ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4488/2017 Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις.

 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 137
13 Σεπτεμβρίου 2017
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4488
Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4387/2016 (Α΄85) προστίθεται εδάφιο, µε έναρξη ισχύος από 1.1.2017, ως εξής:
«Οι ρυθµίσεις του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζονται και σε πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις µετακλητών υπαλλήλων µε σχέση δηµοσίου δικαίου. Εάν ο διορισµός των προσώπων αυτών έχει γίνει µέχρι και 31.12.2016 εφαρµόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30.11.2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 4005).»

2. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η προϋπόθεση συµπλήρωσης δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης για την καταβολή της εθνικής σύνταξης δεν ισχύει για όσους θεµελιώνουν δικαίωµα σύνταξης µε τη συµπλήρωση χρόνου ασφάλισης µικρότερου των δεκαπέντε (15) ετών. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της εθνικής σύνταξης δεν µπορεί να υπολείπεται αυτού που αντιστοιχεί στα δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης.»

3. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 µέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου λειτουργού του Δηµοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστηµα και µέχρι τη συµπλήρωση συνολικά έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.
Για συντάξεις µε έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 µέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου λειτουργού του Δηµοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστηµα και µέχρι τη συµπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.»

4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Το συνολικό ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, όπως αυτό προκύπτει σύµφωνα µε το παρόν άρθρο, δεν µπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιµων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.»

1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) αντικαθίσταται ως εξής:
«Επίσης θεωρείται ως συντάξιµος χρόνος ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών ανατροφής παιδιών ηλικίας µέχρι έξι (6) ετών, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά µε βάση τις οικείες διοικητικές διατάξεις και ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3528/2007 (Α΄26), µε την προϋπόθεση της καταβολής από τον υπάλληλο των προβλεπόµενων ασφαλιστικών εισφορών.»

2. Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
«Το συνολικό ποσοστό της ως άνω µείωσης, κατά τη µεταβατική περίοδο σταδιακής αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης της παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), δεν µπορεί να υπερβαίνει το 30%.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 63 του π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται για όσο διάστηµα ο δικαιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή µεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκηµα για το οποίο καταδικάστηκε στρέφεται κατά του Δηµοσίου ή νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη µεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω θανάτου. Τα οικονοµικά αποτελέσµατα της παρούσας διάταξης αρχίζουν από την 1η ηµέρα του επόµενου µήνα από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.»

4. Στο τέλος της περίπτωσης ι΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι διατάξεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου δεν έχουν εφαρµογή για όσα από τα αναφερόµενα σε αυτές πρόσωπα υπάγονται για τον υπολογισµό της σύνταξής τους στις διατάξεις του ν. 4387/2016

1. Από 1.1.2017 οι συντάξιµες αποδοχές, επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές, για όσους υπηρετούν ή προσλαµβάνονται στο Δηµόσιο µε σχέση εργασίας δηµοσίου δικαίου και αµείβονται σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), είναι οι µηνιαίες τακτικές αποδοχές της παρ. 10 του άρθρου 153 του ν. 4472/ 2017, µε εξαίρεση την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 του ν. 4472/2017.

2. Οι συντάξιµες αποδοχές που προσδιορίζονται στην προηγούµενη παράγραφο έχουν εφαρµογή και στον υπολογισµό των ασφαλιστικών εισφορών των προσώπων αυτών για επικουρική ασφάλιση, εφάπαξ παροχή και υγειονοµική περίθαλψη.

1. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 60 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Το δικαίωµα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο, τα δε οικονοµικά αποτελέσµατα που γεννώνται από την άσκηση του δικαιώµατος αυτού ανατρέχουν στην ηµεροµηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά περίπτωση από τις οικείες συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δηµοσίου.»

2. Οι ρυθµίσεις της παραγράφου 1 έχουν εφαρµογή για τα πρόσωπα της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4387/2016.

1. Η περίπτωση β΄ του άρθρου 62 και η παρ. 1 του άρθρου 64 του π.δ. 169/2007 καταργούνται.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου καταργούνται οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 9 του άρθρου 3 του ν. 3075/2002 (Α΄ 297).

1. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστηµα και µέχρι τη συµπλήρωση έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.
Για αιτήσεις συνταξιοδότησης µε έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 έως την έναρξη της συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγµατικός, πλασµατικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστηµα και µέχρι τη συµπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.»

2. Η παρ. 9 του άρθρου 29 του ν. 4387/2016 καταργείται από την έναρξη ισχύος της. Η παράγραφος 10 του ιδίου άρθρου αναριθµείται σε 9.

Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016, όπως συµπληρώθηκε µε το άρθρο 24 του ν. 4445/2016 (Α΄236), διαγράφεται, από τότε που ίσχυσε, η φράση «πλην των προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις των περιπτώσεων ε΄ και στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165). Τα τελευταία πρόσωπα δικαιούνται την προσαύξηση του πρώτου εδαφίου για καθεµία ποσοστιαία µονάδα (1%) εισφοράς που υπερβαίνει το κάτωθι συνολικό ποσοστό εισφορών ασφαλισµένου και εργοδότη:
α) 27% για τα πρόσωπα της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992,
β) 23,6% για τα πρόσωπα της περίπτωσης στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992.»

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισµού Ασθενείας του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης. Ειδικά για τους ασφαλισµένους του Ταµείου Συντάξεων ΠροσωπικούΗΣΑΠ (ΤΣΠ-ΗΣΑΠ), του Ταµείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ), καθώς και του Κλάδου Σύνταξης του Ταµείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού-ΔΕΗ (ΚΑΠ-ΔΕΗ), του Ταµείου Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ» (ΤΑΠΑΕΕ) και του Ταµείου Ασφάλισης Προσωπικού-ΕΤΒΑ (ΤΑΠΕΤΒΑ) που εντάχτηκαν στον Κλάδο Σύνταξης του πρ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αρµόδιο όργανο για το χαρακτηρισµό των ατυχηµάτων ως εργατικών ή µη και των επαγγελµατικών ασθενειών ορίζεται ο Προϊστάµενος του Υποκαταστήµατος Μισθωτών του ΕΦΚΑ στην αρµοδιότητα του οποίου ανήκει ο τόπος απασχόλησης ή η έδρα της επιχείρησης µε την οποία συνδέεται µε εργασιακή σχέση ο ασφαλισµένος.
Για εκκρεµείς υποθέσεις χαρακτηρισµού των ατυχηµάτων ως εργατικών ή µη των ενταχθέντων στο πρ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ Ταµείων και Κλάδων του προηγούµενου εδαφίου, πλην του Ταµείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ), που δεν έχουν χαρακτηριστεί µέχρι τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου, αρµόδιο όργανο ορίζεται ο Προϊστάµενος Περιφερειακής Διεύθυνσης Ασφάλισης και Παροχών Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας του ΕΦΚΑ.»

Στο τέλος της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Η αναγνώριση του χρόνου της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272) εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Οι ασφαλισµένοι καταβάλλουν µηνιαία εισφορά ύψους 20% επί του 70% του προβλεπόµενου, κατά την υποβολή της αίτησης, κατώτατου βασικού µισθού άγαµου µισθωτού άνω των 25 ετών. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταβολής της ανωτέρω εισφοράς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή της ρύθµισης.»

1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 προστίθεται περίπτωση ζ΄, µε έναρξη ισχύος από 1.1.2017, ως εξής:
«ζ. Για πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις µετακλητών υπαλλήλων µε σχέση δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Εάν ο διορισµός των ανωτέρω προσώπων έχει γίνει µέχρι 31.12.2016 εφαρµόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30.11.2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 4005).

2. Τα ανωτέρω εφαρµόζονται και για τα πρόσωπα που επέλεξαν να διατηρήσουν το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονοµικής περίθαλψης, στο οποίο υπάγονταν πριν από το διορισµό τους στις θέσεις αυτές, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄της παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 4151/2013 (Α΄103). Στην περίπτωση αυτή η εφεξής υπηρεσία τους στις ανωτέρω θέσεις θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς.»

1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 και της παραγράφου 1 του άρθρου 40 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Οι ασφαλισµένοι µε αίτησή τους, που υποβάλλεται στον ΕΦΚΑ οποτεδήποτε, µπορούν να επιλέξουν τα ως άνω ποσοστά να υπολογίζονται επί ανώτερης βάσης υπολογισµού από εκείνη που προκύπτει βάσει του µηνιαίου εισοδήµατός τους, όπως αυτό καθορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή το ύψος της βάσης υπολογισµού, ο κλάδος υπέρ του οποίου θα εισφέρει, καθώς και το χρονικό διάστηµα εφαρµογής της επιλέγεται από τους ασφαλισµένους µε την ως άνω αίτησή τους, µε την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου µηνιαίου εισοδήµατος. Η εφαρµογή της νέας βάσης υπολογισµού αρχίζει από την πρώτη του επόµενου µήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει και πριν τη παρέλευση του ορισθέντος σύµφωνα µε τα ανωτέρω χρονικού διαστήµατος αυτοδικαίως, οποτεδήποτε προκύψει ανώτερη βάση υπολογισµού βάσει του µηνιαίου εισοδήµατος σε σχέση µε την επιλεγείσα, καθώς και από τον επόµενο µήνα από την ανάκληση της αίτησης ή την υποβολή νέας αίτησης εκ µέρους του ασφαλισµένου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή της διάταξης αυτής.»

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 , όπως τροποποιείται µε το παρόν, µετά τη φράση «µε την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου µηνιαίου εισοδήµατος.» προστίθεται η φράση «Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρµόζεται η ρύθµιση του άρθρου 98 του παρόντος νόµου.»

3. Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Σε περίπτωση αµφισβήτησης της υπαγωγής ενός προσώπου στη ρύθµιση της παραγράφου αυτής, µπορούν να υποβληθούν από οποιονδήποτε συµβαλλόµενο αντιρρήσεις ενώπιον του ΕΦΚΑ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται η εφαρµοστέα διαδικασία αντιρρήσεων και ο τρόπος έκδοσης των σχετικών αποφάσεων.»

1. Στο τέλος της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Τα θέµατα αυτά, πλην της σύστασης οργανικών µονάδων, µπορούν να ρυθµίζονται και µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, µετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ.»

2. Στο τέλος της περίπτωσης θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, µετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ, µπορεί να ρυθµίζονται θέµατα λειτουργίας του, στο πλαίσιο εφαρµογής του προεδρικού διατάγµατος, για την οργανωτική του διάρθρωση και την αποτελεσµατική διαχείριση των εκκρεµοτήτων, και ιδίως ο χρόνος έναρξης λειτουργίας των οργανικών του µονάδων και ζητήµατα εσωτερικής λειτουργίας.»

1. Η περίπτωση θ΄ της παρ. 4 του άρθρου 57 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«θ. Έναν (1) ειδικό επιστήµονα µε τον αναπληρωτή του, εξειδικευµένο σε θέµατα κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που ορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Απαραίτητο προσόν για τη θέση αυτή αποτελεί η αποδεδειγµένη ακαδηµαϊκή ή επαγγελµατική εξειδίκευση σε θέµατα κοινωνικής ασφάλισης ή η ιδιότητα του µέλους του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, µε εξειδίκευση σε θέµατα κοινωνικής ασφάλισης.»

2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 57 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται κατ’ ανώτατο αριθµό δύο (2) υπάλληλοι του ΕΦΚΑ, µε τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι εκτελούν χρέη γραµµατέα του ΔΣ.»

Στην παρ. 6 του άρθρου 71 του ν. 4387/2016, µετά τη φράση «πλην εκείνων της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δηµοσίου Τοµέα», προστίθεται η φράση «του ΝΑΤ και του ΟΓΑ».

1. Το άρθρο 104 του ν.4387/2016 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:
«1. Αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές στον ΕΦΚΑ συµψηφίζονται µε πάσης φύσεως καθυστερούµενες οφειλές, ρυθµισµένες ή µη, των δικαιούχων προς τον ΕΦΚΑ και τους τρίτους φορείς, για τους οποίους ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει εισφορές. Αν δεν υπάρχουν οφειλές ή αν ύστερα από τον συµψηφισµό προκύπτει υπόλοιπο ποσό, αυτό επιστρέφεται άτοκα στους δικαιούχους ως εξής:
α. Στις περιπτώσεις µισθωτών, ύστερα από αίτηση των δικαιούχων.
β. Στις περιπτώσεις ελεύθερων επαγγελµατιών και αυτοαπασχολούµενων, η επιστροφή γίνεται µετά την ετήσια εκκαθάριση των οφειλόµενων ασφαλιστικών εισφορών, σύµφωνα µε τις 61501/3398/30.12.2016 (Β΄4330) και 61502/3399/30.12.2016 (Β΄4330) υπουργικές αποφάσεις. Τα πρόσωπα αυτά µπορούν, µε αίτησή τους, να ζητήσουν το υπερβάλλον ποσό να παραµείνει στον ΕΦΚΑ ως πιστωτικό υπόλοιπο, συµψηφιζόµενο µε τις επόµενες εισφορές.
2. Οι εισφορές υπέρ τρίτων φορέων που συνεισπράττονται από τον ΕΦΚΑ επιστρέφονται από αυτόν, σύµφωνα µε τη διαδικασία της παραγράφου 1 και βαρύνουν τον αντίστοιχο φορέα, υπέρ του οποίου έγινε η είσπραξη.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία συµψηφισµού και επιστροφής των εισφορών και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτηµα για την εφαρµογή της διάταξης αυτής.
4. Κάθε αντίθετη µε το παρόν διάταξη καταργείται.»

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται και στις εκκρεµείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις.

Η υποπερίπτωση βα΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) αντικαθίσταται από 13.5.2016, ως εξής:
«βα. Το τµήµα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης που έχει πραγµατοποιηθεί έως και 31.12.2014 υπολογίζεται µε βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε έτος ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45% επί των συνταξίµων αποδοχών κάθε ασφαλισµένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης.
Ως συντάξιµες αποδοχές νοούνται:
βαα. Για τους µισθωτούς, ο µέσος όρος µηνιαίων αποδοχών του ασφαλισµένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ο µέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των µηνιαίων αποδοχών του ασφαλισµένου δια του χρόνου ασφάλισής του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστηµα. Ως σύνολο µηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισµένος νοείται το άθροισµα των µηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης, για το ανωτέρω χρονικό διάστηµα. Για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών λαµβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισµένου για κάθε ηµερολογιακό έτος, αναπροσαρµοζόµενες σύµφωνα µε την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016.
βαβ. Για τους αυτοαπασχολούµενους και τους ελεύθερους επαγγελµατίες, το εισόδηµα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης του ασφαλισµένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ως εισόδηµα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο µηνιαίο εισόδηµα αν εκλαµβανόταν ως µηνιαία εισφορά το ποσό που πράγµατι καταβλήθηκε για κάθε µήνα ασφάλισης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστηµα. Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγµατι καταβλήθηκε για κάθε ασφαλισµένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη. Για τους ασφαλισµένους µε ποσό εισφοράς υπέρ επικουρικής ασφάλισης, που προκύπτει ανάλογα µε την αξία ή την ποσότητα επί των αγοραζοµένων ή πωλουµένων προϊόντων, ο µέσος όρος µηνιαίων τεκµαρτών αποδοχών που προκύπτουν από την αναγωγή των πραγµατικά καταβληθεισών µηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, των ετών 2002 έως και 2014, θεωρώντας ως ποσοστό εισφοράς το 6%. Για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών λαµβάνεται υπόψη το εισόδηµα του ασφαλισµένου για κάθε ηµερολογιακό έτος, αναπροσαρµοζόµενο σύµφωνα µε την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016.
βαγ. Αν για τον προσδιορισµό των συντάξιµων αποδοχών δεν προκύπτουν ασφαλιστικά στοιχεία από πραγµατικό ή πλασµατικό χρόνο ασφάλισης ή από προαιρετική ασφάλιση, για χρονικό διάστηµα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από το έτος 2002 έως το έτος 2014, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών του τµήµατος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως και το έτος 2014 αναζητούνται τα ασφαλιστικά στοιχεία και κατά το πριν το έτος 2002 χρονικό διάστηµα µέχρι τη συµπλήρωση συνολικά πέντε (5) ετών.
βαδ. Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασµατικά, ύστερα από την καταβολή του προβλεπόµενου ποσού εξαγοράς, ως συντάξιµες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο µηνιαίο µισθόεισόδηµα, αν εκλαµβανόταν ως µηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε µήνα ασφάλισης. Οι πλασµατικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισµό του ποσού του ανωτέρω τµήµατος της σύνταξης.»

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), όπως ισχύει, µετά τις λέξεις «την Οικονοµική Αστυνοµία,» προστίθενται οι λέξεις «το σύνολο των υπηρεσιών του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών του ΕΦΚΑ,».

Στο άρθρο 15 του ν. 4174/2013 (Α΄170) προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:
«6. Οι διατάξεις των προηγούµενων παραγράφων εφαρµόζονται ανάλογα και για τις πληροφορίες που ζητούνται από τις υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) στο πλαίσιο των αρµοδιοτήτων τους, για τον έλεγχο της εισπραξιµότητας των οφειλών και τον εντοπισµό πηγών αποπληρωµής των απαιτήσεων των ασφαλιστικών οργανισµών.»

Το πρώτο εδάφιο και η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του π.δ. 422/1981 (Α΄ 114) και ο τίτλος αυτού αντικαθίστανται, από 1.1.2017, ως εξής:
«Άρθρο 26
Κρατήσεις επί των συντάξιµων αποδοχών
1. α) Η πάγια µηνιαία κράτηση των µετόχων του Μετοχικού Ταµείου Πολιτικών Υπαλλήλων (MTΠΥ) ορίζεται σε ποσοστό 4,5% επί των συντάξιµων αποδοχών, όπως αυτές προσδιορίζονται για την κύρια σύνταξη.»

1. Οι αυτοαπασχολούµενοι που είναι εγγεγραµµένοι ή θα εγγραφούν στο Τεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύµφωνα µε τις σχετικές νοµοθετικές ρυθµίσεις του πρώην Τοµέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δηµοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) του ΕΤΑΑ και του Ενιαίου Ταµείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ), σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ηµεροµηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλµατος στην αρµόδια ΔΟΥ και µέχρι τη διακοπή της επαγγελµατικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

2. Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραµµένοι ή θα εγγραφούν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους και ασκούν ελεύθερο επάγγελµα υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύµφωνα µε τις σχετικές νοµοθετικές ρυθµίσεις του πρώην Τοµέα Ασφάλισης Νοµικών (ΤΑΝ) του ΕΤΑΑ και του Ενιαίου Ταµείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ), σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ηµεροµηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλµατος στην αρµόδια ΔΟΥ και µέχρι τη διακοπή της επαγγελµατικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

3. Η ισχύς των παραγράφου 1 και 2 του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017. Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί και αφορούν σε περίοδο ασφάλισης από 1.1.2017 έως την ισχύ της ρύθµισης συµψηφίζονται ή επιστρέφονται, πλην των ασφαλιστικών εισφορών για υγειονοµική περίθαλψη.

4. Τα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2 που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ µέχρι την ισχύ του παρόντος νόµου και για τα οποία προκύπτει, κατ’ εφαρµογή της παρούσας ρύθµισης, διακοπή της ασφάλισής τους στον ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ, µπορούν προαιρετικά να συνεχίσουν την ασφάλισή τους για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους υπάγονταν µέχρι τη διακοπή της υποχρεωτικής τους ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή η µηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται µε βάση το κατώτατο όριο µηνιαίου εισοδήµατος για τους ασφαλισµένους άνω 5ετίας του άρθρου 39 του ν. 4387/2016.
Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, σύµφωνα µε τα ανωτέρω υποβάλλεται δήλωση του ασφαλισµένου εντός προθεσµίας τριών (3) µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης διακόπτεται, ύστερα από αίτηση του ασφαλισµένου, από την πρώτη ηµέρα του επόµενου µήνα από την υποβολή της αίτησης. Νέα αίτηση για προαιρετική ασφάλιση δεν µπορεί να υποβληθεί.

1. Η αυτοδίκαιη περιέλευση της ακίνητης περιουσίας των ενταχθέντων στο ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ Ταµείων, Τοµέων, Κλάδων και Λογαριασµών που προβλέπεται στις παραγράφους 2, 7 και 8 του άρθρου 45, καθώς και στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 45Α του ν. 4052/2012, όπως προστέθηκε µε το άρθρο 82 του ν. 4387/2016:
α) σηµειώνεται στα αρµόδια υποθηκοφυλακεία χωρίς τη καταβολή τέλους ή δικαιώµατος υπέρ Δηµοσίου, ΤΑΧΔΙΚ, αµίσθου υποθηκοφυλακείου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νοµικού προσώπου και
β) δηλώνεται, κατ’ εξαίρεση των οριζοµένων στο ν. 2308/1995 (Α΄ 114), στα γραφεία κτηµατογράφησης και τα κτηµατολογικά γραφεία, απρόθεσµα, χωρίς την καταβολή ανταποδοτικού, παγίου ή αναλογικού, τέλους ή οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους ή δικαιώµατος υπέρ της ΕΚΧΑ ΑΕ, του Δηµοσίου ή άλλου νοµικού προσώπου.

2. Η διαπιστωτική πράξη, που προβλέπεται στην περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 4325/2015 (Α΄ 47) για την περιέλευση ακίνητης περιουσίας στο ΕΤΕΑ, καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαπιστωτική πράξη προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόµου για την περιέλευση ακίνητης περιουσίας στο ΕΤΕΑΕΠ ή στα ενταχθέντα σε αυτό Ταµεία, Τοµείς και Κλάδους, µεταγράφεται στα αρµόδια υποθηκοφυλακεία χωρίς την καταβολή τέλους ή δικαιώµατος υπέρ Δηµοσίου, ΤΑΧΔΙΚ, αµίσθου υποθηκοφυλακείου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νοµικού προσώπου. Τα σχετικά δικαιώµατα δηλώνονται, κατ’ εξαίρεση των οριζοµένων στο ν. 2308/1995, στα γραφεία κτηµατογράφησης και τα κτηµατολογικά γραφεία, απρόθεσµα, χωρίς την καταβολή ανταποδοτικού, παγίου ή αναλογικού τέλους ή οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους ή δικαιώµατος υπέρ της ΕΚΧΑ ΑΕ, του Δηµοσίου ή άλλου νοµικού προσώπου.

1. Για τα πρόσωπα της παρούσας παραγράφου καταβάλλονται υπέρ του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ ασφαλιστικές εισφορές για κύρια ασφάλιση, υγειονοµική περίθαλψη, επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή, εφόσον προκύπτει υποχρέωση ασφάλισής τους στους σχετικούς κλάδους ασφάλισης, στις εξής περιπτώσεις:
α. Δηµάρχων που είχαν αποκτήσει την ιδιότητα πριν από την ισχύ του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Δηµοσίου ή του ΕΤΕΑΕΠ (πρώην τοµείς ΤΑΔΚΥ για επικουρική ασφάλιση και ΤΠΔΚΥ για εφάπαξ παροχή).
Για όσους από τους δηµάρχους αυτούς εµπίπτουν στις ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης δύναται να θεωρηθεί ως χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς ασφάλισης.
Αν ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.
Αναφορικά µε την υγειονοµική τους περίθαλψη, οι δήµαρχοι της παρούσας περίπτωσης που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελµατική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονοµικής περίθαλψης. Αν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται για υγειονοµική περίθαλψη στον τοµέα του πρώην ΤΥΔΚΥ του ΕΦΚΑ.
β. Δηµάρχων που αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα µετά την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ’ εφαρµογή των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούµενη επαγγελµατική τους δραστηριότητα έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 ή οι ρυθµίσεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4387/ 2016 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής). Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούµενης επαγγελµατική δραστηριότητα έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.
Αναφορικά µε την υγειονοµική τους περίθαλψη, οι δήµαρχοι της παρούσας περίπτωσης, που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α΄87) ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελµατική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονοµικής περίθαλψης. Αν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται για υγειονοµική περίθαλψη στον τοµέα του πρώην ΤΥΔΚΥ του ΕΦΚΑ.
γ. Αιρετών οργάνων α΄ και β΄ βαθµού, πλην δηµάρχων και περιφερειαρχών, καθώς και του Συµπαραστάτη του Δηµότη και της Επιχείρησης και του Συµπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή στις ρυθµίσεις του άρθρου 51 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88). Ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ’ εφαρµογή των ρυθµίσεων της παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 4144/2013.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 και ως αιρετά όργανα υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ για κύρια ασφάλιση και υγειονοµική περίθαλψη, σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
Αναφορικά µε την υγειονοµική τους περίθαλψη, τα αιρετά όργανα της παρούσας περίπτωσης που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελµατική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονοµικής περίθαλψης ή του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ σύµφωνα µε την παρ. 2 του άρθρου 51 παρ. 2 του ν. 4144/2013.
δ. Περιφερειαρχών που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις των άρθρων 119 και 182 του ν. 3852/2010 και θεωρείται ότι συνεχίζουν να υπάγονται στην ασφάλιση του προγενέστερου ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονοµικής περίθαλψης, και εφάπαξ παροχής).
ε. Βουλευτών που είχαν αποκτήσει την ιδιότητα πριν από την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Δηµοσίου.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.
Αναφορικά µε την υγειονοµική τους περίθαλψη, αν ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονοµικής περίθαλψης και εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).
στ. Βουλευτών που έχουν αποκτήσει για πρώτη φορά την ιδιότητα µετά από την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ’ εφαρµογή των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούµενη επαγγελµατική τους δραστηριότητα, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 ή οι ρυθµίσεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής).
Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούµενης επαγγελµατική δραστηριότητα έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.
Αναφορικά µε την υγειονοµική τους περίθαλψη, αν ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονοµικής περίθαλψης και, εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση, υπάγονται στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).
ζ. Προσώπων που διορίζονται σε θέσεις διοίκησης φορέων του Δηµοσίου ή του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα ή ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τα οποία διατηρούν το προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, σύµφωνα µε το άρθρο 6 του ν. 2703/1999 (Α΄ 72) ή µε άλλες διατάξεις που παραπέµπουν σε αυτό. Τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν να υπάγονται στην ασφάλιση του προγενέστερου ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονοµικής περίθαλψης και εφάπαξ παροχής).
Τα ανωτέρω εφαρµόζονται και στα πρόσωπα που εµπίπτουν στην παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 2227/1994 (Α΄129) και στην περίπτωση α΄ της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 2703/1999 (Α΄ 72). Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 2703/1999 καταργούνται.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούµενη επαγγελµατική τους δραστηριότητα, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 ή οι ρυθµίσεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 και θεωρείται ότι ο χρόνος ασφάλισης έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (για κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονοµική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή).
Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούµενης επαγγελµατική δραστηριότητα έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.

2. Για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 καταβάλλονται:
α. Για κύρια ασφάλιση, µηνιαία εισφορά στον ΕΦΚΑ, σύµφωνα µε τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 5 του ν. 4387/2016, εφαρµοζόµενης της 111482/0092/30.11.2016 ΚΥΑ (Β΄ 4005) για όσα από τα πρόσωπα της παρ. 1 έχουν διοριστεί µέχρι 31.12.2016.
β. Για υγειονοµική περίθαλψη, µηνιαία εισφορά στον ΕΦΚΑ, σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 4387/ 2016.
γ. Για επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ η µηνιαία εισφορά εµµίσθων ασφαλισµένων του άρθρου 97 του ν. 4387/2016, υπολογιζόµενη επί της βάσης, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παράγραφο 3 για την κύρια ασφάλιση.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα έχει εφαρµογή η παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016.
δ. Για εφάπαξ παροχή καταβάλλεται στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του ΕΤΕΑΕΠ η µηνιαία εισφορά εµµίσθων ασφαλισµένων του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, υπολογιζόµενη επί της βάσης, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος για την κύρια ασφάλιση.
Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελµατική δραστηριότητα, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και των παράγραφων 1 και 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.

3. Η µηνιαία εισφορά για κύρια ασφάλιση, ασφαλισµένου και εργοδότη, υπολογίζεται επί της αντιµισθίας για τα αιρετά όργανα ή της βουλευτικής αποζηµίωσης για τους βουλευτές ή επί των µηνιαίων αποδοχών ή αποζηµίωσης που λαµβάνουν τα λοιπά πρόσωπα της παραγράφου 1. Αν τα πρόσωπα της παραγράφου 1 έχουν επιλέξει να λαµβάνουν τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης και όχι τις προβλεπόµενες για τη θέση που κατέχουν αποδοχές, η ως άνω ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί των συνταξίµων αποδοχών της οργανικής τους θέσης και για υγειονοµική περίθαλψη επί των πάσης φύσεως αποδοχών της οργανικής τους θέσης.
Ως προς το ανώτατο όριο αποδοχών επί του οποίου υπολογίζεται η ασφαλιστική εισφορά, έχουν εφαρµογή οι ρυθµίσεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4387/2016.
Η εισφορά ασφαλισµένου βαρύνει το πρόσωπο που έχει διοριστεί στις θέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος.
Η εργοδοτική εισφορά βαρύνει το Δήµο ή την Περιφέρεια ή την Βουλή των Ελλήνων ή τους φορείς του Δηµοσίου ή του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα ή των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, στους οποίους έχουν διοριστεί τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος.

4. Αν δεν υφίσταται προγενέστερο ασφαλιστικό καθεστώς για τα πρόσωπα των περιπτώσεων δ΄ και ζ΄ της παραγράφου 1, καταβάλλονται εισφορές για κύρια ασφάλιση και υγειονοµική περίθαλψη, σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 και 3 και ο χρόνος αυτός θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ).

5. Στις περιπτώσεις που εφαρµόζονται οι ρυθµίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παραγράφου 1 και 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016, η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τα ανωτέρω πρόσωπα για τη θέση που κατέχουν θεωρείται εισφορά µισθωτού. Για την άσκηση επαγγελµατικής δραστηριότητας καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές σύµφωνα µε τα άρθρα 36, 38, 39, 40 και 41 του ν. 4387/2016.

6. Αν στις θέσεις που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής της παραγράφου 1 διορίζονται συνταξιούχοι του ΕΦΚΑ ή του Δηµοσίου, εφαρµόζεται η παράγραφος 4. Εξαιρούνται τα ανωτέρω πρόσωπα που έχουν παραιτηθεί της αµοιβής που προβλέπεται για τη θέση που κατέχουν.

7. Για τα πρόσωπα που εµπίπτουν στις ρυθµίσεις του άρθρου 25 του ν. 4255/2014 (Α΄ 89) εφαρµόζονται οι ρυθµίσεις του παρόντος άρθρου και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονοµικής περίθαλψης και εφάπαξ παροχής). Για την ασφάλισή τους εφαρµόζονται τα προβλεπόµενα στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

8. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017. Αν από την εφαρµογή του παρόντος άρθρου προκύψουν διαφορές στα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που πρέπει να καταβληθούν από την ανωτέρω ηµεροµηνία, εφαρµόζονται τα εξής:
α. Εάν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι υψηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρµογή του παρόντος άρθρου, το επιπλέον ποσό συµψηφίζεται, µέχρι εξάλειψής του, µε µελλοντικές καταβολές ασφαλιστικών εισφορών.
β. Εάν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι χαµηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρµογή του παρόντος άρθρου, το επιπλέον ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την τακτοποίηση των εισφορών των προηγούµενων µηνών καταβάλλεται σε δόσεις, ο αριθµός των οποίων είναι ίσος µε τον αριθµό των µηνών για τους οποίους προκύπτει διαφορά στο ύψος των εισφορών, χωρίς την επιβολή προστίµων καθυστέρησης εξόφλησης.

9. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4144/2013 εφαρµόζονται από 1.1.2017 και στους ασφαλισµένους του ΕΦΚΑ βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του πρώην ΟΓΑ, εφαρµοζοµένων των ρυθµίσεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

1.α. Γενικές και ειδικές διατάξεις που προβλέπουν διακοπή ή περικοπή της σύνταξης αναπηρίας ή της σύνταξης λόγω θανάτου και των προνοιακών ή άλλων επιδοµάτων όταν ο δικαιούχος αναλαµβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται, δεν έχουν εφαρµογή στους δικαιούχους που πάσχουν αναπηρίας, η οποία οφείλεται σε ψυχική πάθηση ή νοητική υστέρηση ή συµπαθολογία ψυχικής πάθησης και νοητικής υστέρησης, µε ποσοστό 50% και άνω, εφόσον η ανάληψη µισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση ενδείκνυται για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης και η κρίση αυτή πιστοποιείται µε γνωµάτευση µονάδας ψυχικής υγείας, η οποία θα ισχύει για τρία (3) έτη, του αντίστοιχου Τοµέα Ψυχικής Υγείας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο ν. 2716/1999 (Α΄ 96).
β. Η ανάληψη µισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση των ανωτέρω προσώπων για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης, δεν επηρεάζει την σχετική κρίση αξιολόγησης αναπηρίας περί ανικανότητας για κάθε βιοποριστική εργασία, κατά τη διαδικασία πιστοποίησης αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ.

2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 δεν εφαρµόζεται σε συνταξιούχους που αναλαµβάνουν µόνιµη ή µε σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εργασία σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.

3. Οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να το δηλώσουν στον ΕΦΚΑ, στο ΕΤΕΑΕΠ και στις αρµόδιες υπηρεσίες πρόνοιας.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης µπορεί να καθορίζεται κάθε λεπτοµέρεια εφαρµογής του παρόντος άρθρου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης επιτρέπεται µέχρι 31.12.2017 και κατά παρέκκλιση των κειµένων διατάξεων, η µεταφορά υπαλλήλων µεταξύ των ΕΦΚΑ, ΕΤΕΑΕΠ, ΟΓΑ και ΝΑΤ, µε µεταφορά της οργανικής τους θέσης, την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο ή ειδικότητα, βαθµό και µισθολογικό κλιµάκιο, µε συνεκτίµηση της αίτησής τους.
Οµοίως επιτρέπεται για αιτήσεις που υποβάλλονται µέχρι 31.12.2017 και κατά παρέκκλιση των κειµένων διατάξεων, η µεταφορά υπαλλήλων των ΕΦΚΑ, ΕΤΕΑΕΠ, ΟΓΑ και ΝΑΤ σε κενές οργανικές θέσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, µε την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο ή ειδικότητα, βαθµό και µισθολογικό κλιµάκιο.
Αν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, οι υπάλληλοι µεταφέρονται µε την οργανική τους θέση και υποχρεούνται να υπηρετήσουν για µία τουλάχιστον πενταετία στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Ασφάλισης.

Επιτρέπεται η µετάταξη του προσωπικού ασφαλείας που υπηρετεί στον ΕΦΚΑ σε θέση άλλου κλάδου ή ειδικότητας της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθµίδας, µε την ίδια σχέση εργασίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, η µετάταξη γίνεται µε µεταφορά της θέσης που κατέχει ο µετατασσόµενος σε κλάδο ή ειδικότητα της υπηρεσίας του, αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθµίδας του τίτλου σπουδών που κατέχει, ύστερα από γνώµη του υπηρεσιακού συµβουλίου. Κατά τα λοιπά εφαρµόζεται αναλογικά η κείµενη περί µετατάξεων νοµοθεσία.

1. Ορίζονται στον ΕΦΚΑ ως «Προϊστάµενη Αρχή» η Διεύθυνση Στέγασης και Τεχνικών Υπηρεσιών του ΕΦΚΑ, ως «Διευθύνουσα Υπηρεσία» το Τµήµα Κατασκευών του ΕΦΚΑ και ως «Τεχνικό Συµβούλιο» το Τεχνικό Συµβούλιο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύµφωνα µε το ν. 1418/1984 (Α΄ 23). Κατά τα λοιπά, εφαρµόζεται αναλογικά το π.δ. 170/1987 (Α΄ 84). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα για την εφαρµογή του παρόντος, ιδίως ο ορισµός των αποφαινόµενων οργάνων σε περίπτωση τροποποίησης της οργανωτικής διάρθρωσης του ΕΦΚΑ.

2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017.

Προκειµένου για τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, η καταβαλλόµενη σύνταξη αναστέλλεται για όσο διάστηµα ο συνταξιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή µεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκηµα για το οποίο καταδικάσθηκε στρέφεται κατά ασφαλιστικού φορέα. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη µεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής, σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου. Τα οικονοµικά αποτελέσµατα της παρούσας διάταξης αρχίζουν από την 1η ηµέρα του επόµενου µήνα από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

Το άρθρο 66 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 66
Στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώµατος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεµεί στις αρµόδιες υγειονοµικές επιτροπές ΚΕΠΑ ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισµένων, το δικαίωµα συνταξιοδότησής τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για έξι (6) µήνες, µε το ίδιο ποσό που ελάµβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώµατος, εφόσον κατά το προηγούµενο χρονικό διάστηµα είχαν κριθεί από την υγειονοµική επιτροπή µε ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Εάν κριθεί από τις υγειονοµικές επιτροπές των ΚΕΠΑ ότι αυτοί δεν φέρουν συντάξιµο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν µικρότερο ποσοστό αναπηρίας από το προγενεστέρως κριθέν, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συµψηφισµού, µε µηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούµενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.
Η ανωτέρω ρύθµιση εφαρµόζεται και για όλα τα επιδόµατα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας, καθώς και για τις συντάξεις µε αιτία την αναπηρία, ενώ παράλληλα παρατείνεται και η ιατροφαρµακευτική περίθαλψη όσων εµπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει την 1.7.2017.»

Το άρθρο 30 του ν. 1469/1984 (Α΄111) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο/η ανασφάλιστος/η διαζευγµένος/η σύζυγος δικαιούται να διατηρήσει, ως άµεσα ασφαλισµένος, το δικαίωµα παροχών ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δηµόσιο, που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάµου ο έτερος σύζυγος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) Ο γάµος λύθηκε µετά τη συµπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του, και
β) δεν καλύπτεται άµεσα ή έµµεσα για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δηµόσιο.
2. Για τη διατήρηση του δικαιώµατος των παροχών ασθένειας σε είδος, σύµφωνα µε την παράγραφο 1, ο ενδιαφερόµενος καταβάλλει µηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονοµικής περίθαλψης ως εξής:
α) Στον ΕΦΚΑ, για παροχές σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ, σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό µισθό άγαµου µισθωτού άνω των 25 ετών,
β) στο Δηµόσιο σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό µισθό άγαµου µισθωτού άνω των 25 ετών,
γ) στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς, την προβλεπόµενη από τους οικείους κανονισµούς εισφορά ασφαλισµένου και εργοδότη υπέρ υγειονοµικής περίθαλψης που υπολογίζεται επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό µισθό άγαµου µισθωτού άνω των 25 ετών.
3. Το ασφαλιστικό δικαίωµα ασκείται από τον ενδιαφερόµενο µέσα σε ένα (1) έτος από την ηµεροµηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης διαζυγίου.»

Οι κάτοικοι του οικισµού Βρίσα της Δηµοτικής Ενότητας Πολιχνίτου του Δήµου Λέσβου του νοµού Λέσβου, όπως προκύπτουν από την τελευταία απογραφή, απαλλάσσονται πλήρως από τη συµµετοχή στη φαρµακευτική δαπάνη από 1.6.2017 έως 31.5.2019, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζει κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Υγείας.

1. Στo τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Ειδικά, κατά τη διενέργεια ελέγχου, σύµφωνα µε τις υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄ και δδ΄, οι ευρισκόµενοι στο χώρο εργασίας υποχρεούνται να επιδεικνύουν την αστυνοµική τους ταυτότητα ή άλλο αποδεικτικό της ταυτοπροσωπίας έγγραφο, εφόσον τους ζητηθεί από τους διενεργούντες τον έλεγχο Επιθεωρητές Εργασίας. Στον εργοδότη που αρνείται την κατά τα προηγούµενα εδάφια είσοδο και πρόσβαση ή την παροχή των ως άνω στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις της υποπαραγράφου 1Α του άρθρου 24.»

2. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«Στον εργοδότη ή οποιονδήποτε τρίτο αρνείται την κατά τα προηγούµενα εδάφια είσοδο και πρόσβαση ή την παροχή στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις της υποπαραγράφου 1Α του άρθρου 24.»

Η περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«3.α. Αν κρίνει ότι υπάρχουν παραβάσεις που εγκυµονούν άµεσο ή σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζοµένων, διακόπτει προσωρινά τη λειτουργία της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης ή τµήµατός της ή στοιχείου του εξοπλισµού της, για χρονικό διάστηµα µέχρι της πλήρους συµµόρφωσης του εργοδότη και της άρσης των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. Αν η επιχείρηση, µετά την προσωρινή διακοπή ή την επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων, εξακολουθεί να παραβαίνει συστηµατικά τις διατάξεις της νοµοθεσίας µε άµεσο ή σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόµενους εισηγείται στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης την οριστική διακοπή της λειτουργίας της.»

Η υποπαράγραφος 1Β του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«Β.α. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης για χρονικό διάστηµα µέχρι τριών (3) ηµερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίµου για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011 (Β΄ 266), ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, και οι οποίες διαπιστώνονται αθροιστικά σε τρεις (3) διενεργούµενους ελέγχους σε διαφορετικές ηµεροµηνίες, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών.
β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης για χρονικό διάστηµα τεσσάρων (4) µέχρι πέντε (5) ηµερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη τέσσερις (4) ή περισσότερες πράξεις επιβολής προστίµου για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, και οι οποίες διαπιστώνονται αθροιστικά σε τέσσερις (4) διενεργούµενους ελέγχους σε διαφορετικές ηµεροµηνίες, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών.
γ. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης για χρονικό διάστηµα µέχρι τριών (3) ηµερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη δύο (2) ή περισσότερες πράξεις επιβολής προστίµου για αδήλωτη εργασία και οι οποίες διαπιστώνονται αθροιστικά σε δύο (2) διενεργούµενους ελέγχους σε διαφορετικές ηµεροµηνίες, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών. Σε περιπτώσεις που η επιχείρηση διατηρεί τµήµατα, εκµεταλλεύσεις ή υποκαταστήµατα σε διαφορετικούς τόπους, το µέτρο της προσωρινής διακοπής λειτουργίας λαµβάνεται για το αντίστοιχο τµήµα ή εκµετάλλευση ή υποκατάστηµα, του τελευταίου χρονολογικά διενεργούντος ελέγχου που επισύρει πράξη επιβολής προστίµου «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας.
Οι κυρώσεις των περιπτώσεων α΄ έως γ΄ επιβάλλονται µε αιτιολογηµένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή µε αιτιολογηµένη πράξη του Διευθυντή της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του ΣΕΠΕ, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του αρµόδιου Επιθεωρητή Εργασίας.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από αιτιολογηµένη εισήγηση του Διευθυντή της αρµόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του ΣΕΠΕ, µπορεί να επιβληθεί στον εργοδότη προσωρινή διακοπή για διάστηµα µεγαλύτερο από πέντε (5) ηµέρες ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης.
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23, δεν απαιτείται πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων. Η διακοπή επιβάλλεται από τον Ειδικό Επιθεωρητή ή τον αρµόδιο Επιθεωρητή Εργασίας που διενεργεί τον έλεγχο, ύστερα από αιτιολογηµένη καταγραφή στο δελτίο ελέγχου των παραβάσεων, που κατά την κρίση τους συνιστούν άµεσο ή σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και υγεία των εργαζοµένων.
Η εκτέλεση της διοικητικής κύρωσης της προσωρινής ή οριστικής διακοπής γίνεται από την αρµόδια αστυνοµική αρχή.
Ο χρόνος προσωρινής ή οριστικής διακοπής λογίζεται ως κανονικός χρόνος εργασίας ως προς όλα τα δικαιώµατα των εργαζοµένων.»

Στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Με τις ίδιες ποινές τιµωρείται και ο εργοδότης που παραβιάζει την πράξη ή την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας της συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης ή στοιχείου του εξοπλισµού της, που του έχει επιβληθεί ως διοικητική κύρωση για παραβιάσεις της εργατικής νοµοθεσίας.»

Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4144/2013 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:
«Αν από τη σχετική έκθεση διαπιστώνεται η µη αναγραφή εργαζοµένου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού, σύµφωνα µε το άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (Α΄ 286), επιβάλλονται άνευ ετέρου από τον Προϊστάµενο του κατά τόπο αρµόδιου Τµήµατος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 1 της υ.α. 27397/122/2013 (B΄2062).»

Η παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«1.α. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταχωρεί στο πληροφοριακό σύστηµα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ» κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζοµένων, το αργότερο έως και την ηµέρα αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και σε κάθε περίπτωση πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τους εργαζοµένους, καθώς και την υπερεργασία και τη νόµιµη κατά την ισχύουσα νοµοθεσία υπερωριακή απασχόληση πριν την έναρξη πραγµατοποίησής της.
β. Αν διαπιστωθεί από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα τροποποίηση ωραρίου εργασίας εργαζοµένου ή υπερωριακή του απασχόληση χωρίς αυτή να έχει γνωστοποιηθεί κατά τα ανωτέρω πριν την έναρξη πραγµατοποίησής της, επιβάλλονται µε πράξη του αρµόδιου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύµφωνα µε τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011.
γ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή του παρόντος.
δ. Η παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014 (Α΄ 258) καταργείται και οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου αναριθµούνται αντίστοιχα.
ε. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της περίπτωσης γ΄.»

Το άρθρο 33 του ν. 1836/1989 (Α΄ 79) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Εργοδότης που εκτελεί οικοδοµική εργασία ή τεχνικό έργο, υποχρεούται να αναγγέλλει ηλεκτρονικά στο Ολοκληρωµένο Πληροφοριακό Σύστηµα του ΣΕΠΕ (ΟΠΣ-ΣΕΠΕ) το απασχολούµενο προσωπικό, πριν από την έναρξη κάθε ηµερήσιας απασχόλησης. Σε περίπτωση µη συµµόρφωσης µε τα ανωτέρω επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 1 της υ.α. 27397/122/2013 (B΄ 2062).
2. Αντίγραφο του εντύπου της ως άνω αναγγελίας για κάθε ηµέρα απασχόλησης τηρείται στον τόπο εκτέλεσης του έργου µε ευθύνη του εργοδότη και τίθεται στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων, προς έλεγχο, οσάκις ζητείται. Σε περίπτωση µη τήρησης της ως άνω υποχρέωσης επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170).
3. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως εργοδότης θεωρείται ο εργολάβος και ο υπεργολάβος που έχουν αναλάβει την εκτέλεση της οικοδοµικής εργασίας ή του τεχνικού έργου.
4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία της αναγγελίας, τα στοιχεία που περιλαµβάνει, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή του παρόντος.
5. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 4.»

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, µε ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών εντύπων που προβλέπονται στην υ.α. 295/2014 (Β΄ 2390) στο πληροφοριακό σύστηµα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ», κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης µισθωτού ή καταγγελίας σύµβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου ή έργου το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιµες ηµέρες από την ηµέρα αποχώρησης του µισθωτού ή καταγγελίας της σύµβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου ή έργου, αντίστοιχα.

2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του µισθωτού θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωµένο έντυπο υπογεγραµµένο από τον εργοδότη και τον εργαζόµενο είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόµενο, µε την οποία τον ενηµερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστηµα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόµενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιµες ηµέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόµενη εργάσιµη ηµέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εµπρόθεσµα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συµπεριλαµβανοµένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύµβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε µε άτακτη καταγγελία του εργοδότη.

Α) 1. Στην παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147) µετά την περίπτωση β΄ προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής:
«γ) γνωρίζει ή µπορεί να αποδείξει µε τα κατάλληλα µέσα ότι έχουν επιβληθεί σε βάρος του οικονοµικού φορέα, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής προσφοράς ή αίτησης συµµετοχής: αα) τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011 (Β΄ 266), όπως εκάστοτε ισχύει, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από τρεις (3) διενεργηθέντες ελέγχους, ή ββ) δύο (2) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που αφορούν την αδήλωτη εργασία, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από δύο (2) διενεργηθέντες ελέγχους. Οι υπό αα΄ και ββ΄ κυρώσεις πρέπει να έχουν αποκτήσει τελεσίδικη και δεσµευτική ισχύ. Ο λόγος αποκλεισµού δεν εφαρµόζεται όταν η εκτιµώµενη αξία της σύµβασης, χωρίς ΦΠΑ, είναι ίση ή κατώτερη από το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.»
2. Στην παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 4412/2016 προστίθεται περίπτωση γ΄ ως εξής:
«γ) για την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 73, πιστοποιητικό από τη Διεύθυνση Προγραµµατισµού και Συντονισµού της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, από το οποίο να προκύπτουν οι πράξεις επιβολής προστίµου που έχουν εκδοθεί σε βάρος του οικονοµικού φορέα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής προσφοράς ή αίτησης συµµετοχής.»
3. Στο άρθρο 305 του ν. 4412/2016 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Ο λόγος αποκλεισµού της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 73 περιλαµβάνεται πάντοτε στους κανόνες και τα κριτήρια της παραγράφου 1.»
4. Στην παρ. 1 του άρθρου 335 του ν. 4412/2016 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Οι αναθέτοντες φορείς επιβάλλουν τον όρο ότι κατά την εκτέλεση της σύµβασης ο ανάδοχος υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις της νοµοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζοµένων και πρόληψης του επαγγελµατικού κινδύνου.»
5. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 ξεκινά δύο (2) µήνες µετά τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου και δεν καταλαµβάνει διαδικασίες που έχουν ήδη ξεκινήσει, κατά την έννοια των άρθρων 61, 120, 290 και 330 του ν. 4412/2016.
6. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170) καταργείται και οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου αναριθµούνται αντίστοιχα.

Β) Η περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Η αναθέτουσα αρχή αποκλείει από τη σύναψη της σύµβασης τις υποψήφιες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης εάν έχουν επιβληθεί σε βάρος τους, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών πριν από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς, τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011 (Β΄ 266), όπως εκάστοτε ισχύει, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά, από τρεις (3) διενεργηθέντες ελέγχους ή δύο (2) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που αφορούν την αδήλωτη εργασία, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από δύο (2) διενεργηθέντες ελέγχους. Η αναθέτουσα αρχή µπορεί να αποκλείσει από τη σύναψη της σύµβασης τις υποψήφιες εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισµού ή/και φύλαξης: αα) οι οποίες έχουν κηρυχθεί έκπτωτες κατ’ εφαρµογή της παραγράφου 7 του παρόντος µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών (3) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς ή ββ) στις οποίες έχει επιβληθεί η κύρωση της προσωρινής διακοπής της λειτουργίας συγκεκριµένης παραγωγικής διαδικασίας ή τµήµατος ή τµηµάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης κατ’ εφαρµογή της παρ. 1Β του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170) µέσα σε χρονικό διάστηµα τριών (3) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής της προσφοράς.»

1. Οι δυνητικοί δικαιούχοι αποκλείονται από την ένταξη σε πρόγραµµα ή την υπαγωγή σε καθεστώτα ενίσχυσης, που χρηµατοδοτούνται από ενωσιακούς ή εθνικούς πόρους, εάν έχουν επιβληθεί σε βάρος τους, µέσα σε χρονικό διάστηµα δύο (2) ετών πριν από την ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας υποβολής αίτησης συµµετοχής:
α) τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011 (Β΄ 266), όπως εκάστοτε ισχύει, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από τρεις (3) διενεργηθέντες ελέγχους, ή
β) δύο (2) πράξεις επιβολής προστίµου από τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νοµοθεσίας που αφορούν την αδήλωτη εργασία, οι οποίες προκύπτουν αθροιστικά από δύο (2) διενεργηθέντες ελέγχους.
Οι υπό α΄ και β΄ κυρώσεις πρέπει να έχουν αποκτήσει τελεσίδικη και δεσµευτική ισχύ.

2. Ο έλεγχος για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 1 πραγµατοποιείται µέσω των πληροφοριακών συστηµάτων των φορέων διαχείρισης και του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας. Μέχρι τη διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστηµάτων, η οποία διαπιστώνεται µε απόφαση των Υπουργών Οικονοµίας και Ανάπτυξης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο δυνητικός δικαιούχος κατά την υποβολή της αίτησης συµµετοχής υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνει ότι δεν έχουν επιβληθεί σε βάρος τους οι κυρώσεις της παραγράφου 1.

3. Οι προσκλήσεις των φορέων διαχείρισης περιέχουν υποχρεωτικά όρους για τη µη ύπαρξη των κυρώσεων της παραγράφου 1, καθώς και για την τήρηση των διατάξεων της νοµοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζοµένων και πρόληψης του επαγγελµατικού κινδύνου.

4. Με απόφαση των Υπουργών Οικονοµίας και Ανάπτυξης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται οι κυρώσεις και η διαδικασία επιβολής τους, στην περίπτωση που τα αρµόδια ελεγκτικά όργανα του ΣΕΠΕ επιβάλλουν κυρώσεις για παραβάσεις που χαρακτηρίζονται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, σύµφωνα µε την υ.α. 2063/Δ1632/2011 (Β΄266), όπως εκάστοτε ισχύει, ή για παραβάσεις που αφορούν την αδήλωτη εργασία µετά την ένταξη σε πρόγραµµα ή την υπαγωγή σε καθεστώτα ενίσχυσης. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι διαδικασίες για την επιβεβαίωση της ορθότητας των υπεύθυνων δηλώσεων της παραγράφου 2 και κάθε άλλο συναφές µε την εφαρµογή του παρόντος θέµα.

5. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την έκδοση των αποφάσεων των παραγράφων 2 και 4.

Στο άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (Α΄286) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:
«8. Ο εργοδότης υποχρεούται να εφοδιάζει τους εργαζόµενους µε αντίγραφο της κατάστασης προσωπικού ή απόσπασµα αυτής όταν απασχολούνται εκτός της έδρας ή του παραρτήµατος της επιχείρησης.»

Στο άρθρο 4 του π.δ. 240/2006 (Α΄ 252) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Η ενηµέρωση που παρέχει ο εργοδότης και τα αποτελέσµατα των διαβουλεύσεων καταγράφονται σε πρακτικό.»

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 του π.δ. 240/2006 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι κοινωνικοί εταίροι µπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συµπεριλαµβανοµένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, µέσω γραπτής συµφωνίας, τις πρακτικές λεπτοµέρειες ενηµέρωσης και διαβούλευσης των εργαζοµένων.»

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4097/2012 (Α΄ 235) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Το ως άνω επίδοµα µπορεί να χορηγείται και στις κυοφόρους αυτοαπασχολούµενες γυναίκες, τις τεκµαιρόµενες αυτοαπασχολούµενες µητέρες του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα και στις αυτοαπασχολούµενες γυναίκες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως δύο ετών.»

2. Η τεκµαιρόµενη µητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα που αποκτά τέκνο µε τη διαδικασία της παρένθετης µητρότητας δικαιούται το µεταγενέθλιο τµήµα της άδειας µητρότητας που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 1993 και του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001, το οποίο κυρώθηκε µε το άρθρο 11 του ν. 2874/2000, καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόµατα που συνδέονται µε αυτήν, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιµέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής της.

3. Στο άρθρο 142 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) προστίθεται ένατο εδάφιο ως εξής:
«Την ειδική παροχή προστασίας µητρότητας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, δικαιούται και η τεκµαιρόµενη µητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα που αποκτά τέκνο µε τη διαδικασία της παρένθετης µητρότητας.»

Στην παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Η ανωτέρω άδεια χορηγείται, κατά την ως άνω διαδικασία, και στο φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα παιδιού ηλικίας έως δεκαοκτώ (18) ετών συµπληρωµένων, το οποίο πάσχει από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδροµο Down ή αυτισµό.»

Στο άρθρο 15 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Η προστασία έναντι της καταγγελίας της σχέσης εργασίας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ισχύει και για τις εργαζόµενες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών, µε χρονική αφετηρία την τοποθέτηση του τέκνου στην οικογένεια, καθώς και για τις εργαζόµενες που εµπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης µητρότητας, είτε ως τεκµαιρόµενες µητέρες, µε χρονική αφετηρία τη γέννηση του παιδιού, είτε ως κυοφόροι γυναίκες.»

Στο άρθρο 621 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ένδικων µέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, µισθούς υπερηµερίας και καθυστερούµενους µισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά µέσα σε εξήντα (60) ηµέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά µέσα σε τριάντα (30) ηµέρες. Η απόφαση του δικαστηρίου δηµοσιεύεται υποχρεωτικά µέσα σε τριάντα (30) ηµέρες από τη συζήτηση της αγωγής ή του τακτικού ένδικου µέσου.»

Μετά το άρθρο 636 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας προστίθεται νέο άρθρο 636Α ως εξής:
«Άρθρο 636Α
1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 623 έως 636 µπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωµής οφειλόµενου µισθού, εφόσον η σύναψη της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας και το ύψος του µισθού αποδεικνύονται µε δηµόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή µε απόφαση ασφαλιστικών µέτρων, η οποία εκδόθηκε µετά από οµολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη, και εφόσον έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση µε δικαστικό επιµελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ηµέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η εργασία που αντιστοιχεί στο µισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωµής τεκµαίρεται ότι έχει παρασχεθεί.
2. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωµής υποβάλλεται και στον κατά τόπο αρµόδιο δικαστή της παραγράφου 1 του άρθρου 621.
3. Η συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωµής, που εκδόθηκε για απαιτήσεις της παραγράφου 1, προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα στην συντοµότερη διαθέσιµη δικάσιµο και πάντως όχι πέραν των τριών (3) µηνών από την κατάθεσή της. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά µέσα σε τριάντα (30) ηµέρες.
4. Τυχόν ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθµ. 3 σχετικά µε την καταβολή δικαστικού ενσήµου, τέλους απογράφου, παραβόλου και κάθε άλλου τέλους ή φόρου ισχύουν ανάλογα και για τη διαταγή πληρωµής του παρόντος άρθρου, την ανακοπή που ασκείται κατ’ αυτής, καθώς και για τα ένδικα µέσα και βοηθήµατα που ασκούνται κατά της απόφασης επί της ανακοπής.»

Το άρθρο 71 του Εισαγωγικού Νόµου του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Στις εργατικές διαφορές καθώς και στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωµής οφειλόµενου µισθού δεν καταβάλλεται το κατά το νόµο ΓΠΟΗ/1912 (Α΄ 3) δικαστικό ένσηµο, για το µέχρι του ποσού της εκάστοτε καθ’ ύλην αρµοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτηµα της αγωγής ή της αίτησης αντίστοιχα. Στις περιπτώσεις εργατικών διαφορών, καθώς και αιτήσεων για την έκδοση διαταγής πληρωµής οφειλόµενου µισθού, για τις οποίες καταβάλλεται δικαστικό ένσηµο, αυτό καθορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις χιλίοις (4‰) επί της αξίας του αντικειµένου της αγωγής, της αίτησης ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσηµο κατά τις οικείες διατάξεις.»

1. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) η φράση «ασφαλισµένους στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ» αντικαθίσταται µε τη φράση «ασφαλισµένους που υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον τέως ΟΑΕΕ και στο τέως ΕΤΑΠ-ΜΜΕ» και η φράση «ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ» αντικαθίσταται µε τη φράση «ασφαλισµένους που υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στο τέως ΕΤΑΑ».

2. Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«Σκοπός του λογαριασµού είναι η χορήγηση βοηθήµατος σε περιπτώσεις αποδεδειγµένης διακοπής του επαγγέλµατος και για χρονικό διάστηµα τουλάχιστον τριών (3) µηνών, καθώς και η ενίσχυση της απασχόλησης των προσώπων που καλύπτονται από τους ανωτέρω κλάδους.»

3. Στο τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «ασφαλισµένους του ΕΤΑΑ» αντικαθίσταται µε τη φράση «ασφαλισµένους του Ε.Φ.Κ.Α., για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στο τέως ΕΤΑΑ», η φράση «το ½ της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας» αντικαθίσταται µε τη φράση «το 60% του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό µισθό άγαµου µισθωτού άνω των 25 ετών, αναγόµενο σε ετήσια βάση» και η φράση «το τελευταίο 8µηνο» αντικαθίσταται µε τη φράση «το τελευταίο 6µηνο».

4. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «των Ασφαλιστικών Οργανισµών ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ» αντικαθίσταται µε τη φράση «που υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον τέως ΟΑΕΕ, στο τέως ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και στο τέως ΕΤΑΑ».

5. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «από τα οικεία ταµεία» αντικαθίσταται µε τη φράση «από τον Ε.Φ.Κ.Α.».

6. Στο τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας µετά γνώµη των Διοικητικών Συµβουλίων των αρµόδιων οργανισµών και γνώµη του ΣΚΑ» αντικαθίσταται µε τη φράση «του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

7. Το πέµπτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, µετά από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του ΟΑΕΔ, καταρτίζονται προγράµµατα για την ενίσχυση της απασχόλησης των προσώπων που καλύπτονται από τους κλάδους της περίπτωσης α΄, καθορίζονται και εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την ενίσχυση, η διαδικασία, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος της ενίσχυσης, το ύψος αυτής, τα απαιτούµενα δικαιολογητικά για την απόδειξη των όρων και προϋποθέσεων χορήγησής της, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή της, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή τη διακοπή της και κάθε θέµα σχετικό µε την εφαρµογή του παρόντος, εφαρµοζόµενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 2 και 4 έως 8 του άρθρου 29 του ν. 1262/1982 (Α΄ 70). Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι διαδικασίες µεταφοράς των διαθέσιµων πόρων των δύο κλάδων της περίπτωσης α΄, καθώς και το ποσοστό συµµετοχής τους στο πρόγραµµα.»

Στο άρθρο 7 του ν. 1545/1985 (Α΄ 91) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6.α) Ο άνεργος, ο οποίος έχει ασκήσει το δικαίωµα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (Α΄ 67) και έχει θεωρήσει τη µονοµερή βλαπτική µεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη, επιδοτείται εάν, µαζί µε την αίτηση για επιδότηση, προσκοµίσει στον ΟΑΕΔ την εξώδικη δήλωση µε την οποία άσκησε το εν λόγω δικαίωµα, καθώς και αποδεικτικό της κοινοποίησής της στον εργοδότη, έγγραφο. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσµία για την υποβολή αίτησης για επιδότηση ξεκινά από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης στον εργοδότη.
β) Εντός έξι (6) µηνών από την υποβολή της αίτησης για επιδότηση, ο άνεργος οφείλει να προσκοµίσει στην αρµόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ είτε έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση της αποζηµίωσης απόλυσης από τον εργοδότη είτε την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη µε βάση το ασκηθέν δικαίωµα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης του προηγούµενου εδαφίου, καθώς και εάν η ασκηθείσα αγωγή δεν γίνει τελεσίδικα δεκτή, η επιδότηση ανεργίας διακόπτεται και τα ήδη καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται αναδροµικά. Εντός προθεσµίας εξήντα (60) ηµερών από την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί επί της αγωγής, τόσο ο άνεργος όσο και ο εναγόµενος εργοδότης, εφόσον έχει ενηµερωθεί από τον ΟΑΕΔ για την επιδότηση του ανέργου, υποχρεούνται να προσκοµίσουν στον ΟΑΕΔ την εκδοθείσα απόφαση, ειδάλλως επιβάλλεται πρόστιµο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ σε βάρος καθενός από τους υπόχρεους. γ) Αντί να λάβει το επίδοµα ανεργίας, κατά τα ανωτέρω, ο άνεργος, µε σχετική αίτησή του προς τον ΟΑΕΔ, η οποία κατατίθεται ταυτόχρονα µε την προσκόµιση της εξώδικης δήλωσης της περίπτωση α΄, µπορεί να επιλέξει να λάβει αναδροµικά το σύνολο της επιδότησης ανεργίας που δικαιούται, εφόσον προσκοµίσει στον ΟΑΕΔ δικαστική απόφαση που κάνει τελεσίδικα δεκτή την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη µε βάση το ασκηθέν δικαίωµα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920

Η παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4144/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για τη σύσταση, αλλοίωση, µετάθεση ή κατάργηση εµπράγµατων δικαιωµάτων επί των πάσης φύσεως ακινήτων του καταργηθέντος ΟΕΚ που περιέρχονται σε αυτόν, ο ΟΑΕΔ απαλλάσσεται από κάθε δηµόσιο, δηµοτικό, κοινοτικό ή λιµενικό φόρο (άµεσο ή έµµεσο), από κάθε εισφορά και τέλος υπέρ Δηµοσίου ή τρίτων και απολαύει εν γένει όλων ανεξαιρέτως των δικαστικών, διοικητικών και οικονοµικών ατελειών και προνοµίων του Δηµοσίου. Διατάξεις της κείµενης νοµοθεσίας που εισάγουν ειδικότερες ρυθµίσεις, ατέλειες ή απαλλαγές υπέρ του καταργηθέντος ΟΕΚ για τη διαχείριση των ακινήτων του ισχύουν και υπέρ του ΟΑΕΔ. Ο ΟΑΕΔ απαλλάσσεται από την καταβολή κάθε είδους τελών για την εγγραφή στο Εθνικό Κτηµατολόγιο εµπραγµάτων δικαιωµάτων του καταργηθέντος ΟΕΚ που περιέρχονται σε αυτόν.»

Η παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) εφαρµόζεται για την έγκριση των προϋπολογισµών όλων των φορέων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση των Διοικητών των Υγειονοµικών Περιφερειών, συνιστώνται πρωτοβάθµιες και δευτεροβάθµιες υγειονοµικές επιτροπές, για την παραποµπή σε αυτές θεµάτων υγειονοµικής περίθαλψης, πιστοποίησης νόσου που επιφέρει ανικανότητα για εργασία, χαρακτηρισµού ανικανότητας προς εργασία οφειλόµενη σε εργατικό ατύχηµα ή επαγγελµατική ασθένεια για αλλαγή θέσης εργασίας, καθώς και κρίσης ικανότητας προς εργασία για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση, µε την οποία ορίζονται η συγκρότηση, οι αρµοδιότητές τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια.» 

1. Η κυριότητα του επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 1 στον Πειραιά ακινήτου παραµένει στο ΝΑΤ, για τη στέγαση των υπηρεσιών του, και την άσκηση των µη ασφαλιστικών αρµοδιοτήτων του. Οµοίως στην κυριότητα του ΝΑΤ παραµένουν δύο αυτοκίνητα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες µετακίνησης στο ΝΑΤ µέχρι 31.12.2016.

2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017.

Στον Οργανισµό Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (ΟΑΕΔ) συνιστώνται δέκα (10) οργανικές θέσεις µόνιµου προσωπικού, κλάδου ΠΕ Πληροφορικής.
Προσόντα διορισµού είναι τα προβλεπόµενα στο π.δ. 50/2001 (Α΄ 39), και επιπλέον απαιτείται κατοχή µεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ως εξής:
α) Για τις τέσσερις (4) θέσεις, σε ένα από τα επιστηµονικά πεδία, Πληροφορικής ή Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών ή Εφαρµοσµένης Πληροφορικής ή Επιστήµης Υπολογιστών ή Επιστήµης και Τεχνολογίας Υπολογιστών και
β) για τις έξι (6) θέσεις, σε ένα από τα επιστηµονικά πεδία, Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και Μηχανικού Υπολογιστών ή Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και Τεχνολογίας Υπολογιστών ή Μηχανικού Η/Υ και Πληροφορικής ή Ηλεκτρονικού και Μηχανικού Υπολογιστών ή Μηχανικών Πληροφοριακών & Επικοινωνιακών Συστηµάτων ή Μηχανικών Η/Υ Τηλεπικοινωνιών και Δικτύων.
Πρόσθετα προσόντα µπορεί κάθε φορά να καθορίζονται µε την προκήρυξη πλήρωσης των θέσεων, ύστερα από γνώµη του Διοικητικού Συµβουλίου του ΟΑΕΔ.

Η ισχύς των συµβάσεων του επικουρικού προσωπικού των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας του άρθρου 9 του ν. 4109/2013 (Α΄16), του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών του π.δ. 265/1979 (Α΄74) και του Εθνικού Ιδρύµατος Κωφών του α.ν. 726/1937 (Α΄ 228) παρατείνεται µέχρι τις 31.12.2018, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής και ειδικής διάταξης.

Στο ν.δ. 162/1973 (Α΄ 227) προστίθεται άρθρο 2 ως εξής:
«Άρθρο 2
Περιεχόµενο προστασίας
1. Η προστασία των υπερηλίκων και χρονίως πασχόντων ατόµων εξασφαλίζεται µε την ανάπτυξη προγραµµάτων ανοικτής κοινωνικής φροντίδας, καθώς και κλειστής περίθαλψης που καταρτίζει και εφαρµόζει το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης µε σκοπό την βελτίωση της ποιότητας ζωής, την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης και περίθαλψης αυτών.
2. Τα ανωτέρω προγράµµατα δύνανται να υλοποιούνται είτε από τους φορείς του άρθρου 3 του ν. 2646/1998 (Α΄236) είτε από τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ Α΄ βαθµού είτε από ιδιωτικούς φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα που, σύµφωνα µε τις καταστατικές τους διατάξεις έχουν σκοπό την κοινωνική ανάπτυξη και πρόνοια ή συναφή προς τα ανωτέρω σκοπό.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η µορφή και το περιεχόµενο των καταρτιζόµενων προγραµµάτων, οι φορείς υλοποίησης αυτών, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, η διαδικασία υπαγωγής των ωφελούµενων στα προβλεπόµενα προγράµµατα της προηγούµενης παραγράφου, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέµα.»

Αντικείµενο του παρόντος µέρους αποτελεί η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου ρυθµίσεων κατ’ εφαρµογή διατάξεων της Σύµβασης των Ηνωµένων Εθνών για τα δικαιώµατα των Ατόµων µε Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύµβαση για τα δικαιώµατα των Ατόµων µε Αναπηρίες, που κυρώθηκαν µε το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012 (Α΄ 88). Σκοπός του παρόντος µέρους είναι η άρση των εµποδίων που δυσχεραίνουν την πλήρη και ισότιµη συµµετοχή των Ατόµων µε Αναπηρίες (ΑµεΑ) στην κοινωνική, οικονοµική και πολιτική ζωή της χώρας.

1. Ως «Άτοµα µε Αναπηρίες (ΑµεΑ)» νοούνται τα άτοµα µε µακροχρόνιες σωµατικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση µε διάφορα εµπόδια, ιδίως θεσµικά, περιβαλλοντικά ή εµπόδια κοινωνικής συµπεριφοράς, δύναται να παρεµποδίσουν την πλήρη και αποτελεσµατική συµµετοχή των ατόµων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση µε τους άλλους.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος νόµου:
α) ως «Σύµβαση» ορίζεται η Σύµβαση των Ηνωµένων Εθνών για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ που υπογράφθηκε στη Νέα Υόρκη στις 30 Μαρτίου 2007 και κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012 (Α΄ 88),
β) ως «Πρωτόκολλο» ορίζεται το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύµβαση των Ηνωµένων Εθνών για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ που υπογράφθηκε στη Νέα Υόρκη στις 27 Σεπτεµβρίου 2010 και κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012,
γ) ως «Επιτροπή» ορίζεται η Επιτροπή για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ που συστάθηκε σύµφωνα µε το άρθρο 34 της Σύµβασης.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της Σύµβασης διέπουν και το παρόν µέρος.

1. Κάθε φυσικό πρόσωπο ή νοµικό πρόσωπο δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται να διασφαλίζει την ισότιµη άσκηση των δικαιωµάτων των ΑµεΑ στο πεδίο των αρµοδιοτήτων ή δραστηριοτήτων του, λαµβάνοντας κάθε πρόσφορο µέτρο και απέχοντας από οποιαδήποτε ενέργεια ή πρακτική που ενδέχεται να θίγει την άσκηση των δικαιωµάτων των ΑµεΑ.
Ιδίως υποχρεούται:
α) να αφαιρεί υφιστάµενα εµπόδια κάθε είδους,
β) να τηρεί τις αρχές καθολικού σχεδιασµού σε κάθε τοµέα της αρµοδιότητάς του ή της δραστηριοποίησής του, προκειµένου να διασφαλίζει για τα ΑµεΑ την προσβασιµότητα των υποδοµών, των υπηρεσιών ή των αγαθών που προσφέρει,
γ) να παρέχει, όπου απαιτείται σε συγκεκριµένη περίπτωση, εύλογες προσαρµογές υπό τη µορφή εξατοµικευµένων και κατάλληλων τροποποιήσεων, ρυθµίσεων και ενδεδειγµένων µέτρων, χωρίς την επιβολή δυσανάλογου ή αδικαιολόγητου βάρους,
δ) να απέχει από πρακτικές, κριτήρια, συνήθειες και συµπεριφορές που συνεπάγονται διακρίσεις σε βάρος των ΑµεΑ,
ε) να προάγει µε θετικά µέτρα την ισότιµη συµµετοχή και άσκηση των δικαιωµάτων των ΑµεΑ στον τοµέα της αρµοδιότητας ή δραστηριότητάς του.

2. Οι κατά την παράγραφο 1 υπόχρεοι οφείλουν κατά τις συναλλαγές τους µε ΑµεΑ να διασφαλίζουν βασική πληροφόρηση µέσω τρόπων, µορφών και µέσων επικοινωνίας, όπως ορίζονται στη Σύµβαση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονοµίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονοµικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης έπειτα από συνεργασία µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και κατόπιν διαβούλευσης µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ εξειδικεύονται οι υπόχρεοι φορείς, οι τρόποι, οι µορφές και τα µέσα προσβάσιµης επικοινωνίας, καθώς και κάθε άλλο θέµα τεχνικού ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα για την εφαρµογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές εντάσσουν τη διάσταση της αναπηρίας σε κάθε δηµόσια πολιτική, διοικητική διαδικασία, δράση, µέτρο και πρόγραµµα της αρµοδιότητάς τους µε στόχο την εξάλειψη, αποκατάσταση και αποτροπή ανισοτήτων µεταξύ ατόµων µε και χωρίς αναπηρίες. Για το σκοπό αυτόν:
α) Υποβάλλουν εκθέσεις στα οικεία Επιµέρους Σηµεία Αναφοράς του άρθρου 71 σχετικά µε τις δράσεις, τα µέτρα και τα προγράµµατα που υιοθετούν για την επίτευξη της ισότητας των ΑµεΑ,
β) υιοθετούν ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες για τα θέµατα αναπηρίας, όπως αυτοί καθορίζονται από αρµόδια διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα, ώστε να καθίσταται δυνατή η µέτρηση και η αξιολόγηση της ένταξης της διάστασης της αναπηρίας,
γ) συλλέγουν και τηρούν επιµέρους στατιστικά στοιχεία για την αναπηρία ως προς τους τοµείς ευθύνης τους.

2. Με κοινή απόφαση των καθ’ ύλην αρµόδιων Υπουργών κατόπιν συνεργασίας µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και κατόπιν δηµόσιας διαβούλευσης εξειδικεύονται οι υπόχρεοι φορείς, οι διαδικασίες υλοποίησης καθώς και κάθε άλλο θέµα τεχνικού ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές, σε συνεργασία µε τα Επιµέρους Σηµεία Αναφοράς του άρθρου 71, υποχρεούνται να τηρούν τις αρχές του καθολικού σχεδιασµού του άρθρου 2 της Σύµβασης, όπως εξειδικεύονται και επικαιροποιούνται κάθε φορά, κατά το σχεδιασµό δηµοσίων πολιτικών, διοικητικών υπηρεσιών και προϊόντων, διαδικασιών, περιβαλλόντων και οργανωτικών δοµών, που θα µπορούν να χρησιµοποιούνται από όλους στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό, χωρίς να απαιτούνται ειδικές προσαρµογές ή εξειδικευµένος σχεδιασµός. Για την επικαιροποίηση προδιαγραφών και οδηγιών εφαρµογής των αρχών του καθολικού σχεδιασµού οι υπόχρεοι τελούν σε διαβούλευση µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ.

2. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές υποχρεούνται να λαµβάνουν ενδεδειγµένα µέτρα προσαρµοσµένα στις ιδιαίτερες ανάγκες ενός ή περισσότερων ΑµεΑ προκειµένου να διασφαλιστεί η αρχή της ίσης µεταχείρισης. Στις ως άνω εύλογες προσαρµογές, οι οποίες παρέχονται υπό την προϋπόθεση της µη επιβολής δυσανάλογου ή αδικαιολόγητου βάρους, περιλαµβάνονται ενδεικτικά, µέτρα παροχής υποστηρικτικής τεχνολογίας, προσωπικής βοήθειας και ενδιαµέσων, εξατοµικευµένη προσαρµογή διαδικασιών ή πρακτικών, εξειδικευµένες υπηρεσίες και βοηθητικές υπηρεσίες για την επικοινωνία.

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές στο πλαίσιο της αρµοδιότητάς τους µεριµνούν για τη διασφάλιση της ισότιµης πρόσβασης των ΑµεΑ στο φυσικό και δοµηµένο περιβάλλον, τόσο σε συνήθεις συνθήκες όσο και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

2. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές στο πλαίσιο της αρµοδιότητάς τους, διασφαλίζουν την ισότιµη πρόσβαση των ΑµεΑ στο ηλεκτρονικό περιβάλλον, ιδίως στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, πληροφορίες και υπηρεσίες, περιλαµβανοµένων των µέσων ενηµέρωσης και των υπηρεσιών διαδικτύου.

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές όταν συναλλάσσονται µε ΑµεΑ υποχρεούνται να παρέχουν πρόσφορα µέσα επικοινωνίας και πρόσβαση στην πληροφόρηση. Στην ως άνω υποχρέωση περιλαµβάνονται ενδεικτικά, η πρόσβαση στα δηµόσια έγγραφα και η κοινοποίηση διοικητικών πράξεων σε ΑµεΑ σε προσβάσιµες µορφές, καθώς και η διασφάλιση της προηγούµενης ακρόασης µε πρόσφορους τρόπους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45). Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, σε συνεργασία µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και µε το Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς του άρθρου 70 και κατόπιν δηµόσιας διαβούλευσης µε τα ενδιαφερόµενα µέρη, προσδιορίζονται τα είδη των πρόσφορων µέσων, των προσβάσιµων µορφών και των τρόπων επικοινωνίας που υιοθετούνται από τις υπηρεσίες της Δηµόσιας Διοίκησης, καθώς και κάθε άλλο θέµα τεχνικού ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα σχετικό µε την εφαρµογή της παρούσας παραγράφου.

2. Η ελληνική νοηµατική γλώσσα αναγνωρίζεται ως ισότιµη µε την ελληνική γλώσσα. Το κράτος λαµβάνει µέτρα για την προώθησή της, καθώς και για την κάλυψη όλων των αναγκών επικοινωνίας των κωφών και βαρήκοων πολιτών.

3. Η ελληνική γραφή Μπράιγ (Braille) αναγνωρίζεται ως ο τρόπος γραφής των τυφλών Ελλήνων πολιτών. Το κράτος υποχρεούται να λάβει µέτρα για την προώθησή της, καθώς και για την κάλυψη των αναγκών επικοινωνίας των ως άνω πολιτών.

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές ενηµερώνουν και ευαισθητοποιούν το προσωπικό, τους συναλλασσόµενους και τους αποδέκτες των υπηρεσιών τους σχετικά µε τα δικαιώµατα των ΑµεΑ και τον καθολικό σχεδιασµό. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενηµέρωσης και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ύστερα από δηµόσια διαβούλευση µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ, εξειδικεύονται οι τρόποι ενηµέρωσης, τα εργαλεία και τα µέσα ευαισθητοποίησης, καθώς και το περιεχόµενο των παρεµβάσεων για την υλοποίηση του περιεχοµένου της παρούσας παραγράφου.

2. Προς το σκοπό της εκπαίδευσης φοιτητών, σπουδαστών αλλά και της κατάρτισης δικαστικών λειτουργών και στελεχών του δηµόσιου τοµέα σε θέµατα δικαιωµάτων και ίσης µεταχείρισης των ΑµεΑ, τα Πανεπιστήµια και τα ΤΕΙ, το Εθνικό Κέντρο Δηµόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και η Εθνική Σχολή Δηµόσιας Υγείας µεριµνούν για τη συµπερίληψη στα προγράµµατα σπουδών και στα επιµορφωτικά τους σεµινάρια εκπαιδευτικών ενοτήτων που αφορούν στα δικαιώµατα των ΑµεΑ, όπως αυτά απορρέουν από τη Σύµβαση. Με αποφάσεις των οικείων Υπουργών, σε συνεργασία µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και το Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς του άρθρου 70, ρυθµίζονται οι επιµέρους θεµατικές ενότητες, το περιεχόµενο των εκπαιδευτικών ενοτήτων, καθώς και κάθε άλλο θέµα τεχνικού ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα.

1. Τα δηµόσια και ιδιωτικά ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά, προωθούν την εµπέδωση και το σεβασµό της αρχής της µη διάκρισης. Για τον σκοπό αυτό, το Εθνικό Συµβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) στους Κώδικες Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών Εκποµπών, Διαφηµίσεων και Ψυχαγωγικών Προγραµµάτων που καταρτίζει, οφείλει να συµπεριλαµβάνει ρυθµίσεις που αποβλέπουν στην πραγµάτωση της αρχής της µη διάκρισης λόγω αναπηρίας, στην ανάπτυξη ενός πλουραλιστικού διαλόγου για τα θέµατα των ΑµεΑ και την προαγωγή της ουσιαστικής ισότητας µεταξύ ατόµων µε και χωρίς αναπηρίες.

2. Οι πάροχοι υπηρεσιών µέσων ενηµέρωσης και επικοινωνίας, συµπεριλαµβανοµένου και του διαδικτύου, υποχρεούνται να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες, όπως οµιλούσες ιστοσελίδες, υποτιτλισµό, ακουστική περιγραφή, διερµηνεία νοηµατικής, προκειµένου να διασφαλίσουν την πρόσβαση των ΑµεΑ σε αυτά. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενηµέρωσης καθορίζονται τα µέσα, η διαδικασία καθώς και κάθε άλλο θέµα τεχνικού ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα για την εφαρµογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

1. Κατά το στάδιο της νοµοπαραγωγικής διαδικασίας τα αρµόδια όργανα συνεκτιµούν τα δικαιώµατα των ΑµεΑ, όπως αυτά περιγράφονται στη Σύµβαση και κατά τη διάρκεια της κατάρτισης σχεδίων νόµου, συνεργάζονται µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και µε το Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς του άρθρου 70 και τελούν σε διαβούλευση µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ.

2. Στην ανάλυση συνεπειών ρυθµίσεων που συνοδεύει κάθε σχέδιο νόµου, προσθήκη ή τροπολογία, καθώς και κανονιστικές αποφάσεις µείζονος οικονοµικής ή κοινωνικής σηµασίας, συµπεριλαµβάνεται ειδική ενότητα τεκµηρίωσης της συµβατότητας των προτεινόµενων ρυθµίσεων µε τη Σύµβαση, καθώς και των ειδικών συνεπειών των προτεινόµενων ρυθµίσεων στα ΑµεΑ.

3. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή και οι υπηρεσίες και φορείς που περιλαµβάνονται στο Ελληνικό Στατιστικό Σύστηµα αναπτύσσουν, παράγουν και διαδίδουν σύµφωνα µε τις αρχές του Ελληνικού Στατιστικού Συστήµατος και την κείµενη νοµοθεσία επίσηµες στατιστικές σχετικά µε τα ΑµεΑ, καθώς και µε τα εµπόδια που αυτά αντιµετωπίζουν κατά την άσκηση των δικαιωµάτων τους. Για τους σκοπούς του σχεδιασµού των ως άνω στατιστικών και της διάχυσης των παραγόµενων δεδοµένων τελούν σε διαβούλευση µε το Παρατηρητήριο για τα Θέµατα Αναπηρίας της Εθνικής Συνοµοσπονδίας Ατόµων µε Αναπηρία (Ε.Σ.Α.µεΑ.).

1. Ο Υπουργός Επικρατείας, αρµόδιος για τη συνοχή του κυβερνητικού έργου, ορίζεται ως Συντονιστικός Μηχανισµός σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 33 της Σύµβασης. Στην αρµοδιότητά του ανήκουν ειδικότερα:
α) Η παρακολούθηση θεµάτων που αφορούν στα δικαιώµατα των ΑµεΑ,
β) ο συντονισµός των αρµόδιων Υπουργείων για τη χάραξη και την εφαρµογή δηµόσιων πολιτικών που προάγουν τα δικαιώµατα των ΑµεΑ,
γ) η συνεργασία µε το Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς του άρθρου 70,
δ) ο συντονισµός και η παρακολούθηση του έργου των συναρµόδιων Υπουργείων για την εφαρµογή της Σύµβασης στον ιδιωτικό τοµέα,
ε) οι αρµοδιότητες που καθορίζονται από τη Σύµβαση και το Πρωτόκολλο σε σχέση µε την παρακολούθηση εφαρµογής της Σύµβασης.

2. Με απόφαση του Πρωθυπουργού και εφόσον δεν υπάρχει Υπουργός Επικρατείας µε αρµοδιότητα τη συνοχή του κυβερνητικού έργου, µπορεί η αρµοδιότητα του παρόντος άρθρου να ανατίθεται σε άλλον Υπουργό.

3. Με απόφαση του Υπουργικού Συµβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Επικρατείας της παραγράφου 1, µπορεί να συνιστώνται στο γραφείο του ως άνω Υπουργού µέχρι δύο (2) θέσεις µετακλητών διοικητικών υπαλλήλων ή ειδικών συνεργατών εξειδικευµένων σε θέµατα αναπηρίας.

1. Η Γενική Γραµµατεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων ορίζεται ως Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς για θέµατα σχετιζόµενα µε την εφαρµογή της Σύµβασης.

2. Στην αρµοδιότητα του Κεντρικού Σηµείου Αναφοράς ανήκει:
α) Η υποδοχή και ο χειρισµός ζητηµάτων που άπτονται της εφαρµογής της Σύµβασης σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο,
β) η συνεργασία µε τα Επιµέρους Σηµεία Αναφοράς του άρθρου 71,
γ) η διασύνδεση µε το Πλαίσιο Προαγωγής της Σύµβασης του άρθρου 72,
δ) η διαβούλευση µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων, οργανωµένες ή µη που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ,
ε) η παροχή ενηµέρωσης και κατευθύνσεων για θέµατα σχετικά µε τα δικαιώµατα των ΑµεΑ,
στ) η εκπόνηση και υποβολή στη Βουλή Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα ΑµεΑ, καθώς και η σύνταξη και υποβολή στην Επιτροπή για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ του άρθρου 34 της Σύµβασης των εκθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 35 αυτής.

1. Με απόφαση των οικείων Υπουργών ορίζεται σε κάθε Υπουργείο ο Γενικός ή Διοικητικός Γραµµατέας ως Σηµείο Αναφοράς, για την παρακολούθηση υλοποίησης των υιοθετούµενων κατ’ εφαρµογή της Σύµβασης δηµόσιων πολιτικών στα οικεία Υπουργεία και στους εποπτευόµενους από αυτά φορείς, την προώθηση στο Κεντρικό Σηµείο Αναφοράς του άρθρου 70, προτάσεων και νοµοθετικών ρυθµίσεων βέλτιστης εφαρµογής της Σύµβασης, τη σύνταξη ετήσιων εκθέσεων προόδου και την προώθηση δηµόσιας διαβούλευσης για τα ως άνω θέµατα.

2. Με απόφαση του Γενικού ή Διοικητικού Γραµµατέα οι αρµοδιότητες του Σηµείου Αναφοράς µπορεί να µεταβιβασθούν σε οργανική µονάδα επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τµήµατος.

3. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας και κάθε Δήµου ορίζεται ως Σηµείο Αναφοράς ο Περιφερειάρχης και ο Δήµαρχος αντίστοιχα για την παρακολούθηση εφαρµογής της Σύµβασης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Με απόφαση του Περιφερειάρχη και του Δηµάρχου αντίστοιχα οι αρµοδιότητες του Σηµείου Αναφοράς µπορεί να µεταβιβασθούν σε οργανική µονάδα επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τµήµατος.

1. Για την προώθηση της εφαρµογής της Σύµβασης, κατά τα διαλαµβανόµενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 33 αυτής, ορίζεται ο Συνήγορος του Πολίτη ως η συνταγµατικά κατοχυρωµένη Ανεξάρτητη Αρχή που αποτελεί το Πλαίσιο για την Προαγωγή της εφαρµογής της Σύµβασης (εφεξής Πλαίσιο Προαγωγής). Για την εκπλήρωση της αποστολής του το Πλαίσιο Προαγωγής τελεί σε συνεργασία µε την Εθνική Συνοµοσπονδία Ατόµων µε Αναπηρία (Ε.Σ.Α.µεΑ), η οποία αποτελεί τριτοβάθµια οργάνωση των Ατόµων µε Αναπηρίες και ανεξάρτητο µηχανισµό της κοινωνίας των πολιτών.

2. Αποστολή του Πλαισίου Προαγωγής είναι η παρακολούθηση, προαγωγή και προστασία της εφαρµογής της Σύµβασης και των δηµόσιων πολιτικών, για την προώθηση των δικαιωµάτων των ΑµεΑ. Το Πλαίσιο Προαγωγής µεταξύ άλλων:
α) Εκφράζει γνώµη για τη συµβατότητα των δηµοσίων πολιτικών που προωθούνται σε κεντρικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, καθώς και για τη συµβατότητα της ισχύουσας εθνικής νοµοθεσίας µε τις διατάξεις της Σύµβασης,
β) χειρίζεται και διερευνά αναφορές που υποβάλλονται ενώπιόν του σε σχέση µε την παραβίαση δικαιωµάτων των ΑµεΑ,
γ) αναλαµβάνει δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέµατα σχετικά µε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύµβαση,
δ) εκπονεί µελέτες και έρευνες, σχετικά µε την υλοποίηση άρθρων της Σύµβασης σε επιµέρους τοµείς,
ε) υποβάλλει ετήσια έκθεση µε την αξιολόγηση των δηµόσιων πολιτικών, της εφαρµογής της κείµενης νοµοθεσίας και προτεινόµενα µέτρα αντιµετώπισης ελλείψεων και αναγκών που διαπιστώθηκαν, η οποία µπορεί να περιλαµβάνει προτάσεις νοµοθετικών ρυθµίσεων ή τροποποιήσεων,
στ) λαµβάνει κάθε άλλο πρόσφορο για την εξυπηρέτηση της αποστολής του µέτρο.

Όπου προβλέπεται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος µέρους η έκδοση κανονιστικών ή κοινών κανονιστικών πράξεων, αυτή λαµβάνει χώρα το αργότερο εντός τεσσάρων (4) µηνών από τη θέση αυτού σε ισχύ.

1. Οι διατάξεις του παρόντος µέρους δεν θίγουν ευνοϊκότερες διατάξεις του εθνικού, κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου σχετικές µε την υλοποίηση δικαιωµάτων των ΑµεΑ και δεν αποτελούν λόγο περιορισµού του υφιστάµενου επιπέδου παρεχόµενης προστασίας.

2. Το άρθρο δεύτερο του ν. 4074/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 της Σύµβασης των Ηνωµένων Εθνών για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ δεν εφαρµόζονται ως προς την εργασία και την απασχόληση στις ένοπλες δυνάµεις καθόσον αφορά σε διαφορετική µεταχείριση λόγω αναπηρίας, ή χρόνιας πάθησης σχετικής µε την Υπηρεσία, όπως προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 4443/2016 (Α΄232)».

3. Το άρθρο τρίτο του ν. 4074/2012 καταργείται.

4. Η έκδοση του προβλεπόµενου στο άρθρο 24 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232) προεδρικού διατάγµατος για την επέκταση της προστασίας που παρέχεται για διακρίσεις µεταξύ άλλων λόγω αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης και στους τοµείς της κοινωνικής προστασίας, συµπεριλαµβανοµένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονοµικής περίθαλψης, των κοινωνικών παροχών και φορολογικών διευκολύνσεων, της εκπαίδευσης και της πρόσβασης στη διάθεση και παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται συναλλακτικά στο κοινό, συµπεριλαµβανοµένης και της στέγης, λαµβάνει χώρα σε συνεργασία µε το Συντονιστικό Μηχανισµό του άρθρου 69 και ύστερα από διαβούλευση µε αναγνωρισµένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήµατος, µε άτοµα και µε οµάδες ατόµων, οργανωµένες ή µη που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώµατα των ΑµεΑ, το αργότερο εντός δώδεκα (12) µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου.

5. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη ή ρυθµίζει διαφορετικά τα προβλεπόµενα µε τις διατάξεις του παρόντος θέµατα.

1. Το Ν.Π.Δ.Δ. µε την επωνυµία «Σύνδεσµος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος» (ΣΚΛΕ) εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

2. Περιφερειακά Τµήµατα (ΠΤ) του ΣΚΛΕ δύνανται να ιδρύονται σε κάθε Περιφέρεια του άρθρου 3 του ν. 3852/2010 (Α΄87). Ως έδρα των ΠΤ ορίζεται η πρωτεύουσα του Νοµού που ανήκει στην οικεία Περιφέρεια και έχει τα περισσότερα µέλη. Ειδικώς το ΠΤ Νοτίου Αιγαίου θα έχει έδρα την Ρόδο.

1. Κατά την πρώτη εφαρµογή του παρόντος τα Περιφερειακά Τµήµατα (ΠΤ) ιδρύονται µε απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής. Μετά την ανάδειξη του πρώτου Διοικητικού Συµβουλίου (ΔΣ) η ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των ΠΤ ενεργείται µε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (ΓΣ). Με την απόφαση ίδρυσης, κατάργησης και συγχώνευσης των ΠΤ, προσδιορίζεται η έδρα και η τοπική αρµοδιότητα εκάστου ΠΤ, µε γνώµονα τον Νοµό όπου ασκεί κάθε µέλος του ΣΚΛΕ το επάγγελµα.

2. Με την απόφαση ίδρυσης νέου ΠΤ ορίζεται η αντίστοιχη Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή (ΠΔΕ). Η ΠΔΕ είναι τριµελής, και υποχρεούται εντός τριών (3) µηνών από τον ορισµό της να εγγράψει στο µητρώο του οικείου ΠΤ τους κοινωνικούς λειτουργούς που υπάγονται στην τοπική του αρµοδιότητα. Εντός δεκαπέντε (15) ηµερών από την εποµένη της εκπνοής της τρίµηνης προθεσµίας για την εγγραφή των µελών, υποχρεούται να συγκαλέσει ΓΣ, για την εκλογή της αιρετής διοίκησης του Περιφερειακού Τµήµατος. Η θητεία ειδικώς της πρώτης αιρετής διοίκησης νεοϊδρυθέντος ΠΤ, λήγει µε την πάροδο της τριετούς θητείας του τρέχοντος ΔΣ.

3. Για τη λειτουργία τους τα ΠΤ επιχορηγούνται από το ΣΚΛΕ ετησίως. Για την καταβολή της ετήσιας επιχορήγησής τους ή τα ΠΤ αποστέλλουν στο ΣΚΛΕ κατά τους πρώτους δύο (2) µήνες κάθε έτος: α) προτεινόµενο Προϋπολογισµό και β) Ετήσιο Σχέδιο Δράσης. Το ύψος της επιχορήγησης καθορίζεται µε απόφαση του ΔΣ.

4. Για τη αντιµετώπιση εκτάκτων γεγονότων, ή την υλοποίηση ειδικών δράσεων µε απόφαση του ΔΣ είναι δυνατή και η έκτακτη επιχορήγησή τους.

1. Τα µέλη του Συνδέσµου διακρίνονται σε τακτικά και επίτιµα, πάρεδρα και έκτακτα.

2. Τακτικά µέλη του ΣΚΛΕ είναι υποχρεωτικά όλοι οι κοινωνικοί λειτουργοί που είναι απόφοιτοι:
α) Τµηµάτων Κοινωνικής Εργασίας πανεπιστηµιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης της ηµεδαπής ή του Τµήµατος Κοινωνικής Διοίκησης του Δηµοκρίτειου Πανεπιστηµίου της Θράκης µε κατεύθυνση Κοινωνικής Εργασίας και
β) Σχολών ή τµηµάτων της αλλοδαπής, των οποίων τα διπλώµατα έχουν αναγνωριστεί ως ισότιµα µε τα διπλώµατα των ηµεδαπών σχολών και τµηµάτων.

3. Κοινωνικοί λειτουργοί που δικαιούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις της Ε.Ε. να ασκούν το επάγγελµα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να γίνουν µέλη του ΣΚΛΕ µε τα ίδια δικαιώµατα και υποχρεώσεις. Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να αναθέτει στα µέλη του ΣΚΛΕ την υλοποίηση συγκεκριµένου έργου, σχετικού µε τις αρµοδιότητες των Κοινωνικών Λειτουργών, µέσω προγραµµατικών συµβάσεων, σύµφωνα µε την κείµενη νοµοθεσία.

4. Επίτιµα µέλη του ΣΚΛΕ είναι πρόσωπα που έχουν συµβάλει στην προαγωγή και την ανάπτυξη του επαγγέλµατος του κοινωνικού λειτουργού. Τα επίτιµα µέλη ορίζονται µετά από απόφαση του ΔΣ που λαµβάνεται µε πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των µελών.

5. Τα τακτικά µέλη, µετά την συνταξιοδότησή τους, µεταπίπτουν σε πάρεδρα µέλη χωρίς δικαίωµα εκλέγειν και εκλέγεσθαι και χωρίς υποχρέωση καταβολής εισφοράς. Τα πάρεδρα µέλη δύνανται να µετέχουν σε κάθε µορφής επιστηµονικές, κοινωνικές και πάσης άλλης φύσεως δράσεις του Συνδέσµου.

6. Έκτακτα µέλη, χωρίς δικαίωµα εκλέγειν και εκλέγεσθαι και χωρίς υποχρέωση καταβολής εισφοράς, δύνανται να γίνονται οι σπουδαστές των αναγνωρισµένων σχολών Κοινωνικής Εργασίας, µε το πέρας του δεύτερου έτους σπουδών τους. Τα έκτακτα µέλη δύνανται να παρευρίσκονται στις ΓΣ, και να µετέχουν σε επιστηµονικές ή κοινωνικές δράσεις του Συνδέσµου.

7. Παύουν να είναι µέλη του ΣΚΛΕ όσοι τους ανακλήθηκε, ακυρώθηκε, καταργήθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλµατος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του π.δ. 23/1992 (Α΄6), καθώς και όσοι τους επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της προσωρινής διαγραφής, για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί αυτή, και της οριστικής διαγραφής.

1. Κάθε κοινωνικός λειτουργός υποχρεούται να υποβάλλει αίτηση εγγραφής –δήλωση στον ΣΚΛΕ µε τα εξής στοιχεία: ονοµατεπώνυµο, αριθµό αστυνοµικής ταυτότητας, όνοµα πατέρα, όνοµα µητέρας, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας, εργασιακή κατάσταση, φορέα απασχόλησης, στοιχεία απασχόλησης, στοιχεία εκπαίδευσης εγγραφής στο ΣΚΛΕ. Η αίτηση εγγραφής συνοδεύεται από δύο (2) φωτογραφίες του αιτούντος και επικυρωµένο φωτοαντίγραφο του τίτλου σπουδών του. Για την εγγραφή απαιτείται η εφάπαξ καταβολή ποσού είκοσι πέντε (25,00) ευρώ. Για κάθε εγγραφή τηρείται στο ΣΚΛΕ ατοµικός ηλεκτρονικός φάκελος.

2. Κάθε κοινωνικός λειτουργός υποχρεούται, έως το τέλος Φεβρουαρίου κάθε χρόνου, να υποβάλει στο ΣΚΛΕ, δήλωση µε τα εξής στοιχεία: όνοµα, επώνυµο, όνοµα πατέρα, όνοµα µητέρας, τόπο γέννησης, ιθαγένεια, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας. Μαζί µε τη δήλωση υποχρεούται να υποβάλει αντίγραφο της Άδειας Άσκησης Επαγγέλµατος Κοινωνικού Λειτουργού, και δήλωση πραγµατικής άσκησης του επαγγέλµατος. Το έντυπο της δήλωσης αναρτάται στην ιστοσελίδα του Συνδέσµου. Το ΔΣ του Συνδέσµου µπορεί µε απόφασή του να τροποποιήσει τη µορφή της δήλωσης. Η δήλωση καταχωρείται στο ηλεκτρονικό µητρώο του ΣΚΛΕ και τον ατοµικό φάκελο του κοινωνικού λειτουργού. Η ετήσια εισφορά κάθε κοινωνικού λειτουργού στον ΣΚΛΕ ορίζεται στα είκοσι πέντε (25) ευρώ, και καταβάλλεται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ µέχρι το τέλος Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Τα επίτιµα µέλη δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τα ποσά της ετήσιας εισφοράς και της εγγραφής. Άνεργοι κοινωνικοί λειτουργοί, θεωρείται ότι είναι οικονοµικά τακτοποιηµένοι µε την προσκόµιση Βεβαίωσης Ανεργίας του ΟΑΕΔ.

3. Τα ποσά της ετήσιας εισφοράς και της εγγραφής, µπορούν να αναπροσαρµόζονται µε απόφαση της ΓΣ του ΣΚΛΕ, που λαµβάνεται µε πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των µελών του. Εντός µηνός, από την εγγραφή µελών στα ΠΤ, τα Περιφερειακά Συµβούλια των ΠΤ, υποχρεούνται να αποστείλουν τις αιτήσεις εγγραφής, ετήσιες δηλώσεις και τα ποσά που έχουν καταβληθεί για την εγγραφή και την ετήσια εισφορά, µε σκοπό την τήρηση Ενιαίου Μητρώου Κοινωνικών Λειτουργών. Σε κάθε κοινωνικό λειτουργό που υποβάλλει εµπρόθεσµα τη δήλωση και καταβάλλει την ετήσια συνδροµή, χορηγείται δελτίο ταυτότητας, που ισχύει µέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του επόµενου έτους. Το δελτίο υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραµµατέα του ΣΚΛΕ. Η υποβολή εκπρόθεσµης ή ανειλικρινούς δήλωσης αποτελεί πειθαρχικό παράπτωµα.

4. Κάθε κοινωνικός λειτουργός που απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελµατίας αναρτά στην είσοδο του καταστήµατος βεβαίωση µε την ένδειξη «Νόµιµος Χώρος Παροχής Κοινωνικής Εργασίας», που χορηγείται από το ΣΚΛΕ και αναφέρει τον αριθµό µητρώου του µέλους. Η βεβαίωση ισχύει µέχρι το τέλος του µηνός Φεβρουαρίου του επόµενου έτους, οπότε και ανανεώνεται µε την καταβολή της ετήσιας εισφοράς.

1. Πόροι του Συνδέσµου είναι:
α) Τα έσοδα από την εγγραφή νέων µελών.
β) Η ετήσια εισφορά των τακτικών µελών.
γ) Τα δικαιώµατα από την έκδοση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων.
δ) Τυχόν έκτακτες εισφορές των τακτικών µελών, µετά από απόφαση του ΔΣ, που λαµβάνεται µε πλειοψηφία δύο τρίτων (2/3) των µελών του και επικυρώνεται από την Συνέλευση των Αντιπροσώπων.
ε) Επιχορηγήσεις, από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα.
στ) Δωρεές ή κληροδοτήµατα.
ζ) Έσοδα από την υλοποίηση προγραµµάτων, µε εθνική ή κοινοτική χρηµατοδότηση.
η) Έσοδα από την πραγµατοποίηση εκδηλώσεων.
θ) Έσοδα από τις διαφηµιστικές καταχωρήσεις στο περιοδικό, τα ενηµερωτικά έντυπα και την ιστοσελίδα του Συνδέσµου.
ι) Κάθε ποσό που εισπράττεται από το Σύνδεσµο, για νόµιµη αιτία και προκειµένου να προαχθούν οι καταστατικοί σκοποί του.

2. Η οικονοµική διαχείριση του Συνδέσµου διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204 ).

1. Ο ΣΚΛΕ διαρθρώνεται σε Κεντρική Διοίκηση και Περιφερειακά Τµήµατα (ΠΤ).

2. Τα όργανα διοίκησης του ΣΚΛΕ είναι η Γενική Συνέλευση (ΓΣ) και το Διοικητικό Συµβούλιο (ΔΣ). Στο Σύνδεσµο λειτουργεί Πρωτοβάθµιο και Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο, Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή και Συνέλευση Προέδρων.

3. Όργανα διοίκησης κάθε ΠΤ είναι η Περιφερειακή Συνέλευση και το Περιφερειακό Συµβούλιο.

4. Η θητεία των µελών του ΔΣ, και των Περιφερειακών Συµβουλίων, είναι τριετής.

1. Η ΓΣ αποτελείται από το σύνολο των οικονοµικώς τακτοποιηµένων µελών του ΣΚΛΕ.

2. Η ΓΣ είναι το ανώτατο όργανο και εξασφαλίζει τη συµµετοχή όλων των µελών στη λήψη αποφάσεων. Η ΓΣ αποφασίζει για κάθε θέµα που ανάγεται στους σκοπούς της, ιδίως, δε, ελέγχει τις πράξεις του ΔΣ, εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισµό και απολογισµό του ΣΚΛΕ, εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισµό λειτουργίας του ΣΚΛΕ. Οι αποφάσεις της ΓΣ υπερισχύουν πάντοτε των αποφάσεων του ΔΣ, των Περιφερειακών Συµβουλίων και των Περιφερειακών Γενικών Συνελεύσεων.

3. Η ΓΣ βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται τουλάχιστον τα µισά εκ των οικονοµικώς τακτοποιηµένων µελών της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ηµέρα της επόµενης εβδοµάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν παρίσταται το ήµισυ του οριζόµενου στο προηγούµενο εδάφιο αριθµού µελών.

4. Η ΓΣ συνέρχεται τακτικά µία (1) φορά κάθε έτος, εντός δύο (2) µηνών από τη λήξη του οικονοµικού έτους και εκτάκτως, εφόσον κρίνεται αυτό αναγκαίο από το ΔΣ ή εάν αυτό ζητείται από το ένα τρίτο (1/3) των µελών της, µε έγγραφη αίτηση που υποβάλλεται στο ΔΣ και στην οποία αναγράφονται τα θέµατα που πρέπει να συζητηθούν.

5. Τη σύγκληση της ΓΣ αποφασίζει το ΔΣ. Τα µέλη της ΓΣ προσκαλούνται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραµµατέα του ΣΚΛΕ, µε ατοµικές προσκλήσεις που αποστέλλονται ταχυδροµικώς ή ηλεκτρονικώς ή µε τηλεοµοιοτυπία ή µε κάθε άλλο πρόσφορο µέσο, όπως ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ΣΚΛΕ, το αργότερο τριάντα (30) ηµέρες πριν από τη συνεδρίαση. Στις προσκλήσεις ορίζεται ο τόπος, ο χρόνος και η ηµερήσια διάταξη της συνεδρίασης. Εκτός από τα θέµατα που αναγράφονται στην πρόσκληση, µπορεί να συζητηθεί και άλλο θέµα, εφόσον προταθεί και γίνει δεκτό από την πλειοψηφία των παρόντων κατά τη συνεδρίαση µελών.

6. Οι αποφάσεις της ΓΣ λαµβάνονται µε απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων µελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, δεν λαµβάνεται απόφαση.

7. Η ψηφοφορία για κάθε προσωπικό θέµα ή για την εκλογή προσώπου είναι µυστική.

8. Στην έναρξη κάθε συνεδρίασης η ΓΣ εκλέγει Πρόεδρο και δύο (2) Γραµµατείς.

9. Στις συνεδριάσεις της ΓΣ τηρούνται Πρακτικά από του δύο Γραµµατείς, τα οποία υπογράφονται και σφραγίζονται από τον Πρόεδρο της ΓΣ, καθώς και από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραµµατέα του ΣΚΛΕ.

1. Η ηµερήσια διάταξη της ΓΣ περιέχει υποχρεωτικά τα εξής θέµατα:
α) απολογισµό των πεπραγµένων του έτους,
β) έγκριση προϋπολογισµού και απολογισµού ύστερα από ανακοίνωση της Έκθεσης της Εξελεγκτικής Επιτροπής,
γ) προτάσεις για τον προϋπολογισµό και το πρόγραµµα δράσης.
Στην ηµερήσια διάταξη συµπεριλαµβάνεται και κάθε άλλο ζήτηµα που ορίζεται από το ΔΣ στην πρόσκληση. Ειδικά στη ΓΣ του έτους των αρχαιρεσιών εκλέγεται η Εφορευτική Επιτροπή που θα τις διενεργήσει.

2. Το ΔΣ διατηρεί τη δυνατότητα να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνει αναγκαίο προκειµένου να εκφέρει γνώµη επί θεµάτων της ηµερήσιας διάταξης.

1. Το ΔΣ του ΣΚΛΕ αποτελείται από δεκατρία (13) µέλη, που εκλέγονται από τα οικονοµικά τακτοποιηµένα µέλη µε τριετή θητεία. Μέσα σε επτά (7) ηµέρες από τη διεξαγωγή των εκλογών, ο πλειοψηφήσας σύµβουλος του πλειοψηφήσαντος συνδυασµού και σε περίπτωση ισοψηφίας το αρχαιότερο µέλος βάσει του χρόνου εγγραφής στο Μητρώο του Περιφερειακού Τµήµατος που ανήκει, καλεί τους συµβούλους που έχουν εκλεγεί προς εκλογή Προέδρου, Αντιπροέδρου Α΄ και Β΄, Γενικού Γραµµατέα, Οργανωτικού Γραµµατέα, Ταµία, Υπευθύνου Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων και Υπευθύνου Δηµοσίων Σχέσεων. Η εκλογή γίνεται µε µυστική ψηφοφορία και µε απόλυτη πλειοψηφία των παριστάµενων µελών. Αν δεν επιτευχθεί απόλυτη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαµβάνεται µεταξύ των δύο (2) πρώτων και εκλέγεται αυτός που έλαβε τις περισσότερες ψήφους.

2. Το ΔΣ συγκαλείται από τον Πρόεδρο του και σε περίπτωση άρνησης ή αδυναµίας του Προέδρου από τον Αντιπρόεδρο Α΄ ή οποιοδήποτε άλλο µέλος. Ο Πρόεδρος υποχρεούται να συγκαλέσει το ΔΣ µέσα σε οκτώ (8) ηµέρες, εφόσον αυτό ζητηθεί από έξι (6) τουλάχιστον µέλη.

3. Το ΔΣ συνεδριάζει τακτικώς τουλάχιστον δύο (2) φορές το µήνα και εκτάκτως όποτε κρίνεται αναγκαίο, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος.

4. Το ΔΣ βρίσκεται σε απαρτία εάν παρίστανται επτά (7) τουλάχιστον από τα µέλη του και λαµβάνει αποφάσεις µε πλειοψηφία των παρόντων. Προκειµένου περί προσωπικών ζητηµάτων οι αποφάσεις λαµβάνονται µε µυστική ψηφοφορία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαµβάνεται και σε περίπτωση δεύτερης ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Για τη συνεδρίαση του ΔΣ τηρούνται πρακτικά που υπογράφονται από όλους όσοι παρίστανται.

1. Το ΔΣ έχει τις ακόλουθες αρµοδιότητες:
α) Διοικεί τον ΣΚΛΕ, συγκαλεί τη ΓΣ και εκτελεί τις αποφάσεις της.
β) Αποφασίζει για κάθε θέµα που ανατίθεται σε αυτό από τη ΓΣ.
γ) Εποπτεύει και συντονίζει τις ενέργειες των ΠΤ.
δ) Καταρτίζει τον προϋπολογισµό και απολογισµό.
ε) Αποφασίζει για την ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των ΠΤ.
στ) Διοργανώνει κάθε χρόνο συνέδρια.
ζ) Συστήνει επιτροπές µε συγκεκριµένο έργο.
η) Εκδίδει περιοδικό, το οποίο αποστέλλεται έντυπα ή/και ηλεκτρονικά σε όλα τα µέλη του ΣΚΛΕ.
θ) Συνεργάζεται µε φορείς στην Ελλάδα ή/και το εξωτερικό για θέµατα που αφορούν τα µέλη του ΣΚΛΕ.
ι) Αποφασίζει για την προσχώρηση ή αποχώρηση του ΣΚΛΕ από άλλους συλλογικούς φορείς, όπως Συνδέσµους, Ενώσεις, Οργανώσεις µε συναφείς σκοπούς και δράσεις.
ια) Δύναται να συγκαλεί σε κοινή σύσκεψη τους Προέδρους των ΠΤ, οι οποίοι υποχρεούνται να παραστούν. Τα πορίσµατα των συσκέψεων αυτών αξιολογούνται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ.
ιβ) Δύναται να συστήνει επιτροπές εργασίας για την προώθηση των σκοπών του. Οι επιτροπές έχουν ως αντικείµενο την έρευνα και µελέτη των προβληµάτων της αρµοδιότητάς τους και συνεπικουρούν το έργο του ΔΣ
µε τη διατύπωση εισηγήσεων.

2. Μέλος του ΔΣ που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τέσσερις (4) συνεχείς τακτικές συνεδριάσεις εκπίπτει αυτοδίκαια από τη θέση του και αντικαθίσταται από τον πρώτο αναπληρωµατικό. Μετά από τρεις (3) συνεχείς απουσίες ο Γενικός Γραµµατέας του ΔΣ οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως το µέλος του ΔΣ που απουσίαζε για τις συνέπειες της τέταρτης συνεχόµενης απουσίας του.

3. Αν κενωθεί κάποια θέση στο ΔΣ καταλαµβάνεται από τον πρώτο επιλαχόντα του αντίστοιχου συνδυασµού και σε περίπτωση κένωσης θέσεως µεµονωµένου υποψηφίου, από άλλον µεµονωµένο υποψήφιο µε τους περισσότερους σταυρούς, ελλείψει, δε, άλλου µεµονωµένου υποψηφίου από τον πρώτο επιλαχόντα του πλειοψηφήσαντος συνδυασµού. Σε περίπτωση κένωσης τριών (3) θέσεων του ΔΣ, συγκαλείται έκτακτη ΓΣ για την εκλογή των µελών που λείπουν και για τον υπολειπόµενο χρόνο θητείας του τρέχοντος ΔΣ.

5. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι, ο Γενικός Γραµµατέας, ο Οργανωτικός Γραµµατέας, ο Ταµίας, ο Υπεύθυνος Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων και ο Υπεύθυνος Δηµοσίων Σχέσεων του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δηµόσιου τοµέα δικαιούνται άδεια απουσίας από τον αρµόδιο Υπουργό, κατ’ ανώτατο όριο δεκαπέντε (15) εργάσιµες ηµέρες µηνιαίως, όσο διαρκεί η θητεία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώµατα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα. Τα άλλα µέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ δικαιούνται άδεια απουσίας εννέα (9) ηµερών το µήνα.

6. Οι θέσεις στο ΔΣ είναι τιµητικές και άµισθες. Τα µέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον διαµένουν εκτός Αττικής, δικαιούνται να αποζηµιώνονται για τις δαπάνες µετακίνησης και διαµονής τους προκειµένου να παραστούν στις συνεδριάσεις του ΔΣ ή για να εκπροσωπήσουν τον ΣΚΛΕ σε πάσης φύσεως εκδηλώσεις, εφόσον έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το ΔΣ. Το ύψος της αποζηµίωσης καθορίζεται µε απόφαση του ΔΣ και η καταβολή της γίνεται από αυτό. Τα µέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι δηµόσιου ή ιδιωτικού φορέα, δεν µετατίθενται κατά τη διάρκεια της θητείας τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

1. Ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ εκπροσωπεί το φορέα ενώπιον κάθε διοικητικής και δικαστικής αρχής. Συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του ΔΣ, καταρτίζει την ηµερήσια διάταξη µαζί µε τον Γενικό Γραµµατέα, υπογράφει µαζί µε τον Γενικό Γραµµατέα την αλληλογραφία, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ή πιστοποιητικό. υπογράφει µαζί µε τον Ταµία τα εντάλµατα πληρωµών και κάθε έγγραφο που αφορά την κίνηση των κεφαλαίων του ΣΚΛΕ.

2. Ο Πρόεδρος, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο Α΄, τον οποίο αναπληρώνει σε περίπτωση κωλύµατος ή απουσίας ο Αντιπρόεδρος Β΄.

3. Ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ δεν µπορεί να είναι συγχρόνως και Πρόεδρος Περιφερειακού Συµβουλίου.

4. Εφόσον ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ είναι και Πρόεδρος Περιφερειακού Συµβουλίου, επιλέγει µέσα σε τρεις (3) ηµέρες το αξίωµα το οποίο επιθυµεί να διατηρήσει. Αν η προθεσµία αυτή παρέλθει άπρακτη, τεκµαίρεται ότι παραιτήθηκε από το αξίωµα του Προέδρου του Περιφερειακού Συµβουλίου.

Ο Αντιπρόεδρος Α΄ έχει την ευθύνη για το συντονισµό και την αποτελεσµατική λειτουργία των Επιτροπών Εργασίας, εισηγείται τη συγκρότησή τους και παρουσιάζει τα αποτελέσµατα των εργασιών τους στο ΔΣ, έχει την ευθύνη για τη διασύνδεση του ΣΚΛΕ µε άλλους φορείς, συλλόγους, οργανώσεις, καθώς και για τη συµµετοχή του ΣΚΛΕ σε Εθνικά Δίκτυα.

Ο Αντιπρόεδρος Β΄ έχει την ευθύνη επικοινωνίας µε άλλους διεθνείς οργανισµούς ή οµοειδή νοµικά πρόσωπα άλλων χωρών και συµµετοχής σε ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα. Στα καθήκοντά του αυτά δύναται να συνεπικουρείται από Επιτροπή µελών. Επιπλέον, έχει την ευθύνη παρακολούθησης του οικονοµικού αντικειµένου συγχρηµατοδοτούµενων προγραµµάτων στη υλοποίηση των οποίων συµµετέχει ο ΣΚΛΕ.

1. Ο Γενικός Γραµµατέας έχει την εποπτεία και την ευθύνη της οµαλής λειτουργίας των υπηρεσιών του ΣΚΛΕ. Τηρεί την αλληλογραφία, είναι υπεύθυνος για το αρχείο, το µητρώο και τη σφραγίδα του, συντάσσει σε συνεργασία µε τον Πρόεδρο την ηµερήσια διάταξη του ΔΣ και κάθε άλλο έγγραφο. Τηρεί τα πρακτικά του ΔΣ, τα οποία και συνυπογράφει µε τον Πρόεδρο, καθώς και πρωτόκολλο εισερχόµενων και εξερχόµενων εγγράφων.

2. Ο Γενικός Γραµµατέας, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Γραµµατέα.

1. Ο Ταµίας είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ΣΚΛΕ. Φροντίζει για την είσπραξη των ποσών εγγραφής και ετήσιας εισφοράς των µελών, καθώς και για κάθε τακτικό ή έκτακτο έσοδο του ΣΚΛΕ. Τηρεί βιβλίο εσόδων εξόδων και ενηµερώνει το ΔΣ για τα οικονοµικά θέµατα του ΣΚΛΕ. Ο Ταµίας καταρτίζει τον προϋπολογισµό και τον απολογισµό εσόδων και εξόδων κάθε ηµερολογιακού έτους και τον υποβάλλει προς έγκριση στο ΔΣ και στη συνέχεια στη ΓΣ. Τηρεί βιβλίο όπου καταχωρούνται οι εκθέσεις της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

2. Κάθε πληρωµή ενεργείται µε ένταλµα που υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραµµατέα και τον Ταµία. Ο Ταµίας µπορεί να κρατά «εις χείρας» για τις επείγουσες δαπάνες του ΣΚΛΕ ποσό καθοριζόµενο κάθε φορά από το ΔΣ και υποχρεώνεται να καταθέτει κάθε επιπλέον ποσό σε τραπεζικό λογαριασµό που ορίζεται από το ΔΣ.

3. Κάθε είσπραξη για λογαριασµό του ΣΚΛΕ διενεργείται από τον Ταµία ή εντεταλµένο υπάλληλο του ΣΚΛΕ.

4. Ο Ταµίας, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από άλλο µέλος του ΔΣ που ορίζεται ως αναπληρωτής του από αυτό.

Ο Οργανωτικός Γραµµατέας έχει την ευθύνη επικοινωνίας του ΔΣ µε τα Περιφερειακά Τµήµατα του ΣΚΛΕ, διεκπεραιώνει την αλληλογραφία µε αυτά και ενηµερώνει τον Γενικό Γραµµατέα για τα θέµατα της αρµοδιότητάς του. Όταν απουσιάζει η κωλύεται αναπληρώνεται από άλλο µέλος του ΔΣ που ορίζεται από αυτό.

Ο Υπεύθυνος Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων έχει την ευθύνη για τη δηµιουργία και συνεχή ανανέωση της ιστοσελίδας του Ν.Π.Δ.Δ., τη λειτουργία του ηλεκτρονικού περιοδικού και την παρουσία του ΣΚΛΕ στα µέσα ηλεκτρονικής δικτύωσης.

Ο Υπεύθυνος Δηµοσίων Σχέσεων έχει την ευθύνη για την οργάνωση εκδηλώσεων και ειδικών δράσεων του Ν.Π.Δ.Δ.. Σε περίπτωση κωλύµατος ή απουσίας αναπληρώνεται από τον Οργανωτικό Γραµµατέα.

Τα υπόλοιπα µέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ αναλαµβάνουν συγκεκριµένα καθήκοντα που τους ανατίθενται µε απόφαση του ΔΣ και µπορούν να αποτελούν τους συνδέσµους του ΔΣ µε τις επιτροπές που λειτουργούν στα πλαίσια του Ν.Π.Δ.Δ..

1. Στο ΔΣ του ΣΚΛΕ ασκείται έλεγχος νοµιµότητας και οικονοµικός έλεγχος από πενταµελή Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή, τα τακτικά µέλη της οποίας µαζί µε δύο (2) αναπληρωµατικά εκλέγονται ταυτόχρονα µε την εκλογή του ΔΣ και µε ισόχρονη τριετή θητεία.

2. Η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή ενηµερώνεται για την έκθεση πεπραγµένων που υποβάλλει στη ΓΣ ο Γραµµατέας και ο Ταµίας. Στη συνέχεια συντάσσει τη δική της έκθεση σε ειδική συνεδρία και τη θέτει υπόψη της ΓΣ.

3. Η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή συνέρχεται τακτικά µία (1) φορά το χρόνο και προ της τακτικής Γενικής Συνέλευσης και έκτακτα όποτε χρειαστεί. Οι αποφάσεις της λαµβάνονται κατά πλειοψηφία.

1. Η Συνέλευση των Προέδρων αποτελείται από τα µέλη του ΔΣ και τους Προέδρους και ένα (1) µέλος των Περιφερειακών Συµβουλίων των ΠΤ. Το µέλος ορίζεται µε απόφαση του οικείου Περιφερειακού Συµβουλίου.

2. Η Συνέλευση των Προέδρων συνεδριάζει στις αρχές Νοεµβρίου εκάστου έτους. Πρόεδρος της Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του ΔΣ, που έχει την ευθύνη για τη σύγκλησή της.

3. Αρµοδιότητα της Συνέλευσης των Προέδρων είναι ο καθορισµός της γενικής πολιτικής του ΣΚΛΕ, η επίλυση προβληµάτων που ανακύπτουν από τη λειτουργία των ΠΤ και η παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων για την αρµονική συνεργασία µεταξύ ΠΤ και ΔΣ.

4. Η Συνέλευση των Προέδρων βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται τουλάχιστον τα µισά εκ των µελών της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ηµέρα της επόµενης εβδοµάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν παρίσταται το ήµισυ του οριζόµενου στο προηγούµενο εδάφιο αριθµού µελών. Οι αποφάσεις της Συνέλευσης των Προέδρων λαµβάνονται κατά πλειοψηφία.

1. Η Γενική Συνέλευση των ΠΤ του ΣΚΛΕ αποτελείται από όλα τα µέλη του ΣΚΛΕ στη συγκεκριµένη Περιφέρεια, που είναι γραµµένα στα µητρώα του αντίστοιχου ΠΤ και έχουν εκπληρώσει τις οικονοµικές τους υποχρεώσεις.

2. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώµατος για την εκλογή των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ είναι υποχρεωτική για όλα τα µέλη των ΠΤ.

3. Η Γενική Συνέλευση του ΠΤ έχει τις εξής αρµοδιότητες:
α) Εκλέγει τα µέλη του ΔΣ, της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής και των Πειθαρχικών Συµβουλίων.
β) Εκλέγει τα µέλη του Περιφερειακού Συµβουλίου και ελέγχει τις πράξεις τους.
γ) Αποφασίζει για κάθε ζήτηµα που υποβάλλει σε αυτή το Περιφερειακό Συµβούλιο και ανάγεται στους σκοπούς του ΠΤ ή όταν το ζητά εγγράφως το ένα τρίτο των µελών.

4. Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται τακτικά µέσα σε ένα δίµηνο από τη λήξη του οικονοµικού έτους και έκτακτα µε απόφαση του Περιφερειακού Συµβουλίου ή ύστερα από έγγραφη αίτηση του ενός τρίτου (1/3) των µελών. Οι αιτούντες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις οικονοµικές τους υποχρεώσεις και οφείλουν να παρίστανται κατά τη Γενική Συνέλευση. Τυχόν αδικαιολόγητη απουσία τους από αυτήν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωµα.

5. Τα µέλη του ΠΤ καλούνται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραµµατέα µε γενική πρόσκληση που αναγράφει κατά σειρά τα θέµατα της ηµερήσιας διάταξης, τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης. Η πρόσκληση αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΣΚΛΕ και τοιχοκολλάται στα γραφεία του ΠΤ τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ηµέρες πριν από την ηµέρα συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης.

6. Τα µέλη που προσέρχονται στη Γενική Συνέλευση υπογράφουν σε ιδιαίτερο κατάλογο που τηρείται σε κάθε συνεδρίαση και χρησιµεύει για να βεβαιώνει την απαρτία ή σε ειδικό βιβλίο.

7. Η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται σε αυτή τουλάχιστον τα µισά από τα µέλη της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ηµέρα της επόµενης εβδοµάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν παρίσταται το ήµισυ του οριζόµενου στο προηγούµενο εδάφιο αριθµού µελών. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, µε εξαίρεση τις αρχαιρεσίες, λαµβάνονται µε πλειοψηφία των παρόντων και ανακοινώνονται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ.

1. Το Περιφερειακό Συµβούλιο, ανάλογα µε τον αριθµό των µελών του ΠΤ, αποτελείται:
α) Για ΠΤ που αριθµούν έως διακόσια (200) µέλη, από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραµµατέα, τον Ταµία και δύο (2) µέλη (5µελές).
β) Για ΠΤ που αριθµούν πάνω από διακόσια ένα (201) µέλη, από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραµµατέα, τον Αναπληρωτή Γραµµατέα, τον Ταµία και δύο (2) µέλη (7µελές).

2. Μέσα σε οκτώ (8) ηµέρες από την επικύρωση της εκλογής των µελών του Περιφερειακού Συµβουλίου, ο πλειοψηφήσας υποψήφιος του πλειοψηφήσαντος συνδυασµού ή ο πλειοψηφήσας µεµονωµένος υποψήφιος και, σε περίπτωση ισοψηφίας, ο αρχαιότερος, βάσει του χρόνου εγγραφής στο Μητρώο του ΠΤ όπου ανήκει, καλεί τους συµβούλους που έχουν εκλεγεί προς εκλογή Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραµµατέα, Αναπληρωτή Γραµµατέα και Ταµία. Αυτοί εκλέγονται µε µυστική ψηφοφορία και µε απόλυτη πλειοψηφία των παριστάµενων µελών. Αν δεν επιτευχθεί απόλυτη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαµβάνεται µεταξύ των δύο πρώτων και αρκεί σχετική πλειοψηφία για την εκλογή.

3. Το Περιφερειακό Συµβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του. Ο Πρόεδρος υποχρεώνεται να συγκαλέσει το Περιφερειακό Συµβούλιο µέσα σε οκτώ (8) ηµέρες, εφόσον αυτό ζητηθεί από δύο τρίτα (2/3) των µελών του.

4. Το Περιφερειακό Συµβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον µία (1) φορά το µήνα και εκτάκτως όποτε κρίνεται αναγκαίο.

5. Το Περιφερειακό Συµβούλιο βρίσκεται σε απαρτία εάν οι παρόντες είναι περισσότεροι από τους απόντες και λαµβάνει αποφάσεις µε πλειοψηφία των παρόντων. Προκειµένου περί προσωπικών ζητηµάτων ή περί άλλων σοβαρών θεµάτων, οι αποφάσεις λαµβάνονται µε µυστική ψηφοφορία. Σε περίπτωση ισοψηφίας δεν λαµβάνεται απόφαση. Για τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συµβουλίου τηρούνται πρακτικά που υπογράφονται από όλους όσοι παρίστανται.

6. Το Περιφερειακό Συµβούλιο έχει τις εξής αρµοδιότητες:
α) Διοικεί το ΠΤ.
β) Εκτελεί τις αποφάσεις της ΓΣ του ΠΤ.
γ) Ενηµερώνει για τις δραστηριότητες και τις αποφάσεις του το ΔΣ του ΣΚΛΕ.
δ) Καταρτίζει τον προϋπολογισµό απολογισµό και το ετήσιο Σχέδιο Δράσης του ΠΤ, που υποβάλλονται προς έγκριση στο ΔΣ.

7. Οι αποφάσεις του Περιφερειακού Συµβουλίου υπόκεινται σε έλεγχο νοµιµότητας από τη ΓΣ του ΠΤ και το ΔΣ του ΣΚΛΕ.

8. Μέλος του Περιφερειακού Συµβουλίου που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις (3) συνεχείς τακτικές συνεδριάσεις, εκπίπτει αυτοδίκαια από τη θέση του και αναπληρώνεται από το πρώτο στη σειρά αναπληρωµατικό µέλος. Μετά από δύο (2) συνεχείς απουσίες ο Γενικός Γραµµατέας του Περιφερειακού Συµβουλίου οφείλει να ειδοποιεί εγγράφως το µέλος που απουσίαζε για τις συνέπειες της τρίτης συνεχόµενης απουσίας του.

9. Οι Πρόεδροι και οι Γενικοί Γραµµατείς των Περιφερειακών Συµβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δηµόσιου τοµέα, λαµβάνουν άδεια απουσίας από την υπηρεσία τους εννέα (9) ηµερών το µήνα για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί η θητεία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώµατα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα. Τα άλλα µέλη των Περιφερειακών Συµβουλίων του ΣΚΛΕ δικαιούνται άδεια απουσίας τεσσάρων (4) ηµερών το µήνα.

10. Τα µέλη των Περιφερειακών Συµβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον διαµένουν έξω από την έδρα του ΠΤ, δικαιούνται να αποζηµιώνονται για τις δαπάνες µετακίνησης και διαµονής, προκειµένου να πάρουν µέρος στις συνεδριάσεις των Περιφερειακών Συµβουλίων. Το ύψος της αποζηµίωσης καθορίζεται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ το οποίο είναι αρµόδιο και για την καταβολή της.

11. Τα µέλη των Περιφερειακών Συµβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δηµόσιου ή ιδιωτικού φορέα, δεν µετατίθενται κατά τη διάρκεια της θητείας τους, χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

1. Ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Συµβουλίου του ΣΚΛΕ εκπροσωπεί το ΠΤ ενώπιον κάθε διοικητικής ή δικαστικής αρχής. Συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Περιφερειακού Συµβουλίου και τη ΓΣ του ΠΤ, εισάγει στο ΔΣ την ετήσια έκθεση πεπραγµένων του Περιφερειακού Συµβουλίου, υπογράφει µαζί µε τον Γενικό Γραµµατέα την αλληλογραφία, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ή πιστοποιητικό, υπογράφει µαζί µε τον Ταµία τα εντάλµατα των πληρωµών και κάθε έγγραφο που αφορά την κίνηση των κεφαλαίων του ΠΤ του ΣΚΛΕ.

2. Σε περίπτωση κωλύµατος ή απουσίας, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο ή από άλλο µέλος του ΔΣ που ορίζεται µε απόφασή του.

1. Ο Γενικός Γραµµατέας έχει την εποπτεία και την ευθύνη της οµαλής λειτουργίας των υπηρεσιών του ΠΤ του ΣΚΛΕ. Τηρεί την αλληλογραφία, είναι υπεύθυνος για το αρχείο, το µητρώο και τη σφραγίδα της, συντάσσει την ετήσια έκθεση πεπραγµένων των Περιφερειακών Συµβουλίων του ΣΚΛΕ, την οποία υποβάλλει στον Πρόεδρο µαζί µε κάθε άλλο έγγραφο. Τηρεί τα πρακτικά των Περιφερειακών Συµβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των ΠΤ, τα οποία συνυπογράφει µε τους Προέδρους και το πρωτόκολλο εισερχοµένων και εξερχόµενων εγγράφων.

2. Σε περίπτωση κωλύµατος ή απουσίας ο Γενικός Γραµµατέας αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Γραµµατέα και ελλείψει τούτου από άλλο µέλος του Περιφερειακού Συµβουλίου που ορίζεται από αυτό.

1. Ο Ταµίας, µετά από απόφαση του ΔΣ, είναι υπεύθυνος για την εν γένει διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ΠΤ. Τηρεί βιβλίο εσόδων εξόδων και ενηµερώνει το Περιφερειακό Συµβούλιο για τα οικονοµικά θέµατα. Ο Ταµίας συντάσσει τον απολογισµό εσόδων και εξόδων κάθε ηµερολογιακού έτους και τον υποβάλλει προς κατάρτιση στο Περιφερειακό Συµβούλιο και στη συνέχεια προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του ΠΤ. Επίσης καταθέτει τον απολογισµό και προϋπολογισµό στο ΔΣ του ΣΚΛΕ. Τηρεί βιβλίο όπου καταχωρούνται οι εκθέσεις της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

2. Κάθε πληρωµή γίνεται µε ένταλµα που υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραµµατέα και τον Ταµία. Ο Ταµίας µπορεί να κρατά «εις χείρας» για τις επείγουσες δαπάνες του ΠΤ του ΣΚΛΕ ποσό καθοριζόµενο κάθε φορά από το Περιφερειακό Συµβούλιο και υποχρεώνεται να καταθέτει κάθε επιπλέον ποσό σε τραπεζικό λογαριασµό που ορίζεται από το Περιφερειακό Συµβούλιο.

3. Κάθε είσπραξη για λογαριασµό του ΠΤ του ΣΚΛΕ διενεργείται από τον Ταµία ή εντεταλµένο υπάλληλο του ΠΤ.

4. Όταν ο Ταµίας κωλύεται ή απουσιάζει αναπληρώνεται από άλλο µέλος του Περιφερειακού Συµβουλίου που ορίζεται από αυτό.

Το ΔΣ του ΣΚΛΕ και τα Περιφερειακά Συµβούλια έχουν το δικαίωµα να καταρτίζουν επιτροπές αποτελούµενες από ένα (1) µέλος αυτών ως Πρόεδρο και δύο (2) ή περισσότερα µέλη. Οι επιτροπές αυτές καταρτίζονται για συγκεκριµένο έργο ή συγκεκριµένη περίοδο, προκειµένου να συµβάλουν στη µελέτη και επίλυση ειδικής φύσεως υφιστάµενων ή εκτάκτως εµφανιζόµενων στον ΣΚΛΕ θεµάτων, απαρτίζονται δε από µέλη που έχουν ειδικότητα που σχετίζεται προς τα υπό µελέτη θέµατα. Το ΔΣ και τα Περιφερειακά Συµβούλια µπορεί να συνεδριάζουν από κοινού µε την επιτροπή για την καλύτερη ενηµέρωσή τους επί του υπό κρίση θέµατος. Με τις αυτές διαδικασίες µπορούν να δηµιουργούνται οµάδες εργασίας ή ερευνητικές οµάδες µε συγκεκριµένο σκοπό, όπως η εκπόνηση µίας ερευνητικής µελέτης.

1. Τα µέλη του ΔΣ, της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής και των Πειθαρχικών Συµβουλίων εκλέγονται ανά τριετία από τη ΓΣ του ΣΚΛΕ µε καθολική, µυστική ψηφοφορία.
Τα Περιφερειακά Συµβούλια εκλέγονται ανά τριετία από τη Γενική Συνέλευση εκάστου ΠΤ µε καθολική, µυστική ψηφοφορία.
Ειδικά κατά την πρώτη εφαρµογή του παρόντος, η θητεία των πρώτων αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ λήγει το πρώτο δεκαπενθήµερο του έτους κατά το οποίο συµπληρώνεται η τριετής θητεία τους.

2. Στη Γενική Τακτική Συνέλευση του τρίτου χρόνου θητείας του ΔΣ, µετά τη συζήτηση των θεµάτων της ηµερησίας διάταξης, εκλέγεται η Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή (ΚΕΕ) µε την παρουσία αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής, µε το εκλογικό σύστηµα της απλής αναλογικής, µε µυστικότητα, µε τη µέριµνα της ψηφολεκτικής τριµελούς επιτροπής, η οποία εκλέγεται από τα µέλη της ΓΣ µε «ανάταση της χειρός». Ταυτόχρονα ορίζεται η µέρα των αρχαιρεσιών. Σε πέντε (5) ηµέρες από την εκλογή της, η Εφορευτική Επιτροπή συνέρχεται. Πρόεδρός της είναι ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής.

3. Η ΚΕΕ είναι το κεντρικό όργανο εποπτείας στη διενέργεια των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ. Αποτελείται από πέντε (5) τακτικά µέλη, εκ των οποίων τα τέσσερα (4) µαζί µε τα αναπληρωµατικά τους είναι τακτικά µέλη του ΣΚΛΕ, ενώ το πέµπτο και το αναπληρωµατικό του µέλος είναι Πρωτοδίκης των Πολιτικών Δικαστηρίων, ο οποίος ορίζεται Πρόεδρος, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης στο οικείο Πρωτοδικείο. Υποψήφιοι για την ΚΕΕ δύνανται να είναι όλα τα οικονοµικώς τακτοποιηµένα µέλη του ΣΚΛΕ. Τα µέλη της ΚΕΕ δεν µπορεί να είναι και υποψήφιοι στην εκλογική διαδικασία που εποπτεύουν. Για τη διενέργεια των εκλογών στα ΠΤ εκλέγονται ανά ΠΤ Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές µε την ίδια διαδικασία από τις οικείες Περιφερειακές Γενικές Συνελεύσεις. Οι Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές δύνανται να λειτουργούν ακόµη και µόνον µε την παρουσία των Προέδρων τους.

4. Οι εκλογές για την ανάδειξη όλων των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ, κεντρικών και περιφερειακών, διεξάγονται την ίδια ηµέρα.

5. Οι υποψηφιότητες για όλα τα αιρετά όργανα του ΣΚΛΕ υποβάλλονται το αργότερο είκοσι (20) ηµέρες πριν από τις εκλογές, γραπτώς, στην ΚΕΕ. Οι υποψηφιότητες των συνδυασµών υποβάλλονται από ειδικώς εξουσιοδοτηµένο προς τούτο εκπρόσωπο του συνδυασµού. Οι µεµονωµένοι υποψήφιοι υποβάλλουν υποψηφιότητα είτε αυτοπροσώπως είτε µέσω ειδικώς εξουσιοδοτηµένου προς τούτο εκπροσώπου τους. Η ΚΕΕ µετά τον έλεγχο των νοµίµων προϋποθέσεων και της ταµειακής τακτοποίησης των υποψηφίων, ανακηρύσσει τις υποψηφιότητες µέσα στο επόµενο πενθήµερο µε σύνταξη σχετικού πρακτικού. Το πρακτικό αυτό αποστέλλεται σε όλα τα ΠΤ, αναρτάται επί πέντε (5) ηµέρες στα γραφεία του ΣΚΛΕ και των ΠΤ και προσβάλλεται µε ένσταση από κάθε οικονοµικώς τακτοποιηµένο µέλος. Μετά την πάροδο του πενθηµέρου και εφόσον δεν υποβληθεί ένσταση, η ανακήρυξη των υποψηφίων καθίσταται οριστική. Επί των ενστάσεων αποφαίνεται αιτιολογηµένα η ΚΕΕ εντός τριών (3) ηµερών από την πάροδο της πενθήµερης ανάρτησης, τροποποιώντας ενδεχοµένως το πρακτικό ανακήρυξης και καθιστώντας αυτό οριστικό. Με την ίδια ακριβώς διαδικασία η ΚΕΕ συντάσσει εκλογικούς καταλόγους ανά ΠΤ, οι οποίοι αποστέλλονται έγκαιρα στις οικείες Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές.
Η ΚΕΕ έχει την ευθύνη εκτύπωσης των ψηφοδελτίων των συνδυασµών υποψηφίων και των µεµονωµένων υποψηφίων, ακολούθως προς το πρακτικό ανακήρυξης, σε χαρτί όµοιας διάστασης και χρώµατος για όλους. Για κάθε συνδυασµό ή µεµονωµένο υποψήφιο εκτυπώνεται ένα ψηφοδέλτιο για το ΔΣ, την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή και τα Πειθαρχικά Συµβούλια. Αντίστοιχα, σε κάθε ΠΤ για κάθε συνδυασµό ή µεµονωµένο υποψήφιο εκτυπώνεται ένα ψηφοδέλτιο για το Περιφερειακό Συµβούλιο. Ακολούθως, τα ψηφοδέλτια προωθούνται έγκαιρα στις Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές και πάντως τουλάχιστον δέκα (10) ηµέρες πριν από τις εκλογές. Οι φάκελοι που χρησιµοποιούνται σφραγίζονται και µονογράφονται από τον Πρόεδρο κάθε Περιφερειακής Εφορευτικής Επιτροπής.

6. Εκλογικό σύστηµα για την ανάδειξη των µελών των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ είναι η απλή αναλογική. Οι υποψήφιοι κατεβαίνουν είτε σε συνδυασµούς είτε ως µεµονωµένοι σε χωριστά ψηφοδέλτια. Η εκλογή των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ, γίνεται ως εξής:
α) Οι έδρες όλων των αιρετών οργάνων κατανέµονται µεταξύ των συνδυασµών και των µεµονωµένων υποψηφίων ανάλογα µε την εκλογική τους δύναµη.
β) Το εκλογικό σύστηµα για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης είναι αναλογικό. Το εκλογικό µέτρο προκύπτει από την διαίρεση του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων µε τον αριθµό των εδρών του ΔΣ ή της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής ή του Πειθαρχικού Συµβούλιου ή του Περιφερειακού Συµβουλίου ή της Περιφερειακής Εξελεγκτικής Επιτροπής.
γ) Κάθε συνδυασµός καταλαµβάνει τόσες έδρες στο αιρετό όργανο, όσες φορές χωρεί το εκλογικό µέτρο στον αριθµό των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβε.
δ) Μεµονωµένος υποψήφιος, που έλαβε τον ίδιο ή µεγαλύτερο αριθµό ψήφων από το εκλογικό µέτρο καταλαµβάνει µια (1) έδρα στο όργανο, για το οποίο έχει θέσει υποψηφιότητα.
ε) Συνδυασµός που περιλαµβάνει υποψήφιους λιγότερους από τις έδρες που του αναλογούν, καταλαµβάνει τόσες έδρες, όσοι είναι οι υποψήφιοί του.
στ) Οι έδρες των αιρετών οργάνων που παραµένουν αδιάθετες µετά την εφαρµογή της περίπτωσης γ΄ του παρόντος άρθρου, κατανέµονται σε δεύτερη κατανοµή ανά µία (1) κατά τη σειρά µεγέθους των υπολοίπων, στους συνδυασµούς ή στους µεµονωµένους υποψηφίους.
ζ) Κάθε συνδυασµός υποψηφίων καταρτίζεται µε έγγραφη δήλωση, υπογεγραµµένη κατά σειρά επωνύµου, από τους αποτελούντες το συνδυασµό υποψηφίους συµβούλους.
η) Η εκλογή των υποψηφίων γίνεται µε βάση το σύνολο των σταυρών προτίµησης για τον καθένα τους. Ο εκλογέας δηλώνει την προτίµησή του, ανάµεσα στους υποψηφίους του συνδυασµού της επιλογής του, σηµειώνοντας ένα σταυρό δίπλα στο ονοµατεπώνυµό του.
θ) Η ψηφοφορία είναι µυστική και διεξάγεται σε κατάλληλα διαρρυθµισµένο χώρο από τις 8:00π.µ. έως τις 8:00µ.µ.. Η διάρκεια τη ψηφοφορίας µπορεί να παραταθεί µε απόφαση της αρµόδιας Εφορευτικής Επιτροπής. Η ψηφοφορία στα ΠΤ εκτός Αττικής διεξάγεται στις έδρες των Τµηµάτων και στα γραφεία τους ή σε τόπο που προτείνεται από την κάθε Περιφερειακή Εφορευτική Επιτροπή, µε απόφαση της ΚΕΕ. Ειδικά η ψηφοφορία για το ΠΤ Αττικής διεξάγεται στα κεντρικά γραφεία του ΣΚΛΕ. ενώπιον της ΚΕΕ. Σε όλες τις Εφορευτικές Επιτροπές προεδρεύουν εκπρόσωποι της Δικαστικής Αρχής.
ι) Ειδικά οι ψηφοφόροι που διαµένουν σε νήσο ή πόλη όπου δεν λειτουργεί εκλογικό τµήµα έχουν δικαίωµα να ψηφίσουν µε επιστολή, η οποία αποστέλλεται συστηµένη στην ΚΕΕ επτά (7) τουλάχιστον ηµέρες πριν από την ηµέρα των εκλογών. Το απόρρητο της επιστολικής ψήφου διασφαλίζεται δια της τοποθετήσεως σφραγισµένου του φακέλου µε το ψηφοδέλτιο επιλογής του ψηφοφόρου εντός άλλου φακέλου, επί του οποίου αναγράφονται τα στοιχεία του ψηφοφόρου. Η επιστολική ψήφος διαβιβάζεται αµελλητί στην ΚΕΕ, η οποία την ηµέρα των εκλογών, αφού καταγράψει στο βιβλίο ψηφισάντων τον ψηφοφόρο, ρίπτει τον φάκελο µε το ψηφοδέλτιο της επιλογής του εντός της κάλπης. Όποιος επιθυµεί να ψηφίσει µε επιστολική ψήφο οφείλει να ενηµερώσει την ΚΕΕ είκοσι (20) τουλάχιστον ηµέρες πριν από τις εκλογές.
ια) Κάθε ψηφοφόρος ψηφίζει ένα (1) µόνο συνδυασµό ή µεµονωµένο υποψήφιο. Εφόσον ψηφίζει συνδυασµό, έχει δικαίωµα να βάλει µέχρι δεκατρείς (13) σταυρούς για το ΔΣ, µέχρι πέντε (5) στην εξελεγκτική επιτροπή και µέχρι τρείς (3) για το πρωτοβάθµιο και δευτεροβάθµιο πειθαρχικό συµβούλιο.
ιβ) Ενστάσεις των υποψηφίων, των εξουσιοδοτηµένων αντιπροσώπων τους ή των εκλογέων υποβάλλονται γραπτά στην οικεία Εφορευτική Επιτροπή καθ’ όλη τη διάρκεια της ψηφοφορίας και της διαλογής. Κάθε Εφορευτική Επιτροπή αποφαίνεται επί των ενστάσεων µε απόφαση που λαµβάνεται µε απλή πλειοψηφία των παρόντων. Οι υποψήφιοι ή οι ειδικώς εξουσιοδοτηµένοι εκπρόσωποί τους έχουν δικαίωµα να παρευρίσκονται στην ψηφοφορία και τη διαλογή.
ιγ) Τα µέλη ψηφίζουν αυτοπρόσωπα στα εκλογικά κέντρα των ΠΤ όπου ανήκουν. Οι Εφορευτικές Επιτροπές κατά το χρόνο διεξαγωγής των αρχαιρεσιών τηρούν µητρώο ψηφισάντων, ελέγχοντας τα στοιχεία ταυτότητας και την ταµειακή ενηµερότητα των εκλογέων.
ιδ) Μετά το πέρας της ψηφοφορίας ανοίγεται η κάλπη, καταµετρούνται οι φάκελοι και διαπιστώνεται αν ο αριθµός τους συµφωνεί µε τον αριθµό της κατάστασης ψηφισάντων. Στη συνέχεια αποσφραγίζονται οι φάκελοι και τα ψηφοδέλτια υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Εφορευτικής Επιτροπής, αφού αναγραφεί στο επάνω αριστερό σηµείο τους ο αύξων αριθµός τους και στο επάνω δεξιά ολογράφως ο αριθµός των σταυρών προτίµησης που έχουν τεθεί δίπλα από τα ονόµατα των υποψηφίων. Ακολουθεί η διαλογή των ψήφων και η σύνταξη-υπογραφή του πρακτικού εκλογής. Οι Εφορευτικές Επιτροπές των ΠΤ αµέσως µετά τη διαλογή και αφού έχουν συντάξει το πρακτικό εκλογής, οφείλουν, το συντοµότερο δυνατό, εντός της ηµέρας διεξαγωγής των εκλογών, να ανακοινώσουν µε κάθε πρόσφορο τρόπο τα αποτελέσµατα στην ΚΕΕ και σε καµία περίπτωση πριν την προκαθορισµένη για όλα τα ΠΤ ώρα λήξης της ψηφοφορίας.
ιε) Το υλικό της εκλογής (ψηφοδέλτια, καταστάσεις ψηφισάντων, ενδεχόµενες ενστάσεις µε τις επ’ αυτών αποφάσεις των εφορευτικών επιτροπών, επικυρωµένα πρακτικά της εκλογής) σφραγίζεται µέσα σε δέµα και αποστέλλεται στην έδρα του ΣΚΛΕ.

7. Στο αρχείο του Τµήµατος τηρούνται αντίγραφα πρακτικών των αρχαιρεσιών και των καταστάσεων ψηφισάντων.

8. Η ΚΕΕ αµέσως προβαίνει στη κατάρτιση πίνακα συγκεντρωτικών αποτελεσµάτων και στη σύνταξη πρακτικού µε το οποίο ανακηρύσσει τα εκλεγµένα µέλη όλων των αιρετών οργάνων, µε παράλληλη µνεία της σειράς των αναπληρωµατικών µελών.

1. Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο: Το Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο είναι αρµόδιο για τα πειθαρχικά παραπτώµατα των µελών του ΣΚΛΕ σε πρώτο βαθµό. Αποτελείται από τρία (3) µέλη και ισάριθµα αναπληρωµατικά, που εκλέγονται µε τριετή θητεία ταυτόχρονα µε την εκλογή των λοιπών αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ.

2. Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο: Αποτελείται από πέντε (5) µέλη και ισάριθµα αναπληρωµατικά, εκ των οποίων ένας Εφέτης Πολιτικών Δικαστηρίων µε τον αναπληρωµατικό του, ο οποίος και προεδρεύει. Τα µέλη του Δευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου, πλην του Προέδρου, εκλέγονται µετά των αναπληρωµατικών τους ταυτόχρονα µε την εκλογή των λοιπών αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ. Χρέη Γραµµατέα εκτελεί ο Γραµµατέας του ΔΣ του ΣΚΛΕ, ο οποίος τηρεί τα πρακτικά της συνεδρίασης. Το Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο εκδικάζει σε δεύτερο βαθµό τα πειθαρχικά παραπτώµατα των µελών του ΣΚΛΕ, µετά από έφεση. Είναι αρµόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών παραπτωµάτων των µελών του ΔΣ του ΣΚΛΕ και των Περιφερειακών Συµβουλίων. Στην περίπτωση αυτή δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθµό.

Πειθαρχικά παραπτώµατα είναι ιδίως:
Α. Η παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που προβλέπονται για τους κοινωνικούς λειτουργούς από τις διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δεοντολογίας, του εσωτερικού κανονισµού λειτουργίας του ΣΚΛΕ, των αποφάσεων του ΔΣ του ΣΚΛΕ και του Περιφερειακού Συµβουλίου του ΠΤ στο οποίο ανήκει ο κοινωνικός λειτουργός. Το παράπτωµα κρίνεται και τιµωρείται από το Πειθαρχικό Συµβούλιο µε πειθαρχική ποινή, ανεξάρτητα από ενδεχόµενη ποινική ευθύνη ή άλλη συνέπεια.
Β. Η αποδεδειγµένη αµέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του κοινωνικού λειτουργού, ακόµα και όταν δεν αποτελεί βαρύτερη ποινικά κολάσιµη πράξη.

Οι ποινές που επιβάλλονται από το Πειθαρχικό Συµβούλιο και το Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο για τα πειθαρχικά παραπτώµατα του άρθρου 104 είναι οι ακόλουθες:
Α) Επίπληξη.
Β) Πρόστιµο από εξήντα (60) ευρώ έως το ένα τρίτο (1/3) του βασικού µισθού ενός µήνα του κοινωνικού λειτουργού που τιµωρείται. Το πρόστιµο καταβάλλεται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ και εισπράττεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.
Γ) Προσωρινή διαγραφή από µέλος, η οποία δεν µπορεί να υπερβεί τους έξι (6) µήνες.
Δ) Οριστική διαγραφή, εφόσον το µέλος είναι υπότροπο.

1. Τα πειθαρχικά παραπτώµατα παραγράφονται µετά από τριετία από την τέλεσή τους. Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς και η άσκηση της ποινικής δίωξης διακόπτει την παραγραφή. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος για την οριστική παραγραφή δεν µπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) χρόνια από το χρόνο τέλεσης της πράξης. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο µπορεί µε απόφαση του να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίωξης, εφόσον εκκρεµεί ποινική δίωξη και µέχρι το τέλος αυτής. Σε αυτήν την περίπτωση ο χρόνος παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώµατος δεν συµπληρώνεται πριν περάσει ένα (1) έτος από την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

2. Ο Γραµµατέας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή ο Γραµµατέας αρµόδιου δικαστηρίου αποστέλλει στον ΣΚΛΕ αντίγραφα των υποβαλλόµενων κατά των Κοινωνικών Λειτουργών µηνύσεων και των εκδιδόµενων επί αυτών βουλευµάτων και αποφάσεων.

1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται από το Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο αυτεπάγγελτα ή µε έγγραφη ή προφορική αναφορά ή ανακοίνωση δηµόσιας αρχής ή µετά από αίτηση – καταγγελία κάθε ενδιαφεροµένου.

2. Σε διάστηµα τριών (3) µηνών το αργότερο από την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης, το Πειθαρχικό Συµβούλιο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση.

3. Εάν για την ίδια πράξη έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κοινωνικού λειτουργού, το Πειθαρχικό Συµβούλιο δεν εµποδίζεται να εξετάσει την ίδια πράξη και δικαιούται να αναστείλει, κατά την κρίση του, την πειθαρχική δίωξη µέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από τα ποινικά δικαστήρια. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασµένο για το Πειθαρχικό Συµβούλιο.

4. Το Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο ύστερα από την υποβολή σε αυτό καταγγελίας κατά κοινωνικού λειτουργού ή µε τη διαπίστωση οποιουδήποτε παραπτώµατος, αποφαίνεται αιτιολογηµένα µέσα σε δεκαπέντε (15) ηµέρες αν θα ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή όχι. Σε καταφατική περίπτωση το Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο ασκεί πρωτοβάθµια πειθαρχική δικαιοδοσία.

5. Το Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο ενεργεί κάθε αναγκαία εξέταση µε κάποιο από τα µέλη του, που ορίζεται ως εισηγητής. Ο εισηγητής έχει την εξουσία να καλεί και να εξετάζει µάρτυρες ενόρκως.

6. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν απολογηθεί ή κληθεί εµπρόθεσµα προς απολογία και δεν εµφανιστεί ο κοινωνικός λειτουργός που διώκεται πειθαρχικά. Στην κλήση σε απολογία, η οποία επιδίδεται µε απόδειξη, περιγράφεται σαφώς το αποδιδόµενο παράπτωµα και τάσσεται προθεσµία πέντε (5) ηµερών για την υποβολή απολογητικού υποµνήµατος, η οποία µπορεί να παραταθεί άπαξ µέχρι και το διπλάσιο κατόπιν αιτιολογηµένης αίτησης του διωκοµένου.

7. Μετά την υποβολή έγγραφου απολογητικού υποµνήµατος ή την πάροδο της ταχθείσας προθεσµίας, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η ανάκριση, ο εισηγητής ενηµερώνει τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συµβουλίου, ο οποίος ορίζει την ηµέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συµβουλίου.

8. Ο διωκόµενος καλείται τουλάχιστον δέκα (10) ηµέρες πριν σε παράσταση ενώπιον του Πειθαρχικού Συµβουλίου. Εάν το Συµβούλιο θεωρεί αναγκαία τη συµπλήρωση των στοιχείων του ανακριτικού υλικού, καλεί µέσα στην ίδια προθεσµία τον διωκόµενο σε συµπληρωµατική απολογία.

9. Το Πειθαρχικό Συµβούλιο, κατά την ηµέρα που έχει προσδιορίσει, µπορεί να εξετάζει µάρτυρες κατά την κρίση του και, µετά την απολογία του διωκοµένου ή σε περίπτωση που αυτός δεν εµφανίζεται, αφού διαπιστωθεί ότι αυτός έχει νόµιµα κληθεί, εκδίδει απόφαση. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, µπορεί να διατάξει τη συµπλήρωση του κατηγορητηρίου και της ανάκρισης. Σε κάθε περίπτωση ο διωκόµενος δικαιούται να παρίσταται µε πληρεξούσιο δικηγόρο.

10. Μετά την απολογία ή την ερηµοδικία του διωκοµένου, το Πειθαρχικό Συµβούλιο εκδίδει οριστική απόφαση το αργότερο µέσα σε οκτώ (8) ηµέρες από την ηµέρα συνεδρίασης.

11. Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογηµένη, συντάσσεται από τον εισηγητή, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραµµατέα και κοινοποιείται µέσα σε οκτώ (8) ηµέρες από την έκδοση στον κοινωνικό λειτουργό. Οµοίως, κοινοποιείται στο ΔΣ και στο ΠΤ όπου ανήκει ο πειθαρχικώς διωκόµενος κοινωνικός λειτουργός.

12. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου ακολουθείται και ενώπιον του Δευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου, οσάκις αυτό εκδικάζει πειθαρχική υπόθεση σε πρώτο και τελευταίο βαθµό.

1. Ο κοινωνικός λειτουργός που καταδικάστηκε και το ΔΣ ή το ΠΤ όπου ανήκει έχουν δικαίωµα µέσα σε τρεις (3) µήνες από την επίδοση της απόφασης να την εκκαλέσουν ενώπιον του Δευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου.

2. Η έφεση κατατίθεται στον Γραµµατέα του Πρωτοβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, η οποία υπογράφεται από τον εκκαλούντα και τον Γραµµατέα. Ο Γραµµατέας υποχρεούται µέσα σε δέκα (10) ηµέρες να τη µεταβιβάσει µαζί µε όλα τα σχετικά έγγραφα στη Γραµµατεία του ΔΣ. Η προθεσµία και η άσκηση της έφεσης έχουν ανασταλτική ισχύ.

3. Για το παραδεκτό της έφεσης απαιτείται η καταβολή του ποσού των δέκα (10) ευρώ ως έξοδα έφεσης, εκτός εάν εκκαλών είναι το ΔΣ ή το Περιφερειακό Συµβούλιο. Η απόδειξη καταβολής εκδίδεται από το ΔΣ, ενώ το ποσό των δέκα (10) ευρώ αποδίδεται στον εκκαλούντα σε περίπτωση αποδοχής της έφεσης.

4. Το Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο µε αιτιολογηµένη απόφασή του µπορεί να διατάξει νέα ανάκριση που διενεργείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 107, να καλεί τον τιµωρηθέντα κοινωνικό λειτουργό και να µεταρρυθµίζει ή να εξαφανίζει την εκκαλούµενη απόφαση.

5. Το Δευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο αποφασίζει αµετάκλητα και εκδίδει την απόφασή του εντός τριµήνου από τη διαβίβαση σε αυτό της υπόθεσης. Η απόφαση του Δευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του οικείου ΠΤ, ο οποίος οφείλει χωρίς καθυστέρηση να την κοινοποιήσει προς τον τιµωρηθέντα κοινωνικό λειτουργό.

6. Οι τελεσίδικες αποφάσεις εκτελούνται από τον Πρόεδρο του Περιφερειακού Συµβουλίου.

1. Οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας για την εξαίρεση δικαστών ισχύουν αναλογικά και για τα µέλη των Πειθαρχικών Συµβουλίων.

2. Η αίτηση εξαίρεσης επιδίδεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συµβουλίου.

3. Όταν ζητείται η εξαίρεση ολόκληρου του Πειθαρχικού Συµβουλίου ή τόσων µελών του, ώστε να µην καθίσταται εφικτή η νόµιµη συγκρότησή του, η αίτηση διαβιβάζεται από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συµβουλίου στο ΔΣ του ΣΚΛΕ και η διαδικασία αναστέλλεται µέχρι την έκδοση της απόφασης του ΔΣ επί της αιτήσεως.

4. Σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως, αν δεν επαρκεί ο αριθµός των µελών για την ανασυγκρότηση του Πειθαρχικού Συµβουλίου, η υπόθεση παραπέµπεται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συµβούλιο.

5. Κοινωνικός λειτουργός που διώκεται πειθαρχικά µπορεί να ζητήσει την εξαίρεση των µελών του Πειθαρχικού Συµβουλίου µία (1) φορά µόνο κατά βαθµό δικαιοδοσίας.

1. Για την έκδοση από τις αρµόδιες υπηρεσίες της βεβαίωσης νοµίµου άσκησης του επαγγέλµατος, οι κοινωνικοί λειτουργοί οφείλουν να συµπεριλάβουν, µεταξύ των δικαιολογητικών, και βεβαίωση εγγραφής στο οικείο ΠΤ του ΣΚΛΕ. Με την παραλαβή της βεβαίωσης νοµίµου άσκησης επαγγέλµατος υποχρεούνται να την καταθέσουν άµεσα στο Περιφερειακό Τµήµα όπου ανήκουν.

2. Όποιος ασκεί το επάγγελµα του κοινωνικού λειτουργού, χωρίς να έχει βεβαίωση νοµίµου άσκησης επαγγέλµατος, διώκεται ποινικά σύµφωνα µε το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα. Καταγγελία για παράνοµη άσκηση του επαγγέλµατος µπορεί να κάνει οποιοσδήποτε ιδιώτης στα Περιφερειακά Συµβούλια ή στο ΔΣ του ΣΚΛΕ, το οποίο στη συνέχεια υποχρεούται να γνωστοποιήσει το γεγονός στις αρµόδιες δικαστικές αρχές.

3. Εντός έξι (6) µηνών από τη δηµοσίευση του παρόντος υποχρεούνται όλοι οι κοινωνικοί λειτουργοί να εγγραφούν στα µητρώα του ΣΚΛΕ. Μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήµατος η άσκηση του επαγγέλµατος χωρίς εγγραφή στον ΣΚΛΕ συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα.

4. Στις περιπτώσεις που επιβάλλεται πειθαρχική ποινή προσωρινής ή οριστικής διαγραφής από τον ΣΚΛΕ αναστέλλεται αυτοδίκαια η άδεια άσκησης επαγγέλµατος.

Η σφραγίδα του ΣΚΛΕ αποτελείται από δύο επάλληλους και οµόκεντρους κύκλους, ο εξωτερικός των οποίων έχει διάµετρο 0,04 εκατοστά. Στο εσωτερικό τους υπάρχει το έµβληµα της Ελληνικής Δηµοκρατίας, ενώ γύρω από αυτό αναγράφονται κυκλικά στο επάνω µέρος οι λέξεις «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», οι οποίες προκειµένου για ΠΤ συµπληρώνονται µε τις λέξεις «ΠΕΡ. ΤΜΗΜΑ.....». Στον εξωτερικό κύκλο αναγράφονται οι λέξεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ».

1. Μέχρι την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, µετά από πρόταση του σωµατείου «Σύνδεσµος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος», ορίζεται, µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του ΣΚΛΕ, αποτελούµενη από δεκατρία (13) µέλη.

2. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή έχει τις εξής αρµοδιότητες έως ότου αναδειχθεί το πρώτο ΔΣ του ΣΚΛΕ:
α) Ενηµερώνει τους κοινωνικούς λειτουργούς σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας.
β) Καταγράφει και εγγράφει όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς στον ΣΚΛΕ.
γ) Συγκαλεί Γενική Συνέλευση σε όλες τις Περιφέρειες µε σκοπό τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη Διοικητικού Συµβουλίου, Περιφερειακών Συµβουλίων, Εξελεγκτικών Επιτροπών, Αντιπροσώπων των Περιφερειών και µελών του Ανώτατου Πειθαρχικού Συµβουλίου.

3. Τα µέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, εφόσον απασχολούνται στο δηµόσιο τοµέα, δικαιούνται άδεια απουσίας από την υπηρεσία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώµατα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα.

4. Τα έξοδα µετακίνησης του προσωπικού του ΣΚΛΕ και των µελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής καταβάλλονται από τον ΣΚΛΕ.

5. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, µετά την ανάδειξη των µελών κάθε Περιφερειακού Συµβουλίου, παραδίδει σε αυτό το µητρώο του Περιφερειακού Τµήµατος

6. Έδρα της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα. Η θητεία της ορίζεται διετής και αρχίζει από την ηµεροµηνία διορισµού των µελών της. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει αµέσως τις διαδικασίες ανάδειξης των οργάνων διοίκησης. Παράταση της χρονικής διάρκειας της θητείας της είναι εφικτή µόνο µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και µόνο για το διάστηµα που απαιτείται για την ολοκλήρωση των διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ.

7. Ειδικά, για την εκλογή των πρώτων οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ λειτουργεί τεκµήριο αρµοδιότητας υπέρ της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής για την έγκυρη διενέργεια όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και την έκδοση των απαιτουµένων αποφάσεων.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από πρόταση του Ν.Π.Δ.Δ. ΣΚΛΕ, θεσπίζεται κώδικας δεοντολογίας των κοινωνικών λειτουργών. Ο κώδικας δεοντολογίας δεσµεύει, ως προς την εφαρµογή των αρχών του, όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς που ασκούν το επάγγελµα σε οποιοδήποτε πλαίσιο.

1. Κεντρική Διοίκηση
Στην Κεντρική Διοίκηση συνιστώνται οργανικές θέσεις ως εξής:
α) Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουργών: Μία (1) θέση.
β) Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός – Λογιστικός: Μία (1) θέση.
γ) Κλάδος ΔΕ Διοικητικός: Δύο (2) θέσεις.
δ) Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων: Μία (1) θέση.
ε) Νοµικός Σύµβουλος: Μία (1) θέση.
Οι αποδοχές, αποζηµιώσεις και λοιπά έξοδα των υπαλλήλων του ΣΚΛΕ καλύπτονται από ίδιους πόρους του ΣΚΛΕ και σε καµία περίπτωση δεν βαρύνεται ο Κρατικός Προϋπολογισµός.

2. Προσόντα θέσεων κατά κλάδο
Τα προσόντα που απαιτούνται για τη θέση του κάθε κλάδου είναι τα εξής:
Α. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουργών:
α) Πτυχίο Τµήµατος Κοινωνικής Εργασίας εσωτερικού ή ισότιµου εξωτερικού ή του Τµήµατος Κοινωνικής Διοίκησης του ΔΠΘ.
β) Αναγνωρισµένος τίτλος µεταπτυχιακών σπουδών σε θέµατα σχετικά µε το αντικείµενο της θέσης, της ηµεδαπής ή αλλοδαπής.
γ) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής γλώσσας, που θα πιστοποιείται µε πτυχίο Advanced ή Proficiency.
δ) Άριστη γνώση χειρισµού Η/Υ.
ε) Τριετής προϋπηρεσία σε θέση κοινωνικού λειτουργού.
Β. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός – Λογιστικός:
α) Πτυχίο Α.Ε.Ι. Τµήµατος Νοµικής ή Οικονοµικών και Νοµικών Επιστηµών ή Οικονοµικών και Εµπορικών Επιστηµών ή πτυχίο Α.Σ.Ο.Ε.Ε. ή Π.Α.Σ.Π.Ε. ή ισότιµου της αλλοδαπής.
β) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής γλώσσας, που θα πιστοποιείται µε πτυχίο Advanced ή Proficiency.
γ) Άριστη γνώση χειρισµού Η/Υ.
δ) Τριετής προϋπηρεσία σε αντικείµενο οικονοµικό λογιστικό.
Γ. Κλάδος ΔΕ Διοικητικού:
α) Απολυτήριο Λυκείου.
β) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής, που θα πιστοποιείται µε πτυχίο Advanced ή Proficiency ή σπουδές στο εξωτερικό.
γ) Άριστη γνώση χειρισµού και εφαρµογής προγραµµάτων Η/Υ.
Δ. Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων:
α) Απολυτήριο Γυµνασίου.
β) Πολύ καλή γνώση της αγγλικής, που θα πιστοποιείται µε πτυχίο Lower.
E. Νοµικός Σύµβουλος:
α) Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.
β) Αναγνωρισµένο τίτλο µεταπτυχιακών σπουδών νοµικής.

3. Αρµοδιότητες προσωπικού
Οι αρµοδιότητες των υπαλλήλων των πιο κάτω κλάδων ορίζονται ως εξής:
Α. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουργών:
α) Ευθύνεται για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΔΣ.
β) Συντονίζει τις δραστηριότητες µεταξύ ΔΣ και Περιφερειακών Συµβουλίων.
γ) Συµµετέχει χωρίς δικαίωµα ψήφου στις συνεδριάσεις του ΔΣ.
δ) Έχει την ευθύνη των διεθνών σχέσεων.
Ο υπάλληλος του κλάδου αυτού, όταν απουσιάζει, αναπληρώνεται από µέλος του Δ.Σ. µε απόφασή του.
Β. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός – Λογιστικός:
α) Μελετά τις οικονοµικές ανάγκες της Κεντρικής και Περιφερειακής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και τις εισηγείται στα Περιφερειακά Συµβούλια και ΔΣ του ΣΚΛΕ.
β) Καταρτίζει τον οικονοµικό προϋπολογισµό της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και των ΠΤ.
γ) Πραγµατοποιεί πάσης φύσεως δαπάνες, τις αποδοχές του προσωπικού και λοιπές αποζηµιώσεις της Κεντρικής Διοίκησης.
δ) Προβαίνει στις απαιτούµενες διατυπώσεις της προµήθειας πάσης φύσεως υλικού της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ, της διαχείρισης και της φύλαξης του υλικού που χρειάζεται για τη λειτουργία της.
ε) Καταρτίζει τον οικονοµικό ισολογισµό και απολογισµό του έτους, τηρεί τα λογιστικά βιβλία της Κεντρικής Διοίκησης, τα αποδεικτικά εισαγωγής υλικού και τα λοιπά απαραίτητα δικαιολογητικά.
στ) Παρέχει συµβουλές για πάσης φύσεως οικονοµικά θέµατα που προκύπτουν στην Περιφερειακή Διοίκηση.
ζ) Εισπράττει τα έσοδα της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και έχει την ευθύνη της διαφύλαξης της περιουσίας της.
η) Τηρεί οικονοµικά στατιστικά στοιχεία.
Τον υπάλληλο του κλάδου αυτού, όταν απουσιάζει, αναπληρώνει, µε απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου, ένας από τους υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Διοικητικού.
Γ. Κλάδος ΔΕ Διοικητικός:
α) Επικουρεί τον Οικονοµικό Διευθυντή στην εκτέλεση των αρµοδιοτήτων του, εφόσον παρίσταται ανάγκη.
β) Εκτελεί όλη τη γραφική εργασία.
γ) Τηρεί το αρχείο, µητρώο και πρωτόκολλο.
δ) Φροντίζει για κάθε θέµα που έχει σχέση µε την οργάνωση της γραµµατειακής στήριξης, σύµφωνα µε τις αποφάσεις του ΔΣ.
ε) Συντάσσει κάθε εν γένει έγγραφο, τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΔΣ και του Συνεδρίου του ΣΚΛΕ, διακινεί και επιδίδει υπηρεσιακά έγγραφα, αλληλογραφία και άλλα αρµοδίως.
στ) Τηρεί βιβλία στατιστικής.
ζ) Συνεπικουρεί στην οργάνωση του Συνεδρίου των Αντιπροσώπων του ΣΚΛΕ.
η) Μεταφράζει κείµενα από την ελληνική σε αγγλική γλώσσα και αντίστροφα.
Δ. Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων:
Πραγµατοποιεί όλες τις απαραίτητες εργασίες για την λειτουργία του ΔΣ καθ’ υπόδειξη και σύµφωνα µε τις αποφάσεις του ΔΣ.
Ε. Νοµικός Σύµβουλος:
α) Παρέχει νοµική κάλυψη και υποστήριξη στο ΣΚΛΕ.
β) Συντάσσει γνωµοδοτήσεις επί θεµάτων νοµικής φύσεως για κάθε ζήτηµα οργάνωσης και λειτουργίας του ΣΚΛΕ και προώθησης των καταστατικών σκοπών του.
γ) Εκπροσωπεί τον ΣΚΛΕ ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών.

4. Περιφερειακά Τµήµατα:
Σε κάθε Περιφερειακό Τµήµα συνιστάται µία (1) οργανική θέση κλάδου ΔΕ Διοικητικού µε ανάλογα προσόντα και αρµοδιότητες.

Με τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου καταργείται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παρ. 5 του άρθρου 111 του ν. 4387/2016 (Α΄85).

1. Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να αναθέτει την υλοποίηση, την εκτέλεση και τη διαχείριση προγραµµάτων, δράσεων και ενεργειών που αφορούν προνοιακές πολιτικές της Γενικής Γραµµατείας Πρόνοιας στις αρµόδιες υπηρεσίες του Οργανισµού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), ο οποίος θα ενεργεί ως εντολοδόχος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης µε µεταβίβαση των αναγκαίων πιστώσεων στον προϋπολογισµό του ΟΓΑ.

2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ανατίθενται στον ΟΓΑ τα προγράµµατα, δράσεις και ενέργειες της παραγράφου 1 και καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υλοποίησης και διαχείρισής τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή του παρόντος.

Η παρ. 1 του άρθρου 101 του ν. 4483/2017 (Α΄ 107) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι ΟΤΑ και τα νοµικά τους πρόσωπα, εφόσον η χρηµατοδότηση της Δράσης «Εναρµόνιση οικογενειακής και επαγγελµατικής ζωής» δεν επαρκεί για την κάλυψη των δαπανών µισθοδοσίας και ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού τους, που απασχολείται σε αυτή µε συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, για τους ετήσιους κύκλους 2016-2017 και 20172018, καλύπτουν τις δαπάνες αυτές από κάθε είδους τακτικά ή έκτακτα ανειδίκευτα έσοδά τους.»

1. Στο άρθρο 51 του ν. 4465/2017 (Α΄ 47) προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
«2. Παραχωρείται κατά χρήση για ενενήντα εννέα (99) έτη, από το Ταµείο Εθνικής Άµυνας στο Δήµο Παύλου Μελά της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, προς εξυπηρέτηση λόγων γενικού συµφέροντος και µε τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στη µεταξύ τους σύµβαση, έκταση 332.103,98 τ.µ., που αποτελεί µέρος του ακινήτου του πρώην στρατοπέδου «Παύλου Μελά», όπως εµφαίνεται και ορίζεται από τα σηµεία 1-2-3...841 στο από 17 Ιουνίου 2017 τοπογραφικό διάγραµµα του Διπλωµατούχου Τοπογράφου Μηχανικού ΕΜΠ Αντωνίου Καραλή, που προσαρτάται στο παρόν ως Παράρτηµα Α΄, µε αντάλλαγµα την παραχώρηση προς το Ταµείο Εθνικής Άµυνας της κυριότητας ογδόντα τριών (83) διαµερισµάτων κυριότητας του Δήµου Παύλου Μελά, όπως αυτά εµφαίνονται στο συνηµµένο στο παρόν Πίνακα, ως Παράρτηµα Β΄. Σκοπός της παραχώρησης της ως άνω έκτασης του στρατοπέδου είναι η αξιοποίηση της παραχωρούµενης έκτασης του πρώην στρατοπέδου «Παύλου Μελά», µε στόχο την ενσωµάτωση του χώρου αυτού στον αστικό ιστό και την κοινωνική ζωή της πόλης, ως χώρου υπερτοπικού πρασίνου, για χρήσεις πολιτισµού και αναψυχής µικρής κλίµακας και την ταυτόχρονη προστασία και ανάδειξή του ως τόπο πολιτιστικής κληρονοµιάς. Σκοπός δε, της παραχώρησης της κυριότητας των ως άνω 83 διαµερισµάτων είναι η ικανοποίηση των αναγκών στέγασης των στρατιωτικών και των οικογενειών τους και η εξυπηρέτηση του σκοπού του Ταµείου Εθνικής Άµυνας γενικότερα, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3 του ν. 4407/1929. Η σχετική σύµβαση συνάπτεται εντός τριών (3) µηνών από τη δηµοσίευση του παρόντος.»

2. Το εδάφιο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4465/2017 (Α΄ 47) καταργείται.

Μετά το άρθρο 9 του ν. 3850/2010 (Α΄ 84) προστίθεται νέο άρθρο 9Α ως εξής:
«Άρθρο 9Α
Δηµιουργία ηλεκτρονικών βάσεων καταχώρισης δεδοµένων τεχνικών ασφαλείας και ιατρών εργασίας στο Ολοκληρωµένο Πληροφοριακό Σύστηµα του ΣΕΠΕ
1. Δηµιουργούνται Ηλεκτρονικές Βάσεις καταχώρισης δεδοµένων τεχνικών ασφαλείας και ιατρών εργασίας, που λειτουργούν στο πλαίσιο του Ολοκληρωµένου Πληροφοριακού Συστήµατος του ΣΕΠΕ (ΟΠΣ-ΣΕΠΕ) και στις οποίες εντάσσονται τα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις απαραίτητες, κατά τα οριζόµενα στις διατάξεις της κείµενης νοµοθεσίας, προϋποθέσεις για την ανάληψη καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας. Με τη θέση σε λειτουργία των Ηλεκτρονικών Βάσεων, η ανάθεση καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας από τους εργοδότες γίνεται αποκλειστικά µεταξύ των εγγεγραµµένων στις εν λόγω Ηλεκτρονικές Βάσεις, µε τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπουν οι αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της παραγράφου 2 του παρόντος.
2. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται το περιεχόµενο και τα στοιχεία των Ηλεκτρονικών Βάσεων καταχώρισης δεδοµένων τεχνικών ασφαλείας και ιατρών εργασίας, ο τρόπος και η διαδικασία εγγραφής σε αυτές, οι ενέργειες των εµπλεκοµένων µερών για την ανάθεση καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας και την αποδοχή αυτής ή τη µεταβολή της ή τη λήξη ή τη διακοπή της, οι αρµόδιες υπηρεσίες, οι προθεσµίες, οι κυρώσεις και κάθε άλλο σχετικό ειδικότερο, οργανωτικό, τεχνικό ή λεπτοµερειακού χαρακτήρα θέµα που αφορά στις εν λόγω Ηλεκτρονικές Βάσεις.
3. Ρυθµίσεις του παρόντος Κώδικα ή άλλων νόµων και κανονιστικών πράξεων που δεν έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, εξακολουθούν να ισχύουν.»

Η παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 4316/2014 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«2. Οι ανωτέρω οφειλές, ληξιπρόθεσµες ή µη, απαλλάσσονται πλήρως από κάθε είδους φόρους, πρόστιµα, τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής. Για τις εν λόγω οφειλές οι ΔΕΥΑ και οι νόµιµοι εκπρόσωποι αυτών είναι φορολογικά ενήµερες. Τυχόν καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί και µέτρα αναγκαστικής είσπραξης που έχουν επιβληθεί σε βάρος των παραπάνω προσώπων ή και των επιχειρήσεων ακυρώνονται.»

Στην περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 79 του ν. 4316/2014 (Α΄ 270) προστίθεται εδάφιο «ν», ως εξής:
«ν) αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136), όπως ισχύει, και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται».

Από την έναρξη ισχύος του ν. 4487/2017 (Α΄ 116), στην περίπτωση β΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3548/2007 (Α΄ 68), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 14 του ν. 4487/2017 (Α΄ 116) και ισχύει, η φράση «τριάντα τριών χιλιάδων οκτακόσιων εβδοµήντα δύο τετραγωνικών εκατοστόµετρων (33.872 cm2)» αντικαθίσταται από τη φράση «δεκαέξι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα έξι τετραγωνικών εκατοστόµετρων (16.936 cm2)».

Η ισχύς του παρόντος νόµου αρχίζει από τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιµέρους διατάξεις.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
 


Αθήνα, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Υπουργοί

Εσωτερικών
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ

Οικονομίας και Ανάπτυξης
ΔΗΜΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Εθνικής Άμυνας
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ

Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ

Αναπληρώτρια Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΘΕΑΝΩ ΦΩΤΙΟΥ

Αναπληρώτρια Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

Υφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

Οικονομικών
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Υφυπουργός Οικονομικών
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ

Υγείας
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΝΘΟΣ

Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας
ΠΑΥΛΟΣ ΠΟΛΑΚΗΣ

Διοικητικής Ανασυγκρότησης
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

Επικρατείας
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ

 

 

Ευρετήριο τουριστικής νομοθεσίας

Δείτε αναλυτικά τον οδηγό τουριστικής νομοθεσίας ανά κλάδο

Κλίμακες φορολογίας εισοδήματος 2018

Δείτε αναλυτικά όλες τις κλίμακες που ισχύουν για το έτος 2018