µεταγωγή.

3. Οι δαπάνες που θα ανακύψουν από την εφαρµογή του παρόντος ρυθµίζονται σύµφωνα µε το άρθρο 23, ενώ οι δαπάνες µεταγωγής του προσώπου από και προς το κράτος εκτέλεσης βαρύνουν το εν λόγω κράτος.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την εξέταση µάρτυρα ή πραγµατογνώµονα µε εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλου είδους οπτικοακουστική µετάδοση, αν το πρόσωπο αυτό βρίσκεται στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης και κριθεί ότι πρέπει να εξεταστεί ως µάρτυρας ή πραγµατογνώµονας από τις αρµόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 5 έως 7. ΕΕΕ σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο προηγούµενο εδάφιο εκδίδεται και για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουµένου µε εικονοτηλεδιάσκεψη ή µε άλλου είδους οπτικοακουστική µετάδοση.

2. Η αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση ΕΕΕ της προηγούµενης παραγράφου, αν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή µία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) δεν συναινεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούµενος ή
β) η εκτέλεση ενός τέτοιου ερευνητικού µέτρου σε συγκεκριµένη υπόθεση αντίκειται στην εσωτερική νοµοθεσία.

3. Οι λεπτοµέρειες και τα επιµέρους ζητήµατα της εξέτασης συµφωνούνται µεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτέλεσης. Μετά τη συµφωνία, η αρχή εκτέλεσης υποχρεούται:
α) να ενηµερώσει τον µάρτυρα ή τον πραγµατογνώµονα σχετικά µε την ώρα και τον τόπο της εξέτασης,
β) να κλητεύσει τον ύποπτο ή τον κατηγορούµενο να εµφανιστεί προς εξέταση σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στη νοµοθεσία του κράτους εκτέλεσης και να τον ενηµερώσει εγκαίρως σχετικά µε τα δικαιώµατα που του αναγνωρίζονται από την εσωτερική νοµοθεσία, ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσµατικά τα δικαιώµατα υπεράσπισής του,
γ) να εξακριβώσει τα στοιχεία της ταυτότητας του εξεταζόµενου προσώπου.

4. Αν, στο πλαίσιο µιας συγκεκριµένης υπόθεσης, η αρχή εκτέλεσης δεν διαθέτει ή δεν έχει πρόσβαση στα απαραίτητα τεχνικά µέσα για τη διεξαγωγή εικονοτηλεδιάσκεψης, τα µέσα αυτά µπορούν να της διατεθούν από το κράτος έκδοσης µε αµοιβαία συµφωνία.

5. Κατά την εξέταση µε εικονοτηλεδιάσκεψη ή µε άλλου είδους οπτικοακουστική µετάδοση ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Η αρµόδια ελληνική αρχή εκτέλεσης παρίσταται µε αντιπρόσωπό της και, αν απαιτείται, επικουρείται από διερµηνέα. Η αρχή αυτή είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση της ταυτότητας του εξεταζοµένου, καθώς και για την τήρηση της εσωτερικής νοµοθεσίας. Αν η αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασης παραβιάζεται η εσωτερική νοµοθεσία, λαµβάνει αµελλητί τα αναγκαία µέτρα, προκειµένου να διασφαλισθεί η συνέχιση της εξέτασης, σύµφωνα µε αυτή.
β) Οι αρµόδιες αρχές του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης συµφωνούν για τα αναγκαία µέτρα προστασίας του εξεταζοµένου.
γ) Η εξέταση διενεργείται απευθείας από την αρµόδια αρχή του κράτους έκδοσης ή υπό την εποπτεία της και σύµφωνα µε το εσωτερικό του δίκαιο.
δ) Η ελληνική αρχή εκτέλεσης µεριµνά ώστε ο εξεταζόµενος να επικουρείται από διερµηνέα, όταν αυτό είναι αναγκαίο και κατόπιν αιτήµατος αυτού ή του κράτους έκδοσης.
ε) Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούµενοι ενηµερώνονται πριν από την εξέταση για τα δικονοµικά δικαιώµατα που τους αναγνωρίζονται σύµφωνα µε την εσωτερική νοµοθεσία και τη νοµοθεσία του κράτους έκδοσης, συµπεριλαµβανοµένου του δικαιώµατος άρνησης κατάθεσης. Μάρτυρες και πραγµατογνώµονες δικαιούνται να επικαλεστούν το δικαίωµα άρνησης κατάθεσης όταν αυτό αναγνωρίζεται από την ελληνική νοµοθεσία ή τη νοµοθεσία του κράτους έκδοσης και αφού ενηµερωθούν σχετικά.

6. Με την επιφύλαξη των µέτρων της περίπτωσης β΄ της προηγούµενης παραγράφου, η αρχή εκτέλεσης συντάσσει εκθέσεις στο τέλος της εξέτασης και τις αποστέλλει στην αρχή έκδοσης. Στις εκθέσεις αυτές αναφέρεται η ηµεροµηνία και ο τόπος της εξέτασης, η ταυτότητα του εξετασθέντος, η ταυτότητα και η ιδιότητα κάθε άλλου προσώπου που συµµετείχε στην εξέταση στο κράτος εκτέλεσης, κάθε ορκοδοσία και οι τεχνικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγµατοποιήθηκε η εξέταση.

7. Όταν στο έδαφος κράτους µέλους εξετάζεται πρόσωπο το οποίο αρνείται να καταθέσει, ενώ υποχρεούται, ή δεν καταθέτει την αλήθεια, λαµβάνονται αναγκαία µέτρα για την εφαρµογή της εσωτερικής νοµοθεσίας, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που η εξέτασή του λάµβανε χώρα κατά την προβλεπόµενη εκεί διαδικασία.

1. Αν πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος κράτους-µέλους πρέπει να εξεταστεί ως µάρτυρας ή πραγµατογνώµονας από τις αρµόδιες ελληνικές αρχές και δεν είναι αναγκαία ή δυνατή η αυτοπρόσωπη εµφάνισή του στις ελληνικές αρχές, η ελληνική αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για την εξέτασή του µε τηλεφωνική διάσκεψη και αφού προηγουµένως έχουν εξετασθεί άλλα πρόσφορα µέσα.

2. Με την επιφύλαξη αντίθετης συµφωνίας, κατά την εξέταση προσώπου µε τηλεφωνική διάσκεψη εφαρµόζονται, τηρουµένων των αναλογιών, οι διατάξεις των παραγράφων 3, 5, 6 και 7 του προηγούµενου άρθρου.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για να διακριβωθεί αν φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νοµική προσωπικότητα κατά των οποίων στρέφεται η ποινική διαδικασία, τηρεί ή διαχειρίζεται έναν ή περισσότερους λογαριασµούς σε τράπεζα ευρισκόµενη στο κράτος εκτέλεσης, και σε καταφατική περίπτωση να της παρασχεθούν τα συγκεκριµένα στοιχεία.

2. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για να διακριβωθεί αν φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νοµική προσωπικότητα κατά των οποίων στρέφεται η ποινική διαδικασία, τηρεί ή διαχειρίζεται έναν ή περισσότερους λογαριασµούς σε µη τραπεζικό χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα ευρισκόµενο στο κράτος εκτέλεσης. Η αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση της ΕΕΕ για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 13, καθώς και όταν η εφαρµογή του αιτούµενου ερευνητικού µέτρου δεν προβλέπεται για παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

3. Στα στοιχεία των προηγούµενων παραγράφων περιλαµβάνονται επίσης λογαριασµοί στους οποίους το εµπλεκόµενο πρόσωπο ενεργεί ως πληρεξούσιος, αν αυτό ζητείται στην ΕΕΕ.

4. Η αρχή έκδοσης εκθέτει στην ΕΕΕ τους λόγους για τους οποίους τα αιτούµενα στοιχεία πιθανόν εξυπηρετούν τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ο λογαριασµός τηρείται σε τράπεζα ή σε µη χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα του κράτους εκτέλεσης και, στο βαθµό που είναι εφικτό, τα στοιχεία τους, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που µπορεί να διευκολύνει την εκτέλεσή της.

5. Η υποχρέωση εκτέλεσης κατά το παρόν ισχύει µόνο στο βαθµό που η τράπεζα ή το µη τραπεζικό χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα όπου τηρείται ο λογαριασµός, διαθέτει τα στοιχεία που ζητούνται µε την ΕΕΕ.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για να ληφθούν στοιχεία αναφορικά µε συγκεκριµένους τραπεζικούς λογαριασµούς και τραπεζικές συναλλαγές που διενεργήθηκαν σε συγκεκριµένη περίοδο µέσω ενός ή περισσότερων λογαριασµών. Στην ΕΕΕ περιλαµβάνονται τα στοιχεία κάθε χρεούµενου ή πιστούµενου λογαριασµού.

2. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για να ληφθούν στοιχεία αναφορικά µε συγκεκριµένους λογαριασµούς και χρηµατοοικονοµικές συναλλαγές που διενεργήθηκαν σε συγκεκριµένη περίοδο από µη τραπεζικά χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα. Η αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση της ΕΕΕ για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 13, καθώς και όταν η εφαρµογή του αιτούµενου ερευνητικού µέτρου δεν προβλέπεται για παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

3. Η αρχή έκδοσης εκθέτει στην ΕΕΕ τους λόγους για τους οποίους τα αιτούµενα στοιχεία είναι σηµαντικά για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας.

4. Η υποχρέωση εκτέλεσης κατά το παρόν άρθρο ισχύει µόνο στο βαθµό που η τράπεζα ή το µη τραπεζικό χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα όπου τηρείται ο υπό έλεγχο λογαριασµός, διαθέτει τα στοιχεία που ζητούνται µε την ΕΕΕ.

1. Με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για διενέργεια ερευνητικού µέτρου σε πραγµατικό χρόνο, διαρκώς και για ορισµένο χρονικό διάστηµα, όπως στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) παρακολούθησης τραπεζικών ή άλλων χρηµατοοικονοµικών συναλλαγών που διενεργούνται µέσω ενός ή περισσότερων συγκεκριµένων λογαριασµών,
β) ελεγχόµενης παράδοσης στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης.

2. Οι λεπτοµέρειες και τα επιµέρους ζητήµατα που αφορούν την περίπτωση β΄ της προηγούµενης παραγράφου και κάθε άλλη περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαίο, συµφωνούνται µεταξύ του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης.

3. Η αρχή έκδοσης εκθέτει στην ΕΕΕ τους λόγους για τους οποίους τα αιτούµενα στοιχεία είναι σηµαντικά για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας.

4. Οι ελληνικές αρχές µέσω των αρµόδιων αρχών διενεργούν, διευθύνουν και ελέγχουν όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για την εκτέλεση ΕΕΕ της παραγράφου 1.

5. Οι αρµόδιες ελληνικές αρχές, εκτός από τους λόγους του άρθρου 13, απορρίπτουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, αν το αιτούµενο ερευνητικό µέτρο δεν προβλέπεται για παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ, προκειµένου να ζητηθεί από το κράτος εκτέλεσης να συνδράµει το κράτος έκδοσης κατά τη διεξαγωγή ποινικής διαδικασίας, από κοινού µε αρµόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους του κράτους εκτέλεσης υπό συγκεκαλυµµένα στοιχεία ταυτότητας ή εµφανιζόµενους µε συγκεκριµένη ιδιότητα (µυστική έρευνα). Η ΕΕΕ του προηγούµενου εδαφίου αναφέρει τους λόγους για τους οποίους κρίνεται αναγκαία µία τέτοια έρευνα και η αρχή εκτέλεσης λαµβάνει υπόψη τις διατάξεις της εσωτερικής της νοµοθεσίας που την προβλέπουν.

2. Η ελληνική αρχή εκτέλεσης µπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτή, αν συντρέχει ένας από τους λόγους του άρθρου 13 ή µία από τις παρακάτω περιπτώσεις:
α) η εκτέλεση του µέτρου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση,
β) η προβλεπόµενη στην παράγραφο 3 συµφωνία ελλείπει.

3. Οι µυστικές έρευνες διενεργούνται σύµφωνα µε τη νοµοθεσία και τις διαδικασίες του κράτους-µέλους στο έδαφος του οποίου λαµβάνουν χώρα. Το δικαίωµα διενέργειας, καθοδήγησης και ελέγχου των µυστικών ερευνών έχουν αποκλειστικά οι αρµόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης. Ειδικά, οι µυστικές έρευνες που διενεργούνται στην ελληνική επικράτεια διεξάγονται σύµφωνα µε την ελληνική νοµοθεσία και τις προβλεπόµενες σε αυτή διαδικασίες. Το δικαίωµα διενέργειας, καθοδήγησης και ελέγχου των µυστικών ερευνών του προηγούµενου εδαφίου έχουν αποκλειστικά οι αρµόδιες ελληνικές αρχές. Η διάρκεια των µυστικών ερευνών, οι προϋποθέσεις και το νοµικό καθεστώς των συµµετεχόντων σε αυτές καθορίζονται µε συµφωνίες µεταξύ της Ελλάδας και του κράτους έκδοσης, για την κατάρτιση των οποίων λαµβάνονται υπόψη το ισχύον ελληνικό δίκαιο και οι διαδικασίες που ακολουθούνται στην ελληνική έννοµη τάξη.

1. Η αρµόδια αρχή έκδοσης µπορεί να εκδώσει ΕΕΕ για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών στο κράτος εκτέλεσης, το οποίο πρέπει να παράσχει την τεχνική βοήθεια.

2. Όταν περισσότερα του ενός κράτη-µέλη είναι σε θέση να παράσχουν την απαιτούµενη τεχνική βοήθεια για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών, η ΕΕΕ αποστέλλεται µόνο σε ένα εξ αυτών και προτιµάται το κράτος-µέλος στο οποίο βρίσκεται ή θα βρίσκεται ο καθ’ ου η άρση απορρήτου στην ποινική διαδικασία.

3. Η ΕΕΕ της παραγράφου 1 περιλαµβάνει, επίσης, τα ακόλουθα στοιχεία:
α) πληροφορίες για την εξακρίβωση της ταυτότητας του καθ’ ου η άρση απορρήτου,
β) την επιθυµητή διάρκεια της άρσης απορρήτου τηλεπικοινωνιών και
γ) την παροχή επαρκών τεχνικών δεδοµένων και ιδίως των στοιχείων αναγνώρισης και ταυτοποίησης του καθ’ ου η άρση απορρήτου, προκειµένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της ΕΕΕ.

4. Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το αναφερόµενο σε αυτή ερευνητικό µέτρο ενδείκνυται για τη συγκεκριµένη ποινική διαδικασία.

5. Εκτός από τους λόγους του άρθρου 13, χωρεί επίσης άρνηση της εκτέλεσης ΕΕΕ της παραγράφου 1, αν το συγκεκριµένο µέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση. Η Ελλάδα ως κράτος εκτέλεσης παρέχει τη συγκατάθεσή της υπό τους όρους οι οποίοι προβλέπονται για παρόµοια εσωτερική υπόθεση.

6. Υπό την επιφύλαξη της προηγούµενης παραγράφου, η ΕΕΕ της παραγράρου 1 µπορεί να εκτελείται:
α) µε την άµεση διαβίβαση τηλεπικοινωνιών στο κράτος έκδοσης ή
β) µε την άρση απορρήτου των τηλεπικοινωνιών, την καταγραφή και τη συνακόλουθη διαβίβαση του υλικού στο κράτος έκδοσης.
Οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης διαβουλεύονται µε σκοπό την επίτευξη συµφωνίας ως προς τον τρόπο και τους όρους διεξαγωγής της άρσης απορρήτου των τηλεπικοινωνιών, σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄ ή β΄ του προηγούµενου εδαφίου.

7. Κατά την έκδοση ΕΕΕ της παραγράφου 1 ή κατά τη διάρκεια της άρσης απορρήτου των τηλεπικοινωνιών, η αρχή έκδοσης µπορεί, εφόσον η αρχή εκτέλεσης συναινεί, να ζητήσει τη µεταγραφή, αποκωδικοποίηση ή αποκρυπτογράφηση της καταγραφής, εφόσον συντρέχει ιδιαίτερος προς τούτο λόγος.

8. Οι δαπάνες από την εφαρµογή του παρόντος άρθρου κατανέµονται σύµφωνα µε το άρθρο 23, εκτός από τις δαπάνες µεταγραφής, αποκωδικοποίησης και αποκρυπτογράφησης των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες βαρύνουν το κράτος έκδοσης.

1. Όταν για την εκτέλεση ερευνητικού µέτρου έχει χορηγηθεί άδεια από την αρµόδια αρχή κράτους-µέλους για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών (εφεξής «του κράτους-µέλους που προβαίνει σε άρση απορρήτου») και η διεύθυνση επικοινωνίας του καθ’ ου η άρση, που προσδιορίζεται στην εντολή άρσης απορρήτου, χρησιµοποιείται στο έδαφος άλλου κράτους-µέλους (εφεξής «του κράτους-µέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση») από το οποίο δεν απαιτείται τεχνική βοήθεια για τη διενέργεια της εν λόγω άρσης, το κράτοµέλος που προβαίνει σε άρση ενηµερώνει την αρµόδια αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση σχετικά µε την άρση:
α) πριν από την άρση απορρήτου, σε περίπτωση κατά την οποία γνωρίζει όταν τη διατάσσει ότι ο καθ’ ου βρίσκεται ή θα βρίσκεται στο έδαφος του κράτους µέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση,
β) κατά ή µετά τη διενέργεια της άρσης απορρήτου, αµέσως µόλις λάβει γνώση ότι ο καθ’ ου βρίσκεται ή βρισκόταν, κατά τη διάρκεια της άρσης, στο έδαφος του κράτουςµέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση.

2. Η κοινοποίηση της παραγράφου 1 γίνεται µε τη συµπλήρωση και διαβίβαση του υποδείγµατος του Παραρτήµατος Γ΄.

3. Σε περίπτωση κατά την οποία η άρση απορρήτου δεν θα επιτρεπόταν σε παρόµοια εσωτερική υπόθεση, η αρµόδια αρχή του κράτους-µέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ενηµερώνει αµέσως, και το αργότερο εντός 96 ωρών από την παραλαβή της κοινοποίησης της παραγράφου 1, την αρµόδια αρχή του κράτους-µέλους που προβαίνει σε άρση ότι:
α) η άρση απορρήτου δεν µπορεί να διεξαχθεί ή πρέπει να τερµατιστεί και
β) εφόσον είναι αναγκαίο, το υλικό που προέκυψε ήδη από την άρση απορρήτου του καθ’ ου, ενώ ήταν ακόµη στο έδαφός του, δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί ή µπορεί να χρησιµοποιηθεί µόνο υπό όρους που το ίδιο θα καθορίσει. Η αρµόδια αρχή του κράτους-µέλους στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση ενηµερώνει την αρµόδια αρχή του κράτους-µέλους που προβαίνει σε άρση για τους λόγους που δικαιολογούν τους όρους αυτούς.

4. Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 8 εφαρµόζεται αναλογικά και για την κοινοποίηση της παραγράφου 2.

1. Η αρχή έκδοσης εκδίδει ΕΕΕ για τη λήψη µέτρου µε σκοπό την προσωρινή πρόληψη της καταστροφής, µετατροπής, αποµάκρυνσης, µεταφοράς ή διάθεσης ενός αποδεικτικού στοιχείου.

2. Η αρχή εκτέλεσης αποφασίζει ως προς τα προσωρινά µέτρα και κοινοποιεί τη σχετική απόφασή της το συντοµότερο δυνατόν και, εφόσον είναι εφικτό, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της ΕΕΕ.

3. Όταν ζητείται λήψη προσωρινού µέτρου της παραγράφου 1, η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ αν τα αποδεικτικά στοιχεία θα διαβιβασθούν στο κράτος έκδοσης ή θα παραµείνουν στο κράτος εκτέλεσης. Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει, εκτελεί την ΕΕΕ και διαβιβάζει τα αποδεικτικά στοιχεία σύµφωνα µε τις διαδικασίες που ορίζονται στον παρόντα νόµο.

4. Αν, σύµφωνα µε την παράγραφο 3, η ΕΕΕ συνοδεύεται από αίτηµα να παραµείνουν στο κράτος εκτέλεσης τα αποδεικτικά στοιχεία, η αρχή έκδοσης καθορίζει την ηµεροµηνία άρσης του προσωρινού µέτρου της παραγράφου 1 ή την προβλεπόµενη ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης για τη διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης.

5. Η αρχή εκτέλεσης, έπειτα από διαβούλευση µε την αρχή έκδοσης, ορίζει, σύµφωνα µε την εθνική της νοµοθεσία και τις πρακτικές που ακολουθεί, τις κατάλληλες προϋποθέσεις ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, προκειµένου να µειωθεί το διάστηµα για το οποίο θα διατηρηθεί το προσωρινό µέτρο της παραγράφου 1. Αν, σύµφωνα µε τις προϋποθέσεις αυτές, η αρχή εκτέλεσης εξετάζει την άρση του προσωρινού µέτρου, ενηµερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης, η οποία υποβάλλει τυχόν παρατηρήσεις της. Η αρχή έκδοσης κοινοποιεί αµέσως στην αρχή εκτέλεσης την άρση των προσωρινών µέτρων της παραγράφου 1.

1. Οι αιτήσεις αµοιβαίας συνδροµής που παραλαµβάνονται πριν τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου συνεχίζουν να διέπονται από το ν.δ. 4218/1961 (Α΄171), το ν. 1129/1981 (Α΄ 42) και τις σχετικές διατάξεις του ν. 2514/1997 (Α΄ 140). Οι αποφάσεις για τη δέσµευση αποδεικτικών στοιχείων δυνάµει της απόφασης-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ που παραλαµβάνονται πριν τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου διέπονται επίσης από την απόφαση-πλαίσιο.

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 εφαρµόζεται αναλόγως και για ΕΕΕ που εκδίδονται ύστερα από απόφαση δέσµευσης που λαµβάνεται δυνάµει της απόφασης-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ.

1. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4369/2016 (Α΄ 33) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Τα έντυπα έκθεσης αξιολόγησης, των οποίων η µορφή και το περιεχόµενο καθορίζονται στη ΔΙΔΑΔ/ Φ.32.14/750/ οικ.32768/22.12.2016 υπουργική απόφαση (Β΄ 4434), δύνανται να συµπληρώνονται µε πρωτοβουλία του αξιολογούµενου ή του αξιολογητή, ανεξαρτήτως του τρόπου που αυτοί τα προµηθεύτηκαν, χωρίς να απαιτείται προηγούµενη διάθεσή τους από το Εθνικό Τυπογραφείο ή σχετικό αιτήµα της οικείας Διεύθυνσης Προσωπικού ή Διοικητικού.»

2. Προστίθεται άρθρο 24Α στο ν. 4369/2016 ως εξής:
«Άρθρο 24Α
Ειδικά, κατά την πρώτη εφαρµογή του συστήµατος αξιολόγησης του παρόντος νόµου για την αξιολογική περίοδο του έτους 2016:
1. Εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ο αξιολογούµενος υποχρεούται να προµηθευτεί και να υποβάλει στον Α' αξιολογητή την έκθεση αξιολόγησής του, συµπληρωµένη κατά το σκέλος που τον αφορά, κοινοποιώντας την ταυτόχρονα στην οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού.
2 .α) Εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησης από τον αξιολογούµενο, ο Α' αξιολογητής υποχρεούται να υποβάλει στον Β' αξιολογητή την έκθεση αξιολόγησης, συµπληρωµένη κατά το σκέλος που τον αφορά, και να την κοινοποιήσει στην οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού.
β) Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσµίας της παραγράφου 1, η διαδικασία δεν αναστέλλεται και η έκθεση αξιολόγησης συντάσσεται απευθείας από τον Α' αξιολογητή, χωρίς εν προκειµένω να εφαρµόζεται η διαδικασία του άρθρου 19. Ο Α' Αξιολογητής υποβάλλει την έκθεση αξιολόγησης στον Β' αξιολογητή και την κοινοποιεί στην οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από το πέρας της προθεσµίας της παραγράφου 1.
3 .α) Εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησης από τον Α΄ αξιολογητή, ο Β΄ αξιολογητής υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού την έκθεση αξιολόγησης, συµπληρωµένη κατά το σκέλος που τον αφορά.
β) Σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτων των προθεσµιών της παραγράφου 2, η διαδικασία δεν αναστέλλεται, η έκθεση αξιολόγησης συντάσσεται απευθείας από τον Β' αξιολογητή και υποβάλλεται στην οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού εντός αποκλειστικής προθεσµίας δέκα (10) ηµερών από το πέρας των προθεσµιών της παραγράφου 2 κατά περίπτωση και πάντως εντός ενός (1) µηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
4. Οι αξιολογητές των υπαλλήλων, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 15, αν υπαιτίως δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση αξιολόγησης των υφισταµένων τους, δεν δύνανται να συµµετέχουν σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταµένων, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 3528/2007 (Α΄ 26) και του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) ή σύµφωνα µε άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις.
5. Η προηγούµενη βεβαίωση της τήρησης των υποχρεώσεων των παραγράφων 2 και 3 από την οικεία Διεύθυνση Προσωπικού ή Διοικητικού συνιστά προϋπόθεση για να συµµετάσχει ο ενδιαφερόµενος υπάλληλος σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταµένων, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 3528/2007 και του ν. 3584/2007 ή σύµφωνα µε άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις.
6. Στην περίπτωση ειδικών συστηµάτων αξιολόγησης που διατηρούνται σε ισχύ δυνάµει της παραγράφου 4 του άρθρου 14, η προηγούµενη βεβαίωση της τήρησης των υποχρεώσεων του ενδιαφερόµενου υπαλλήλου να αξιολογήσει τους υφισταµένους του, σύµφωνα µε τις οικείες διατάξεις, συνιστά προϋπόθεση για να συµµετάσχει αυτός σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταµένων σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 3528/2007 και του ν. 3584/2007 ή σύµφωνα µε άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις.
7. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν εφαρµόζονται σε προκηρύξεις επιλογής και τοποθέτησης προϊσταµένων σε θέσεις ευθύνης που είναι εκκρεµείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.»

3. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.

Στις περιπτώσεις όπου η προθεσµία της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3889/2010 (Α΄ 182) λήγει στις 7.9.2017, η προθεσµία αυτή παρατείνεται από την ηµεροµηνία λήξης της έως την 25η Σεπτεµβρίου 2017.

1. Στην αρχή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 16 του ν. 3889/2010 τίθεται ο αριθµός «1».

2. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 16 του ν. 3889/2010 τροποποιούνται ως εξής:
«2. Τα στοιχεία που αποδεικνύουν την καταβολή του ειδικού τέλους και το έννοµο συµφέρον, αποστέλλονται από τον ενδιαφερόµενο, το αργότερο εντός δέκα (10) ηµερών από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής αντιρρήσεων σε έντυπη µορφή, στο Σηµείο Υποστήριξης της Ανάρτησης Δασικού Χάρτη, σύµφωνα µε όσα ορίζονται ειδικώς στην πρόσκληση υποβολής αντιρρήσεων. Στο φάκελο αποστολής αναγράφεται υποχρεωτικά το όνοµα του ενδιαφεροµένου και ο αριθµός πρωτοκόλλου των αντιρρήσεων που υποβλήθηκαν. Συµπληρωµατικά αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται ο ενδιαφερόµενος, µπορούν να συµπεριλαµβάνονται στην ανωτέρω αλληλογραφία ή και να κατατίθενται στην ΕΠ.Ε.Α. κατά την εξέταση της αντίρρησης.»

Η παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Το περίγραµµα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παραγράφου 2 αποτυπώνονται µε ιώδες χρώµα. Καθορίζονται ως κριτήρια προσδιορισµού του περιγράµµατος της οικιστικής πύκνωσης:
α) ο ελάχιστος αριθµός συγκέντρωσης κτιρίων και
β) η µέση αναλογία αριθµού κτιρίων ανηγµένη στην επιφάνεια που περιλαµβάνεται στο ιώδες περίγραµµα.
Ειδικότερα:
α) Ελάχιστος αριθµός κτιρίων: πενήντα (50).
β) Για τον προσδιορισµό της επιφάνειας της έκτασης που περιλαµβάνεται εντός του ιώδους περιγράµµατος ισχύουν τα ακόλουθα:
αα. Όταν ο συνολικός αριθµός των κτιρίων είναι ίσος ή µεγαλύτερος των πενήντα (50), αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 500 τ.µ..
ββ. Όταν ο συνολικός αριθµός των κτιρίων είναι µεγαλύτερος των εκατό (100), αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 1.000 τ.µ..
γγ. Όταν ο συνολικός αριθµός των κτιρίων είναι µεγαλύτερος των τετρακοσίων (400), αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 2.000 τ.µ..
Για τον υπολογισµό των ως άνω επιφανειών δεν λαµβάνεται υπόψη το µέγεθος της κάθε ιδιοκτησίας, αλλά µόνο το σύνολο της περιοχής εντός του ιώδους περιγράµµατος. Οι κορυφές του ιώδους περιγράµµατος πρέπει κατά το δυνατόν να ταυτίζονται µε κτίρια. Σε κάθε στάδιο οι αρµόδιες υπηρεσίες δύνανται να ελέγχουν την ορθή εφαρµογή των κριτηρίων.
5. Με ευθύνη των οικείων Ο.Τ.Α. προσδιορίζονται βάσει της παραγράφου 4 ιώδη περιγράµµατα για τις οικιστικές πυκνώσεις, τα οποία διαβιβάζονται στις οικείες Διευθύνσεις Δασών της Αποκεντρωµένης Διοίκησης, προκειµένου να εξαιρεθούν από την ανάρτηση κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 23 του ν. 3889/2010. Κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη της ευρύτερης περιοχής, το περιεχόµενο του δασικού χάρτη εντός των ιωδών περιγραµµάτων παραµένει ορατό και εκτός διαδικασίας ανάρτησης. Δασικές εκτάσεις εντός των περιοχών των οικιστικών πυκνώσεων συνεχίζουν να υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νοµοθεσίας.
6. Οι τεχνικές υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. αποτυπώνουν για τις περιπτώσεις των ήδη αναρτηµένων χαρτών έως τις 25.9.2017 και για τις λοιπές περιπτώσεις έως τις 20.12.2017, µε ιώδες χρώµα το περίγραµµα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παραγράφου 2, εφαρµοζοµένων των διατάξεων της δασικής νοµοθεσίας. Τα περιγράµµατα των οικιστικών πυκνώσεων της παρούσας παραγράφου διαβιβάζονται εντός της ως άνω προθεσµίας, στην Ε.Κ.ΧΑ. Α.Ε., η οποία τα αποστέλλει αµελλητί στη Διεύθυνση Δασών, για να εξαιρεθούν από την ανάρτηση στο δασικό χάρτη κατά το άρθρο 14 του παρόντος νόµου και στην αρµόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την περιβαλλοντική και πολεοδοµική τους διαχείριση.
7. Η ισχύς των παραγράφων 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου αρχίζει από τις 20.7.2016.»

Στο άρθρο 34 του ν. 4472/2017 (Α΄74) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Μέχρι την έγκριση του προϋπολογισµού του Ν.Π.Δ.Δ. «Ε.Κ.Α.Π.Υ.» η µισθοδοσία του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτό, καθώς και οι κάθε είδους λειτουργικές του δαπάνες, εξακολουθούν να βαραίνουν τον προϋπολογισµό του Υπουργείου Υγείας και συγκεκριµένα τις πιστώσεις των αντίστοιχων ΚΑΕ του Φ.240. Οι ανωτέρω δαπάνες εκκαθαρίζονται και πληρώνονται στους δικαιούχους από τις αρµόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας. Η ισχύς των ανωτέρω εδαφίων άρχεται από τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συµβουλίου της Ε.Π.Υ., το οποίο λειτουργεί µεταβατικά, βάσει του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του παρόντος.»

1. Το τρίτο, τέταρτο και πέµπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 32 του Κώδικα Νόµων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν. 4129/2013, Α΄ 52) καταργούνται.

2. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 32 του ν. 4129/ 2013 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Το Τµήµα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιλαµβάνεται της αίτησης ανάκλησης, δύναται, αν ανακύπτουν ζητήµατα µείζονος σπουδαιότητας ή γενικότερης σηµασίας, να παραπέµψει την υπόθεση στην Ολοµέλεια µε πρακτικό που επέχει θέση εισήγησης, την οποία αναπτύσσει ενώπιόν της ο δικαστής που ορίζεται εισηγητής µε το ίδιο πρακτικό. Η Ολοµέλεια, αφού εκφέρει γνώµη για την υπόθεση που παραπέµφθηκε σε αυτή, την αναπέµπει στο Τµήµα για περαιτέρω εξέταση. Η γνώµη της Ολοµέλειας είναι υποχρεωτική για το Τµήµα.»

1. Το πέµπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31), ήτοι ο τύπος ΡΝew, αντικαθίστανται ως εξής:
«ΡΝew, ορίζεται ως το ποσοστό επιστροφής, το οποίο λαµβάνει τιµή 0,25, για νέα φάρµακα που βρίσκονται σε περίοδο προστασίας των δεδοµένων τους ως προς τη δραστική τους ουσία και εντάχθηκαν ή θα ενταχθούν στη θετική λίστα αποζηµίωσης µετά την 1.1.2017. Το επιπλέον αυτό ποσό επιστροφής ισχύει µέχρις ότου αρχίσει η αποζηµίωση των φαρµάκων αυτών µε την τιµή που επιτυγχάνεται µέσω της διαδικασίας διαπραγµάτευσης του άρθρου 3 του ν. 4208/2013 (Α΄ 252) και σε κάθε περίπτωση, κατ’ ανώτατο όριο, έως δύο (2) έτη από την ένταξή τους.»

2. Το δέκατο έκτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) αντικαθίσταται ως εξής:
«Για την απόδοση του πρόσθετου ποσού επιστροφής λαµβάνονται υπόψη οι πωλήσεις του προηγούµενου τριµήνου βάσει των στοιχείων που αντλεί ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι Φ.Κ.Α. από το σύστηµα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, το σύστηµα σάρωσης συνταγών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και από το άθροισµα των τιµολογίων που εκδίδουν οι φαρµακευτικές εταιρείες προς τα φαρµακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στο σύνολό τους και τα Νοσοκοµεία του Ε.Σ.Υ. στο σύνολό τους, αντίστοιχα. Συγκεκριµένα, στα Νοσοκοµεία του Ε.Σ.Υ. η κατανοµή του ως άνω ποσού rebate θα γίνεται βάσει του µεριδίου της φαρµακευτικής δαπάνης εκάστου Νοσοκοµείου για κάθε φάρµακο, επί του συνόλου της δαπάνης του συνόλου των Νοσοκοµείων για το φάρµακο αυτό.»

1. Κρατούµενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόµου, εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται µε διάταξη του εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόµενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια µέχρι τρία (3) έτη, εφόσον έχουν εκτίσει µε οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια µεγαλύτερη των τριών (3) και µέχρι πέντε (5) έτη, συµπεριλαµβανοµένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισής τους έχει διάρκεια µεγαλύτερη των πέντε (5) ετών, εφόσον έχουν εκτίσει µε οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέµπτο αυτής.

2. Κρατούµενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόµου, εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη, απολύονται µε διάταξη του εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόµενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει µε οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέµπτα της ποινής.

3. Κρατούµενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόµου, εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα (10) ετών απολύονται µε διάταξη του εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόµενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει µε οποιονδήποτε τρόπο το ένα δεύτερο της ποινής που τους επιβλήθηκε ή έχουν συµπληρώσει το ένα τρίτο πραγµατικής έκτισης της ποινής αυτής.

4. Εξαιρούνται από τις ρυθµίσεις των παραγράφων 1 έως 3 όσοι έχουν καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης για κακουργήµατα που προβλέπονται στα άρθρα 299 παράγραφος 1, 322, 323, 323Α, 324, 336, 338, 339, 342, 348Α, 348Γ, 349, 351, 351Α και 380 παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο και 380 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα.

5. Στους απολυόµενους, κατ’ εφαρµογή των παραγράφων 1 έως 3, ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών µε την ίδια διάταξή του, µπορεί να επιβάλει: α) την υποχρέωσή τους να εµφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήµατα στις αστυνοµικές αρχές του τόπου όπου διαµένουν, β) τη µη αποµάκρυνσή τους, χωρίς έγγραφη άδεια του εισαγγελέα πληµµελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 του Ποινικού Κώδικα κρίνει σκόπιµο πλην της περίπτωσης η΄. Με αίτηση του απολυµένου οι παραπάνω όροι µπορούν να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν από τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών. Ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών, κατά την επιβολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαµβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατοµικές, οικογενειακές και επαγγελµατικές ανάγκες του απολυόµενου. Αν εκείνος που απολύθηκε παραβαίνει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών µπορεί να διατάξει την ανάκληση της απόλυσης. Σε περίπτωση ανάκλησης ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της ποινής. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 109 του Ποινικού Κώδικα εφαρµόζεται αναλόγως.

6. Οι διευθυντές των καταστηµάτων κράτησης υποβάλλουν µέσα σε δεκαπέντε (15) ηµέρες από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής, τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 έως 3.

7. Κατ’ εξαίρεση των οριζοµένων στην παράγραφο 4, κρατούµενοι, οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόµου, εκτίουν ποινή κάθειρξης για κακουργήµατα που προβλέπονται στα άρθρα 299 παράγραφος 1, 322, 323, 323Α, 338, 348Α, 348Γ, 349, 351 και 380 παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει τα τµήµατα των ποινών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3, απολύονται, κατόπιν αίτησής τους προς τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης, χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόµενα του Ποινικού Κώδικα. Στους απολυόµενους µπορούν να επιβληθούν οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 5, καθώς και, εφόσον είναι δυνατό, η υποχρέωση του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας. Η επιβολή της υποχρέωσης του κατ’ οίκον περιορισµού µε ηλεκτρονική επιτήρηση δεν µπορεί να εκτείνεται πέραν του χρονικού ορίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα. Τα εδάφια δεύτερο έως και έκτο της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται και στην περίπτωση αυτή.

8. Εάν ο απολυθείς, κατ’ εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τελέσει µέσα σε πέντε (5) έτη από την αποφυλάκισή του νέα αξιόποινη πράξη από δόλο και καταδικαστεί αµετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας µεγαλύτερη των δύο (2) ετών, εκτίει αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχε απολυθεί υπό όρο.

9. Απολύσεις που γίνονται κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ανακοινώνονται από τους διευθυντές των καταστηµάτων κράτησης τόσο στις αρµόδιες υπηρεσίες Ποινικού Μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων, όσο και στη Διεύθυνση Αλλοδαπών του Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνοµίας.

10. Η απόλυση υπό όρο, κατ’ εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δεν κωλύεται από τη µη καταβολή των δικαστικών εξόδων και της χρηµατικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε.

11. Οι ρυθµίσεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρµογή σε όσους µεταφέρονται σε ελληνικά καταστήµατα κράτησης από την αλλοδαπή, σε εφαρµογή του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) ή της Σύµβασης για τη µεταφορά των καταδίκων, η οποία κυρώθηκε µε το ν. 1708/1987 (Α΄ 108), καθώς και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην ανωτέρω Σύµβαση, το οποίο κυρώθηκε µε το ν. 3351/2005 (Α΄ 147).

12. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγουµένων παραγράφων µετά την έναρξη ισχύος αυτού και έως τις 28 Αυγούστου 2018.

13. Κάθε αµφισβήτηση ως προς την εφαρµογή του άρθρου αυτού λύεται από το συµβούλιο πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, προκειµένου δε για ανηλίκους από το τριµελές δικαστήριο ανηλίκων του τόπου έκτισης.

Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 14 του ν. 4322/2015 (Α΄ 42), όπως αντικαταστάθηκαν µε την παρ. 2 του άρθρου δέκατου πέµπτου του ν. 4411/2016 (Α΄ 142), αντικαθίστανται εκ νέου ως εξής:
«3. Κρατούµενοι που κατά το χρόνο δηµοσίευσης του παρόντος νόµου εκτίουν ποινή περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη απολύονται µε διάταξη του εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, εφόσον έχουν εκτίσει µε οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέµπτα της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούµενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις έως τις 28 Αυγούστου 2018.
4. Κρατούµενοι που, κατά το χρόνο δηµοσίευσης του παρόντος νόµου, εκτίουν σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων ποινή περιορισµού που υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη, απολύονται µε διάταξη του εισαγγελέα πληµµελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδροµή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόµενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν συµπληρώσει το ένα τρίτο έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούµενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστηµα µέχρι τις 28 Αυγούστου 2018. Η παρούσα παράγραφος δεν έχει εφαρµογή σε όσους έχουν καταδικαστεί για αδικήµατα που προβλέπονται στα άρθρα 324, 336, 339, 342, 351Α και 380 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα.»

1. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994 (Α΄ 151), όπως αυτό ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η µίσθωση ακινήτου, στο οποίο λειτουργούσε επιχείρηση, µετά του τυχόν υφιστάµενου εξοπλισµού, σε άλλη επιχείρηση, δεν συνιστά µεταβίβαση επιχείρησης για την επιβολή φόρου υπεραξίας.»

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου καταλαµβάνουν εκκρεµείς υποθέσεις, για τις οποίες έχει ήδη επιβληθεί φόρος υπεραξίας κατά το άρθρο 13 του ν. 2238/1994.

Η τρέχουσα θητεία των Διοικητικών Συµβουλίων, των Πειθαρχικών Συµβουλίων, των Εξελεγκτικών Επιτροπών και των εκπροσώπων των τοπικών Ιατρικών Συλλόγων της χώρας στη Γενική Συνέλευση του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.), καθώς και η τρέχουσα θητεία του Διοικητικού Συµβουλίου και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συµβουλίου Ιατρών του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου παρατείνεται από τρία (3) σε τέσσερα (4) έτη.

Η ισχύς του παρόντος νόµου αρχίζει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
 


Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Υπουργοί

Εσωτερικών
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΣΚΑΣ

Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

Οικονομικών
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ

Υγείας
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΝΘΟΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας
ΠΑΥΛΟΣ ΠΟΛΑΚΗΣ

Διοικητικής Ανασυγκρότησης
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ

Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

 

 

Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2018

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες που ισχύουν για το έτος 2018