ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4512/2018 Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις. 

Τελευταία ενημέρωση σύμφωνα με το Ν.4520/22.02.2018
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ
Αρ. Φύλλου 5
17 Ιανουαρίου 2018
ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ ΑΡΙΘΜ. 4512
Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις. 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

1. Συστήνεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ελληνικό Κτηματολόγιο εφεξής «Φορέας»), με έδρα την Αθήνα, το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Για τις σχέσεις του με την αλλοδαπή, ο Φορέας χρησιμοποιεί την επωνυμία «HELLENIC CADASTRE».

2. Σκοπός του Φορέα είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας, δημοσιότητας και διαθεσιμότητας των χωρικών και νομικών δεδομένων που αφορούν την ακίνητη ιδιοκτησία και η διασφάλιση της δημόσιας πίστης και ασφάλειας των συναλλαγών, σε σχέση με τα δεδομένα αυτά. Ο σκοπός του Φορέα επιτυγχάνεται με την καταχώριση νομικών και τεχνικών πληροφοριών, για τον ακριβή καθορισμό της θέσης και των ορίων των ακινήτων και τη δημοσιότητα των εγγραπτέων δικαιωμάτων και βαρών μέσω της σύνταξης, τήρησης, ενημέρωσης και λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, όπως αυτό ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2664/1998 (Α΄ 275). Στο σκοπό του Φορέα περιλαμβάνεται η γεωδαιτική και χαρτογραφική κάλυψη της χώρας και η δημιουργία και τήρηση ψηφιακών γεωχωρικών δεδομένων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

3. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Ανώνυμη Εταιρεία», η οποία συστάθηκε με την υπ΄ αρίθμ. 81706/6085/1995 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄872), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2308/1995 (Α΄114) και μετονομάστηκε ως άνω με το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 4164/2013 (Α΄156), καταργείται χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση και διαγράφεται από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) του ν. 3419/2005 (Α΄ 297).

4. Ο Φορέας υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος στη θέση της ΕΚΧΑ Α.Ε. και αυτοδικαίως στο σύνολο των πάσης φύσεως αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών εννόμων σχέσεων της ΕΚΧΑ Α.Ε.. Οι κάθε είδους, τύπου, φύσεως και περιεχομένου δικαιοπραξίες που έχουν συναφθεί ή προκηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και ευρίσκονται σε ισχύ, στις οποίες το μοναδικό ή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι η ΕΚΧΑ Α.Ε. συνεχίζονται από και στο όνομα του Φορέα, χωρίς ο Φορέας ή άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή τρίτος να δικαιούται να ζητήσει για το λόγο αυτό τη λύση των ανωτέρω δικαιοπραξιών ή τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές. Οι εκκρεμείς δίκες της Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε. συνεχίζονται από και στο όνομα του Φορέα, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδικότερη, δικαστική ή εξώδικη, ενέργεια για την συνέχισή τους.

5. Τα έμμισθα και τα άμισθα Υποθηκοφυλακεία της Χώρας, τα Κτηματολογικά Γραφεία Ρόδου και Κω – Λέρου, καθώς και τα Κτηματολογικά Γραφεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά καταργούνται, όπως ορίζεται στην παράγραφο 7. Οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, οργανικές θέσεις του προσωπικού των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων, των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω – Λέρου, των Κτηματολογικών Γραφείων Θεσσαλονίκης και Πειραιά και οι θέσεις των αμίσθων Υποθηκοφυλάκων της Χώρας, καταργούνται με τη δημοσίευση της απόφασης που προβλέπεται στην παράγραφο 7.

6. α) Οι αρμοδιότητες των καταργούμενων Υποθηκοφυλακείων, των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω-Λέρου και των Κτηματολογικών Γραφείων Θεσσαλονίκης και Πειραιά, περιέρχονται από την κατάργησή τους στο Φορέα και ασκούνται από τα Κτηματολογικά Γραφεία και τα Υποκαταστήματά τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου.
β) Οι αρμοδιότητες του Γραφείου Κτηματολογίου Πρωτευούσης που έχει συσταθεί σε εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. της 5/22.9.1923, ασκούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, από το Φορέα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετατάσσεται ύστερα από αίτησή του το μόνιμο προσωπικό και το προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στο Γραφείο Κτηματολογίου Πρωτευούσης, σε κενές οργανικές θέσεις του Φορέα, και αν δεν υπάρχουν σε προσωποπαγείς που συνιστώνται με την πράξη μετάταξης και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Με απόφαση του Φορέα μπορεί να κατανέμονται οι αρμοδιότητες που μεταφέρονται στις Κεντρικές ή Περιφερειακές υπηρεσίες του Φορέα και καθορίζεται ο τρόπος άσκησής τους.

7. Για την, σύμφωνα με την παράγραφο 5, κατάργηση των Υποθηκοφυλακείων, των Κτηματολογικών Γραφείων και των θέσεων, εκδίδονται σταδιακά εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, κατ΄ ανώτατο όριο, από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αντίστοιχες αποφάσεις του Δ.Σ. του Φορέα, κατόπιν εισήγησης του Γενικού Διευθυντή. Κατά το διάστημα του προηγούμενου εδαφίου, οι Προϊστάμενοι των έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες υποχρεούνται να χορηγούν προς το Φορέα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη μεταφορά της άσκησης αρμοδιότητας, όπως ενδεικτικά τα στοιχεία που αφορούν το προσωπικό, τον εξοπλισμό και τις μισθώσεις ακινήτων, κατόπιν αιτήματος του Φορέα και εντός εύλογης προθεσμίας που ορίζεται με το σχετικό αίτημα. Με ίδιο αίτημα ο Φορέας δύναται να ζητά τη διενέργεια προπαρασκευαστικών εργασιών τις οποίες υποχρεούται να εκτελέσει ο υπηρετών Προϊστάμενος του έμμισθου Υποθηκοφυλακείου ή ο άμισθος Υποθηκοφύλακας για την έγκαιρη έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου. Οι αποφάσεις του πρώτου εδαφίου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για την ημερομηνία κατάργησης των Υποθηκοφυλακείων και των Κτηματολογικών Γραφείων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 και έναρξης της λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων και των Υποκαταστημάτων τους του άρθρου 15, αναρτάται ανακοίνωση του Φορέα στην ιστοσελίδα του.

8. Ο Φορέας είναι αρμόδιος για:
α) Τη σύνταξη, τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στους νόμους 2308/1995 και 2664/1998.
β) Την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο κ.δ. 19/23.7.1941 (Α΄244), όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. 811/19.1.1971 (Α΄9), καθώς και την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία των Κτηματολογίων Ρόδου και Κω-Λέρου σύμφωνα με όσα ορίζονται στο κ.δ. 132 της 1ης Σεπτεμβρίου 1929, όπως ισχύει, και στην παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 510/1974 (Α΄298), στις περιοχές στις οποίες δεν έχει επεκταθεί η λειτουργία του Εθνικού Kτηματολογίου και έως την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης του συνόλου της χώρας.
γ) Την τήρηση και διαχείριση των αρχείων του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών.
δ) Την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος ενεχύρων σε κινητά χωρίς παράδοση, άλλων συμβάσεων παροχής ασφάλειας επί κινητών, καθώς και της ενεχύρασης ή εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή άλλων δικαιωμάτων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του ν. 2844/2000 (Α΄220), μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου.
ε) Τη σύνταξη, ενημέρωση, τήρηση και αναθεώρηση βασικών και παράγωγων τοπογραφικών χαρτών και τοπογραφικών διαγραμμάτων, καθώς και άλλων χαρτών και διαγραμμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο του σκοπού του.
στ) Το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την οργάνωση, τη λειτουργία και τη διαχείριση συστημάτων αναγκαίων για τη δημιουργία και διαχείριση γεωδαιτικού υλικού που σχετίζονται με το σκοπό του.
ζ) Τον προγραμματισμό, την εκτέλεση και τον έλεγχο φωτογραμμετρικών και τηλεπισκοπικών εργασιών από τη λήψη αεροφωτογραφιών και δορυφορικών εικόνων έως και την τελική απόδοση, για την κάλυψη των αναγκών του Φορέα, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου.
η) Την οργάνωση και τήρηση βάσεων ψηφιακών γεωχωρικών δεδομένων.

9. Ο Φορέας:
α) Διαχειρίζεται τις κτηματολογικές βάσεις δεδομένων ηλεκτρονικής ή αναλογικής μορφής και συγκροτεί αρχείο των προϊόντων του, τα οποία διαθέτει σε κάθε ενδιαφερόμενο,
β) συνεργάζεται με άλλους φορείς για τη σύνταξη, ενημέρωση και διάθεση πάσης φύσεως συνόλων γεωχωρικών δεδομένων και χαρτών,
γ) μπορεί να παρέχει υπηρεσίες και να μεταφέρει τεχνογνωσία σε τρίτους στους τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται, όπως στους τομείς γεωδαισίας, τοπογραφίας, χαρτογραφίας, κτηματολογίου και γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών και
δ) μπορεί να αναθέτει σε τρίτους υπηρεσίες, μελέτες και έργα για την υλοποίηση του σκοπού του και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

10. Ο Φορέας μεριμνά για την ανάπτυξη της έρευνας, της τεχνολογίας και της πληροφορικής σε θέματα σχετικά με το σκοπό του και μπορεί να συνεργάζεται γι` αυτό με άλλους φορείς και να συμμετέχει σε εθνικά και διεθνή προγράμματα ή προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

11. Ο Φορέας απολαύει όλων των ουσιαστικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου. Οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του εισπράττονται με την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν. 356/1974, Α΄90).

Όργανα διοίκησης του Φορέα είναι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) και ο Γενικός Διευθυντής (Γ.Δ.)

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) αποτελείται από επτά μέλη. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου όσον αφορά την επιλογή, τα μέλη του Δ.Σ. επιλέγονται και διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τρία από τα μέλη του Δ.Σ., στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο Πρόεδρος, επιλέγονται και υποδεικνύονται για διορισμό στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίσταται και ο Γενικός Διευθυντής του Φορέα χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η θητεία των μελών του Δ.Σ. είναι τετραετής και μπορεί να ανανεώνεται μία φορά, με απόφαση του αρμόδιου για τον διορισμό Υπουργού.

2. Η επιλογή και ο διορισμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, πραγματοποιείται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 4369/2016 (Α'33), ύστερα από κοινή πρόσκληση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η επιλογή ενός τουλάχιστον μέλους από κάθε μία από τις ειδικότητες ΠΕ Αγρονόμων - Τοπογράφων Μηχανικών, ΠΕ Οικονομολόγων, ΠΕ Πληροφορικής και ΠΕ Νομικής, είναι υποχρεωτική. Δεν επιτρέπεται να διοριστεί μέλος του Δ.Σ. όποιος έχει κώλυμα διορισμού δημοσίου υπαλλήλου. Ως προς τις υποχρεώσεις των μελών του Δ.Σ. κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της θητείας τους, τα ασυμβίβαστα άσκησης των καθηκόντων τους και τα κωλύματα λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 20 έως και 23 του ν. 4440/2016 (Α' 224). Τα μέλη του Δ.Σ. του Φορέα παύονται από τα καθήκοντά τους πριν από τη λήξη της θητείας τους, με απόφαση του αρμοδίου για το διορισμό τους Υπουργού, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4369/2016. Τα μέλη του Δ.Σ. του Φορέα παύονται πριν από τη λήξη της θητείας τους, με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό τους Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και:
α) λόγω αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους συνεπεία σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας ή νόσου που διαρκεί για περισσότερους από τρεις συνεχόμενους μήνες,
β) για σπουδαίο λόγο που αφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Από την ιδιότητα του μέλους εκπίπτει αυτοδίκαια και το μέλος του Δ.Σ., που απουσιάζει από τρεις συνεχόμενες συνεδριάσεις αδικαιολόγητα και χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση του κωλύματός του στον Πρόεδρο του Δ.Σ.. Το μέλος του Δ.Σ. που εκπίπτει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια, αντικαθίσταται για πλήρη θητεία.

3. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να είναι και καθηγητές ΑΕΙ, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, κατά παρέκκλιση του άρθρου 24 του ν. 4009/2011 (Α' 195).

4. Ο γραμματέας του Δ.Σ. και ο αναπληρωτής του ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. μεταξύ των υπαλλήλων του Φορέα.

1. Ο Πρόεδρος του Φορέα εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Φορέα και ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, καθώς και αυτές που του ανατίθενται με απόφαση του Δ.Σ.. Τον Πρόεδρο του Δ.Σ., όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει το μέλος του Δ.Σ. που ορίζεται από αυτό ως Αντιπρόεδρος.

2. Το Δ.Σ. είναι αρμόδιο για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος, του προγράμματος στρατηγικού σχεδιασμού και του επενδυτικού προγράμματος του Φορέα, στο πλαίσιο της πολιτικής που χαράσσεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και για την παρακολούθηση της εκτέλεσής των προγραμμάτων αυτών, την έγκριση του Κανονισμού Εσωτερικού Ελέγχου κατόπιν εισήγησης του Γενικού Διευθυντή, την υποβολή προς έγκριση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ετήσιου προϋπολογισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4, τη διενέργεια ελέγχου του έργου όλων των οργάνων διοίκησης του Φορέα στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης, καθώς και για τον απολογισμό του έργου του Γενικού Διευθυντή και των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών του Φορέα. Το Δ.Σ. δύναται να εισηγείται αιτιολογημένα στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας την παύση ή την αναστολή καθηκόντων του Γενικού Διευθυντή ή των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών, για λόγους πλημμελούς εκπλήρωσης καθηκόντων, κατόπιν του απολογισμού του έργου τους. Το εγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα, ο ετήσιος προϋπολογισμός, η ετήσια έκθεση και ο εγκεκριμένος ισολογισμός του Φορέα δημοσιεύονται στο δικτυακό του τόπο.

3. Ειδικότερα, το Δ.Σ., ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή του Φορέα:
α) Αποφασίζει για τις προμήθειες, τις συμβάσεις, τις δαπάνες και τη διάθεση των πόρων του Φορέα, εφόσον αυτές υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (135.000).
β) Εισηγείται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας για κάθε θέμα της αρμοδιότητάς του, που αφορά το Φορέα.
γ) Υποβάλλει προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας προτάσεις νομοθετικών βελτιώσεων για τα θέματα αρμοδιότητάς του.
δ) Υποβάλλει στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στο τέλος κάθε έτους, απολογισμό, ισολογισμό και ετήσια έκθεση πεπραγμένων.
ε) Ασκεί την πειθαρχική εξουσία που προβλέπεται στα άρθρα 116 επ. του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α'54).
στ) Μεταβάλλει εντός του νομού Αττικής, την έδρα του Φορέα.
ζ) Εκδίδει Οδηγό Εξυπηρέτησης Πολιτών.
η) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα, εφόσον αυτή δεν έχει ανατεθεί με τον παρόντα νόμο στον Πρόεδρο του Φορέα ή στο Γενικό Διευθυντή.

4. Το Δ.Σ., ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αποφασίζει για τον προϋπολογισμό του Φορέα, τον οποίο υποβάλλει προς έγκριση στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

5. Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου που αφορούν κατηγορίες πράξεων ή συγκεκριμένες πράξεις μπορεί να μεταβιβάζονται σε άλλα όργανα του Φορέα, με απόφαση του Δ.Σ..

6. Στα μέλη και στον γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρίαση, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015 (Α' 176).

7. Στον Πρόεδρο καταβάλλεται αμοιβή, που καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015.

8. Το Δ.Σ. συνεδριάζει στην έδρα του Φορέα, ύστερα από έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου του και βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρίστανται τέσσερα μέλη του. Στην πρόσκληση ορίζονται η ημέρα, η ώρα, καθώς και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Οι συνεδριάσεις διενεργούνται τακτικά μία φορά το μήνα και εκτάκτως όταν προκύψουν θέματα προς συζήτηση. Η έκτακτη σύγκληση του Δ.Σ. είναι υποχρεωτική, εφόσον τη ζητήσουν με αίτησή τους προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ., τέσσερα τουλάχιστον μέλη του ή ο Γενικός Διευθυντής του Φορέα.

9. Ο Πρόεδρος μπορεί να αναθέτει σε μέλος του Δ.Σ. την ειδικότερη μελέτη και εισήγηση σε συγκεκριμένο προς συζήτηση θέμα.

10. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίστανται μόνο τα μέλη, ο Γενικός Διευθυντής, ο γραμματέας, ο εισηγητής και, εφόσον κληθούν, ένα ή περισσότερα υπηρεσιακά στελέχη του Φορέα. Ο Πρόεδρος μπορεί να καλεί στις συνεδριάσεις για παροχή πληροφοριών ή την προσκομιδή στοιχείων, και τρίτα πρόσωπα, όπως εκπροσώπους Υπουργείων ή άλλων δημόσιων φορέων, εφόσον συζητούνται θέματα συναρμοδιότητάς τους, καθώς και εκπροσώπους επιστημονικών και επαγγελματικών ενώσεων ή εξειδικευμένους επιστήμονες, για την παρουσίαση και ανάλυση θεμάτων τεχνικής φύσεως.

11. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες, προεδρεύει των συνεδριάσεων, φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία του Δ. Σ. και ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται με απόφαση του Δ.Σ..

12. Οι αποφάσεις του Δ.Σ. λαμβάνονται με φανερή ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία ή δίνει λευκή ψήφο θεωρείται απόν.

13. Για τις συζητήσεις και αποφάσεις του Δ.Σ. τηρούνται πρακτικά που καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο. Τα πρακτικά υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον γραμματέα. Σε περίπτωση απουσίας μέλους γίνεται ειδική μνεία του λόγου απουσίας του. Στα πρακτικά καταχωρίζονται και οι γνώμες αυτών που διαφωνούν.

14. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των πρακτικών χορηγούνται σε κάθε ενδιαφερόμενο, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, ύστερα από σχετική αίτηση του,, εντός προθεσμίας 30 ημερών.

15. Κατά τα λοιπά, για τη λειτουργία του Δ.Σ., εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α' 45).

1. Στο Φορέα συστήνεται θέση Γενικού Διευθυντή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για θητεία πέντε ετών. Η θητεία του Γενικού Διευθυντή μπορεί να ανανεώνεται μία μόνο φορά, εφόσον επιτεύχθηκαν οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι της συμφωνίας δέσμευσης που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4369/2016 (Α' 33) ή εφόσον η απόκλιση από τους στόχους αυτούς δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του.

2. Ο Γενικός Διευθυντής επιλέγεται ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 4369/2016. Ο διορισμός του Γενικού Διευθυντή γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

3. Για το διορισμό στη θέση του Γενικού Διευθυντή απαιτούνται τουλάχιστον τα ακόλουθα προσόντα:
α) Πτυχίο ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής και μεταπτυχιακός τίτλος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, σε συναφές αντικείμενο με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης, όπως εξειδικεύεται στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
β) Άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 28 του π.δ. 50/2001 (Α' 39).
γ) Επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον πέντε ετών σε θέσεις ευθύνης, καθώς και στην κατάρτιση και εκτέλεση προγραμμάτων ή σχεδίων στρατηγικού σχεδιασμού, σε υπηρεσίες ή οργανισμούς ή επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.

4. Ο Γενικός Διευθυντής έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α) Προΐσταται των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών, Υπηρεσιών του Φορέα και του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτές, εποπτεύει και συντονίζει τη λειτουργία των υπηρεσιών και είναι υπεύθυνος έναντι του Δ.Σ. για την εύρυθμη λειτουργία τους. Ειδικότερα είναι αρμόδιος για: αα) τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων, την οργάνωση της λειτουργίας των υπηρεσιών και τη σύγκληση τακτικών συσκέψεων με τους αρμοδίους Προϊσταμένους, για την εύρυθμη λειτουργία του Φορέα, ββ) την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών του Φορέα, για την καλύτερη λειτουργία τους και γγ) την αξιολόγηση του έργου των υπηρεσιακών μονάδων του Φορέα και την υποβολή σχετικών εκθέσεων στο Δ.Σ..
β) Προετοιμάζει και εισηγείται τα θέματα στο Δ.Σ..
γ) Εισηγείται στο Δ.Σ. το επιχειρησιακό πρόγραμμα, το πρόγραμμα στρατηγικού σχεδιασμού και το επενδυτικό πρόγραμμα του Φορέα.
δ) Εξειδικεύει και εφαρμόζει το εγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα του Φορέα, με βάση τις γενικές κατευθύνσεις του Δ.Σ..
ε) Επιβλέπει και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ..
στ) Είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό επιστημονικών και διοικητικών προγραμμάτων, σύμφωνα με το σκοπό και το εγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο του Φορέα και μεριμνά για την πραγματοποίησή τους.
ζ) Είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση λειτουργικών δαπανών στο πλαίσιο του εγκεκριμένου από το Δ.Σ. ετήσιου προϋπολογισμού.
η) Εισηγείται στο Δ.Σ. τον Κανονισμό Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος διαμορφώνεται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για την λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων και των ορκωτών ελεγκτών, τα διεθνή πρότυπα εσωτερικού ελέγχου και τα πρότυπα και τις μεθοδολογίες συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και υποβάλλει στο Δ.Σ., ανά εξάμηνο, λεπτομερή έκθεση για τη δραστηριότητα του Φορέα και προτείνει τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του.
θ) Υποβάλλει στο Δ.Σ. σχέδιο προϋπολογισμού, ισολογισμού και ετήσιας έκθεσης.
ι) Συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό του Φορέα μέχρι το ποσό των εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (135.000).
ια) Είναι πειθαρχικός προϊστάμενος όλων των υπαλλήλων του Φορέα, κατ' ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης α' της παρ. 3 του άρθρου 117 του Υπαλληλικού Κώδικα και ασκεί την αρμοδιότητα που προβλέπεται στην περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 118 του ίδιου Κώδικα, όπως οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Α' 54).
ιβ) Εισηγείται στο Δ.Σ. την εκχώρηση επί μέρους αρμοδιοτήτων του στους Αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές, στους Προϊσταμένους Διευθύνσεων, Τμημάτων ή Γραφείων του Φορέα.
ιγ) Αποφασίζει για τη συγκρότηση μονίμων και εκτάκτων επιτροπών και ομάδων εργασίας, για την εξέταση θεμάτων ειδικού ενδιαφέροντος, που συνάπτονται με το σκοπό του Φορέα και τη δράση του. Στις επιτροπές και ομάδες εργασίας μπορούν να μετέχουν και πρόσωπα που δεν είναι μέλη του Δ.Σ. ή δεν ανήκουν στο προσωπικό του Φορέα. Το έργο των εκτάκτων επιτροπών ή ομάδων εργασίας εποπτεύεται από μέλη του Δ.Σ. ή από τον Γενικό Διευθυντή του Φορέα.
ιδ) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται από το Δ.Σ..

5. Με την απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 40, μπορεί να ανατίθενται και άλλες αρμοδιότητες στον Γενικό Διευθυντή και να αναπροσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή και του Δ.Σ., που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

6. Οι αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή, όταν αυτός ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, ασκούνται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ..

7. Οι αποδοχές του Γενικού Διευθυντή, και των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών της επόμενης παραγράφου, καθορίζονται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015. Στην περίπτωση επίτευξης των ποιοτικών και ποσοτικών στόχων της συμφωνίας δέσμευσης που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4369/2016, καταβάλλεται επιπλέον αμοιβή, η οποία καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

8. Στο Φορέα συστήνονται τρεις θέσεις Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας πέντε ετών. Η σύμβαση εργασίας μπορεί να ανανεώνεται μία μόνο φορά. Οι Αναπληρωτές Γενικοί Διευθυντές επιλέγονται ύστερα από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Δ.Σ. του Φορέα, σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 4369/2016.

9. Για το διορισμό στις θέσεις των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών απαιτούνται τουλάχιστον τα ακόλουθα προσόντα:
α) Πτυχίο ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής και μεταπτυχιακός τίτλος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, σε συναφές αντικείμενο με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης, όπως εξειδικεύεται στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
β) Άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 28 του π.δ. 50/2001 (Α' 39).
γ) Επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον τριών ετών σε θέσεις ευθύνης, καθώς και στην εκτέλεση προγραμμάτων ή σχεδίων στρατηγικού σχεδιασμού, σε υπηρεσίες ή οργανισμούς ή επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.

10. α) Οι αρμοδιότητες των τριών Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών προσδιορίζονται ως εξής:
αα) Ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Έργων έχει αρμοδιότητα την διοίκηση και τον συντονισμό κυρίως των έργων κτηματογράφησης για το σύνολο της έκτασης της χώρας, των υποστηρικτικών έργων της κτηματογράφησης, καθώς και κάθε έργου του Φορέα στο πλαίσιο του σκοπού και των αρμοδιοτήτων του όπως αυτά ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος.
ββ) Ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Κτηματολογίου έχει αρμοδιότητα τη διοίκηση και τον συντονισμό της Διεύθυνσης Κτηματολογίου της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα για τη λειτουργία του κτηματολογίου και, γενικότερα, την επίτευξη του σκοπού του Φορέα όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος.
γγ) Ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Υποστηρικτικών Υπηρεσιών έχει αρμοδιότητα τη διοίκηση και τον συντονισμό των Διευθύνσεων Πληροφορικής, Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρώπινου Δυναμικού, Οικονομικών Υπηρεσιών, Νομικής και Προϊόντων και Υπηρεσιών για την σταδιακή υλοποίηση της συγχώνευσης των καταργούμενων Υποθηκοφυλακείων και διαμόρφωσης της δομής των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα, όπως αυτές περιγράφονται στα άρθρα 15 και 16 του παρόντος.
β) Οι αρμοδιότητες των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών εξειδικεύονται με την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Με την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος καθορίζεται και η σύνθεση της Επιτροπής Επιλογής των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών, στην οποία μετέχει ο Γενικός Διευθυντής του Φορέα. Ο καθορισμός των αποδοχών των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών γίνεται με αναλογική εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015.

11. Ο Γενικός Διευθυντής και οι τρεις Αναπληρωτές Γενικοί Διευθυντές συνιστούν την Εκτελεστική Ομάδα Διοίκησης του Φορέα.

1. Τα πάγια και αναλογικά τέλη και τα δικαιώματα ή πρόστιμα που προβλέπεται να καταβάλλονται υπέρ της ΕΚΧΑ Α.Ε. ή του ΟΚΧΕ ή του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 10 του άρθρου 2 του ν. 2308/1995 (Α'114), το άρθρο 1 του ν. 3481/2006 (Α' 162), την παράγραφο 2 του άρθρου 4, τις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 14, την παράγραφο 2 του άρθρου 22 και την περίπτωση δ' της παραγράφου 5 του άρθρου 23, του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3481/2006 και των άρθρων 2 και 3 του ν. 4164/2013 (Α' 156), αποτελούν έσοδα του Φορέα και καταβάλλονται υπέρ αυτού.

2. Τα πάγια και αναλογικά τέλη και δικαιώματα που προβλέπεται να καταβάλονται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, των αμίσθων Υποθηκοφυλάκων, των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων, των εκτελούντων ή αναπληρούντων στα έργα Υποθηκοφύλακα, Συμβολαιογράφων ή Ειρηνοδικών και του ΤΑ.ΧΔ.Ι.Κ., με τις διατάξεις:
α) του ν. 325/1976 (Α' 125), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και των κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων,
β) της παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 2844/2000 (Α' 220), η οποία προστέθηκε με την παρ. 6 του ν. 2915/2001 (Α' 109),
γ) του άρθρου 17 του ν. 3226/2004 (Α' 24) και
δ) του άρθρου 20 του ν. 2145/1993 (Α' 88),
καταργούνται και αντικαθίστανται από τα τέλη υπέρ του Φορέα και τις αποδόσεις υπέρ του ΤΑ.ΧΔ.Ι.Κ., που καθορίζονται με τις επόμενες διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

3. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου οι παρακάτω όροι έχουν τις αντίστοιχες έννοιες:
α) Ως «βιβλίο» ή «βιβλία», νοούνται τα βιβλία που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και τις διατάξεις του παρόντος νόμου να τηρούνται, σε αναλογική ή ηλεκτρονική μορφή, στα Κτηματολογικά Γραφεία και τα Υποκαταστήματά τους, για: αα) την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στους νόμους 2308/1995 και 2664/1998, ββ) την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο κ.δ. 19/23.7.1941, όπως τροποποιήθηκε με το ν. δ. 811/19.1.1971, γγ) την τήρηση και διαχείριση των αρχείων του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών και δδ) την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος ενεχύρων σε κινητά χωρίς παράδοση, άλλων συμβάσεων παροχής ασφάλειας επί κινητών, καθώς και της ενεχύρασης ή εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή άλλων δικαιωμάτων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα Κεφάλαια Α', Β' και Γ' του ν. 2844/2000.
β) Ως «πράξη», νοείται κάθε δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση, διοικητική πράξη, δικόγραφο, διαδικαστική πράξη ή δημοσίευση, η οποία προβλέπεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις να εγγράφεται στα βιβλία.
γ) Ως «εγγραφή», νοείται η μεταγραφή, η καταχώριση, η σημείωση, η εξάλειψη, η τροπή, η άρση ή η διαγραφή πράξης στα βιβλία.

4. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, για την εγγραφή κάθε πράξης στα βιβλία καταβάλλεται πάγιο τέλος δώδεκα (12), ευρώ με εξαίρεση τις πράξεις της επομένης παραγράφου.

5. Για την εγγραφή σε βιβλία των πράξεων:
α) αγοραπωλησίας,
β) ανταλλαγής,
γ) διανομής,
δ) εισφοράς ακινήτου σε εταιρεία,
ε) περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης,
στ) δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα λόγω έκτακτης χρησικτησίας,
ζ) μίσθωσης κατά το άρθρο 618 ΑΚ, χρονομεριστικής μίσθωσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης, καταβάλλεται πάγιο τέλος τριών (3) ευρώ.

6. Για την εγγραφή των παρακάτω πράξεων στα βιβλία καταβάλλεται τέλος, ως εξής:
α) Αναλογικό τέλος ίσο με ποσοστό πέντε χιλιοστά (5 %ο) επί της αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος ή του ύψους του μισθώματος, για την εγγραφή των πράξεων: αα) αγοραπωλησίας, ββ) ανταλλαγής, γγ) διανομής, δδ) εισφοράς ακινήτου σε εταιρεία, εε) περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, στστ) δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ζζ) μίσθωσης κατ' άρθρο 618 ΑΚ, χρονομεριστικής μίσθωσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης.
β) Αναλογικό τέλος ίσο με ποσοστό οκτώ χιλιοστά (8 %) επί της αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος, για την εγγραφή των πράξεων: αα) προικοσυμφώνου ή γονικής παροχής, ββ) δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, γγ) σύστασης πραγματικής δουλείας, δδ) υποθήκης, εε) προσημείωσης υποθήκης, στστ) κατάσχεσης αναγκαστικής ή συντηρητικής ή με επιταγή, ζζ) αναγγελίας απαίτησης που επέχει θέση κατάσχεσης, ηη) δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, θθ) δικαστικής μεσεγγύησης, ιι) έκθεσης περιγραφής και εκτίμησης ακινήτου, ιαια) δημοσίευσης του ν. 2844/2000 (Α' 220).
γ) Πάγιο τέλος είκοσι (20) ευρώ, για την εγγραφή κάθε πράξης από τις αναφερόμενες στις περιπτώσεις α' και β' της παρούσας παραγράφου.
δ) Για τις εγγραφές που διενεργούνται στο κτηματολογικό βιβλίο του άρθρου 10 του ν. 2664/1998, το ποσοστό που ορίζεται για τον προσδιορισμό του αναλογικού τέλους στις περιπτώσεις α' και β' , της παρούσας παραγράφου προσαυξάνεται κατά ποσοστό ενός χιλιοστού (1%) επί της αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος ή του μισθώματος, αντίστοιχα.

1. Για τη χορήγηση πιστοποιητικού από τα βιβλία, καταβάλλεται πάγιο τέλος εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (9,50). Όταν με την ίδια αίτηση χορηγούνται περισσότερα του ενός πιστοποιητικά για τον ίδιο τίτλο, καταβάλλεται πάγιο τέλος έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (6,50) για κάθε, επιπλέον του ενός, πιστοποιητικό. Όταν το πιστοποιητικό χορηγείται με την υποβολή αίτησης για εγγραφή πράξης, καταβάλλεται πάγιο τέλος έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (6,50), για κάθε πιστοποιητικό.

2. Για τη χορήγηση αντιγράφου στοιχείου από το αρχείο του Κτηματολογικού Γραφείου ή του Υποκαταστήματός του, καταβάλλεται πάγιο τέλος εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (9,50). Το τέλος του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά τέσσερα ευρώ και πενήντα λεπτά (4,50) για κάθε, επιπλέον του ενός, φύλλο του χορηγούμενου αντιγράφου. Το τέλος του πρώτου εδαφίου προσαυξάνεται κατά έξι ευρώ και πενήντα λεπτά (6,50), όταν χορηγείται αντίγραφο πράξης από τα βιβλία μεταγραφών.

3. Για τη χορήγηση αποσπάσματος κτηματολογικού διαγράμματος και κτηματογραφικού διαγράμματος, καταβάλλεται πάγιο τέλος δεκαπέντε (15) ευρώ ή τριάντα τρία (33) ευρώ, αντίστοιχα.

1. Τα τέλη των άρθρων 6 και 7 δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α..

2. Η πληρωμή των παγίων και αναλογικών τελών του νόμου αυτού στο Φορέα, διενεργείται όπως καθορίζεται με την απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 1 του άρθρου 40. Μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης του προηγουμένου εδαφίου η πληρωμή διενεργείται είτε α) με μετρητά και εφόσον το προς καταβολή ποσό υπερβαίνει συνολικά τα διακόσια ευρώ, με κατάθεση επιταγής, είτε β) σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του παρόντος.

3. Ο Φορέας αποδίδει στο Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), ως επιχορήγηση, για την επίτευξη των σκοπών του:
Α. Ποσά ίσα με τα πάγια τέλη, που εισπράχθηκαν κατά μήνα και αντιστοιχούν σε ποσοστό:
α) 25% επί των πάγιων τελών για την εγγραφή πράξεων, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6,
β) 100% επί των παγίων τελών για την εγγραφή πράξεων, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 6,
γ) 53% επί των παγίων τελών για τη χορήγηση πιστοποιητικών, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7,
δ) 31% επί των παγίων τελών για τη χορήγηση πιστοποιητικών, σύμφωνα με τα δεύτερο και τρίτο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 7,
ε) 53% επί των παγίων τελών για τη χορήγηση αντιγράφων, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7,
στ) 31% επί των παγίων τελών για τη χορήγηση αντιγράφων, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7.
Β. Ποσά ίσα με τα αναλογικά τέλη που εισπράττονται για τις εγγραφές που αφορούν ακίνητα τα οποία ενέπιπταν στην κατά τόπο αρμοδιότητα των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω - Λέρου, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, και αντιστοιχούν σε ποσοστό:
α) 20% επί των αναλογικών τελών για τις εγγραφές πράξεων, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 7 του άρθρου 6 και
β) 12,5% επί των αναλογικών τελών για τις εγγραφές πράξεων, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 7 του άρθρου 6.

1. Τα Κτηματολογικά Γραφεία και τα Υποκαταστήματά τους τηρούν:
α) Το «Ημερολόγιο Εισερχομένων Πράξεων», το «Βιβλίο Αιτήσεων για την έκδοση και χορήγηση πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων» και τα λοιπά κτηματολογικά βιβλία και διαγράμματα που προβλέπεται να τηρούνται ηλεκτρονικά στα Κτηματολογικά Γραφεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2664/ 1998, για τις κτηματογραφημένες περιοχές της κατά τόπον αρμοδιότητάς τους.
β) Τα βιβλία που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις να τηρούνται από τα Υποθηκοφυλακεία του Κράτους και τα Κτηματολογικά Γραφεία Ρόδου και Κω-Λέρου, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 15, για τις περιοχές της αρμοδιότητάς τους στις οποίες δεν έχει οριστεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου. Μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου τα βιβλία του προηγουμένου εδαφίου αντικαθίστανται από αυτά που προβλέπονται στην προηγούμενη περίπτωση.
Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καταργούνται βιβλία του πρώτου εδαφίου της παρούσας περίπτωσης, που δεν αφορούν τη διασφάλιση της τάξης και της δημοσιότητας των εγγραφών και τη διασφάλιση της δημόσιας πίστης στις εγγραφές.

2. Από τα Κτηματολογικά Γραφεία του Φορέα και τα Υποκαταστήματά τους, τηρείται ηλεκτρονικά και το «Πρωτόκολλο Καταχώρισης Δημοσιεύσεων» του ν. 2844/2000. Ο τρόπος ηλεκτρονικής τήρησης και οι αναγκαίες λεπτομέρειες ρυθμίζονται με την απόφαση της παραγράφου 9 του άρθρου 40.

3. Η εγγραφή των αιτήσεων στα βιβλία των παραγράφων 1 και 2, γίνεται αυθημερόν, κατά τη σειρά υποβολής τους, και συμπληρώνονται υποχρεωτικά τα πεδία που καθορίζονται με την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 9 του άρθρου 40, μεταξύ των οποίων και η πιστοποίηση καταβολής των τελών του παρόντος Κεφαλαίου.

4. Αν δεν είναι τεχνικά εφικτή η ηλεκτρονική τήρηση των βιβλίων των παραγράφων 1 και 2, μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 9 του άρθρου 40, η εγγραφή των αιτήσεων γίνεται σε έντυπα φύλλα.

5. Στο «Ημερολόγιο Εισερχομένων Πράξεων» και στο «Βιβλίο Αιτήσεων για την έκδοση και χορήγηση πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων» περιέχονται και συμπληρώνονται υποχρεωτικά τα πεδία που καθορίζονται με την απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 9 του άρθρου 40.

1. Οι φορείς της κεντρικής διοίκησης, όπως ορίζεται στην περίπτωση στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α' 143) απαλλάσσονται από την καταβολή τελών του παρόντος Κεφαλαίου.

2. Ειδικότερες διατάξεις για την απαλλαγή από την καταβολή, ή την καταβολή μειωμένων, παγίων και αναλογικών τελών διατηρούνται σε ισχύ.

Ο Φορέας είναι αυτοχρηματοδοτούμενος. Πόροι του Φορέα είναι:
α) Τα πάγια και αναλογικά τέλη που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου.
β) Τα έσοδα από την εκμετάλλευση του αρχείου προϊόντων του.
γ) Τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε τρίτους στους τομείς της γεωδαισίας, τοπογραφίας, χαρτογραφίας, κτηματολογίου, γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών κ.λπ..
δ) Τόκοι και λοιπά έσοδα από τη διαχείριση των κεφαλαίων του.
ε) Έκτακτη κρατική επιχορήγηση, εφόσον παρίσταται ανάγκη, η οποία εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και αποδίδεται στο Φορέα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
στ) Χρηματοδότηση μέσω συλλογικής απόφασης έργου (ΣΑΕ) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας για τη συμμετοχή του Φορέα στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και σε ευρωπαϊκά ή συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών.

1. Ο Φορέας διαρθρώνεται σε Κεντρική και Περιφερειακές Υπηρεσίες.

2. Η Κεντρική Υπηρεσία (Κ.Υ.) αποτελείται από τις αυτοτελείς Μονάδες της παραγράφου 3, τις Διευθύνσεις και τα Τμήματα που προβλέπονται στο επόμενο άρθρο και διατηρεί Παράρτημα στη Θεσσαλονίκη. Με απόφαση του Φορέα μπορούν να συστήνονται Παραρτήματα της Κεντρικής Υπηρεσίας.

3. Οι αυτοτελείς Μονάδες και οι αρμοδιότητές τους ορίζονται ως ακολούθως:
α) Το Γραφείο Προέδρου και Υποστήριξης του Δ.Σ. του Φορέα, το οποίο λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, υπάγεται στον Πρόεδρο του Φορέα και είναι αρμόδιο για τη διοικητική υποστήριξη του Προέδρου και του Δ.Σ. του Φορέα.
β) Το Γραφείο Γενικού Διευθυντή, το οποίο λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, υπάγεται στο Γενικό Διευθυντή και είναι αρμόδιο για τη διοικητική υποστήριξή του.
γ) Η Αυτοτελής Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, υπάγεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και ασκεί τις αρμοδιότητες που ανάγονται σε όλα τα θέματα εσωτερικού ελέγχου και ιδίως:
1) Στη σύνταξη σχεδίου στρατηγικής και σχεδιασμού ελέγχων που υποβάλλεται προς έγκριση στον Πρόεδρο του Φορέα και επικαιροποιείται με τη σύνταξη ετήσιου προγράμματος ελέγχων.
2) Στον έλεγχο επάρκειας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου διοικητικών και οικονομικών λειτουργιών του Φορέα και στην εισήγηση των σχετικών βελτιωτικών προτάσεων.
3) Στον έλεγχο εφαρμογής των κανόνων δικαίου, των εγκυκλίων, των οδηγιών και αποφάσεων της Διοίκησης και των Διευθύνσεων του Φορέα από το προσωπικό.
4) Στην αξιολόγηση της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των διοικητικο-οικονομικών λειτουργιών του Φορέα βάσει της αρχής της δημοσιονομικής διαχείρισης.
5) Στην μέτρηση και αξιολόγηση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του Φορέα, καθώς και του προγραμματισμού, του σχεδιασμού και της εκτέλεσης των διοικητικών και οικονομικών του λειτουργιών και σχετικών διαδικασιών και στη σύνταξη και αναθεώρηση των διαδικασιών αυτών.
6) Στον έλεγχο της ορθής διενέργειας των δαπανών, της ορθής είσπραξης και εμφάνισης των εσόδων, της διαχείρισης κινδύνων, όπως και της διαχείρισης της περιουσίας του Φορέα με την εξακρίβωση του ενεργητικού και παθητικού και του μισθολογικού κόστους, για τον εντοπισμό τυχόν φαινομένων κακοδιοίκησης και κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης, απάτης ή διαφθοράς και την αποτροπή τους στο μέλλον.
7) Στον έλεγχο πληροφοριακών συστημάτων των διοικητικο-οικονομικών λειτουργιών προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους και εάν έχουν ενσωματωθεί σε αυτά επαρκείς ασφαλιστικές δικλείδες και μηχανισμοί ελέγχου.
8) Στη διαβεβαίωση της ακρίβειας, της αξιοπιστίας και της έγκαιρης προετοιμασίας των χρηματοοικονομικών αναφορών.
9) Στη διενέργεια ερευνών κατόπιν εντολής του Προέδρου.
10) Στην παροχή διαβεβαίωσης για την επάρκεια των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των διοικητικών και οικονομικών λειτουργιών του Φορέα.
11) Στη σύνταξη ετησίων εκθέσεων απολογιστικού χαρακτήρα στο τέλος του έτους, σχετικά με τις εργασίες του Τμήματος.
12) Στην ενημέρωση του Δ.Σ. για τα πορίσματα των ελέγχων και στην εισήγηση για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.
13) Στον έλεγχο των πληροφοριακών συστημάτων του Φορέα προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους και εάν έχουν ενσωματωθεί σε αυτά επαρκείς ασφαλιστικές δικλείδες και μηχανισμοί ελέγχου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας συστήνεται Επιτροπή Ελέγχου, η οποία αποτελείται από τρία μέλη του Δ.Σ. του Φορέα, εκ των οποίων το ένα διαθέτει επαρκή γνώση σε θέματα λογιστικής και ελεγκτικής, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3429/2005. Η Επιτροπή Ελέγχου είναι αρμόδια κυρίως:
α) για την παρακολούθηση της διαδικασίας της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και
β) την παρακολούθηση της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, καθώς και την παρακολούθηση της ορθής λειτουργίας της Αυτοτελούς Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου της παρούσας παραγράφου. Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Ελέγχου εξειδικεύονται περαιτέρω με τον Κανονισμό Εσωτερικού Ελέγχου.
γ) Το Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων, το οποίο λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος, είναι αρμόδιο για τις δημόσιες σχέσεις και την υλοποίηση του επικοινωνιακού προγράμματος του Φορέα, με σκοπό την προώθηση και προβολή του έργου και του σκοπού του, και υπάγεται στο Γενικό Διευθυντή.

4. Στο Φορέα συστήνεται τριμελές Επιστημονικό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, για θητεία δύο ετών, που μπορεί να ανανεώνεται. Ως μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου ορίζονται υπάλληλοι του Φορέα, μπορεί δε να ορίζονται και πρόσωπα από τον ευρύτερο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, τα οποία πρέπει να διαθέτουν μεταπτυχιακό τίτλο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής σε αντικείμενο συναφές με αυτό του Φορέα και αποδεδειγμένη εμπειρία σε τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται ο Φορέας. Το Επιστημονικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την υποστήριξη του Δ.Σ. και των οργανικών μονάδων του Φορέα, ιδίως με την παροχή γνωμοδοτήσεων και την εκπόνηση μελετών και ερευνών, σε ζητήματα που συνάπτονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Φορέα και του ανατίθενται με απόφαση του Δ.Σ. ή του Γενικού Διευθυντή. Στο μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου που δεν προέρχεται από το Φορέα καταβάλλεται, για τη συμμετοχή του στο Επιστημονικό Συμβούλιο, αποζημίωση, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α' 176).

Η Κεντρική Υπηρεσία (Κ.Υ.) του Φορέα διαρθρώνεται σε οργανικές μονάδες επιπέδου Διεύθυνσης, ως εξής:
1. Διεύθυνση Προγραμματισμού,
2. Διεύθυνση Κτηματολογίου,
3. Διεύθυνση Έργων,
4. Διεύθυνση Δασικών Χαρτών και Χαρτογράφησης Φυσικού Περιβάλλοντος,
5. Διεύθυνση Γεωχωρικών Πληροφοριών,
6. Διεύθυνση Προϊόντων και Υπηρεσιών,
7. Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών,
8. Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρωπίνου Δυναμικού,
9. Διεύθυνση Πληροφορικής,
10. Νομική Διεύθυνση.

1. Η Διεύθυνση Προγραμματισμού συγκροτείται από τα Τμήματα:
ι) Σχεδιασμού,
ιι) Παρακολούθησης Έργου και
ιιι) Διαχείρισης Αλλαγών και Κινδύνων.
1.1. Η Διεύθυνση Προγραμματισμού είναι αρμόδια ιδίως για την σύνταξη, παρακολούθηση και αξιολόγηση υλοποίησης του μακροπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού δράσης του Φορέα, για την διαχείριση επενδυτικών ή άλλων προγραμμάτων, καθώς και για τη διαχείριση αλλαγών, κινδύνων και κρίσεων.
1.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Προγραμματισμού ορίζονται ως ακολούθως:
1.2.1. Το Τμήμα Σχεδιασμού είναι αρμόδιο για τη σύνταξη και εισήγηση του μακροπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού δράσης του Φορέα, την πρόταση για νέα έργα που βελτιώνουν τη σύνταξη και λειτουργία του Κτηματολογίου, των γεωδαιτικών, χαρτογραφικών και λοιπών δράσεων του Φορέα, καθώς και την εισήγηση για τη σύναψη συνεργασιών του Φορέα με φορείς του Δημοσίου και τρίτους.
1.2.2. Το Τμήμα Παρακολούθησης Έργου είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση της υλοποίησης του συνολικού έργου του Φορέα, το συντονισμό δράσεων διαφορετικών Διευθύνσεων που έχουν αλληλεξαρτήσεις, την υποστήριξη της διοίκησης των έργων του Φορέα καθώς και τη σύνταξη αναφορών για την πορεία των δραστηριοτήτων του Φορέα προς τη Διοίκηση.
1.2.3. Το Τμήμα Διαχείρισης Αλλαγών και Κινδύνων είναι αρμόδιο για την αναγνώριση, καταγραφή, την παρακολούθηση, αποτίμηση και την εισήγηση για την αποσόβηση ή τη μετρίαση των κινδύνων που υφίστανται στο πλαίσιο των βασικών δραστηριοτήτων του Φορέα. Επιπλέον, το Τμήμα αυτό είναι αρμόδιο για το σχεδιασμό και την παρακολούθηση της διαχείρισης αλλαγών σε οργανωτικό και σε λειτουργικό επίπεδο.

2. Η Διεύθυνση Κτηματολογίου συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:
α) την Υποδιεύθυνση Περιφερειακών Υπηρεσιών Κτηματολογίου που αποτελείται από τα Τμήματα:
ι) Σχεδιασμού της Οργάνωσης και Εγκατάστασης,
ιι) Συντονισμού Λειτουργίας και Εποπτείας των Περιφερειακών Υπηρεσιών,
ιιι) Υποστήριξης των Χρηστών Εφαρμογών και
ιν) Ψηφιοποίησης Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών και Αρχείου.
β) την Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Χωρικών Δεδομένων που αποτελείται από τα Τμήματα:
ι) Ενημέρωσης Χωρικών Δεδομένων,
ιι) Συντονισμού Περιφερειακών Τεχνικών Υπηρεσιών και
ιιι) Ανάπτυξης και Τεχνικής Υποστήριξης.
2.1. Η Διεύθυνση Κτηματολογίου είναι αρμόδια ιδίως για τη διασφάλιση της εύρυθμης και ομοιογενούς λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων ως προς την τήρηση των συστημάτων δημοσιότητας εμπραγμάτων δικαιωμάτων Κτηματολογίου και Υποθηκών και Μεταγραφών, το σχεδιασμό της οργάνωσης και εγκατάστασης των περιφερειακών υπηρεσιών του Φορέα, το συντονισμό, την υποστήριξη και την εποπτεία των διοικητικών και τεχνικών λειτουργιών των Κτηματολογικών Γραφείων και των Υποκαταστημάτων τους, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των πληροφοριακών εφαρμογών που χρησιμοποιούνται από αυτά, την ορθή τήρηση της βάσης δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου και την υλοποίηση χωρικών μεταβολών μεγάλης κλίμακας που δεν διαχειρίζονται τα Κτηματολογικά Γραφεία.
2.2. Οι αρμοδιότητες των Υποδιευθύνσεων και Τμημάτων της Διεύθυνσης Κτηματολογίου ορίζονται ως ακολούθως:
2.2.1. Η Υποδιεύθυνση Περιφερειακών Υπηρεσιών Κτηματολογίου είναι αρμόδια για τη μετάβαση στη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου στο σύνολο της χώρας, για την εύρυθμη και ομοιογενή λειτουργία των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα και για τη λειτουργία του Συστήματος Πληροφορικής του Εθνικού Κτηματολογίου (ΣΠΕΚ).
2.2.1.1. Το Τμήμα Σχεδιασμού της Οργάνωσης και Εγκατάστασης είναι αρμόδιο για τον σχεδιασμό της οργάνωσης και για την εγκατάσταση των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα.
2.2.1.2. Το Τμήμα Συντονισμού, Λειτουργίας και Επο-πτείας των Περιφερειακών Υπηρεσιών είναι αρμόδιο για τον συντονισμό, τον έλεγχο και την ομογενοποίηση της λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών, με την έκδοση οδηγιών λειτουργίας, εγκυκλίων και τη διασφάλιση εφαρμογής τους.
2.2.1.3. Το Τμήμα Υποστήριξης Χρηστών Εφαρμογών είναι αρμόδιο για την παροχή τηλεφωνικής ή άλλης υποστήριξης των χειριστών εφαρμογών πληροφορικής των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Κτηματολογίου, τη διαπίστωση αναγκών βελτίωσής τους και την υλοποίηση νέων λειτουργικοτήτων (ανάλυση απαιτήσεων, έλεγχος, αποδοχή, ενημέρωση χειριστών).
2.2.1.4. Το Τμήμα Ψηφιοποίησης Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών και Αρχείου είναι αρμόδιο για τον συντονισμό και την εποπτεία του έργου ψηφιοποίησης του αναλογικού αρχείου του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών και, την παρακολούθηση, τήρηση και υποστήριξη πρόσβασης στο σύνολο του αρχείου.
2.2.2. Η Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Χωρικών Δεδομένων είναι αρμόδια για την ενημέρωση και βελτίωση της χωρικής βάσης δεδομένων του Φορέα, για την έκδοση σχετικών οδηγιών και προδιαγραφών, για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας ως προς την ομοιογενή τήρηση της χωρικής πληροφορίας από τα Κτηματολογικά Γραφεία, για την διαπίστευση μηχανικών και για την αναβάθμιση και τον σχεδιασμό νέων εφαρμογών πληροφορικής για τα χωρικά δεδομένα κτηματολογίου.
2.2.2.1. Το Τμήμα Ενημέρωσης Χωρικών Δεδομένων είναι αρμόδιο για την ενημέρωση και βελτίωση των κτηματολογικών διαγραμμάτων και την καταχώριση διοικητικών πράξεων και εκτεταμένων χωρικών μεταβολών που δεν μπορούν να γίνουν από τα Κτηματολογικά Γραφεία, για την επικοινωνία με τοπικούς τεχνικούς φορείς, καθώς και για την σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών του έργου του.
2.2.2.2. Το Τμήμα Συντονισμού Περιφερειακών Τεχνικών Υπηρεσιών είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των χωρικών καταχωρίσεων που γίνονται από τους τεχνικούς των Κτηματολογικών Γραφείων και τους διαπιστευμένους μηχανικούς, την παροχή οδηγιών με στόχο την ομοιογενή επεξεργασία και καταχώριση στη χωρική βάση δεδομένων του κτηματολογίου και την ομοιογενή λειτουργία όλων των τεχνικών περιφερειακών υπηρεσιών του Φορέα.
2.2.2.3. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Τεχνικής Υποστήριξης είναι αρμόδιο για την παροχή τεχνικής υποστήριξης σε θέματα διαπίστευσης μηχανικών, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2664/1998, ανάπτυξης νέων εφαρμογών και λειτουργιών (διαπίστωση ανάγκης, ανάλυση απαιτήσεων, έλεγχος) και στις διαδικασίες επαναπροσδιορισμού χωρικών δεδομένων (συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων, σύνταξη τεχνικών εκθέσεων, αυτοψίες), καθώς και στη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών των έργων που διαχειρίζεται η Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Χωρικών Δεδομένων.
2.2.2.4. Το Γραφείο Κτηματολογίου των Δήμων Καλλιθέας και Παλαιού Φαλήρου του Νομού Αττικής, που υπή-χθη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4164/2013, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4198/2013, από την έναρξη ισχύος του παρόντος ανήκει μαζί με τον εξοπλισμό του, τα αρχεία του και τις βάσεις δεδομένων, στο Φορέα και λειτουργεί ως αυτοτελές Γραφείο της Δ/νσης Κτηματολογίου του Φορέα. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ζήτημα σχετικό με τη μεταφορά στον Οργανισμό του τεχνικού εξοπλισμού, των αρχείων και των βάσεων δεδομένων του Γραφείου.

3. Η Διεύθυνση Έργων συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:
α) Την Υποδιεύθυνση Σχεδιασμού, Διαγωνισμών και Υποστήριξης Έργων που αποτελείται από τα Τμήματα:
ι) Σχεδιασμού, Προδιαγραφών και Διαγωνισμών Έργων,
ιι) Εφαρμογών και Τεχνικής Υποστήριξης Έργων.
β) Την Υποδιεύθυνση Διοίκησης Έργων, που αποτελείται από τα Τμήματα:
ι) Διαχείρισης Έργων και
ιι) Ελέγχων Ποιότητας Έργων.
3.1. Η Διεύθυνση Έργων είναι αρμόδια ιδίως για τον σχεδιασμό και τη διοίκηση των έργων κτηματογράφησης και λοιπών έργων που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο, για την προετοιμασία και τη διενέργεια των διαγωνισμών ανάθεσης των σχετικών συμβάσεων από το Φορέα σε αναδόχους, για τον σχεδιασμό και έλεγχο εφαρμογών πληροφορικής και τον σχεδιασμό και υλοποίηση των εσωτερικών έργων και εφαρμογών, για τον έλεγχο ποιότητας των έργων και για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του πλαισίου παρακολούθησής τους.
3.2. Οι αρμοδιότητες των Υποδιευθύνσεων και Τμημάτων της Διεύθυνσης Έργων ορίζονται ως ακολούθως:
3.2.1. Η Υποδιεύθυνση Σχεδιασμού, Διαγωνισμών και Υποστήριξης Έργων είναι αρμόδια ιδίως για τον σχεδιασμό, την σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών, την διενέργεια διαγωνισμών για ανάθεση συμβάσεων έργων κτηματογράφησης και λοιπών έργων που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο, για την τεκμηρίωση των διαδικασιών, την ανάπτυξη εργαλείων και τεχνικών διοίκησης των έργων, για την διαχείριση γνώσης, καθώς και για τον σχεδιασμό και έλεγχο εφαρμογών πληροφορικής και το σχεδιασμό και υλοποίηση εσωτερικών έργων με πόρους της εταιρείας και την υποστήριξη της διοίκησης των έργων.
3.2.1.1. Το Τμήμα Σχεδιασμού, Προδιαγραφών και Διαγωνισμών Έργων είναι αρμόδιο ιδίως για τον σχεδιασμό και την διενέργεια των διαγωνισμών για την ανάθεση σε αναδόχους συμβάσεων έργων κτηματογράφησης και λοιπών έργων που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο, τον σχεδιασμό έργων και τη σύνταξη τεχνικών προδιαγραφών, την τεκμηρίωση των διαδικασιών και την ανάπτυξη εργαλείων και τεχνικών διοίκησης των έργων και των συμβάσεων και την υποστήριξη της Διεύθυνσης σε συμβατικά θέματα.
3.2.1.2. Το Τμήμα Σχεδιασμού Εφαρμογών και Τεχνικής Υποστήριξης είναι αρμόδιο ιδίως για την υποστήριξη σε θέματα τήρησης των υποχρεώσεων της Διεύθυνσης στο πλαίσιο των υλοποιούμενων έργων κυρίως όσον αφορά την υποστήριξη της επίβλεψης των έργων, τον σχεδιασμό και έλεγχο εφαρμογών πληροφορικής και την παροχή στοιχείων, οδηγιών κλπ σε αναδόχους μελετών κτηματογράφησης, καθώς και για την υλοποίηση εσωτερικών έργων.
3.2.2. Η Υποδιεύθυνση Διοίκησης Έργων είναι αρμόδια για την διοίκηση των έργων κτηματογράφησης και λοιπών έργων που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο, για την διαχείριση των συμβάσεων που ανατίθενται από το Φορέα σε αναδόχους, για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των τεχνικών ελέγχων ποιότητας των ως άνω έργων και για τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων.
3.2.2.1. Το Τμήμα Διαχείρισης Έργων είναι αρμόδιο ιδίως για την διοίκηση των έργων κτηματογράφησης και λοιπών έργων που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο και την διαχείριση των σχετικών συμβάσεων έργων που ανατίθενται από το Φορέα σε αναδόχους.
3.2.2.2. Το Τμήμα Ελέγχων Ποιότητας Έργων είναι αρμόδιο ιδίως για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των τεχνικών ελέγχων ποιότητας έργων και μελετών και, κυρίως, των μελετών κτηματογράφησης και μελετών για τη σύνταξη υποβάθρων.

4. Η Διεύθυνση Δασικών Χαρτών και Χαρτογράφησης Φυσικού Περιβάλλοντος συγκροτείται από τα Τμήματα:
ι) Διοίκησης και Υλοποίησης Μελετών Δασικών Χαρτών και Φυσικού Περιβάλλοντος,
ιι) Τεχνικής Υποστήριξης και Ελέγχου Ποιότητας Δασικών Χαρτών και
ιιι) Τεκμηρίωσης και Περιβαλλοντικής Πληροφορίας.
4.1. Η Διεύθυνση Δασικών Χαρτών και Χαρτογράφησης Φυσικού Περιβάλλοντος είναι αρμόδια ιδίως για το σχεδιασμό, το συντονισμό, τη διαχείριση, την υλοποίηση και την επίβλεψη των συμβάσεων μελετών κατάρτισης, συμπλήρωσης και διόρθωσης δασικών χαρτών, καθώς και για την υποστήριξη της ανάρτησης και της διαδικασίας έως την κύρωση των δασικών χαρτών, αλλά και ειδικών έργων, που αποσκοπούν είτε στην υλοποίηση των συμβάσεων δασικών χαρτών είτε στην χαρτογράφηση του φυσικού περιβάλλοντος και για την προκήρυξη, ανάθεση και εκτέλεση αυτών σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις.
4.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Δασικών Χαρτών και Χαρτογράφησης Φυσικού Περιβάλλοντος ορίζονται ως ακολούθως:
4.2.1. Το Τμήμα Διοίκησης και Υλοποίησης Μελετών Δασικών Χαρτών και Φυσικού Περιβάλλοντος είναι αρμόδιο για την επίβλεψη, παρακολούθηση και υλοποίηση των συμβάσεων και ειδικών προγραμμάτων και δράσεων της Διεύθυνσης, που αποσκοπούν είτε στην κατάρτιση δασικών χαρτών είτε στην χαρτογράφηση των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος ή στην παρατήρηση γης.
4.2.2. Το Τμήμα Τεχνικής Υποστήριξης και Ελέγχου Ποιότητας Δασικών Χαρτών είναι αρμόδιο για την τεχνική υποστήριξη όλων των συμβάσεων και ειδικών προγραμμάτων και δράσεων της Διεύθυνσης, καθώς και για τον έλεγχο ποιότητας όλων των παραδοτέων που υποβάλλονται στα πλαίσια των συμβάσεων και προγραμμάτων που διαχειρίζεται η Διεύθυνση, καθορίζει τα πρότυπα για όλες τις ελεγχόμενες μεταβλητές και διαδικασίες και συντάσσει προδιαγραφές διασφάλισης ποιότητας.
4.2.3. Το Τμήμα Τεκμηρίωσης και Περιβαλλοντικής Πληροφορίας είναι αρμόδιο για τη συγκέντρωση και τήρηση των δεδομένων των συμβάσεων και ειδικών προγραμμάτων και δράσεων που υλοποιεί η Διεύθυνση, για την ανάπτυξη και τήρηση Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών για τα δάση, τη γη και τις χερσαίες προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου Natura 2000 και την τεκμηρίωση περιβαλλοντικής πληροφορίας και χορήγησης δεδομένων προς τρίτους.

5. Η Διεύθυνση Γεωχωρικών Πληροφοριών συγκροτείται από τα Τμήματα:
ι) Γεωδαισίας,
ιι) Χαρτογραφίας και
ιιι) Γεωπληροφορίας.
5.1. Η Διεύθυνση Γεωχωρικών Πληροφοριών είναι αρμόδια ιδίως για τη διαχείριση θεμάτων της γεωδαιτικής υποδομής της χώρας, συμπεριλαμβανόμενης και της διαχείρισης και λειτουργίας του ελληνικού συστήματος εντοπισμού (HEPOS), για τη σύνταξη βασικών και παραγώγων χαρτών, καθώς και για την τήρηση, ενημέρωση και αναθεώρησή τους, για την οργάνωση και τήρηση του θεματικού περιεχομένου των γεωχωρικών δεδομένων αρμοδιότητας του Φορέα, για τη συνεργασία με άλλους αρμόδιους δημόσιους φορείς για την οργάνωση, ενημέρωση και ανταλλαγή συνόλων γεωχωρικών δεδομένων και χαρτών για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους.
5.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Γεωχωρικών Πληροφοριών ορίζονται ως ακολούθως:
5.2.1. Το Τμήμα Γεωδαισίας είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση και τη διαχείριση της βασικής γεωδαιτικής υποδομής της χώρας σε συνεργασία με την Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (Γ.Υ.Σ) και τη διαχείριση και λειτουργία του Ελληνικού Συστήματος Εντοπισμού (HEPOS). Επίσης, είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των διεθνών τάσεων και εξελίξεων στο συγκεκριμένο τομέα, καθώς και για τη σύναψη επαφών και συνεργασιών με άλλους συναφείς φορείς και οργανισμούς της Χώρας και του εξωτερικού αναφορικά με θέματα που αφορούν στη γεωδαιτική υποδομή.
5.2.2. Το Τμήμα Χαρτογραφίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Φορέα αρμόδιο για την ανάπτυξη και διαχείριση της βασικής χαρτογραφικής υποδομής της χώρας, για κλίμακες 1:5.000 ή μικρότερες, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης, ενημέρωσης, και αναβάθμισης των βασικών τοπογραφικών και άλλων χαρτογραφικών υποβάθρων, τη δημιουργία και διαχείριση υψομετρικών υποβάθρων της Χώρας, τη δημιουργία και διαχείριση των υπόλοιπων χαρτογραφικών υποβάθρων, την παρακολούθηση των διεθνών τάσεων και εξελίξεων στον τομέα της Χαρτογραφίας, καθώς και την ανάπτυξη σχέσεων και συνεργασιών με συναφείς φορείς τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού.
5.2.3. Το Τμήμα Γεωπληροφορίας είναι αρμόδιο για τη δημιουργία και διαχείριση της γεωχωρικής πληροφορίας που δημιουργεί και κατέχει ο Φορέας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ή που του ανατίθεται από την Πολιτεία να τηρεί και να διαχειρίζεται. Επίσης, παρακολουθεί τις διεθνείς τάσεις και εξελίξεις στον τομέα της γεωπληροφορίας, και αναπτύσσει και συνάπτει σχέσεις και συνεργασίες με φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα.

6. Η Διεύθυνση Προϊόντων και Υπηρεσιών συγκροτείται από τα Τμήματα:
ι) Ανάλυσης και Έρευνας Αναγκών Χρηστών,
ιι) Προώθησης Προϊόντων και Υπηρεσιών,
ιιι) Υποστήριξης Χρηστών και Εξυπηρέτησης Πολιτών και
ιν) Αρχείου Προϊόντων.
6.1. Η Διεύθυνση Προϊόντων και Υπηρεσιών είναι αρμόδια ιδίως για τη συγκρότηση αρχείου προϊόντων γεωχωρικής πληροφορίας, κτηματολογίου και χαρτογραφίας του Φορέα, για την παρακολούθηση των διεθνών τάσεων σε θέματα διάθεσης δεδομένων και παροχής υπηρεσιών κτηματολογίου, για τον σχεδιασμό πολιτικής διάθεσης δεδομένων και υπηρεσιών και για τη διάθεσή τους σε κάθε ενδιαφερόμενο.
6.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Προϊόντων και Υπηρεσιών ορίζονται ως ακολούθως:
6.2.1. Το Τμήμα Ανάλυσης και Έρευνας Αναγκών Χρηστών είναι αρμόδιο για την έρευνα και μελέτη των αναγκών των χρηστών όσον αφορά στα γεωδαιτικά, χαρτογραφικά, κτηματολογικά, ή άλλα συναφή προϊόντα και υπηρεσίες που ανάγονται στο σκοπό του Φορέα, για τη συνεχή παρακολούθηση των αλλαγών και τάσεων που λαμβάνουν χώρα στους τομείς αρμοδιότητας του Φορέα, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο και για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών και προδιαγραφών του περιεχομένου των προϊόντων και υπηρεσιών του Φορέα. Συντάσσει ολοκληρωμένα σχέδια προώθησης, καθώς και όλο του υποστηρικτικό υλικό (φυλλάδια, καμπάνιες κλπ), για τη βέλτιστη και πλέον αποτελεσματική παραγωγή, τοποθέτηση και προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών του Φορέα στο κοινό. Είναι επίσης αρμόδιο για την παρακολούθηση και ανάλυση των σχετικών δεικτών που μετρούν την αποδοτικότητα του Φορέα προκειμένου να παρέχονται, μέσω αναφορών, πληροφορίες στη Διοίκηση για την κατάσταση και τις προοπτικές του κάθε τομέα προϊόντων και υπηρεσιών του Φορέα σε περιοδική βάση.
6.2.2. Το Τμήμα Προώθησης Προϊόντων και Υπηρεσιών είναι αρμόδιο για την ανάπτυξη και υποστήριξη των δράσεων που αποσκοπούν στην προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών του Φορέα στους ενδιαφερόμενους. Παραλαμβάνει τα αιτήματα για προϊόντα ή υπηρεσίες και διασφαλίζει την έγκαιρη και αποτελεσματική ικανοποίησής τους.
6.2.3. Το Τμήμα Υποστήριξης Χρηστών και Εξυπηρέτησης Πολιτών είναι αρμόδιο για την παροχή οδηγιών και πληροφοριών προς τους χρήστες αναφορικά με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του Φορέα που αυτοί έχουν αποκτήσει ή χρησιμοποιούν και για τη βέλτιστη διαχείριση των ερωτημάτων ή αναφορών παραπόνων των χρηστών και των πολιτών με την παροχή κατάλληλης και αποτελεσματικής πληροφόρησης και υποστήριξης για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του Φορέα. Είναι επίσης αρμόδιο για την εξυπηρέτηση των πολιτών αναφορικά με ζητήματα που ανακύπτουν από την υλοποίηση του έργου, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες και κατευθύνσεις για την επίλυσή τους.
6.2.4. Το Τμήμα Αρχείου Προϊόντων είναι αρμόδιο για την παραλαβή, οργάνωση, αποθήκευση και φύλαξη αεροφωτογραφιών και τυποποιημένων γεωδαιτικών, χαρτογραφικών, κτηματολογικών και άλλων προϊόντων που παράγονται από τις αρμόδιες μονάδες του Φορέα, για την κάλυψη αναγκών των ενδιαφερομένων. Επίσης, είναι αρμόδιο για την ανάκτησή τους, κατά παραγγελία, από τους χώρους αποθήκευσής τους και την αποστολή τους στους ενδιαφερόμενους αποδέκτες.

7. Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών είναι αρμόδια για τη συγκέντρωση και επεξεργασία των αναγκαίων στοιχείων για την κατάρτιση, τροποποίηση και παρακολούθηση εκτέλεσης του προϋπολογισμού του Φορέα, του απολογισμού και κάθε οικονομικής κατάστασης, τον έλεγχο, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής όλων των δαπανών του Φορέα. Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών είναι, επίσης, αρμόδια για την καταγραφή, αξιοποίηση και προστασία της περιουσίας του Φορέα, την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων δημιουργίας και απόκτησης εσόδων, την πληρωμή κάθε είδους δαπάνης και τη λογιστική και ταμειακή διαχείριση, την εκκαθάριση της μισθοδοσίας και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού, την διενέργεια των διαγωνισμών ανάθεσης συμβάσεων, υπηρεσιών / προμηθειών / έργων / μισθώσεων ακινήτων όλων των υπηρεσιακών μονάδων του Φορέα, καθώς και την τήρηση των απαιτούμενων αρχείων, βιβλίων και στοιχείων. Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών είναι αρμόδια για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του Φορέα και για την ομαλή λειτουργία των οικονομικών υπηρεσιών, την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού και τη λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων του Φορέα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 4308/2014 (Α'251), τη σχετική κείμενη νομοθεσία και τις οδηγίες του Γ.Λ.Κ..
Ειδικότερα, είναι αρμόδια για:
α. Την παροχή έγκαιρων και αξιόπιστων στοιχείων για τον προϋπολογισμό του Φορέα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στο Γ.Λ.Κ. και στον Υπουργό Οικονομικών.
β. Την πιστή τήρηση των στόχων του ισοζυγίου, των ανωτάτων ορίων του προϋπολογισμού και του Μ.Π.Δ.Σ. του Φορέα, τη μη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών, καθώς και τη διενέργεια δαπανών μόνον εφόσον υπάρχει αντίστοιχη πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό και υπό αντίστοιχους κωδικούς.
γ. Την υποστήριξη και την εισήγηση στο Δ.Σ. του Φορέα, με σκοπό τη βέλτιστη κατανομή των πόρων του Φορέα.
δ. Την είσπραξη των εσόδων του Φορέα.
ε. Τη σύσταση και την εφαρμογή εσωτερικών δικλείδων στη δημοσιονομική διαχείριση, αναφορικά τόσο με τις δαπάνες όσο και με τα έσοδα και
στ. Τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων του Φορέα.
Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών υποχρεούται να εφαρμόζει τις οδηγίες οικονομικής διαχείρισης που εκδίδονται από το Γ.Λ.Κ. και το εποπτεύον Υπουργείο και μπορεί να εισηγείται την εξειδίκευσή τους.
Όλες οι υπηρεσίες του Φορέα υποχρεούνται να παρέχουν έγκαιρα στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της.
7.1. Η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:
α) Την Υποδιεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης και Μισθοδοσίας, η οποία αποτελείται από :
ι) το Τμήμα Λογιστηρίου και Οικονομικής Διαχείρισης,
ιι) το Τμήμα Μισθοδοσίας και
ιιι) το Τμήμα Ταμειακής Διαχείρισης.
β) Την Υποδιεύθυνση Προσόδων και Προμηθειών, η οποία αποτελείται από:
ι) το Τμήμα Παρακολούθησης Είσπραξης Τελών και Προσόδων,
ιι) το Τμήμα Προμηθειών και
ιιι) το Τμήμα Τεχνικής Υπηρεσίας.
γ) Το Τμήμα Προϋπολογισμού και Χρηματοοικονομικού Προγραμματισμού.
δ) την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου και Εποπτείας.
7.2. Οι αρμοδιότητες των Υποδιευθύνσεων και Τμημάτων της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών ορίζονται ως ακολούθως:
7.2.1. Η Υποδιεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης και Μισθοδοσίας είναι αρμόδια για την υλοποίηση όλου του φάσματος των λογιστικών εργασιών, τη διεκπεραίωση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής όλων των δαπανών, τη λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων του Φορέα, σύμφωνα με το ν. 4308/2014 και τις οδηγίες του Γ.Λ.Κ.,τη Σύνταξη του Ισολογισμού και των Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων, την οργάνωση, σύνταξη και υποβολή των λογιστικών, οικονομικών καταστάσεων και αναφορών, απολογισμού δαπανών - εσόδων, την εκκαθάριση της μισθοδοσίας και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού, υπολογισμό των εν γένει αμοιβών και εξόδων του συνεργατών και τρίτων, και την τήρηση των απαιτούμενων αρχείων, βιβλίων και στοιχείων. Ειδικότερα:
7.2.1.1. Το Τμήμα Λογιστηρίου και Οικονομικής Διαχείρισης είναι αρμόδιο για:
i) Την εφαρμογή των αναγκαίων κανόνων λογιστικής τυποποίησης και την τήρηση των προβλεπόμενων Λογιστικών Βιβλίων και Στοιχείων του Φορέα και αρχείων σύμφωνα με το ν. 4308/2014.
ii) Την υλοποίηση όλου του φάσματος των λογιστικών εργασιών και λογιστικής αποτύπωσης των εν γένει δαπανών, υπηρεσιών, πάγιου εξοπλισμού κ.λπ. του Φορέα που προκύπτουν από τις δραστηριότητες του.
iii) Την οργάνωση και Σύνταξη του Ισολογισμού και των συναφών Χρηματοικονομικών Καταστάσεων, καθώς και των προβλεπόμενων οικονομικών αναφορών προς τους δημόσιους φορείς που απαιτούνται.
iv) Την έκδοση των αναγκαίων κάθε φορά παραστατικών για την διάθεση προϊόντων και υπηρεσιών της εταιρείας καθώς και την υποβολή των αναγκαίων δηλώσεων προς τις φορολογικές αρχές.
v) Την προστασία και διαχείριση της περιουσίας του Φορέα και την τήρηση του Μητρώου Παγίων.
vi) Τη διενέργεια συμψηφισμών και την απόδοση στο Δημόσιο και στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία των οφειλών των δικαιούχων που αναγράφονται στις σχετικές βεβαιώσεις φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών.
7.2.1.2. Το Τμήμα Μισθοδοσίας είναι αρμόδιο για:
i) Την εκκαθάριση της μισθοδοσίας των πάσης φύσεως αποδοχών και των εξόδων κίνησης του προσωπικού του Φορέα, καθώς και την υποβολή δήλωσης στη μηχανογραφική εφαρμογή της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων των πάσης φύσεως αποδοχών.
ii) Την απόδοση των ασφαλιστικών κρατήσεων, την τήρηση των σχετικών αρχείων, την έκδοση των βεβαιώσεων μισθοδοσίας και μισθοδοτικών καταστάσεων και την έκδοση των δικαιολογητικών συνταξιοδότησης.
iii) Τον έλεγχο των κρατήσεων - εισφορών και την έ -γκαιρη απόδοση τους προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες.
7.2.1.3. Το Τμήμα Ταμειακής Διαχείρισης είναι αρμόδιο για:
i) Τη διεξαγωγή όλων των συναφών με τη ταμειακή διαχείριση υποθέσεων και ιδίως τη διενέργεια των πληρωμών και της εξόφλησης των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής για κάθε είδους δαπάνη και αφορούν το Φορέα.
ii) Τη διεκπεραίωση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών του Φορέα με τραπεζικούς φορείς, προμηθευτές, πιστωτές, συνεργάτες και άλλους φορείς.
iii) Τη διαχείριση και τήρηση του φυσικού ταμείου της εταιρείας.
iv) Την ενημέρωση των δικαιούχων για την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων και την πληρωμή τους.
7.2.2. H Υποδιεύθυνση Προσόδων και Προμηθειών είναι αρμόδια για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των εσόδων που προέρχονται από εισπραττόμενα αναλογικά και πάγια τέλη, την διαχείριση των θεμάτων προμηθειών με τον σχεδιασμό και διενέργεια των σχετικών διαγωνισμών ανάθεσης συμβάσεων υπηρεσιών/προμηθειών/έργων όλων των υπηρεσιακών μονάδων του Ο.Ε.Κ., καθώς και την διενέργεια διαγωνισμών για την μίσθωση των ακινήτων για την κάλυψη αναγκών των κεντρικών και των περιφερειακών οργανωτικών μονάδων.
Ειδικότερα:
7.2.2.1. Το Τμήμα Παρακολούθησης Είσπραξης Τελών και Προσόδων είναι αρμόδιο για:
i) Την παρακολούθηση και τον έλεγχο των εισπραττόμενων αναλογικών και πάγιων τελών από την εγγραφή πράξεων, από την έκδοση και χορήγηση αντιγράφων και πιστοποιητικών από τα τέλη κτηματογράφησης και την άσκηση αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου αναρτημένων δασικών χαρτών καθώς και κάθε άλλου σχετικού τέλους.
ii) Τη διαγραφή και επιστροφή εσόδων.
iii) Την ανάπτυξη, διαχείριση και λειτουργία του Συστήματος Τελών Εθνικού Κτηματολογίου («ΣΤΕΚ»).
7.2.2.2 Το Τμήμα Προμηθειών είναι αρμόδιο για:
i) Την διενέργεια όλων των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και μίσθωσης Ακινήτων, από τον σχεδιασμό, την κατάρτιση τευχών και την διενέργεια της διαδικασίας ανάθεσης έως και την σύναψη της σύμβασης.
ii) Τις προμήθειες υλικών και τον εφοδιασμό του Φορέα, με γραφική ύλη, χαρτί, αναλώσιμα.
iii) Την καταχώρηση και την ευθύνη της διενέργειας των ηλεκτρονικών διαγωνισμών μέσω ΕΣΗΔΗΣ, καθώς και την τεχνική υποστήριξης των Επιτροπών Αξιολόγησης.
iv) Τη συγκέντρωση, τον έλεγχο των δικαιολογητικών που απαιτούνται, και την προώθηση τους στο Τμήμα Ταμειακής Διαχείρισης, για την διεκπεραίωση της εξόφλησης των προμηθευτών, κ.λπ..
v) Την εκποίηση άχρηστων και ακατάλληλων υλικών και εξοπλισμού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
7.2.2.3. Το Τμήμα Τεχνικής Υπηρεσίας είναι αρμόδιο για:
i) Το σχεδιασμό, την κατάρτιση των εγγράφων, την διεξαγωγή της διαδικασίας σύναψης, την εποπτεία και την επίβλεψη των συμβάσεων έργου, κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α' 147).
ii) Την τήρηση των φακέλων των συμβάσεων έργων και την καταχώριση των στοιχείων σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων οι οποίες τηρούνται στην Γενική Γραμματεία Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
iii) Την κατάρτιση και τήρηση των σχετικών με το «Κεντρικό Ηλεκτρονικό Σύστημα Κληρώσεων» καταλόγων ανά κατηγορία έργου.
iv) Την παρακολούθηση τον έλεγχο και την διοίκηση των έργων με σκοπό την καλή και έγκαιρη εκτέλεση αυτών.
7.2.3. Το Τμήμα Προϋπολογισμού και Χρηματοοικονομικού Προγραμματισμού είναι αρμόδιο ιδίως για τη σύνταξη και την παρακολούθηση του ετήσιου προϋπολογισμού και ΜΠΔΣ των εσόδων και των δαπανών και του ΠΔΕ, τον χρηματοοικονομικό προγραμματισμό.
Ειδικότερα:
i) Την κατάρτιση, τροποποίηση και την παρακολούθηση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του Φορέα.
ii) Τη συμπλήρωση και αποστολή των χρηματοοικονομικών στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και τους λοιπούς αρμόδιους φορείς (εθνικοί πόροι και συγχρηματοδοτούμενα).
iii) Τη μεταβίβαση πιστώσεων στις περιφερειακές οργανικές μονάδες του Φορέα ως ξεχωριστά κέντρα κόστους στον κεντρικό προϋπολογισμό, κατά κωδικό αριθμό εξόδων, σύμφωνα με τον εκάστοτε εγκεκριμένο προϋπολογισμό.
iv) Την αποτελεσματική διαχείριση και το συντονισμό των ενεργειών που αφορούν και έχουν επίπτωση στην κατάρτιση, αναθεώρηση και υλοποίηση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) που περιλαμβάνει τις ετήσιες και μεσοπρόθεσμες δημοσιονομικές προβλέψεις, την παρακολούθηση των οικονομικών εξελίξεων και την τήρηση όλων των οδηγιών του Υπουργείου Οικονομικών και του Γ.Λ.Κ. σχετικά με την κατάρτιση και αναθεώρηση του ΜΠΔΣ και του Προϋπολογισμού σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια του έτους.
v) Την παρακολούθηση και εποπτεία των οικονομικών μεγεθών από όλες τις πηγές χρηματοδότησης.
vi) Την παρακολούθηση των διαθεσίμων κεφαλαίων της Εταιρίας και την κατάρτιση σχετικών αναφορών προς τον Διευθυντή της Διεύθυνσης και προς την Διοίκηση του Φορέα.
vii) Τη μηνιαία συμφωνία όλων των λογαριασμών που τηρεί η εταιρεία σε όλα τα νομίμως λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα και την παραγωγή των σχετικών αναφορών προς τους ορκωτούς.
7.2.4 Η Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου και Εποπτείας είναι αρμόδια ιδίως για τον έλεγχο και εκκαθάριση δαπανών, τον έλεγχο των αναφορών προς τα Υπουργεία καθώς και τον έλεγχο για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των επιμέρους δαπανών. Ειδικότερα, είναι αρμόδια για:
i) Τον έλεγχο και εκκαθάριση δαπανών με βάσει τα πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά αυτών, που της αποστέλλονται από το αρμόδιο Τμήμα Λογιστηρίου.
ii) Την υποστήριξη του Διευθυντή Οικονομικής Διεύθυνσης, αναφορικά με την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών και διαδικασιών χρηστής οικονομικής διαχείρισης.

8. Η Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρώπινου Δυναμικού συγκροτείται από τα Τμήματα:
i) Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού,
ii) Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού,
iii) Διοικητικής Υποστήριξης και
iv) Διοικητικής Μέριμνας.
8.1. Η Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρώπινου Δυναμικού είναι αρμόδια ιδίως για θέματα εσωτερικής λειτουργίας του Φορέα τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, για θέματα διοικητικής υποστήριξης, καθώς και για θέματα διαχείρισης και ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού που ανήκει στο Φορέα.
8.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρώπινου Δυναμικού ορίζονται ως ακολούθως:
8.2.1. Το Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού είναι αρμόδιο ιδίως για την παρακολούθηση και εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας που αφορά τα εργασιακά θέματα του προσωπικού (μισθολογικά, προσλήψεις, προαγωγές, διαδικασίες εσωτερικών μετακινήσεων, μετατάξεων, αποσπάσεων, πειθαρχικές διαδικασίες, σύναψης συμβάσεων συνεργασίας κ.λπ.), καθώς και για την κατάρτιση καταστάσεων κατάταξης (μισθολογικής - βαθμολογικής) και απογραφής του προσωπικού, βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Καταρτίζει, αξιολογεί και αναθεωρεί τα περιγράμματα καθηκόντων και προσόντων των θέσεων εργασίας, υποβάλλει πάσης φύσεως καταστάσεις σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, διαχειρίζεται και τηρεί αρχείο υπηρεσιακών φακέλων προσωπικού, διαχειρίζεται και τηρεί στοιχεία ωρομέτρησης, αδειών, απουσιών, υπερωριών, εκτέλεσης εκτός έδρας υπηρεσιών και υπηρεσιακών ταξιδιών για το σύνολο του προσωπικού του Φορέα, μεριμνά για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και εποπτεύει την υγιεινή των χώρων εργασίας.
8.2.2. Το Τμήμα Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού είναι αρμόδιο ιδίως για τη διάγνωση και ανάλυση των εκπαιδευτικών αναγκών, το σχεδιασμό, υλοποίηση και αξιολόγηση των προγραμμάτων εκπαίδευσης, με σκοπό τη βελτίωση της απόδοσης του ανθρώπινου δυναμικού, για τη σύνταξη του ετήσιου σχεδίου εκπαίδευσης και του αντίστοιχου προϋπολογισμού, για την ανάπτυξη και διαχείριση του συστήματος αξιολόγησης του προσωπικού βάσει της κείμενης νομοθεσίας, για την εφαρμογή μεθόδων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης με την τεχνολογία της τηλεεκπαίδευσης, καθώς και για ενέργειες ανάπτυξης και προώθησης καινοτόμων ιδεών και προτάσεων του προσωπικού.
8.2.3. Το Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης είναι αρμόδιο ιδίως για την παροχή υπηρεσιών γραμματειακής υποστήριξης και την εκτέλεση διοικητικών εργασιών για τις ανάγκες των Διευθύνσεων και των άλλων οργανικών μονάδων, για τη λειτουργία της υπηρεσίας πρωτοκόλλου του Φορέα και την τήρηση αναλογικού και ψηφιακού αρχείου εισερχομένων - εξερχόμενων εγγράφων και την τήρηση συστήματος αρχειοθέτησης του εν γένει αρχείου του Φορέα.
8.2.4. Το Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας είναι αρμόδιο ιδίως για την συντήρηση και την καθαριότητα των εγκαταστάσεων του Φορέα, τον έλεγχο και τη τήρηση των αποθεμάτων ασφαλείας υλικών για τη λειτουργία του Φορέα, για την τήρηση των διαδικασιών αποθήκευσης όλων των αναλωσίμων και των παγίων αγαθών, για την τήρηση αρχείων αποθήκης και τη διενέργεια απογραφών, για τη διαχείριση του εξοπλισμού και των μέσων εργασίας του προσωπικού, καθώς και για τη μέριμνα κίνησης των οχημάτων του Φορέα.

9. Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα:
ι) Υποστήριξης Συστημάτων και Δικτύων,
ιι) Ανάπτυξης Εφαρμογών,
ιιι) Ανάπτυξης Χωρικών Εφαρμογών και
ιν) Υποστήριξης Εφαρμογών.
9.1. Η Διεύθυνση Πληροφορικής είναι αρμόδια ιδίως για τον συντονισμό και την παρακολούθηση των δράσεων των τμημάτων της, καθώς και για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πληροφοριών του Φορέα.
9.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής ορίζονται ως ακολούθως:
9.2.1. Το Τμήμα Υποστήριξης Συστημάτων και Δικτύων είναι αρμόδιο για τον σχεδιασμό, τις προδιαγραφές, τα πρότυπα, την υλοποίηση την λειτουργία και την συντήρηση του συνόλου της πληροφοριακής υποδομής του Φορέα (υλικό και λογισμικά) συμπεριλαμβανομένων της σύνταξης και υλοποίησης των κανόνων ασφαλείας πληροφοριακών υποδομών με βάση τα διεθνή πρότυπα καθώς και των δικτύων, του κέντρου δεδομένων, του κέντρου δεδομένων ανάκαμψης από καταστροφή. Επιπλέον είναι υπεύθυνο για όλες τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις σχετικές με το αντικείμενό του καθώς επίσης και για την τεχνική επίβλεψη και παραλαβή οποιασδήποτε σχετικής σύμβασης.
9.2.2. Το Τμήμα Ανάπτυξης Εφαρμογών είναι αρμόδιο για την ανάλυση, τις προδιαγραφές, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του συνόλου των εφαρμογών και λογισμικού, μη γεωχωρικού αντικειμένου, που αναπτύσσεται στο Φορέα, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών βάσεων Λειτουργούντος Κτηματολογίου και Κτηματογράφησης καθώς και κάθε άλλης ψηφιακής βάσης, μη γεωχωρικού αντικειμένου, του Φορέα. Επιπλέον είναι υπεύθυνο για όλες τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις σχετικές με το αντικείμενό του καθώς επίσης και για την τεχνική επίβλεψη και παραλαβή οποιασδήποτε σχετικής σύμβασης.
9.2.3. Το Τμήμα Ανάπτυξης Χωρικών Εφαρμογών είναι αρμόδιο για την ανάλυση, τον σχεδιασμό, τις προδιαγραφές, τα πρότυπα, την ανάπτυξη και την λειτουργία του συνόλου των εφαρμογών και λογισμικών με γεωχωρικό αντικείμενο του Φορέα, συμπεριλαμβανομένων και των χωρικών βάσεων Λειτουργούντος Κτηματολογίου, κτηματογράφησης και κάθε άλλης γεωχωρικής βάσης του Φορέα. Επιπλέον είναι υπεύθυνο για όλες τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις σχετικές με το αντικείμενό του, καθώς επίσης και για την τεχνική επίβλεψη και παραλαβή οποιασδήποτε σχετικής σύμβασης.
9.2.4. Το Τμήμα Υποστήριξης Εφαρμογών είναι αρμόδιο για την υποστήριξη της διαδικασίας ανάπτυξης του συνόλου των εφαρμογών της Διεύθυνσης συμμετέχοντας στον σχεδιασμό, αποσφαλμάτωση και υποστήριξη λειτουργίας τους και υποστηρίζει την ασφάλεια του συστήματος πληροφορικής του Φορέα.

10. Η Νομική Διεύθυνση συγκροτείται από τα Τμήματα: i) Νομικής Υποστήριξης Εσωτερικής Λειτουργίας, ii) Νομικής Υποστήριξης Κτηματολογίου και iii) Νομικής Υποστήριξης Κτηματογράφησης. 
10.1. Η Νομική Διεύθυνση είναι αρμόδια ιδίως για την υποστήριξη του Διοικητικού Συμβουλίου και της εσωτερικής λειτουργίας του Φορέα, για ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις του Φορέα με τρίτους, για την νομική υποστήριξη της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου και, ειδικότερα, της λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων και των Υποκαταστημάτων τους, για την νομική υποστήριξη των έργων που υλοποιεί ο Φορέας, καθώς και για κάθε άλλη δραστηριότητα που προσιδιάζει στις αρμοδιότητές της. Στην αρμοδιότητα της Νομικής Διεύθυνσης ανήκουν επίσης η δικαστική εκπροσώπηση και η νομική υποστήριξη των δικαιωμάτων και συμφερόντων του Φορέα, καθώς και η επεξεργασία και υποβολή προτάσεων τροποποίησης της νομοθεσίας που διέπει την εν γένει λειτουργία του Φορέα, η προετοιμασία σχεδίων κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας νομοθεσίας και η σύνταξη ερμηνευτικών οδηγιών και εγκυκλίων για την εφαρμογή τους. Στους υπηρετούντες στη Διεύθυνση δικηγόρους με έμμισθη εντολή ανατίθενται αρμοδιότητες, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες του Φορέα, με απόφαση του Δ.Σ., ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης. 
10.2. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της Νομικής Διεύθυνσης ορίζονται ως ακολούθως: 
10.2.1. Το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης Εσωτερικής Λειτουργίας είναι αρμόδιο ιδίως για την παροχή νομικής συνδρομής και υποστήριξης του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και για όλα τα θέματα εσωτερικής λειτουργίας του Φορέα, όπως για ζητήματα διενέργειας διαγωνισμών και σύναψης συμβάσεων με τρίτους, εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής και λοιπής νομοθεσίας, καθώς και άλλα ζητήματα σχετιζόμενα με την καθημερινή λειτουργία του Φορέα και τις σχέσεις του με τρίτους. 
10.2.2. Το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης Κτηματολογίου είναι αρμόδιο ιδίως για την εν γένει νομική υποστήριξη του Φορέα, των Κτηματολογικών Γραφείων και των Υποκαταστημάτων τους, σε ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής της νομοθεσίας για τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου και του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών. 
10.2.3. Το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης Έργων είναι αρμόδιο ιδίως για την εν γένει νομική υποστήριξη των έργων κτηματογράφησης και δασικών χαρτών της χώρας και κάθε άλλου έργου του Φορέα, καθώς και των σχετικών διαγωνισμών, τη νομική παρακολούθηση των συμβάσεων, καθώς και την εν γένει νομική υποστήριξη του Φορέα σε ζητήματα συναφούς νομοθεσίας με την αρμοδιότητα του Τμήματος. 

1. Συστήνονται Κτηματολογικά Γραφεία του Φορέα ως εξής:
1. Κτηματολογικό Γραφείο Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης, με έδρα την Κομοτηνή.
2. Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
3. Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
4. Κτηματολογικό Γραφείο Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα την Κοζάνη.
5. Κτηματολογικό Γραφείο Ηπείρου, με έδρα τα Ιωάννινα.
6. Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλίας, με έδρα τη Λάρισα.
7. Κτηματολογικό Γραφείο Δυτικής Ελλάδας, με έδρα την Πάτρα.
8. Κτηματολογικό Γραφείο Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία.
9. Κτηματολογικό Γραφείο Αθηνών, με έδρα την Αθήνα.
10. Κτηματολογικό Γραφείο Αττικής, με έδρα το Κορωπί.
11. Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων, με έδρα τον Πειραιά.
12. Κτηματολογικό Γραφείο Πελοποννήσου, με έδρα την Τρίπολη.
13. Κτηματολογικό Γραφείο Βορείου Αιγαίου, με έδρα τη Μυτιλήνη.
14. Κτηματολογικό Γραφείο Κυκλάδων, με έδρα την Ερμούπολη.
15. Κτηματολογικό Γραφείο Κρήτης, με έδρα το Ηράκλειο
16. Κτηματολογικό Γραφείο Δωδεκανήσου, με έδρα τη Ρόδο.
17. Κτηματολογικό Γραφείο Ιονίων Νήσων, με έδρα την Κέρκυρα.
Η έναρξη λειτουργίας έκαστου Κτηματολογικού Γραφείου, εκκινεί από τη δημοσίευση της απόφασης της παρ.7 του άρθρου 1 με την οποία καταργείται το αντίστοιχο Υποθηκοφυλακείο της έδρας, με εξαίρεση το Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας η έναρξη λειτουργίας του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του Φορέα.

2. Εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε κάθε Κτηματολογικό Γραφείο συστήνονται με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 1, Υποκαταστήματα, ως εξής:
α) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης, τα Υποκαταστήματα Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης (5).
β) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, τα Υποκαταστήματα Καλαμαριάς, Λαγκαδά και (2).
γ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας, τα Υποκαταστήματα Βέροιας, Κιλκίς, Έδεσσας, Γιαννιτσών, Κατερίνης, Σερρών, Πολυγύρου, (7).
δ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Δυτικής Μακεδονίας, τα Υποκαταστήματα Γρεβενών, Καστοριάς, Φλώρινας και Εορδαίας (4).
ε) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Ηπείρου, τα Υποκαταστήματα Άρτας, Ηγουμενίτσας, Πρέβεζας, (3).
στ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλίας, τα Υποκαταστήματα Τυρνάβου, Καρδίτσας, Βόλου, Σκιάθου, Τρικάλων (5).
ζ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Δυτικής Ελλάδας, τα Υποκαταστήματα Αιγιαλείας Αιγίου, Μεσολογγίου, Αγρινίου, Πύργου, Αμαλιάδας (5).
η) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Στερεάς Ελλάδας, τα Υποκαταστήματα Λιβαδειάς, Θήβας, Χαλκίδας, Καρπενησίου, Άμφισσας (5).
θ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Αθηνών, τα Υποκαταστήματα Χαλανδρίου, Περιστερίου, Ηλιουπόλεως, Καλλιθέας (4).
ι) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Αττικής, τα Υποκαταστήματα Αμαρουσίου, Κηφισιάς, Αχαρνών, Νέας Ιωνίας, Ελευσίνας, Μαραθώνα, (6).
ια) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς και Νήσων, τα Υποκαταστήματα Γλυφάδας, Παλαιού Φαλήρου (2).
ιβ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Πελοποννήσου, τα Υποκαταστήματα, Ναυπλίου, Κορίνθου, Σπάρτης, Καλαμάτας, Κυπαρισσίας (5).
ιγ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Βορείου Αιγαίου, τα Υποκαταστήματα Χίου, Ικαρίας, Σάμου, και Λήμνου (4).
ιδ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Κυκλάδων, τα Υποκαταστήματα Άνδρου, Θήρας, Τήνου, Μήλου, Μυκόνου, Νάξου και Πάρου (7).
ιε) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Κρήτης, τα Υποκαταστήματα Ρεθύμνου, Χανίων, Αγίου Νικολάου Λασιθίου, (3).
ιστ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Δωδεκανήσου, τα Υποκαταστήματα Καλύμνου, Πάτμου, Καρπάθου, Κώ, Λέρου (5).
ιζ) Στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιονίων Νήσων, τα Υποκαταστήματα Λευκάδας, Ζακύνθου και Κεφαλληνίας-Ιθάκης (3).
Με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 1 καθορίζονται η έδρα και τα όρια της τοπικής αρμοδιότητας εκάστου Υποκαταστήματος. Με την ίδια απόφαση κατανέμονται οι θέσεις του προσωπικού και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για τη σύσταση του Υποκαταστήματος και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 3 από το Κτηματολογικό Γραφείο ή το Υποκατάστημα που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
H σύσταση των Υποκαταστημάτων γίνεται σταδιακά, και κατ' ανώτατο όριο εντός του χρόνου του α' εδαφίου, σε συνάρτηση με την εξέλιξη της κτηματογράφησης, της ψηφιοποίησης των αρχείων των προς κατάργηση Υποθηκοφυλακείων, τον αριθμό των πράξεων που ήδη διενεργούνται ηλεκτρονικά, και λαμβάνοντας υπόψη οικονομικά και λειτουργικά στοιχεία των προς κατάργηση δομών.

3. Τα Κτηματολογικά Γραφεία είναι καθ'ύλην αρμόδια για:
α) Την άσκηση κάθε αρμοδιότητας που αφορά τη λειτουργία και τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 2308/1995, 2664/1998 και 3889/2010 (Α' 182), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν και των κατ' εξουσιοδότηση των νόμων αυτών εκδιδόμενων κάθε φορά κανονιστικών πράξεων.
β) αα) Την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο κ.δ. 19/23.7.1941, όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. 811/19.1.1971, μέχρι την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2664/1998.
ββ) Την τήρηση, διαχείριση και ψηφιοποίηση των αρχείων του συστήματος Μεταγραφών και Υποθηκών, και
γγ) Την τήρηση, ενημέρωση και λειτουργία του συστήματος ενεχύρων σε κινητά χωρίς παράδοση, άλλων συμβάσεων παροχής ασφάλειας επί κινητών, καθώς και της ενεχυρίασης ή εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή άλλων δικαιωμάτων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα Κεφάλαια Α', Β' και Γ' του ν. 2844/2000 (Α'220), μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου.
Τα Υποκαταστήματα ασκούν τις αρμοδιότητες της περίπτωσης β' στις περιοχές της κατά τόπον αρμοδιότητάς τους και μέχρι την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2664/1998. Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου μπορεί να εκχωρεί την άσκηση των αρμοδιοτήτων της περίπτωσης α' προς τους Προϊσταμένους των Υποκαταστημάτων του.

4. Οι αρμοδιότητες των Κτηματολογικών Γραφείων, οι οποίες ορίζονται στην περίπτ. α' της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται:
α) στην περιοχή της τοπικής αρμοδιότητας του αντίστοιχου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποθηκοφυλακείου της έδρας τους που καταργείται με την παράγραφο 7 του άρθρου 1,
β) στην περιοχή τοπικής αρμοδιότητας εκάστου Υποκαταστήματος που υπάγεται σε αυτό σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος, όπως θα ορισθεί με την απόφαση της παρ. 7 του άρθρου 1, και
γ) στην περιοχή τοπικής αρμοδιότητας των καταργούμενων Υποθηκοφυλακείων των οποίων η αρμοδιότητα μεταφέρεται απευθείας στο Κτηματολογικό Γραφείο με τη δημοσίευση της απόφασης της παρ. 7 του άρθρου 1.
Οι αρμοδιότητες των Κτηματολογικών Γραφείων οι οποίες ορίζονται στην περίπτωση β' της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται:
α) στην περιοχή της τοπικής αρμοδιότητας του αντίστοιχου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποθηκοφυλακείου της έδρας τους που καταργείται με την παράγραφο 7 του άρθρου 1 και
β) στην περιοχή τοπικής αρμοδιότητας των καταργούμενων Υποθηκοφυλακείων των οποίων η αρμοδιότητα μεταφέρεται απευθείας στο Κτηματολογικό Γραφείο με τη δημοσίευση της απόφασης της παρ. 7 του άρθρου 1.
Για το Κτηματολογικό Γραφείο Πελοποννήσου ως αντίστοιχο Υποθηκοφυλακείο της έδρας του για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου, νοείται το Υποθηκοφυλακείο Τριπόλεως Βορείου Πλευράς.
Το Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας δεν ασκεί τις αρμοδιότητες της περίπτωσης β' της παραγράφου 3.

1. Κάθε Κτηματολογικό Γραφείο οργανώνεται και λειτουργεί σε επίπεδο Διεύθυνσης και διαρθρώνεται σε Τμήματα ως εξής:
α) Νομικό Τμήμα,
β) Τεχνικό Τμήμα και
γ) Τμήμα Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης,
δ) Υποκαταστήματα.

2. Το Νομικό Τμήμα είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων και της νομιμότητας των αιτήσεων εγγραφής ή διόρθωσης πράξεων που δημιουργούν, μεταβιβάζουν ή αλλοιώνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, την υποβολή σχετικών εισηγήσεων στον Προϊστάμενο και την υποστήριξη και καθοδήγηση των ενδιαφερομένων σχετικά με την εγγραφή και διόρθωση πράξεων στα επιμέρους συστήματα δημοσιότητας που τηρεί το Κτηματολογικό Γραφείο. Συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Κτηματολογίου του Φορέα για την ομοιογενή αντιμετώπιση ζητημάτων αρμοδιότητας του Κτηματολογικού Γραφείου και παρέχει κάθε απαραίτητη υποστήριξη στα ζητήματα του πρώτου εδαφίου στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου και στους Προϊσταμένους των Υποκαταστημάτων του.

3. Το Τεχνικό Τμήμα είναι αρμόδιο για την ενημέρωση των κτηματολογικών διαγραμμάτων που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο, με βάση τις αιτήσεις που υποβάλλονται για την καταχώριση ή διόρθωση εγγραπτέων πράξεων και τη διόρθωση σφαλμάτων στα υφιστάμενα κτηματολογικά διαγράμματα. Ενημερώνει τα κτηματολογικά διαγράμματα με νέες διοικητικές πράξεις σε συνεργασία με τοπικούς φορείς και αποκαθιστά εκτεταμένες αστοχίες στα κτηματολογικά διαγράμματα. Επιβλέπει τις εργασίες διαπιστευμένων μηχανικών που έχουν ανατεθεί από τον Φορέα στην περιοχή αρμοδιότητας του Κτηματολογικού Γραφείου και διεκπεραιώνει τις αιτήσεις για έκδοση προδικαστικών τεχνικών εισηγήσεων σε αγωγές που επιφέρουν γεωμετρικές μεταβολές στα κτηματολογικά διαγράμματα. Συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Κτηματολογίου του Φορέα για την ομοιογενή αντιμετώπιση ζητημάτων αρμοδιότητας του Κτηματολογικού Γραφείου και παρέχει κάθε απαραίτητη τεχνική υποστήριξη στο Κτηματολογικό Γραφείο και τα Υποκαταστήματά του.

4. Το Τμήμα Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, είναι αρμόδιο για την εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων, την παραλαβή και πρωτοκόλληση των αιτήσεων, τον υπολογισμό και την είσπραξη των αναλογούντων τελών και την εν γένει οικονομική διαχείριση, τη διενέργεια εγγραφών και καταχωρίσεων στα βιβλία των επιμέρους συστημάτων δημοσιότητας που τηρεί το Κτηματολογικό Γραφείο και την έκδοση πιστοποιητικών από αυτά, την ψηφιοποίηση των εισερχόμενων εγγράφων, τη λειτουργία και τη διασφάλιση της καλής κατάστασης και της ασφάλειας των κτιριακών και των πληροφοριακών εφαρμογών και την παροχή κάθε είδους διοικητικής υποστήριξης στο Κτηματολογικό Γραφείο και τα Υποκαταστήματά του.

5. Κάθε Υποκατάστημα Κτηματολογικού Γραφείου οργανώνεται και λειτουργεί σε επίπεδο Τμήματος του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου.

6. Οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων ασκούν τις αποφασιστικές αρμοδιότητες της παρ. 3 του άρθρου 15, και οι Προϊστάμενοι των Υποκαταστημάτων τις αποφασιστικές αρμοδιότητες της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 15, και ζητούν, κατά την κρίση τους, εισήγηση του Νομικού Τμήματος, είναι υπεύθυνοι για την έγκαιρη, έγκυρη και νόμιμη διεκπεραίωση των συναλλαγών στα επιμέρους συστήματα δημοσιότητας που τηρεί το Κτηματολογικό Γραφείο και τα Υποκαταστήματά του σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, για την τήρηση του νομίμου ωραρίου λειτουργίας και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών τους, για την ασφαλή και ορθή χρήση του εξοπλισμού και των κτιριακών και πληροφοριακών υποδομών τους, για την ασφάλεια του προσωπικού και των συναλλασσομένων και για τη διασφάλιση των τηρούμενων κτηματολογικών δεδομένων και αρχείων από κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο.

1. Στην Κεντρική Υπηρεσία του Φορέα συνιστώνται τριακόσιες εξήντα οκτώ [368] θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δώδεκα [12] θέσεις με σχέση έμμισθης εντολής, που κατατάσσονται, ανά κατηγορία και ειδικότητα, ως εξής:
α) Κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), θέσεις διακόσιες σαράντα επτά [247] θέσεις:
αα) Κλάδου Διοικητικού, θέσεις σαράντα [40].
ββ) Κλάδου Οικονομικού, θέσεις δεκαοκτώ [18].
γγ) Κλάδου Νομικών, θέσεις πενήντα μία [51].
δδ) Κλάδου Μηχανικών, θέσεις δεκατέσσερις [14].
εε) Κλάδου Μηχανικών με ειδικότητα Αγρονόμων -Τοπογράφων Μηχανικών, θέσεις εβδομήντα επτά [77].
στστ) Κλάδου Πληροφορικής, θέσεις δεκαοκτώ [18].
ζζ) Κλάδου Γεωτεχνικών, θέσεις τέσσερις [4].
ηη) Κλάδου Γεωτεχνικών με ειδικότητα Δασολόγων, θέσεις επτά [7].
θθ) Κλάδου Περιβάλλοντος, θέσεις έξι [6].
ιι) Δικηγόρων με έμμισθη εντολή, θέσεις δώδεκα [12].
β) Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), τριάντα τρείς [33] θέσεις:
αα) Κλάδου Διοικητικού, θέσεις δέκα [10]
ββ) Κλάδου Λογιστικού, θέσεις δέκα [10].
γγ) Κλάδου Πληροφορικής, θέσεις δύο [2].
δδ) Κλάδου Τεχνολογικών Εφαρμογών, θέσεις πέντε [5].
εε) Κλάδου Τεχνολογικών Εφαρμογών με ειδικότητα Μηχανικών Τοπογραφίας και Γεωπληροφορικής, θέσεις έξι [6].
γ) Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), [100] θέσεις:
αα) Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων, θέσεις ογδόντα οκτώ [88].
ββ) Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων, με ειδικότητα λογιστική θέσεις τέσσερις [4].
γγ) Κλάδου Τεχνικών, θέσεις τρεις [3].
δδ) Κλάδου Προσωπικού Η/Υ, θέσεις τέσσερις [4].
εε) Κλάδου Οδηγών, θέση [1].

2. Στις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Φορέα (Κτηματολογικά Γραφεία και Υποκαταστήματά τους) συστήνονται πεντακόσιες ογδόντα δύο [582] ενιαίες θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για την εκτέλεση καθηκόντων επιστημονικού, τεχνικού και βοηθητικού χαρακτήρα, οι οποίες κατατάσσονται, ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, ως εξής:
α) Κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), [316] θέσεις:
αα) Κλάδου Νομικών, [120] θέσεις.
ββ) Κλάδου Μηχανικών με ειδικότητα Αγρονόμων-Τοπογράφων Μηχανικών, θέσεις ογδόντα τέσσερις [84].
γγ) Κλάδου Πληροφορικής, θέσεις δεκαεπτά [17].
δδ) κλάδου Διοικητικού, θέσεις ογδόντα δύο [82].
εε) Κλάδου Οικονομικού, θέσεις δεκαεπτά [17].
β) Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), θέσεις εκατόν οκτώ [108]:
αα) Κλάδου Διοικητικού - Λογιστικού, θέσεις σαράντα [40].
ββ) Κλάδου Τεχνολογικών Εφαρμογών με ειδικότητα Μηχανικών Τοπογραφίας και Γεωπληροφορικής, θέσεις τριάντα τέσσερις [34].
γγ) Κλάδου Πληροφορικής, θέσεις τριάντα τέσσερις [34].
γ) Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), θέσεις εκατόν πενήντα τέσσερις [154], του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων.

3. Προσόντα για την πρόσληψη στις θέσεις των ανωτέρω κλάδων είναι όσα ορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 50/2001 (Α' 39).

4. Οι θέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου πληρούνται εφόσον, μετά την κατάργηση των θέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 19 και των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 20, το προσωπικό που υπηρετεί στη Κεντρική και τις Περιφερειακές υπηρεσίες του Φορέα, υπολείπεται των θέσεων που συστήνονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και κατά τον αντίστοιχο αριθμό. Από τον περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι θέσεις των υποπεριπτώσεων ββ' , γγ' και εε' της περίπτωσης α' και οι υποπεριπτώσεις ββ' και γγ' της περίπτωσης β' της παραγράφου 2. Οι θέσεις του παρόντος άρθρου κατανέμονται και ανακατανέμονται στις οργανικές μονάδες της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Φορέα.

1. Στο Φορέα συνιστώνται ενενήντα δύο (92) οργανικές θέσεις Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων τους, κατηγορίας ΠΕ, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου. Οι θέσεις κατανέμονται ανά μία σε κάθε Κτηματολογικό Γραφείο και Υποκατάστημα Κτηματολογικού Γραφείου, όπως αυτά προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 15, και εντάσσονται σε ειδικό κλάδο Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων Κτηματολογικών Γραφείων που συστήνεται με τον παρόντα νόμο στο Φορέα.

2. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, οι θέσεις της προηγούμενης παραγράφου καλύπτονται με διορισμό, για θητεία πέντε ετών, με δυνατότητα ανανέωσης, ύστερα από προκήρυξη και ειδικό διαγωνισμό, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15, 16 και 17 του ν. 2190/1994 (Α' 28), όπως ισχύει. Κατά τη διάρκεια της θητείας του προηγούμενου εδαφίου αναστέλλεται η άσκηση του δικηγορικού ή συμβολαιογραφικού λειτουργήματος.

3. Για την επιλογή και τοποθέτηση στις θέσεις ευθύνης της παραγράφου 1 απαιτούνται σωρευτικά τα ακόλουθα προσόντα:
α) Τίτλος σπουδών Τμήματος Νομικής.
β) Καλή γνώση μίας τουλάχιστον εκ των γλωσσών αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 28 του π.δ. 50/2001 (Α' 39).
γ) Άσκηση δικηγορικού ή συμβολαιογραφικού λειτουργήματος, ή προϋπηρεσία στη νομική διεύθυνση ή σε νομικό τμήμα Κτηματολογικού Γραφείου του Φορέα, για δεκαπέντε έτη συνολικά.

4. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, οι θέσεις της παραγράφου 1, καλύπτονται ως εξής:
α) από τους Προϊσταμένους και, όπου αυτοί ελλείπουν, από τους νόμιμους αναπληρωτές τους, των καταργούμενων εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων, εφόσον δεν έχουν υποβάλει αίτηση μετάταξης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 20, και
β) από τους ειδικούς άμισθους Υποθηκοφύλακες εφόσον υποβάλουν στο Φορέα σχετική αίτηση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την πρόσκληση του επόμενου εδαφίου. Ο Φορέας αποστέλλει, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, προς τους υπηρετούντες άμισθους Υποθηκοφύλακες, πρόσκληση προς υποβολή αίτησης μεταφοράς και ένταξης στο Φορέα. Η ένταξη των ειδικών άμισθων Υποθηκοφυλάκων σε υπαλληλικό βαθμό διενεργείται με απόφαση του Δ. Σ. του Φορέα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 80 και 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, όπως ισχύει). Η υπηρεσία των ανωτέρω στις θέσεις αμίσθων Υποθηκοφυλάκων θεωρείται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για κάθε νόμιμη συνέπεια.
Στις θέσεις της παραγράφου 1 τοποθετείται, με τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 1, όποιο από τα πρόσωπα των περιπτώσεων α' και β' του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου υπηρετούσε στο καταργούμενο, έμμισθο ή άμισθο, υποθηκοφυλακείο της έδρας του Κτηματολογικού Γραφείου ή του Υποκαταστήματος.
Όσοι από τους Υποθηκοφύλακες δεν υποβάλλουν αίτηση διορισμού στις θέσεις της παραγράφου 1, επαναδιορίζονται ως δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο οποίο ήταν δικηγόροι πριν από το διορισμό τους ως Υποθηκοφύλακες ή διορίζονται ως συμβολαιογράφοι, σε κενή θέση στην έδρα του ειρηνοδικείου της περιφέρειας του εφετείου όπου υπηρετούσαν, εφόσον είχαν καταλάβει θέση υποθηκοφύλακα κατόπιν επιτυχίας τους σε σχετικό διαγωνισμό.
Όσοι από τα πρόσωπα των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου υποβάλουν αίτηση μεταφοράς και ένταξης και δεν διοριστούν στις θέσεις της παρ. 1, εντάσσονται σε προσωποπαγή θέση Αναπληρωτή Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.
Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ειδικότερα καθήκοντα που ασκούνται από τους αναπληρωτές Προϊσταμένους Κτηματολογικών Γραφείων ή Υποκαταστημάτων της παρούσας παραγράφου.

5. Τα καθήκοντα της θέσης Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος η οποία δεν καλύπτεται κατά την προηγούμενη παράγραφο ή κενώνεται για οποιονδήποτε λόγο, μπορεί να ασκούνται από τον Προϊστάμενο άλλου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Φορέα.

6. Αν καταργηθεί Υποκατάστημα Κτηματολογικού Γραφείου, ο Προϊστάμενός του τοποθετείται σε αντίστοιχη κενή θέση Προϊσταμένου εντός της περιφερειακής ενότητας στην οποία υπηρετούσε και η θέση που κατείχε καταργείται. Αν δεν υπάρχει κενή θέση εντός της ίδιας περιφερειακής ενότητας, ο υπάλληλος της προηγούμενου εδαφίου τοποθετείται σε προσωποπαγή θέση η οποία συστήνεται και κατανέμεται εντός της ίδιας περιφερειακής ενότητας με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Φορέα σε Κτηματολογικό Γραφείο ή Υποκατάστημα Κτηματολογικού Γραφείου. και ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου στο Κτηματολογικό Γραφείο ή στο Υποκατάστημα που τοποθετείται. Ο ανωτέρω καταλαμβάνει την πρώτη θέση Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος εντός της ίδιας περιφερειακής ενότητας που θα κενωθεί, κατόπιν αίτησής του προς τον Φορέα.

7. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα μπορεί να ανατίθενται τα καθήκοντα Προϊσταμένου του Υποκαταστήματος Ικαρίας του Κτηματολογικού Γραφείου Βορείου Αιγαίου σε Συμβολαιογράφο που έχει την έδρα του στο νησί, για χρονικό διάστημα από δύο (2) έως τέσσερα (4) έτη. Αν στο νησί έχουν την έδρα τους περισσότεροι του ενός Συμβολαιογράφοι, πριν την από την ανάθεση και την κατάρτιση της σύμβασης δημοσιεύεται πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και μεταξύ περισσοτέρων ενδιαφερομένων, επιλέγεται ο αρχαιότερος υποψήφιος. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται τα ειδικότερα καθήκοντα του Συμβολαιογράφου, η ενιαία βάση προσδιορισμού της αμοιβής ανάλογα με τον αριθμό των μεταγραφομένων πράξεων και των χορηγουμένων αντιγράφων, το ύψος της και κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

1. Στις θέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 μεταφέρεται, με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στην ΕΚΧΑ Α.Ε. κατά τη δημοσίευσή του, εφόσον κατέχει τα τυπικά προσόντα πρόσληψης του κλάδου, της εκπαιδευτικής βαθμίδας και της ειδικότητας των αντίστοιχων θέσεων. Για τη μεταφορά του προηγούμενου εδαφίου δεν απαιτείται το πρόσθετο προσόν διορισμού της παρ. 1 του άρθρου 27 του π.δ. 50/2001. Για την ένταξη του προσωπικού του πρώτου εδαφίου εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, με την οποία γίνεται και η κατάταξή του σε βαθμούς, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 80 και 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4369/2016. Για την κατάταξη λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού όπως έχει αναγνωριστεί από την ΕΚΧΑ Α.Ε..

2. Το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που τυχόν δεν εντάσσεται στις θέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17, κατατάσσεται με απόφαση του Δ. Σ. του Φορέα σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες συνιστώνται με την ίδια απόφαση και καταργούνται με την αποχώρηση όσων τις κατέχουν με οποιονδήποτε τρόπο. Τα δύο τελευταία εδάφια της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για το προσωπικό της παρούσας παραγράφου.

3. α) Δικηγόροι με έμμισθη εντολή της ΕΚΧΑ Α.Ε. μεταφέρονται στις θέσεις της υποπερίπτωσης ιι' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 θέσεις, κατόπιν συνεκτίμησης των ετών προϋπηρεσίας στην ΕΚΧΑ Α.Ε. και τα νομικά πρόσωπα τα οποία διαδέχθηκε, του αριθμού παραστάσεων ως πληρεξούσιοι της ΕΚΧΑ Α.Ε. και των νομικών προσώπων τα οποία διαδέχθηκε και συνέντευξης από το Δ.Σ..
Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κριτηρίου πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή:
αα) 40% για τα έτη προϋπηρεσίας,
ββ) 40% για τον αριθμό παραστάσεων,
γγ) 20% για τη συνέντευξη.
Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως:
ααα) για κάθε έτος προϋπηρεσίας 25 μόρια, με ανώτατο όριο τα 500 μόρια,
βββ) για 1-15 παραστάσεις 100 μόρια, για 16-30 παραστάσεις 200 μόρια, για 31-45 παραστάσεις 300 μόρια, για 46-60 παραστάσεις 400 μόρια, για 61 παραστάσεις και άνω 500 μόρια,
γγγ) για τη συνέντευξη κατ' ανώτατο όριο 500 μόρια.
Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από κάθε μέλος του Δ.Σ. δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 500 μόρια.
Η τελική μοριοδότηση της συνέντευξης κάθε υποψηφίου προκύπτει από το μέσο όρο των βαθμών των μελών του Δ.Σ..
Για τη μεταφορά εκδίδεται απόφαση του Δ.Σ. εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος.
β) Δικηγόροι με έμμισθη εντολή της ΕΚΧΑ Α.Ε. οι οποίοι δεν μεταφέρονται στις θέσεις της υποπερίπτ. ιι' της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 17 θέσεις μεταφέρονται αυτοδίκαια στις συνιστώμενες με την υποπερίπτωση γγ' της περίπτωσης α' , της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου θέσεις, εκτός εάν εντός προθεσμίας δέκα ημερών από το πέρας της προθεσμίας του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου δηλώσουν, με αίτηση τους προς το Φορέα, ότι δεν επιθυμούν τη μεταφορά, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 (Α' 208). Σε περίπτωση μη υποβολής της αίτησης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων θεωρείται η ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος.

4. Προσωπικό της ΕΚΧΑ Α.Ε. με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου εντάσσεται σε συνιστώμενες στο Φορέα προσωποπαγείς θέσεις με την ίδια σχέση και για τον ίδιο χρόνο. Για την ένταξη εκδίδεται απόφαση του Δ.Σ..

5. Απασχολούμενοι με συμβάσεις έργου, συνεχίζουν την απασχόλησή τους στο Φορέα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβασή τους και μέχρι την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο έχει συναφθεί η σύμβαση.

6. Προσωπικό αποσπασμένο στην ΕΚΧΑ Α.Ε. κατά τη δημοσίευση του παρόντος, μεταφέρεται στο Φορέα για το υπόλοιπο της διάρκειας της απόσπασής του.

1. Στο Φορέα συνιστάται προσωρινός Κλάδος μονίμων υπαλλήλων πρώην Υποθηκοφυλακείων, κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ, με εκατόν ογδόντα εννέα (189) οργανικές θέσεις ως εξής:
α) Κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ): ενενήντα τέσσερις (94) θέσεις.
β) Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ): δέκα (10) θέσεις.
γ) Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ): ογδόντα μία (81) θέσεις.
δ) Κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ): τέσσερις (4) θέσεις.
Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα το προσωπικό που εντάσσεται στον προσωρινό Κλάδο της παρούσας παραγράφου κατατάσσεται οριστικά σε κλάδους και ειδικότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 50/2001 και καταλαμβάνει προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου του αντίστοιχου κλάδου και ειδικότητας. Ο προσωρινός κλάδος και οι θέσεις της παρούσας παραγράφου καταργούνται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση όσων υπηρετούν στον Κλάδο.

2. Οι θέσεις της παραγράφου 1 κατανέμονται με την απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 1,ανά κατηγορία, ειδικότητα και αριθμό στα Κτηματολογικά Γραφεία Αθηνών, Πειραιώς και Νήσων, Θεσσαλονίκης, Ηπείρου, Κρήτης, Δυτικής Ελλάδας και Δωδεκανήσου και στα Υποκαταστήματα Χαλανδρίου, Σαλαμίνος, Κατερίνης, Άρτας, Χανίων, Ναυπλίου, Χίου, Σάμου, Κώ, Λέρου των οικείων Κτηματολογικών Γραφείων.

3. Στις θέσεις της παραγράφου 1, όπως κατανέμονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, μεταφέρεται και εντάσσεται αυτοδικαίως με τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 1 ή με την πάροδο είκοσι τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 1, το προσωπικό που υπηρετεί, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, σε θέσεις υπαλλήλων εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων, οι οποίες καταργούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 7 του άρθρου 1, εφόσον δεν έχει υποβάλει αίτηση μετάταξης κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.

4. Το προσωπικό της προηγουμένης παραγράφου και το προσωπικό που προβλέπεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 4 του άρθρου 18 μπορεί, με αίτηση που υποβάλλεται στη Διεύθυνση Διοικητικού του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Δ. Σ. του Φορέα μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, να μετατάσσεται σε κλάδο δικαστικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή υπηρεσίας αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 83 και 84 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), εφόσον διαθέτουν τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα. Η μετάταξη διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου δικαστικών υπαλλήλων, σε κενή θέση ή, αν δεν υπάρχει κενή θέση, σε προσωποπαγή, η οποία συνιστάται για το σκοπό αυτό με την πράξη μετάταξης και καταργείται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Η ισχύς της πράξης μετάταξης αναστέλλεται έως τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 1 ή την παρέλευση του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου. Στο ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλεται η κατάργηση της θέσης που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 και ο υπάλληλος θεωρείται αποσπασμένος στο Φορέα και ασκεί τα καθήκοντα που του αναθέτει ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου ή του Υποκαταστήματος.

5. Στο Φορέα συνιστάται προσωρινός Κλάδος υπαλλήλων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων Κτηματολογικών Γραφείων, ο οποίος περιλαμβάνει επτακόσιες τριάντα οκτώ (738) προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως εξής:
α) Κατηγορίας ΠΕ: θέσεις εκατόν εβδομήντα τέσσερις (174),
β) Κατηγορίας ΤΕ: θέσεις ογδόντα (80)
γ) Κατηγορίας ΔΕ: θέσεις τετρακόσιες εβδομήντα οκτώ (478) και
δ) Κατηγορίας ΥΕ: θέσεις έξι (6).
Οι θέσεις κατανέμονται με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα στα Κτηματολογικά Γραφεία και τα Υποκαταστήματά τους.

6. Στις θέσεις του προσωρινού Κλάδου της προηγούμενης παραγράφου εντάσσεται αυτοδίκαια με τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 1 ή με την πάροδο είκοσι τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου: α) το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Υποθηκοφυλακείων που μετατράπηκαν σε έμμισθα σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 32 του ν. 4456/2017 (Α' 24) και β) το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των καταργούμενων ειδικών άμισθων Υποθηκοφυλακείων, εφόσον η πρόσληψη του τελευταίου διενεργήθηκε πριν από την πρώτη Ιανουαρίου 2015, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 56 του κ.δ. της 19/23.7.1941 όπως ίσχυαν κάθε φορά ή της παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 2 του ν. 3127/2003 (Α' 67). Το κόστος της μισθοδοσίας καλύπτεται από τα εισπραττόμενα τέλη.

7. Για την ένταξη της προηγουμένης παραγράφου, εκ-δίδεται διαπιστωτική απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, με την οποία γίνεται και η κατάταξή του προσωπικού σε βαθμούς, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 80 και 82 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκαν από την παράγραφο 2 του άρθρου 25 του ν. 4369/2016. Για την κατάταξη λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού που διανύθηκε στο καταργούμενο Υποθηκοφυλακείο. Ο ανωτέρω προσωρινός Κλάδος και οι αντίστοιχες προσωποπαγείς θέσεις καταργούνται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση όσων τις κατέχουν.

1. Για τις αποδοχές και την ένταξη σε μισθολογικά κλιμάκια του προσωπικού του Φορέα που εντάσσεται στις θέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 18, 19 και 20 του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 έως και 34 του ν. 4354/2015 (Α' 176). Για την κατάταξη του προσωπικού του άρθρου 19 λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού όπως έχει αναγνωριστεί από την ΕΚΧΑ Α.Ε.. Αν από την ένταξη του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου σε μισθολογικά κλιμάκια προκύπτει μείωση των αποδοχών που λάμβαναν την 1.1.2018 με βάση την παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4354/2015 , το ποσό της μείωσης καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά, εφαρμοζόμενων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 27 του ίδιου νόμου. Για το προσωπικό της παρ. 3 του άρθρου 19, το οποίο μεταφέρεται στις θέσεις της υποπερίπτωσης γγ' της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 17, ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ο χρόνος από την πρόσληψη με έμμισθη εντολή στην ΕΚΧΑ Α.Ε.. Ειδικά για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των καταργούμενων ειδικών αμίσθων Υποθηκοφυλακείων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4354/2015.

2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Φορέα με σχέση έμμισθης εντολής καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4354/2015 (Α' 176).

1. Οικονομικό έτος είναι η χρονική περίοδος η οποία περιλαμβάνει τις διοικητικές πράξεις και τα γεγονότα, τα οποία σχετίζονται με τη διαχείριση των πιστώσεων και την εκτέλεση των δαπανών του Φορέα.

2. Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31 η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους.

3. Η διοίκηση και διαχείριση των πόρων του Φορέα ασκείται από το Δ.Σ..

4. Με απόφαση του Δ.Σ. είναι δυνατή η παροχή εξουσιοδότησης σε άλλα όργανα του Φορέα να υπογράφουν «με εντολή Προέδρου» έγγραφα ή άλλες πράξεις διαχείρισης.

5. Οι αναγκαίες για τη λειτουργία του Φορέα και την εκπλήρωση της αποστολής του, πιστώσεις, εγγράφονται στον ετήσιο προϋπολογισμό του.

6. Οι εισπράξεις των εσόδων ενεργούνται από τις Τράπεζες με τις οποίες συνεργάζεται ο Φορέας. Οι εισπράξεις των εσόδων και οι πληρωμές των πάσης φύσεως δαπανών, διενεργούνται από τις Τράπεζες στις οποίες τηρούνται ειδικοί λογαριασμοί του Φορέα.

1. Οι δαπάνες του Φορέα αφορούν ιδίως:
α) Την καταβολή αποδοχών, πρόσθετων αμοιβών, ασφαλιστικών εισφορών, εξόδων κίνησης και λοιπών αποζημιώσεων στον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ., το Γενικό Διευθυντή και το προσωπικό που υπηρετεί στο Φορέα.
β) Την πληρωμή των συμβάσεων κτηματογράφησης και των λοιπών πάσης φύσεως συμβάσεων του Φορέα.
γ) Την πληρωμή μισθωμάτων και κοινοχρήστων ακινήτων ή κινητών που μισθώνει ο Φορέας με κοινή ή χρηματοδοτική μίσθωση, καθώς και την ασφάλιση κτιρίων, λειτουργικών και πληροφοριακών συστημάτων, επίπλων κ. λπ..
δ) Την κάλυψη των κάθε είδους λειτουργικών εξόδων (προμήθεια γραφικής ύλης, φωτισμός, θέρμανση, τηλεφωνικά, ταχυδρομικά και τηλεγραφικά έξοδα, λοιπές προμήθειες αναλώσιμων υλικών κ.λπ.).
ε) Την αγορά κτιρίων ή γηπέδων για την ανέγερση κτιρίων ή επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων και εξυπηρέτηση συναφών δανείων.
στ) Την εκπαίδευση και επιμόρφωση του προσωπικού.
ζ) Την επισκευή και συντήρηση κτιρίων, εγκαταστάσεων, επίπλων, μηχανημάτων, οργάνων και σκευών.
η) Την εκπόνηση μελετών, πραγματοποίηση ερευνών και τη λήψη κάθε είδους υπηρεσιών από τρίτους, αναγκαίων για την εκπλήρωση του σκοπού του.
θ) Την προμήθεια ηλεκτρονικού εξοπλισμού και λογισμικού, καθώς και την προσαρμογή, αναβάθμιση, βελτίωση και επέκταση αυτών.
ι) Την προμήθεια επίπλων, σκευών και λοιπών ειδών εξοπλισμού.
ια) Την έκδοση εντύπων.
ιβ) Τη δημοσίευση ανακοινώσεων σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
ιγ) Τις δημόσιες σχέσεις που συνάπτονται με την εξυπηρέτηση του σκοπού του.
ιδ) Συνδέσεις και συνδρομές σε εταιρείες παρακολούθησης αγορών και τράπεζες πληροφοριών, καθώς και εισφορές σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει.
ιε) Κάθε άλλη δαπάνη που προβλέπεται από διάταξη νόμου ή εξυπηρετεί και προάγει τους σκοπούς του Φορέα.

2. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε δαπάνης, απαιτείται έγκριση του Προέδρου του Δ.Σ. ή των εξουσιοδοτημένων από αυτόν οργάνων καθώς και η ύπαρξη σχετικού κονδυλίου στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό.

3. Ο Πρόεδρος δύναται, με απόφασή του, να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα έγκρισης δαπανών στον Γενικό Διευθυντή του Φορέα.

4. Η έγκριση παρέχεται με ιδιαίτερο έγγραφο που συντάσσεται σε δύο αντίτυπα από τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και υπογράφεται από τον Πρόεδρο ή από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα αυτή.

5. Μετά από την έγκριση της δαπάνης, το αρμόδιο όργανο προβαίνει στις νόμιμες ενέργειες για την εκτέλεσή της.

6. Οι εγκρίσεις δαπανών, που βαρύνουν εξ ολοκλήρου ή τμηματικά τα επόμενα οικονομικά έτη, παρακολουθούνται μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους.

7. Οι καταρτιζόμενες συμβάσεις για λογαριασμό του Φορέα περιλαμβάνουν απαραίτητα τον αριθμό και τη χρονολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου που εγκρίνει τη δαπάνη.

8. Προκειμένου περί διορισμών, εντάξεων και μετατάξεων του προσωπικού, βεβαιώνεται από τον Προϊστάμενο του αρμόδιου Τμήματος η ύπαρξη της αναγκαίας για την αντιμετώπιση της δαπάνης πίστωσης, για μεν τους διορισμούς στη σχετική προκήρυξη ή στην πράξη διορισμού, εφόσον ο διορισμός ενεργείται κατά νόμο χωρίς διαγωνισμό, για δε τις εντάξεις και μετατάξεις επί των οικείων πράξεων.

1. Η εκκαθάριση των εξόδων, δηλαδή ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων των πιστωτών του Φορέα, ενεργείται από το αρμόδιο Τμήμα, με πράξη που εμφανίζει ολογράφως και αριθμητικώς το εκκαθαριζόμενο χρηματικό ποσό.

2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη μονογράφεται από τα υπηρεσιακά όργανα που συμπράττουν στον έλεγχο των δικαιολογητικών, υπογράφεται δε από το αρμοδίως εξουσιοδοτημένο από το Δ.Σ. υπηρεσιακό όργανο.

3. Επί ενιαίας εκκαθάρισης περισσότερων απαιτήσεων ενός ή περισσότερων δικαιούχων επισυνάπτεται στα δικαιολογητικά και συγκεντρωτική κατάσταση των επιμέρους ποσών. Στην κατάσταση αυτή συντάσσεται η προβλεπόμενη πράξη εκκαθάρισης της δαπάνης.

4. Στα δικαιολογητικά των δαπανών δεν επιτρέπονται ξέσματα ή αλλοιώσεις. Σε περίπτωση διόρθωσης στην πράξη εκκαθάρισης της δαπάνης, εκδίδεται καινούριο παραστατικό.

5. Όταν, κατά την άσκηση ελέγχου, διαπιστώνονται ελλείψεις ή ατέλειες των δικαιολογητικών, αυτά επιστρέφονται προς συμπλήρωση στην αρμόδια υπηρεσία.

1. Οι εκκαθαριζόμενες από την αρμόδια υπηρεσία δαπάνες πληρώνονται βάσει εντολών πληρωμής ή τίτλου πληρωμής (Ε.Π. ή Τ.Π. ), σε βάρος της οικείας πίστωσης του προϋπολογισμού και πάντοτε εντός των προβλέψεων αυτού και των εκάστοτε υπολοίπων του λογαριασμού ταμειακής διαχείρισης του Φορέα.

2. Στα εν λόγω Ε.Π. ή Τ.Π. αναγράφονται:
α) ο τίτλος του Φορέα,
β) το οικονομικό έτος,
γ) το παραστατικό βάσει του οποίου καταλογίζεται η δαπάνη,
δ) ο αύξων αριθμός του εντάλματος και ο σχετικός αριθμός πρωτοκόλλου του συνοδεύοντος τα δικαιολογητικά εγγράφου,
ε) το πληρωτέο ποσό ολογράφως και αριθμητικώς,
στ) το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου και κάθε άλλο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου, ο ακριβής τίτλος και η έδρα του,
ζ) η Τράπεζα που θα ενεργήσει την πληρωμή,
η) ο τόπος και ο χρόνος έκδοσης και
θ) οι υπογραφές των αρμόδιων προσώπων, κατά την παράγραφο 2 του προηγουμένου άρθρου.

3. Στα ανωτέρω Ε.Π. ή Τ.Π. παρατίθεται ανάλυση, στην οποία αναγράφεται το πληρωτέο στο δικαιούχο ποσό και οι τυχόν υπέρ του Δημοσίου και τρίτων κρατήσεις.

4. Στα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής, εκτός από τα ανωτέρω στοιχεία, αναγράφεται και η προθεσμία απόδοσης λογαριασμού.

5. Στα τιμολόγια ή αποδείξεις των πιστωτών του Φορέα επί των οποίων στηρίζεται η έκδοση του Ε.Π. ή Τ.Π., σημειώνεται με ειδική σφραγίδα ότι εξοφλήθη.

6. Τα Ε.Π. ή Τ.Π. συντάσσονται σε δύο αντίτυπα. Από αυτά το πρώτο φέρει την ένδειξη «ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ», το δεύτερο «ΣΤΕΛΕΧΟΣ». Στο στέλεχος του Ε.Π. ή Τ.Π. υπό την ένδειξη «συνημμένο» σημειώνονται περιληπτικά τα δικαιολογητικά που στηρίζουν την έκδοσή του.

7. Τα Ε.Π. ή Τ.Π. δεν επιτρέπεται να φέρουν ξέσματα, προσθήκες, αλλοιώσεις, διαγραφές ή παρεγγραφές.

8. Επιτρέπεται η έκδοση Ε.Π. ή Τ.Π. βάσει δικαιολογητικών συνημμένων σε άλλο Ε.Π. ή Τ.Π. Στην περίπτωση αυτή, επί του αντιγράφου και του στελέχους αυτού γίνεται σημείωση παραπομπής στο Χ.Ε. στο οποίο έχουν επισυναφθεί τα δικαιολογητικά.

9. Τα εντάλματα πληρωμής ή οι τίτλοι πληρωμής αρχειοθετούνται ημερολογιακά και κατά αριθμό.

1. Όλες οι δαπάνες του Φορέα πληρώνονται με επιταγές και σε βάρος των τηρούμενων λογαριασμών σε Τράπεζες ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Επιτρέπεται, επίσης, η πληρωμή των οφειλών και με εντολή μεταφοράς με τη μεσολάβηση της Τράπεζας που ασκεί τη διαχείριση σε πίστωση λογαριασμού των δικαιούχων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή Τράπεζα.

2. Οι πληρωμές για δαπάνες αποδοχών του προσωπικού του Φορέα διενεργούνται μέσω ΕΑΠ.

3. Οι επιταγές και οι εντολές μεταφοράς υπογράφονται από τα εξουσιοδοτημένα από το Δ.Σ. αρμόδια όργανα και μέχρι το ύψος του ποσού που το ίδιο έχει ορίσει.

4. Επιτρέπεται η προπληρωμή προς αντιμετώπιση δαπανών για τις οποίες είναι, λόγω της φύσης τους ή της επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης, δυσχερής η τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.

1. Η Ταμειακή Διαχείριση του Φορέα διενεργείται από τις Τράπεζες στις οποίες έχουν ανοιχθεί λογαριασμοί του Φορέα.

2. Η κάθε Τράπεζα, κατά την εξόφληση της επιταγής, τηρεί την τραπεζική διαδικασία. Τα σχετικά δικαιολογητικά της διαδικασίας αυτής και οι εξοφλητικές αποδείξεις των δικαιούχων, παραμένουν στην Τράπεζα.

3. Δικαιολογητικό της πληρωμής αποτελεί το Ε.Π. ή Τ.Π. και η εμφάνιση της συναλλαγής στις κινήσεις που αποστέλλει η κάθε Τράπεζα για τη χρέωση του λογαριασμού του Φορέα και την εκτέλεση κάθε εντολής πληρωμής των δικαιούχων.

4. Αν οι πληρωμές ενεργούνται με εντολές μεταφοράς, δεν απαιτείται η προσκόμιση δικαιολογητικών νομιμοποίησης, ούτε εξοφλητική απόδειξη του δικαιούχου. Η απόδειξη εκτέλεσης της εντολής μεταφοράς ή χρέωσης του λογαριασμού του Φορέα, με πίστωση του δικαιούχου, αποτελεί στην περίπτωση αυτή δικαιολογητικό της πληρωμής που διενεργήθηκε.

5. Η οικονομική και λογιστική διαχείριση για την εκπλήρωση του σκοπού του Φορέα πραγματοποιείται κατά τα οριζόμενα στο ν. 4308/2014 (Α' 251). Ο Φορέας εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 (Α' 204), των άρθρων 65, 66, 67, 68, 69Α, 69Β, 69Γ,69Δ και 69Ε και του Κεφαλαίου Δ' του ν. 4270/2014, καθώς και των διατάξεων του π.δ. 80/2016 (Α' 145). Ομοίως για το Φορέα δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 4172/2013 (Α' 167).

6. Ο Φορέας απαλλάσσεται από κάθε δημόσιο, κοινοτικό, λιμενικό ή δικαστικό τέλος ή άλλο φόρο, άμεσο ή έμμεσο, εισφορά υπέρ τρίτου, δικαίωμα και κράτηση και συμπαρομαρτούντες φόρους και τέλη.

1. Η εξόφληση των Ε.Π. η Τ.Π. ενεργείται είτε με υπογραφή του δικαιούχου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του επί του Ε.Π. ή Τ.Π, είτε με ιδιαίτερη εξοφλητική απόδειξη. Σε κάθε περίπτωση, δίπλα στην υπογραφή του δικαιούχου σημειώνονται ο αριθμός της επιταγής, τα στοιχεία της αστυνομικής ταυτότητας ή του κατά νόμο πιστοποιητικού ή εγγράφου που αποδεικνύει την ταυτότητα του εξοφλούντος, καθώς και η διεύθυνση της κατοικίας του. Σε περίπτωση διενέργειας πληρωμής οφειλών του Οργανισμού με εντολή μεταφοράς, το αρμόδιο για την εξόφληση όργανο αναγράφει επί του εξοφλούμενου τίτλου, ότι αυτός εξοφλήθηκε με εντολή μεταφοράς και σημειώνει συγχρόνως τον αύξοντα αριθμό και την ημερομηνία της, καθώς και τον αριθμό της σχετικής απόδειξης της Τράπεζας για την εκτέλεση της εντολής μεταφοράς και θέτει την υπογραφή του.

2. Ο φορέας μπορεί να διατηρεί και να διαχειρίζεται λογαριασμούς σε ιδιωτικά πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία υποστηρίζουν αφενός την έκδοση μηχανογραφημένων επιταγών για τη διασφάλιση της πλήρους μηχανογραφικής διαχείρισης των οικονομικών του φορέα, και αφετέρου τη δυνατότητα χρήσης σύγχρονων χρηματοοικονομικών προϊόντων για την είσπραξη των τελών από τους δικαιούχους.

3. Οι Τράπεζες μέσω των οποίων ασκείται η ταμειακή διαχείριση του Φορέα αναγράφουν τόσο επί του τηρούμενου σε αυτές λογαριασμών του Φορέα, όσο και επί των αποστελλόμενων σε αυτές αντιγράφων των λογαριασμών και των αναγγελιών χρέωσης τούτων, τους αριθμούς των εξοφλουμένων επιταγών και εντολών μεταφοράς.

4. Η εξόφληση των δικαιούχων πρέπει να στηρίζεται σε πρωτότυπα παραστατικά, για τον έλεγχο της γνησιότητας των οποίων ευθύνεται προσωπικά έναντι του Φορέα το εντεταλμένο για το σκοπό αυτό όργανο.

1. Οι επί των δικαιολογητικών αναγραφόμενες κρατήσεις πληρώνονται με επιταγές ή εντολές μεταφοράς ή μέσω ενιαίας Αρχής.

2. Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο Φορέας υποχρεούται να προβαίνει στην απόδοση των υπέρ του Δημοσίου και τρίτων κρατήσεων επί των δικαιολογητικών που εξοφλούνται είτε με επιταγή εκδιδόμενη είτε με εντολή μεταφοράς.

1. Το Τμήμα Λογιστηρίου και Ταμειακής Διαχείρισης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών τηρεί τα προβλεπόμενα από σχετικές διατάξεις που καταλαμβάνουν το Φορέα Βιβλία και Στοιχεία, μέσω μηχανογραφικού συστήματος.

2. Επιτρέπεται η χρήση μηχανογραφικών μέσων και συστημάτων πληροφορικής βάσει ειδικών κατά περίπτωση προγραμμάτων, για την κατάρτιση και εκτέλεση του Ισολογισμού και του Προϋπολογισμού.

1. Ο Φορέας συντάσσει και τις ακόλουθες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες υποβάλλονται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και τον Υπουργό Οικονομικών:
α) Τον Ισολογισμό ή Κατάσταση Χρηματοοικονομικής Θέσης (Πίνακας),
β) Την Κατάσταση Αποτελεσμάτων (Πίνακας),
γ) Την Κατάσταση Μεταβολών Καθαρής Θέσης (Πίνακας),
δ) Την Κατάσταση Χρηματοροών (Πίνακας),
ε) Το Προσάρτημα (Σημειώσεις).

2. Οι καταστάσεις αυτές καταρτίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 4308/2014 και υποβάλλονται στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα.

1. Στην περίπτωση που από την οικονομική διαχείριση του Φορέα κάθε έτους, μετά την αφαίρεση ποσού που προκύπτει από το άθροισμα:
(α) των κάθε φορά επίδικων απαιτήσεων κατά του Φορέα,
(β) των πάσης φύσεως προβλέψεων, ιδίως επισφαλών ή και ανεπίδεκτων εισπράξεως απαιτήσεων από υπόχρεους καταβολής τελών ή προστίμων
(γ) των αποδοτέων στο ΤΑΧΔΙΚ ποσών της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του παρόντος και
(δ) των εισπραχθέντων παγίων και αναλογικών τελών κτηματογράφησης,
προκύπτει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα (καθαρό αποτέλεσμα χρήσης - έσοδα μείον έξοδα), ποσοστό του αποτελέσματος αυτού αποδίδεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό, ως δημόσιο έσοδο.

2. Το ποσοστό της προηγουμένης παραγράφου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Φορέα και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80%, του θετικού αποτελέσματος. Η απόδοση του ποσοστού γίνεται εντός του επομένου μηνός από την έγκριση του ισολογισμού από το Φορέα και την υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων από τους ορκωτούς λογιστές. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την ανωτέρω απόδοση.

3. Από 1.1.2019, και κατά το μεθεπόμενο οικονομικό έτος κάθε διαχειριστικής χρήσης, το τυχόν αδιάθετο ποσό του αποθεματικού, το οποίο έχει παραμείνει στο Φορέα, αποδίδεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Φορέα.

1. Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των πόρων του Φορέα και ο έλεγχος των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων γίνεται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές που ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα. Οι δαπάνες του ελέγχου βαρύνουν το Φορέα.

2. Το διαχειριστικό έτος συμπίπτει με το οικονομικό έτος.

3. Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές που ασκούν τον τακτικό διαχειριστικό έλεγχο, υποβάλλουν μέχρι την 30ή Απριλίου κάθε έτους, έκθεση για τη διαχείριση και τον απολογισμό του διαχειριστικού έτους που έληξε. Οι εκθέσεις υποβάλλονται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στον Υπουργό Οικονομικών και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Οι Υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών και το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορούν να ζητήσουν οποτεδήποτε τη διενέργεια εκτάκτων ελέγχων της οικονομικής διαχείρισης του Φορέα.

1. Οι κάθε είδους προμήθειες αγαθών, καθώς και οι αναθέσεις εκτέλεσης έργων και παροχής υπηρεσιών του Φορέα, διενεργούνται με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα ή του εξουσιοδοτημένου από αυτό οργάνου, ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση των αρμόδιων υπηρεσιακών μονάδων, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Για τις εκμισθώσεις, εκποιήσεις και αγορές ακινήτων από το Φορέα εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 715/1979 (Α' 212), όπως κάθε φορά ισχύει. Για τις μισθώσεις ακινήτων από το Φορέα εκδίδεται με απόφαση του Δ.Σ., Κανονισμός Μισθώσεων του Φορέα, ο οποίος εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των διαγωνισμών και η διαδικασία διαπραγμάτευσης γίνεται από επιτροπές, η σύνθεση και η θητεία των μελών των οποίων καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. ή του εξουσιοδοτημένου από αυτό οργάνου.

3. Η παραλαβή και η πιστοποίηση καλής εκτέλεσης βεβαιώνεται από τριμελή επιτροπή παραλαβής, η σύνθεση και η θητεία των μελών της οποίας καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. ή του εξουσιοδοτημένου από αυτό οργάνου.

4. Οι παραπάνω επιτροπές, συγκροτούνται από υπαλλήλους που υπηρετούν με οποιασδήποτε σχέση εργασίας στο Φορέα και λειτουργούν σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που αφορούν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και επικουρικά του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999).

5. Στις επιτροπές του παρόντος άρθρου είναι δυνατή η συμμετοχή ειδικών εμπειρογνωμόνων, εφόσον απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις.

1. Η καταβολή των πάγιων και αναλογικών ανταποδοτικών τελών και προστίμων σχετικών με τους σκοπούς και την λειτουργία του Φορέα, γίνεται είτε σε λογαριασμό του Φορέα που τηρείται σε οποιοδήποτε νομίμως λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα είτε με χρήση πιστωτικής κάρτας είτε με οποιονδήποτε άλλο αναγνωρισμένο στις συναλλαγές ασφαλή τρόπο, και σε κάθε περίπτωση κάνοντας χρήση των βέλτιστων πρακτικών που παρέχονται από το Τραπεζικό Σύστημα.

2. Ο έλεγχος των εισπράξεων διενεργείται καθημερινά μέσω ηλεκτρονικών αρχείων που παραλαμβάνει ο Φορέας από την «ΔΙΑΣ ΑΕ» ή από την αναφορά συναλλαγών που παρέχει στο on line διαχειριστικό περιβάλλον το Πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο συνεργάζεται για την χρήση της πιστωτικής κάρτας.

3. Περιοδικός έλεγχος διενεργείται με τη χρήση της «εφαρμογής ταμείου / ΣΠΕΚ» και του «ΣΤΕΚ», αλλά και με επιτόπιες επισκέψεις στις οργανικές περιφερειακές μονάδες.

1. Σε κάθε Κτηματολογικό Γ ραφείο συστήνεται τριμελής Επιτροπή Επίλυσης Αμφισβητήσεων. Η Επιτροπή συγκροτείται στην αρχή κάθε δεύτερου έτους, με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, για θητεία δύο (2) ετών που μπορεί να ανανεώνεται και αποτελείται από:
α) τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου, με αναπληρωτή Προϊστάμενο άλλου Κτηματολογικού Γραφείου, ως Πρόεδρο,
β) έναν υπάλληλο του Φορέα του κλάδου Μηχανικών κατηγορίας ΠΕ, με ειδικότητα Αγρονόμων - Τοπογράφων Μηχανικών και
γ) έναν υπάλληλο του Φορέα του Κλάδου Νομικών ή ένα δικηγόρο με έμμισθη εντολή στο Φορέα, με τον αναπληρωτή του.
Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος του Κτηματολογικού Γραφείου Κατηγορίας ΠΕ. Δεν αποτελεί κώλυμα για τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου η συμμετοχή του σε συνεδρίαση κατά την οποία συζητείται προσφυγή κατά πρά-ξεως Προϊσταμένου Υποκαταστήματος του Κτηματολογικού Γραφείου.

2. Κατά πράξεων του Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος Κτηματολογικού Γραφείου του Φορέα οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16, 17, 18 και 19 του ν. 2664/1998, ασκείται, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση της πράξεως ή την άπρακτη παρέλευση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις αυτές προθεσμιών προς έκδοση πράξης, ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής της παραγράφου 1.
Η προσφυγή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.
Αν δεν εκδοθεί απόφαση επί της προσφυγής μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, θεωρείται ότι η απόφαση είναι απορριπτική. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου δεν επιτρέπεται η έκδοση απόφασης.
Η άσκηση της προσφυγής διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων της παραγράφου 3.

3. Κατά της απόφασης της Επιτροπής Επίλυσης Αμφισβητήσεων που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2, ασκούνται τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 16, 17, 18 και 19 του ν. 2664/1998 και στο άρθρο 791 Κ.Πολ.Δ..

4. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία, ο τρόπος καταχώρισης των προσφυγών και δημοσιότητας των αποφάσεων της παραγράφου 2, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα για τη λειτουργία της. Στα μέλη της Επιτροπής της παρ. 1 καταβάλλεται αμοιβή, της οποίας το ύψος και οι ειδικότερες προϋποθέσεις καταβολής, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4354/2015.

1. Ο Φορέας παραμένει χωρίς καταβολή ανταλλάγματος στη χρήση ακινήτων κυριότητας του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες των Υποθηκοφυλακείων που καταργούνται με την παρ. 5 του άρθρου 1.

2. Οι βεβαιωμένες υπέρ ΕΚΧΑ Α.Ε. οφειλές στις Δ.Ο.Υ. εισπράττονται και αποδίδονται στο Φορέα.

3. Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία ή σε έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, αναγράφεται η λέξη ΕΚΧΑ Α.Ε., εφεξής νοείται ο Φορέας.

4. Ο κατά την έναρξη του παρόντος νόμου Πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΧΑ Α.Ε., προσαυξημένα κατά δύο, αποτελούν το Δ.Σ. του Φορέα και ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του Κεφαλαίου Α' , μέχρι το διορισμό του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. του Φορέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3. Τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δύο νέα μέλη υποδεικνύονται για διορισμό στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μέχρι τον κατά το προηγούμενο εδάφιο διορισμό, το Δ.Σ του Φορέα θεωρείται ότι έχει νόμιμη συγκρότηση.

5. Οι δύο Αντιπρόεδροι του Δ.Σ. της ΕΚΧΑ Α.Ε. υπηρετούν ως εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ. και ασκούν τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται με απόφαση του Δ.Σ. κατ' αναλογία με τις αρμοδιότητες των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών Έργων και Κτηματολογίου αντίστοιχα, μέχρι τον διορισμό των τελευταίων, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 5.

6. Ο Γενικός Διευθυντής της ΕΚΧΑ Α.Ε. ασκεί καθήκοντα Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή Υποστηρικτικών Υπηρεσιών, μέχρι τον διορισμό του τελευταίου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8 του άρθρου 5.

7. Η κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΚΧΑ Α.Ε. ασκεί καθήκοντα Γενικού Διευθυντή του Φορέα και τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5, μέχρι τον διορισμό Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου.

8. Για τις αποζημιώσεις των μελών του μεταβατικού Δ.Σ. της παρ. 4 εφαρμόζεται η υπ' αρίθμ. 2/36349/11.5.2016 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΟΔΔ' 254).

9. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 40, διατηρείται σε ισχύ η απόφαση 53256/19.12.2007 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων «Περί καθορισμού του τρόπου και της διαδικασίας είσπραξης των υπέρ του Φορέα Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε) πάγιων και ανταποδοτικών τελών κτηματογράφησης της παρ. 10 περ. α' υποπερ. αα' και γ' του άρθρου 2 του ν. 2308/1995 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει» (Β' 2452).

10. Στο Φορέα συστήνονται εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια, σύμφωνα με τα άρθρα 146Β και 159 του ν. 3528/2007 (Α' 26).Μέχρι τη σύσταση των υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, οι υπάλληλοι του Φορέα υπάγονται στα υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. 

11. Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων των παρ. 1 και 8 του άρθρου 40, κανονιστικές πράξεις έχουν εκδοθεί κατά τις εξουσιοδοτικές διατάξεις των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, διατηρούν την ισχύ τους.

12. Τις αρμοδιότητες των Τεχνικών Τμημάτων των Κτηματολογικών Γραφείων όπως προβλέπονται με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του παρόντος, αναλαμβάνει μέχρι την έναρξη λειτουργίας τους το Τμήμα Συντονισμού Περιφερειακών Τεχνικών Υπηρεσιών της παραγράφου 2.2.2.2. του άρθρου 14 του παρόντος.

13. Ο Φορέας, δύναται, προκειμένου να καλυφθούν πρόσκαιρες και επείγουσες ανάγκες των έργων της κτηματογράφησης, και μέχρι την ολοκλήρωση των έργων αυτών, να προσλαμβάνει προσωπικό με συμβάσεις μίσθωσης έργου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 162 του ν. 4483/2017 (Α' 107).

14. Ειδικά για το έτος 2018 για την αναθεώρηση του εγκεκριμένου ετήσιου προϋπολογισμού του Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο» δεν απαιτείται έγκριση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εφόσον:
α) Η σε απολογιστική βάση εσωτερική μηνιαία, τριμηνιαία ή ετήσια αναδιαμόρφωση των αριθμητικών ποσών που περιγράφονται στους επιμέρους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του ετήσιου εγκεκριμένου προϋπολογισμού του, δεν επιφέρει αρνητική απόκλιση στο εγκεκριμένο ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα «ΙΣΟΖΥΓΙΟ», του προϋπολογισμού του.
β) Επέρχεται ισόποση μεταβολή εσόδων και εξόδων του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του Φορέα, προερχόμενη από επιχορηγήσεις για την υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων ή μη έργων ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο.

1. Οι Προϊστάμενοι των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων, οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες και οι εκτελούντες ή αναπληρούντες στα έργα Υποθηκοφύλακα, Συμβολαιογράφοι ή Ειρηνοδίκες, των Υποθηκοφυλακείων που καταργούνται με την παράγραφο 5 του άρθρου 1, παραδίδουν στο Φορέα με την πάροδο ενός μηνός από την έγγραφη προειδοποίηση τους:
α) Τα βιβλία υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων, τα γενικά αλφαβητικά ευρετήρια υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων, το βιβλίο εισαγωγής εγγράφων και εισπράξεως τελών και δικαιωμάτων, τους βιβλιοδετημένους τόμους
αα) των περιλήψεων και αιτήσεων εξαλείψεων, άρσεων κλπ., μετά των σχετικών εγγράφων,
ββ) των διεκδικητικών αγωγών,
γγ) των μεταγραφομένων συμβολαίων και
δδ) των αντιγράφων των κατασχετηρίων εκθέσεων, καθώς και όλα εν γένει τα βιβλία και αρχεία που τηρούνταν από τα άμισθα Υποθηκοφυλακεία, σύμφωνα με τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις.
Εφόσον τα ανωτέρω τηρούνται και ηλεκτρονικά, παραδίδεται και η ψηφιακή βάση δεδομένων τους, συνοδευόμενη από αντίγραφο του απαραίτητου λογισμικού.
β) Τις εκκρεμείς αιτήσεις για την έκδοση αντιγράφων, βεβαιώσεων ή πιστοποιητικών.
γ) Τα έπιπλα, σκεύη, μηχανήματα και όλο εν γένει τον εξοπλισμό των αμίσθων υποθηκοφυλακείων, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 39, καθώς και τα εγκατεστημένα προγράμματα ηλεκτρονικών εφαρμογών, καθώς και τον εξοπλισμό που αποκτήθηκε σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 2664/1998.

2. Για την παράδοση και παραλαβή συντάσσεται εις πενταπλούν πρωτόκολλο που υπογράφεται από τον Υποθηκοφύλακα ή από τον εκτελούντα ή αναπληρούντα στα έργα Υποθηκοφύλακα, Συμβολαιογράφο ή Ειρηνοδίκη των Υποθηκοφυλακείων που καταργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 1, και από τον υπάλληλο που εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτόν από το Δ.Σ. του Φορέα. Ένα αντίγραφο αρχειοθετείται στο Κτηματολογικό Γραφείο ή στο Υποκατάστημα του Κτηματολογικού Γραφείου, ένα λαμβάνει αυτός που παραδίδει, και από ένα αντίγραφο διαβιβάζεται από τον υπάλληλο του Φορέα που υπογράφει το πρωτόκολλο, στο Φορέα, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στον κατ' άρθρο 35 του κ.δ. 19/23.7.1941 Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

3. Στο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής της προηγουμένης παραγράφου, καταγράφονται κατ' ελάχιστον: η ημερομηνία παράδοσης - παραλαβής, η επωνυμία του Υποθηκοφυλακείου το αρχείο του οποίου παραδίδεται, και η επωνυμία του Κτηματολογικού Γραφείου που παραλαμβάνει, το ονοματεπώνυμο αυτού που παραδίδει και αυτού που παραλαμβάνει, ο αριθμός και το είδος των βιβλίων και αρχείων που παραδίδονται, μαζί με ενημέρωση για τυχόν προβλήματα στην κατάστασή τους, καθώς και τα έπιπλα, σκεύη, μηχανήματα και ο λοιπός εν γένει εξοπλισμός που προβλέπεται στην περίπτωση γ' της παραγράφου 1.

4. Μέσα σε δέκα ημέρες από την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, αποδίδονται από τον πρώην άμισθο Υποθηκοφύλακα ή τον εκτελούντα ή αναπληρούντα στα έργα Υποθηκοφύλακα, Συμβολαιογράφο ή Ειρηνοδίκη των Υποθηκοφυλακείων, τα τυχόν οφειλόμενα στο Δημόσιο, στο ΤΑΧΔΙΚ ή στο Φορέα, τέλη.

5. Με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Φορέα καταρτίζεται για την απεικόνιση όλων των περιουσιακών στοιχείων (απαιτήσεων, υποχρεώσεων, καθαρής θέσης, αποτελεσμάτων) της καταργούμενης δια του παρόντος νόμου ΕΚΧΑ Α.Ε., αναλυτικό ισοζύγιο - απογραφή το οποίο προκύπτει από τα λογιστικά αρχεία της εταιρείας. Βάσει του Ισοζυγίου - Απογραφής του προηγούμενου εδαφίου συντάσσεται με βάση τις διατάξεις του ν. 4308/2014 ο Μεταβατικός Ισολογισμός (Χρηματοοικονομικές Καταστάσεις) με ημερομηνία την ημερομηνία κατάργησης της ΕΚΧΑ Α.Ε., ο οποίος ελέγχεται από οριζόμενους για το σκοπό αυτό Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές. Το αναλυτικό ισοζύγιο-απογραφή και ο μεταβατικός ισολογισμός εγκρίνονται από το Δ.Σ. του Φορέα, και διαβιβάζονται, μαζί με την έκθεση ελέγχου, στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

1.α) Για τη στέγαση των Κτηματολογικών Γραφείων και των Υποκαταστημάτων τους, που συστήνονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ο Φορέας, με την επιφύλαξη της περίπτωσης β' , υπεισέρχεται αυτοδικαίως, ως μισθωτής, στις, ισχύουσες κατά την ημερομηνία κατάργησης των Κτηματολογικών Γραφείων και Υποθηκοφυλακείων σύμφωνα με την παραγράφου 7 του άρθρου 1, μισθώσεις ακινήτων, που έχουν συναφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο ή από τους άμισθους Υποθηκοφύλακες, για τη στέγαση των εμμίσθων ή αμίσθων Υποθηκοφυλακείων ή Κτηματολογικών Γραφείων, αντίστοιχα. Ο Φορέας δικαιούται, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την υπεισέλευσή του στη θέση του μισθωτή, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, να καταγγείλει αζημίως τις μισθώσεις της παρούσας παραγράφου.
β) Σε περίπτωση κατά την οποία, οι υπηρετούντες κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, άμισθοι υποθηκοφύλακες επιθυμούν τη συνέχιση της μισθωτικής σχέσης στο πρόσωπο τους για άλλη χρήση, οφείλουν να το δηλώσουν στο Φορέα ταυτόχρονα με την αποδοχή ή μη της πρόσκλησης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 18.

2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες άμισθο Υποθηκοφυλακείο που καταργείται με τις διατάξεις της παραγράφου 5 άρθρου 1, στεγάζεται, κατά την ημερομηνία κατάργησής του σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 1, σε ακίνητο για το οποίο δεν έχει συναφθεί σύμβαση μίσθωσης, ο Φορέας παραμένει αυτοδικαίως στη χρήση του ακινήτου, για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες από την ημερομηνία κατάργησης του Υποθηκοφυλακείου. Γ ια τη, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, χρήση, καταβάλλεται από το Φορέα στον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου εύλογη αποζημίωση, το ύψος της οποίας συμφωνείται με διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων.

3. Τα έπιπλα, σκεύη, μηχανήματα και όλος εν γένει ο εξοπλισμός των καταργουμένων αμίσθων Υποθηκοφυλακείων περιέρχονται στην κυριότητα του Φορέα, εκτός αν αποδεικνύεται αποκλειστικά με έγγραφα ότι αυτά αποκτήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 20 του ν. 2145/1993 (Α' 88). 

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Φορέα, ρυθμίζεται ο ειδικότερος τρόπος καταβολής και πιστοποίησης της πληρωμής των τελών. Με όμοια απόφαση τα πάγια και αναλογικά τέλη όπως καθορίζονται στα άρθρα 6 και 7, επιτρέπεται να αναπροσαρμόζονται και να καθορίζονται και άλλες πράξεις για τις οποίες καταβάλλεται αναλογικό τέλος.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Φορέα, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ύψος του αποδιδόμενου στο ΤΑΧΔΙΚ ποσοστού και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τον τρόπο και τη διαδικασία απόδοσής του.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. μπορεί να τροποποιείται η οργανωτική διάρθρωση της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Φορέα που προβλέπεται στο Κεφάλαιο Γ' και να ανακατανέμονται οι θέσεις του προσωπικού που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Δ' .

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. του Φορέα, μπορεί να τροποποιούνται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ε' και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την οικονομική διαχείριση του Φορέα.

5. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Φορέα με βάση τις ισχύουσες προδιαγραφές, εγκρίνεται Κανονισμός Προεκτιμώμενων Αμοιβών, κατά παρέκκλιση της περίπτωσης δ' της παρ. 8 του ν. 4412/2016 (Α' 147), με την επιφύλαξη των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου.

6. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη θέσεων Προϊσταμένων Διευθύνσεων και Τμημάτων και ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο οργανωτικό ζήτημα για τη λειτουργία του Φορέα.

7. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται το περιεχόμενο των κτηματολογικών διαγραμμάτων και οι τεχνικές προδιαγραφές κτηματογράφησης, καθώς και των υποστηρικτικών έργων.

8. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα μπορούν να καταργούνται τα Υποκαταστήματα του άρθρου 15 και να συγχωνεύεται η τοπική τους αρμοδιότητα στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.

9. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα καθορίζεται:
α) ο τρόπος υποβολής και το περιεχόμενο των αιτήσεων για την εγγραφή πράξεων, την χορήγηση αντιγράφων και πιστοποιητικών,
β) οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής των τελών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα,
γ) το ειδικότερο περιεχόμενο και τα πεδία που συμπληρώνονται υποχρεωτικά κατά την ψηφιακή εγγραφή των αιτήσεων στα βιβλία του άρθρου 9 και κάθε θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα σχετικό με τα ανωτέρω ζητήματα.

10. Με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα μπορεί να ανατίθενται στα Κτηματολογικά Γραφεία και αρμοδιότητες του τομέα γεωχωρικών πληροφοριών και χαρτογραφήσεων που αφορούν την περιοχή της κατά τόπον αρμοδιότητάς τους.

11. Με απόφαση του Γενικού Διευθυντή συστήνονται έως έξι (6) προσωρινές θέσεις Τομεάρχη Διαχείρισης Έργων υπό το Τμήμα Διαχείρισης Έργων της Διεύθυνσης Έργων ανάλογα με τον αριθμό των διαχειριζόμενων συμβάσεων και μέχρι την ολοκλήρωση των έργων Κτηματογράφησης, με αρμοδιότητα το συντονισμό ομάδας επιβλεπόντων έργων οι οποίοι αναφέρονται σε αυτόν. Στις προσωρινές αυτές θέσεις ευθύνης καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα θέσης ίσο με τα 2/3 του επιδόματος θέσης επιπέδου προϊσταμένου τμήματος όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 1 αζ) του άρθρου 16 του ν. 4354/2015.

1. Οι διατάξεις:
α) των άρθρων 1 έως και 14, 16, και 19 έως και 22 του ν. 325/1976,
β) της παρ. 4 του άρθρου 10 του κ.δ. 19/23 Ιουλίου 1941 (Α'244), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του α.ν. 305/1945 (Α' 110) και
γ) του άρθρου 1 του ν.δ. 4201/1961 (Α' 175), καθώς και οι κανονιστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση τους, καταργούνται.

2. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 13 και η παρ. 7 του άρθρου 14 του ν. 2308/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 26 του άρθρου 3 του ν. 4164/2013 (Α' 156), καταργείται.

3. Οι διατάξεις των δευτέρου και τρίτου εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2664/1998 καταργούνται.

4. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο ζητήματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν καταργείται.

1. Η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Β' και της παραγράφου 1 του άρθρου 41 αρχίζει για κάθε Κτηματολογικό Γραφείο από τη δημοσίευση της αντίστοιχης απόφασης που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 1.

2. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Μέρους αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται κατά την έρευνα και εκμετάλλευση των λατομικών ορυκτών.

2. Λατομικά ορυκτά ονομάζονται τα ορυκτά της παρ. 3 τα οποία δεν ανήκουν στην κατηγορία των μεταλλευμάτων ή μεταλλευτικών ορυκτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα (ν.δ. 210/1973, Α' 277).

3. Τα λατομικά ορυκτά διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
α. μάρμαρα και φυσικοί λίθοι
αα. Στην κατηγορία των μαρμάρων ανήκουν διάφορα πετρώματα, ποικίλων χρωμάτων, εξορυσσόμενα σε όγκους, επιδεκτικά κοπής σε πλάκες, λείανσης και στίλβωσης, καθώς και ο πωρόλιθος, το αλάβαστρο και ο όνυχας.
ββ. Στην κατηγορία των φυσικών λίθων ανήκουν οι λαξευτοί δομικοί λίθοι, οι σχιστολιθικές και ασβεστολιθικές πλάκες και τα διακοσμητικά πετρώματα.
β. αδρανή υλικά
Στην κατηγορία των αδρανών υλικών ανήκουν
αα) τα υλικά διαφόρων διαστάσεων, που προέρχονται από την εξόρυξη και θραύση πετρωμάτων ή την απόληψη φυσικών αποθέσεων θραυσμάτων τους και είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν όπως έχουν ή ύστερα από θραύση ή λειοτρίβηση ή ταξινόμηση για την παρασκευή σκυροδεμάτων ή κονιαμάτων ή με μορφή σκύρων ή μεγαλύτερων τεμαχίων στην οδοποιία ή λοιπά τεχνικά έργα ή οικοδομές, ββ) τα υλικά που προέρχονται από την εξόρυξη ασβεστολιθικών πετρωμάτων και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ασβέστου ή υδραυλικών κονιών ή συλλιπασμάτων μεταλλουργίας,
γγ) η μαρμαρόσκονη και η μαρμαροψηφίδα όταν εξορύσσονται από λατομικούς χώρους, στους οποίους, παρά το γεγονός ότι το περικλειόμενο πέτρωμα είναι επιδεκτικό κοπής σε πλάκες, λείανσης και στίλβωσης, εντούτοις δεν μπορεί να εξορυχθούν μάρμαρα σε όγκους λόγω τεκτονισμού του πετρώματος.
Δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος αδρανή υλικά, τα οποία προέρχονται από την επεξεργασία και ανακύκλωση αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (ΑΕΚΚ) ή «τεχνητά» αδρανή, τα οποία παράγονται από βιομηχανική επεξεργασία αποβλήτων, παραπροϊόντων και υπολειμμάτων.
γ. βιομηχανικά ορυκτά
Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών ανήκουν όσα λατομικά ορυκτά δεν υπάγονται στις κατηγορίες α' και β' της παρούσας παραγράφου και ιδίως ο καολίνης, ο μπεντονίτης, η κιμωλία, ο γύψος, ο περλίτης, η κίσσηρις, η θηραϊκή γη, ο χαλαζίας, η χαλαζιακή άμμος, οι ποζολάνες, οι ζεόλιθοι, καθώς και οι άργιλοι και μάργες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία.
Επίσης, στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών κατατάσσεται και το ανθρακικό ασβέστιο, εφόσον τεκμηριώνεται, στην τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, ότι το εξορυσσόμενο πέτρωμα διαθέτει την κατάλληλη ορυκτολογική και χημική σύσταση και υπάρχει η δυνατότητα διάθεσής του για βιομηχανική χρήση.

4. Για κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση ως προς την υπαγωγή ορυκτού ή πετρώματος σε κατηγορία της παρ. 3, κατά το στάδιο έγκρισης της τεχνικής μελέτης αποφαίνεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνωμοδότηση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.).

5. Λατομικοί χώροι ή λατομεία είναι οι ενιαίοι χώροι για τους οποίους έχουν χορηγηθεί και βρίσκονται σε ισχύ οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία εγκρίσεις ή γνωστοποιήσεις:
α) διενέργειας ερευνητικών εργασιών ή
β) εκμετάλλευσης λατομικών ορυκτών.
Δημόσια λατομεία είναι οι λατομικοί χώροι επί δημόσιων εκτάσεων και ιδιωτικά ή δημοτικά λατομεία είναι οι λατομικοί χώροι επί ιδιωτικών ή δημοτικών εκτάσεων, αντίστοιχα.

6. Λατομικές περιοχές αδρανών υλικών είναι οι εκτάσεις εντός των οποίων χωροθετούνται ένας ή περισσότεροι λατομικοί χώροι εκμετάλλευσης αδρανών υλικών και οι οποίες καθορίζονται με τη διαδικασία και τα κριτήρια των άρθρων 46,47 και 48. Στις λατομικές περιοχές περιλαμβάνονται και οι θέσεις συγκέντρωσης λατομικών επιχειρήσεων αδρανών υλικών στην Περιφέρεια Αττικής, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1515/1985 (Α' 18), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 του ν. 4277/2014 (Α' 156).

7. Πάγια είναι τα μισθώματα που καταβάλλονται από την έναρξη ισχύος της σύμβασης μίσθωσης και το ύψος τους είναι ανεξάρτητο από τις ποσότητες των παραγόμενων προϊόντων ή παραπροϊόντων του λατομείου. Αναλογικά είναι τα μισθώματα που καταβάλλονται μετά την έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας του λατομείου και συναρτώνται με το μέγεθος παραγωγής αυτού.

8. Με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 59, στις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εμπίπτουν οι αμμοληψίες φυσικών αποθέσεων θραυσμάτων από τις κοίτες και εκβολές ποταμών, χειμάρρων και από τις θαλάσσιες και λιμναίες ακτές. Τα θέματα για τις αμμοληψίες αυτές ρυθμίζονται από τον α.ν. 1219/1938 (Α' 191).

1. Το δικαίωμα έρευνας και επιφανειακής ή/και υπόγειας εκμετάλλευσης των λατομικών ορυκτών ανήκει στον ιδιοκτήτη της εδαφικής έκτασης, μέσα στην οποία υπάρχουν ή σε όποιον ο ιδιοκτήτης παραχώρησε το δικαίωμα αυτό.
Το δικαίωμα της εκμετάλλευσης εκτείνεται σε όλα τα παραγόμενα υποπροϊόντα, καθώς και στην αξιοποίηση των εξορυκτικών αποβλήτων κατά τη διαχείρισή τους, που προέρχονται από την εξόρυξη και την επεξεργασία των λατομικών ορυκτών.

2. Η παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης σε ιδιωτικές εκτάσεις γίνεται και αποδεικνύεται με συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης της έκτασης, η οποία συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα και πιστοποιητικά, όπως νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας έγγραφα μεταγραφής στο οικείο υποθηκοφυλακείο, κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα καθώς και από πρόσφατο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα κατάλληλης κλίμακας. Το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα απεικονίζει οριζοντιογραφικά και υψομετρικά τα όρια της έκτασης και όλα τα στοιχεία του ανάγλυφου εντός και εκτός αυτής, εξαρτημένα από το Εθνικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 (Ε.Γ.Σ.Α. '87) και συντάσσεται σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές.

3. Η παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας σε εκτάσεις των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ γίνεται και αποδεικνύεται με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και του δικαιώματος εκμετάλλευσης των εκτάσεων αυτών με συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 54.

4. Η παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας σε εκτάσεις του Δημοσίου γίνεται και αποδεικνύεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ενώ η παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης των εκτάσεων αυτών με συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 53.
Στις αποφάσεις των παραγράφων 3 και 4 αναφέρονται υποχρεωτικά τα όρια του λατομικού χώρου με τα στοιχεία του τοπογραφικού σχεδιαγράμματος της παραγράφου 2.

5. Το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης των λατομικών ορυκτών, που βρίσκονται σε δημόσιες δασικού εν γένει χαρακτήρα εκτάσεις ή δημόσιες χορτολιβαδικές, ανήκει στο Δημόσιο.
Η αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί των εκτάσεων αυτών δεν εμποδίζει την εκμετάλλευση λατομείων. Οι εκτάσεις αυτές θεωρούνται δημόσιες μέχρι την οριστική επίλυση του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Μέχρι την επίλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αποδίδονται στο Δημόσιο τα οφειλόμενα μισθώματα και το προβλεπόμενο από τη δασική νομοθεσία αντάλλαγμα χρήσης και τηρούνται οι λοιπές απορρέουσες από τις οικείες διατάξεις υποχρεώσεις.
Σε περίπτωση αναγνώρισης της κυριότητας των εκτάσεων υπέρ φυσικού ή νομικού προσώπου, τα καταβληθέντα υπέρ του Δημοσίου μισθώματα επιστρέφονται στον ιδιοκτήτη, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Επίσης επιστρέφεται το αντάλλαγμα χρήσης κατά ποσοστό 20% λόγω της διαφοράς του ποσοστού αυτού από το αντάλλαγμα χρήσης δημόσιας δασικής έκτασης, σε σχέση με αυτό της χρήσης ιδιωτικής.

6. Στις περιπτώσεις των διακατεχόμενων δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, οι οποίες ανήκουν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στο Δημόσιο, ο διακάτοχος δεν μπορεί να εμποδίσει την εκμετάλλευση των εκτάσεων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

7. Συμβάσεις μίσθωσης λατομείων εκτάσεων δημόσιων ή δημοτικών ή ιδιωτικών εξακολουθούν να είναι έγκυρες και ισχυρές και μετά την τυχόν αναγνώριση διοικητικώς ή δικαστικώς ως ιδιοκτήτη του εδάφους των λατομείων τρίτου προσώπου. Οι συμβάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, στη θέση δε του εκμισθωτή υπεισέρχεται ο τρίτος που έχει αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτης.

8. Η διαχείριση της εκμετάλλευσης των λατομικών χώρων, των οποίων το Δημόσιο ή ο Δήμος είναι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτης σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50%, ασκείται από το Δημόσιο ή το Δήμο, το οποίο αποδίδει σε καθέναν από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες το μερίδιο από τα εισπραττόμενα μισθώματα, που τους αναλογεί, κατά το επί τοις εκατό ποσοστό της συνιδιοκτησίας του. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται σύμφωνη γνώμη της μειοψηφίας των ιδιωτών για την έρευνα λατομικών ορυκτών.

9. Αρμόδιος για την εκμίσθωση λατομείων εντός εκτάσεων, η διαχείριση των οποίων ανήκει στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, είναι ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης όπου ευρίσκεται το ακίνητο, εφαρμοζόμενων των διατάξεων του παρόντος νόμου.

1. Συμβάσεις μίσθωσης δημοσίων, δημοτικών και ιδιωτικών εκτάσεων για την εκμετάλλευση λατομείων οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών καταρτίζονται εγκύρως με συμβολαιογραφικό έγγραφο συνοδευόμενο από τοπογραφικό σχεδιάγραμμα και συνομολογούνται για διάρκεια είκοσι (20) ετών, με δυνατότητα παράτασης σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους.
Ειδικά για τα λατομεία αδρανών υλικών που λειτουργούν για την εκτέλεση δημοσίων έργων της περίπτωσης γ της παρ. 2 του άρθρου 52, καθώς και για τα λατομεία της παρ. 4 του άρθρου 51, η χρονική διάρκεια της μίσθωσης καθορίζεται από τον απαιτούμενο χρόνο εξόρυξης της αναγκαίας ποσότητας υλικών για την εκτέλεση του έργου και από το επιπλέον χρονικό διάστημα που, σύμφωνα με τους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, απαιτείται για την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του περιβάλλοντος του λατομικού χώρου. Κατά το στάδιο της αποκατάστασης και μέχρι την ολοκλήρωσή της δεν επιτρέπεται η διενέργεια εξορυκτικών εργασιών.

2. Η διάρκεια των είκοσι (20) ετών των συμβάσεων της προηγούμενης παραγράφου για δημόσια και δημοτικά λατομεία μπορεί να παρατείνεται, ύστερα από συμφωνία των μερών, με συμβολαιογραφικό έγγραφο για μια ακόμη εικοσαετία, εφόσον ο μισθωτής έχει εκπληρώσει όλους τους όρους της ισχύουσας σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση ο ιδιοκτήτης του χώρου διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αν δεν τηρούνται οι όροι αυτής.
Για τα ιδιωτικά λατομεία, η παράταση της ισχύος της σύμβασης μίσθωσης για μια ακόμη εικοσαετία μπορεί να πραγματοποιείται μονομερώς από το μισθωτή με συμβολαιογραφική πράξη.

3. Για τα λατομεία του πρώτου εδαφίου της παρ.1 στα οποία υφίστανται ακόμη εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, η διάρκεια ισχύος των συμβάσεων μίσθωσης μπορεί να παρατείνεται και πέραν των σαράντα (40) ετών ανά δεκαετία, με την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 68 και ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2, μέχρι να ολοκληρωθεί η μέγιστη δυνατή απόληψη των κοιτασμάτων των υπό εκμετάλλευση ορυκτών, σύμφωνα με την εκάστοτε εγκεκριμένη σχετική τεχνική μελέτη και την εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και πάντως όχι πέραν των εβδομήντα (70) ετών, συνολικά από την έναρξη της μίσθωσης.

4. Ο μισθωτής δημόσιου, δημοτικού και ιδιωτικού λατομείου υποχρεούται να καταβάλει ετήσιο μίσθωμα στον ιδιοκτήτη του. Το μίσθωμα αναλύεται σε πάγιο και αναλογικό. Η υποχρέωση καταβολής του πάγιου μισθώματος υφίσταται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης μίσθωσης, ενώ η αντίστοιχη υποχρέωση για το αναλογικό μίσθωμα από την ημερομηνία έναρξης της παραγωγικής διαδικασίας. Σε όλες τις κατηγορίες λατομικών ορυκτών, εκτός της κατηγορίας των αδρανών υλικών στην οποία δεν εφαρμόζεται συμψηφισμός, το ετήσιο πάγιο μίσθωμα συμψηφίζεται με το αντίστοιχο ετήσιο αναλογικό μίσθωμα της ίδιας δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου. Για τις κατηγορίες λατομικών ορυκτών στις οποίες γίνεται συμψηφισμός του πάγιου και αναλογικού μισθώματος, αν το πάγιο μίσθωμα είναι μεγαλύτερο του αντίστοιχου αναλογικού, η υποχρέωση του εκμεταλλευτή εξαντλείται με την καταβολή του πάγιου μισθώματος. Επιστροφή πάγιου μισθώματος δεν χωρεί.
α. Πάγιο Μίσθωμα.
Το ύψος του πάγιου μισθώματος σε ευρώ, για όλες τις κατηγορίες λατομικών ορυκτών του παρόντος, εκτός από τις περιπτώσεις δημοπρασιών για λατομεία αδρανών υλικών, καθορίζεται από την παρακάτω μαθηματική σχέση:
ΣΠΜΛ=Σ1 ΠΜ + Σ2ΠΜ όπου,
ΣΠΜΛ= Συνολικό Πάγιο Μίσθωμα Λατομείου
Σ1 ΠΜ= Σύνολο 1 Πάγιου Μισθώματος (για έκταση λατομικού χώρου μικρότερη ή ίση με 100 στρέμματα)
Σ2ΠΜ= Σύνολο 2 Πάγιου Μισθώματος (για την έκταση του λατομικού χώρου πάνω από τα 100 στρέμματα).
Σ1 ΠΜ= Ε1χ κ x α x β x γ x δ x ε όπου,
Ε1= Η έκταση του λατομικού χώρου μέχρι και 100 στρέμματα,
κ= 10
α=1 ή 1,3 για λατομεία σε απραξία ή για ενεργά αντίστοιχα,
β= 1,4 ή 1 ή 2 για λατομεία της κατηγορίας της παρ. 3α ή 3β ή 3γ του άρθρου 43 του παρόντος αντίστοιχα,
γ=1 ή 2 ή 4, για λατομεία μέχρι και το 5ο έτος ή πάνω από το 5ο και μέχρι το 10ο έτος ή πάνω από το 10ο έτος, αντίστοιχα,
δ= 1 ή 0,9 για λατομεία των οποίων το πλησιέστερο όριο του λατομικού χώρου σε ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο είναι μέχρι και 1000 μέτρα ή πάνω από 1000 μέτρα αντίστοιχα, από την έναρξη ισχύος της αρχικής έγκρισης για εκμετάλλευση,
ε= 1 ή 0,9 για λατομεία στα οποία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί δαπάνες για έρευνα του λατομικού ορυκτού στην αρχική φάση διαπίστωσης των ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων του έως και 50.000 ευρώ ή πάνω από 50.000 ευρώ αντίστοιχα,
Σ2ΠΜ= Ε2xΣ1 ΠΜ/200 όπου,
Ε2= Τα επιπλέον στρέμματα του λατομικού χώρου πέραν των 100 στρεμμάτων, για λατομικούς χώρους μεγαλύτερους από 100 στρέμματα.
Οι τιμές των ανωτέρω συντελεστών κ, α, β, γ, δ και ε μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η αναπροσαρμογή μπορεί να φτάσει ως το τετραπλάσιο του ΣΠΜΛ= Συνολικού Πάγιου Μισθώματος Λατομείου, όπως προκύπτει από τις μέγιστες τιμές των συντελεστών της μαθηματικής σχέσης.
β. Αναλογικό μίσθωμα.
αα. Για τα λατομεία μαρμάρων και φυσικών λίθων της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 43 ορίζεται ανώτατο όριο αναλογικού μισθώματος ποσοστό 8% επί της τιμής πώλησης των εξορυσσομένων ογκομαρμάρων και φυσικών λίθων, 10% επί εκείνης των ξοφαριών και ακατέργαστων παραπροϊόντων και 5% επί εκείνης των επεξεργασμένων παραπροϊόντων στο δάπεδο του λατομείου.
ββ. Για τα λατομεία αδρανών υλικών της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 43 δεν ορίζεται ανώτατο όριο αναλογικού μισθώματος.
Το αναλογικό μίσθωμα των λατομείων αδρανών υλικών, δεν μπορεί να ορίζεται σε ποσοστό μικρότερο του πέντε επί τοις εκατό (5%) επί της τιμολογηθείσας αξίας πώλησης, είτε πρόκειται για απευθείας μισθώσεις είτε για μισθώσεις που συνάπτονται ύστερα από δημοπρασία. Για δημόσια και δημοτικά λατομεία το ύψος του πάγιου μισθώματος, το μέγεθος της ελάχιστης ετήσιας παραγωγής, το ποσοστό αναλογικού μισθώματος και το ελάχιστο ετήσιο αναλογικό μίσθωμα αποτελούν αντικείμενα πλειοδοτικής δημοπρασίας, οι όροι της οποίας καθορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 53. Το ετήσιο μίσθωμα δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο από το ελάχιστο συμβατικό ετήσιο μίσθωμα, όπως αυτό προσδιορίζεται από τους όρους της σύμβασης και προκύπτει σύμφωνα με την περίπτωση β' της παρ. 7 του άρθρου 53. Αν από τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου μισθώματος προκύπτει ποσό μικρότερο από το ανωτέρω ελάχιστο, τότε βεβαιώνεται το ελάχιστο ετήσιο συμβατικό μίσθωμα.
γγ. Για τα λατομεία βιομηχανικών ορυκτών της περίπτωσης γ' της παρ. 3 του άρθρου 43 ορίζεται ανώτατο όριο αναλογικού μισθώματος ποσοστό 8% επί της τιμής πώλησης των εξορυσσομένων προϊόντων, 10% επί εκείνης των ακατέργαστων παραπροϊόντων και 5% επί της τιμής πώλησης των εντός του λατομείου επεξεργασμένων προϊόντων ή παραπροϊόντων στο δάπεδο του λατομείου.

5. Τα αναλογικά μισθώματα προσδιορίζονται με βάση τις ποσότητες των υλικών που πωλούνται κάθε έτος και υπολογίζονται από τα τιμολόγια πώλησης που υποβάλλει ο μισθωτής μαζί με συγκεντρωτική κατάσταση με τα στοιχεία πωλήσεων (ποσότητες-τιμές) σε συνδυασμό με τοπογραφική επιμέτρηση των ποσοτήτων του εξορυχθέντος πετρώματος ή με άλλη πρόσφορη μέθοδο, εφόσον κριθεί αναγκαίο, όπως έλεγχο των βιβλίων της επιχείρησης και διασταύρωση των υποβαλλόμενων στοιχείων με τα υποβαλλόμενα στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ στοιχεία για την καταβολή του ειδικού τέλους της παρ. 2 του άρθρου 62.
Σε περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης ποσοτήτων για την τροφοδοσία εγκαταστάσεων του μισθωτή, η τιμή πώλησης για τον υπολογισμό του αναλογικού μισθώματος προσδιορίζεται με βάση είτε προγενέστερα τιμολόγια του ιδίου λατομείου είτε με βάση την τιμή εξορυσσόμενων προϊόντων αντίστοιχης ποιότητας προϊόντων γειτονικών λατομείων, ενώ αν ελλείπουν και τα στοιχεία αυτά, λαμβάνεται υπόψη το κόστος εξόρυξης, η θέση και η προσπελασιμότητα του λατομείου, η ποιότητα του κοιτάσματος και οι συνθήκες εκμετάλλευσης, το επιχειρηματικό κέρδος και λοιπά στοιχεία που συνεκτιμώνται από την αρμόδια υπηρεσία.

6. Ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού ποσού των μισθωμάτων, πάγιων και αναλογικών, των δημοσίων λατομείων μαρμάρων, φυσικών λίθων και βιομηχανικών ορυκτών καταβάλλεται στον πρωτοβάθμιο ΟΤΑ στην περιφέρεια του οποίου λειτουργεί το λατομείο και το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%) αποδίδεται στο Δημόσιο, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε).
Από το συνολικό ποσό των πάγιων και αναλογικών μισθωμάτων των δημόσιων λατομείων αδρανών υλικών, ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) αυτού αποδίδεται στο Δημόσιο, σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε., ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο Δημόσιο, και εγγράφεται ως πίστωση σε ειδικό κωδικό (ΚΑΕ), που συνιστάται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για την κάλυψη δαπανών της Γενικής Δ/νσης Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΓΔΟΠΥ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που σχετίζονται με δράσεις για την ορθολογική αξιοποίηση και βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης των ορυκτών πρώτων υλών και είκοσι τοις εκατό (20%) αποδίδεται στην οικεία Περιφέρεια και διατίθεται αποκλειστικά για έργα που αποτελούν αντιστάθμισμα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και οχλήσεων, των σχετιζομένων με τη λατομική δραστηριότητα στην Περιφερειακή Ενότητα, στην περιφέρεια της οποίας λειτουργεί το λατομείο.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζεται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία απόδοσης των ανωτέρω ποσών καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα, σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

7. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, τα αδρανή υλικά που εξορύσσονται ως παραπροϊόντα κατά την εκμετάλλευση οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών, πλην των περιπτώσεων των παρ. 5 του άρθρου 51 και 2β του άρθρου 52, διατίθενται ελεύθερα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις ποιότητας της παρ. 10 του άρθρου 59. Ο εκμεταλλευτής υποχρεούται να καταβάλει το ειδικό τέλος υπέρ ΟΤΑ του άρθρου 62 και το αναλογικό μίσθωμα, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στην τιμή πώλησης ακατέργαστων υλικών ή πέντε τοις εκατό (5%) στην τιμή πώλησης επεξεργασμένων υλικών στο δάπεδο του λατομείου.

8. Η ποσότητα των αδρανών υλικών της προηγούμενης παραγράφου που μπορεί να διατεθεί ελεύθερα είναι η τυχόν εναπομείνασα πέραν της απαιτούμενης για την αποκατάσταση του λατομικού χώρου και πρέπει να προσδιορίζεται στις μελέτες (τεχνική και περιβαλλοντικών επιπτώσεων), οι οποίες εγκρίνονται αρμοδίως. Στην περίπτωση των λατομείων μαρμάρων, φυσικών λίθων και βιομηχανικών ορυκτών πρέπει να τεκμηριώνεται από τα στοιχεία της τεχνικής μελέτης, ότι η εκμετάλλευσή τους αποτελεί την κύρια δραστηριότητα. Η εκμετάλλευση μαρμάρου ή βιομηχανικού ορυκτού αποτελεί την κύρια δραστηριότητα όταν το μάρμαρο ή βιομηχανικό ορυκτό που εξορύσσεται είναι το ορυκτό με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής επί της αξίας των προϊόντων, αμφότερων υπολογισμένων στο δάπεδο του λατομείου. Επίσης, στην τεχνική μελέτη πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς η ορυκτολογική σύσταση ή το μέγεθος τεμαχίων, όπως καθορισμός κοκκομετρίας ή διάστασης ακατάλληλων όγκων ή άλλη ιδιότητα των τυχόν παραγόμενων παραπροϊόντων, ώστε να τεκμηριώνεται ο λόγος που τα καθιστά ακατάλληλα για την κύρια χρήση για την οποία έχει αδειοδοτηθεί το λατομείο.

9. Η υπομίσθωση της εκμετάλλευσης λατομείων απαγορεύεται. Επιτρέπεται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση μίσθωσης, ύστερα από έγκριση του εκμισθωτή. Η μεταβίβαση πραγματοποιείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αντίγραφο του οποίου υποβάλλεται στον εκμισθωτή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την απόφαση έγκρισης της μεταβίβασης. Μετά την έγκριση της μεταβίβασης και τη συνομολόγηση της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, η σύμβαση μίσθωσης εξακολουθεί να ισχύει με τους ίδιους όρους και στη θέση του μισθωτή υπεισέρχεται αυτός στον οποίο μεταβιβάζονται τα μισθωτικά δικαιώματα, ο οποίος αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή.

1. Ως λατομικές περιοχές για την εκμετάλλευση αδρανών υλικών μπορεί να χαρακτηριστούν δημόσιες, δημοτικές ή ιδιωτικές εκτάσεις, οι οποίες κρίνονται κατάλληλες τόσο ως προς την ποιότητα των πετρωμάτων όσο και ως προς τις επιπτώσεις της αναπτυσσόμενης μέσα σε αυτές λατομικής δραστηριότητας στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.

2. Λατομικές περιοχές καθορίζονται σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας, αν τα γεωγραφικά της όρια ταυτίζονται με αυτά του νομού, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 47. Όταν δεν υφίσταται ταύτιση των γεωγραφικών ορίων νομού και Περιφερειακής Ενότητας και ο νομός περιλαμβάνει περισσότερες από μία Περιφερειακές Ενότητες, ο καθορισμός λατομικών περιοχών γίνεται για το σύνολο των Περιφερειακών Ενοτήτων μέσα στα όρια του αντίστοιχου νομού, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Λατομικές περιοχές καθορίζονται όταν η παραγωγή των λειτουργούντων λατομείων σε ήδη καθορισμένες λατομικές περιοχές του νομού και η εκμετάλλευση των απολήψιμων αποθεμάτων των κοιτασμάτων τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών του νομού με κίνδυνο τη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Για τον υπολογισμό των απολήψιμων αποθεμάτων αδρανών υλικών, με σκοπό την κάλυψη των εκτιμώμενων αναγκών για περίοδο τουλάχιστον σαράντα (40) ετών, λαμβάνονται υπόψη και τα κοιτάσματα τυχόν αδιάθετων λατομικών χώρων εντός των ήδη καθορισμένων λατομικών περιοχών καθώς και τα τυχόν παραγόμενα αδρανή υλικά από δραστηριότητες ανακύκλωσης (ΑΕΚΚ).
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να καθορίζονται λατομικές περιοχές στα γεωγραφικά όρια των τέως επαρχιών ή σε νησιά στα οποία δεν υπάρχουν καθορισμένες λατομικές περιοχές, εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτό είναι απαραίτητο για την εξορθολογισμό της κατανομής των λατομικών περιοχών ως προς τα κέντρα κατανάλωσης.

3. Κατά τον καθορισμό μιας λατομικής περιοχής λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
α. η καταλληλότητα του πετρώματος και η επάρκεια υλικών ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή τροφοδοσία της αγοράς,
β. χωροταξικά κριτήρια, όπως την Εθνική Χωρική Στρατηγική, τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια και τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, η απόσταση και η ορθολογική κατανομή ως προς τα κέντρα κατανάλωσης,
γ. περιβαλλοντικά κριτήρια, όπως η μικρότερη δυνατή όχληση ή βλάβη στο περιβάλλον, η υπαγωγή ή μη των υποψήφιων εκτάσεων στο Εθνικό Σύστημα Προστατευόμενων Περιοχών, τα λοιπά ευαίσθητα στοιχεία του περιβάλλοντος, η δυνατότητα επέκτασης των ήδη υφιστάμενων λατομικών περιοχών, η δυνατότητα δημιουργίας λατομικής περιοχής σε θέσεις ήδη λειτουργούντων λατομείων, καθώς και τυχόν εναλλακτικές λύσεις,
δ. κριτήρια ασφαλούς και ορθολογικής λειτουργίας, όπως η ασφάλεια εργαζομένων και περιοίκων, η ορθολογική εκμετάλλευση, η οικονομία και βιωσιμότητα των κοιτασμάτων,
ε. κριτήρια προστασίας αρχαιοτήτων και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

4. Για τον καθορισμό των λατομικών περιοχών, ο οικείος Περιφερειάρχης διερευνά ανά πενταετία την επάρκεια των υλικών από τις ήδη καθορισμένες λατομικές περιοχές σε κάθε νομό της Περιφέρειας. Σε περίπτωση επάρκειας εκδίδει αιτιολογημένη διαπιστωτική πράξη. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Περιφερειάρχης, ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Περιφερειακού Συμβουλίου για τα ζητήματα που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3, η οποία παρέχεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών, υποβάλλει εισήγηση προς τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης για τον καθορισμό νέων λατομικών περιοχών. Ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εκδίδει σχετική εγκριτική απόφαση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5. Οι λατομικές περιοχές για την εκμετάλλευση αδρανών υλικών καθορίζονται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 47, με απόφαση του Περιφερειάρχη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η επιτροπή εξετάζει τις προϋποθέσεις των παρ. 1, 2 και 3 και του άρθρου 47, καθώς και αν υπάρχουν οι απαγορευτικοί λόγοι του άρθρου 49 και διατυπώνει αιτιολογημένα τη γνώμη της. Η απόφαση καθορισμού λατομικών περιοχών εκμετάλλευσης αδρανών υλικών εκδίδεται μέσα σε πέντε (5) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης της παρ. 4 του παρόντος άρθρου του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1515/1985 (Α' 18), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 του ν. 4277/2014 (Α' 156), ειδικώς στην Περιφέρεια Αττικής, μπορεί με τις προϋποθέσεις των παρ. 2 και 3 και τη σύμφωνη γνώμη της παρ. 5 του παρόντος άρθρου, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου Περιφερειάρχη και γνώμη του Συμβουλίου του Μητροπολιτικού Σχεδιασμού, να καθορίζονται θέσεις συγκέντρωσης λατομικών επιχειρήσεων εκμετάλλευσης αδρανών υλικών με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

1. Αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας της παρ. 4 του άρθρου 46, πρέπει να καθορισθεί λατομική περιοχή, με απόφαση του Περιφερειάρχη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται στην έδρα της Περιφέρειας Επιτροπή Καθορισμού Λατομικών Περιοχών. Η επιτροπή αποτελείται από οκτώ τακτικά μέλη με τους αναπληρωτές τους ως εξής:
α) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με ειδικότητα μηχανικού μεταλλείων ή μηχανικού ορυκτών πόρων ή διπλωματούχου μηχανικού άλλης ισότιμης και αντίστοιχης με τις παραπάνω ειδικότητες, με τον αναπληρωτή του,
β) έναν υπάλληλο της Διεύθυνσης Δασών της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με τον αναπληρωτή του,
γ) έναν υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ή τοπογράφου μηχανικού ή αρχιτέκτονα μηχανικού, με τον αναπληρωτή του,
δ) έναν υπάλληλο της τεχνικής Υπηρεσίας του δήμου της έδρας του οικείου νομού, με ειδικότητα τοπογράφου μηχανικού ή πολιτικού μηχανικού. Αν δεν υπηρετεί υπάλληλος της συγκεκριμένης ειδικότητας ορίζεται υπάλληλος προερχόμενος από την Τεχνική Υπηρεσία άλλου δήμου εντός των γεωγραφικών ορίων του νομού, με τον αναπληρωτή του,
ε) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με τον αναπληρωτή του,
στ) έναν υπάλληλο της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας, ειδικότητας μηχανικού, κατά προτίμηση πολεοδόμου χωροτάκτη, με τον αναπληρωτή του,
ζ) έναν υπάλληλο του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών και Μελετών (Ι.Γ.Μ.Ε.), με ειδικότητα γεωλόγου ή μηχανικού μεταλλείων ή μηχανικού ορυκτών πόρων ή διπλωματούχου μηχανικού άλλης ισότιμης και αντίστοιχης με τις παραπάνω ειδικότητας, με τον αναπληρωτή του,
η) ένα δημοτικό υπάλληλο, από δήμο που ορίζει η Περιφερειακή Ένωση Δήμων (ΠΕΔ) της οικείας Περιφέρειας, με τον αναπληρωτή του.
Αν μέσα στον νομό, στα όρια του οποίου καθορίζονται λατομικές περιοχές, περιλαμβάνονται περισσότερες από μία Περιφερειακές Ενότητες, οι ανωτέρω εκπρόσωποι ορίζονται από τις αντίστοιχες ως άνω υπηρεσίες της έδρας του οικείου νομού, ενώ αν δεν υπηρετούν σε αυτές υπάλληλοι των προβλεπόμενων ειδικοτήτων, από αντίστοιχη υπηρεσία εντός των γεωγραφικών ορίων του οικείου νομού.
Οι δαπάνες μετακίνησης εκτός έδρας των μελών της Επιτροπής για τη συμμετοχή τους στις Επιτροπές Καθορισμού Λατομικών Περιοχών, βαρύνουν τον προϋπολογισμό του εκάστοτε φορέα προέλευσής τους.
Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

2. Σε περίπτωση καθορισμού χώρου συγκέντρωσης ή λατομικής περιοχής στην Περιφέρεια Αττικής, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1515/1985 (Α' 18), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 του ν. 4277/2014 (Α' 156) στην Επιτροπή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμμετέχει ως ένατο μέλος και εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών (Δ/νση Σ.Μ.Α.Π.Π.) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

3. Πρόεδρος της επιτροπής ορίζεται ο υπάλληλος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας της περίπτ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται πέντε (5) μέλη. Οι αποφάσεις της λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

4. Αν από τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής της παρ. 1 προκύπτει ότι δεν καθίσταται δυνατός ο καθορισμός λατομικών περιοχών εντός των γεωγραφικών ορίων ενός νομού, ο οικείος Περιφερειάρχης, για την κάλυψη των αναγκών του συγκεκριμένου νομού σε αδρανή υλικά, αναθέτει με απόφασή του τον καθορισμό λατομικών περιοχών ή την επέκταση των ήδη υφισταμένων σε επιτροπή όμορου νομού της Περιφέρειας δικαιοδοσίας του. Στην περίπτωση αυτή η τεκμηρίωση για την ορθολογική χωροταξική κατανομή των λατομείων αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή.

5. Τα σχέδια καθορισμού των λατομικών περιοχών, για τα οποία γνωμοδοτεί θετικά η Επιτροπή της παρ. 1 υποβάλλονται σε διαδικασία Περιβαλλοντικού Προελέγχου (ΠΠ), ώστε να διακριβωθεί αν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Σε θετική περίπτωση εφαρμόζεται η διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (Σ.Π.Ε.) σύμφωνα με την ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.8.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίας Έργων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β' 1225), σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2001/42/ΕΚ. Τα σχέδια λατομικών περιοχών που βρίσκονται στο σύνολό τους ή μερικώς μέσα στις περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού δικτύου NATURA 2000, υποβάλλονται υποχρεωτικά στη διαδικασία Σ.Π.Ε..
Αν το αποτέλεσμα της Σ.Π.Ε. διαφοροποιείται από την εισηγητική έκθεση της Επιτροπής της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το αποτέλεσμα αυτό τίθεται υπόψη της εν λόγω Επιτροπής, για να διαμορφώσει εκ νέου τη γνώμη της, συμμορφούμενη με τα αποτελέσματα της Σ.Π.Ε..

6. Μετά τη συγκρότηση της Επιτροπής και πριν από την έκδοση της απόφασης του καθορισμού λατομικής περιοχής, ο Περιφερειάρχης ζητεί την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (Α' 153). Η έγκριση αυτή δεν ζητείται αν η αρχή αυτή έχει γνωμοδοτήσει προηγουμένως στο στάδιο της Σ.Π.Ε..
Για τη σύνταξη της γνώμης της η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει εγγράφως τη γνώμη ή τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας ή φορέα, κατά την κρίση της.

7. Μετά τον καθορισμό κάθε λατομικής περιοχής που περιλαμβάνει δημόσιες ή δημοτικές εκτάσεις, ομάδα εργασίας που αποτελείται από τα μέλη της επιτροπής της παρ.1 του παρόντος άρθρου που εκπροσωπούν:
α) το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
β) τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων ή τις Τεχνικές Υπηρεσίες των δήμων, όταν πρόκειται για δημόσιες ή δημοτικές εκτάσεις αντίστοιχα, και
γ) το Ι.Γ.Μ.Ε. προβαίνει σε κατανομή (χωροταξική) των λατομικών χώρων μέσα στη λατομική περιοχή.
Η ανωτέρω κατανομή ολοκληρώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος της απόφασης καθορισμού της λατομικής περιοχής. Η σχετική εισήγηση της ανωτέρω ομάδας εργασίας της επιτροπής εγκρίνεται με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη.

8. Η Επιτροπή της παρ. 1 μπορεί, κατ' εξαίρεση, να συνιστάται από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη ύστερα από αίτηση ενδιαφερομένου για τον καθορισμό περιοχής προσφερόμενης ως λατομικής, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των άρθρων 46 και 47. Η αίτηση πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου να συνοδεύεται από: αα) παράβολο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ το οποίο καταβάλλεται υπέρ της οικείας Περιφέρειας, αναπροσαρμοζόμενο με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ββ) στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο αιτών έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης αδρανών υλικών στην έκταση, στην οποία αναφέρεται η αίτησή του ή έχει προβεί σε ενέργειες για τη δέσμευση της έκτασης, όπως προσύμφωνο αγοράς ή μίσθωσης της περιοχής για την συγκεκριμένη χρήση με σκοπό την απόκτηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης. Τα έξοδα εκπόνησης μελέτης Π.Π. και τα σχετικά με τη διαδικασία Σ.Π.Ε. της παρ. 5, όπου αυτή απαιτείται, επιβαρύνουν τον ενδιαφερόμενο.

1. Οι λατομικές περιοχές χωροθετούνται, σε απόσταση τουλάχιστον χιλίων (1.000) μέτρων από εγκεκριμένα σχέδια πόλεως και εγκεκριμένες περιοχές οικιστικών επεκτάσεων ή εγκεκριμένα όρια ή οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με διοικητικές πράξεις και εγκεκριμένες περιοχές οικιστικών επεκτάσεων ή εγκεκριμένα όρια, σύμφωνα με τα από 21.11.1979 «Περί καθορισμού των ορίων των προ της 16.8.1923 υφισταμένων οικισμών, των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου (Δ'693), 2.3.1981 «Περί των ληπτέων υπόψη στοιχείων και του τρόπου καθορισμού των ορίων των πρό της 16.8.1923 υφισταμένων οικισμών των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ως και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών» (Δ' 138) και 24.4.1985 «Τρόπος καθορισμού ορίων οικισμών της χώρας μέχρι 2000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησής τους» (Δ' 181) προεδρικά διατάγματα. Αν πρόκειται να χωροθετηθεί λατομική περιοχή πλησίον οικισμού που έχει οριοθετηθεί με νομαρχιακή απόφαση, πριν τον καθορισμό της λατομικής περιοχής, πρέπει να γίνει αναδημοσίευση των ορίων του οικισμού με προεδρικό διάταγμα.
Μέσα στις λατομικές περιοχές, καθώς και σε απόσταση τουλάχιστον χιλίων μέτρων έξω από την οριογραμμή τους απαγορεύεται η επέκταση του σχεδίου πόλεως ή η δημιουργία ανεξάρτητου ρυμοτομικού σχεδίου ή η ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος, με εξαίρεση εκείνα που έχουν άμεση σχέση με τη λατομική δραστηριότητα και ειδικότερα εγκαταστάσεις επεξεργασίας των προϊόντων εξόρυξης και λοιπών κατεργασιών καθετοποίησης της εξορυκτικής δραστηριότητας.

2. Το όριο των χιλίων μέτρων της παρ. 1 δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων και μηχανολογικών εγκαταστάσεων για την άσκηση δραστηριοτήτων, όπως αυτές ορίζονται στις παρ. 1 έως 5 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α' 143), για τις μονάδες των περιπτώσεων γ' και ζ' της παρ. 3 του άρθρου 18 του ιδίου νόμου και για τις εγκαταστάσεις έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.). Στις περιπτώσεις αυτές η χωροθέτηση πραγματοποιείται σε αποστάσεις μεγαλύτερες των πεντακοσίων μέτρων από τα όρια των λατομικών περιοχών. Επίσης, κατά τη χωροθέτηση πλησίον λατομικών περιοχών Επιχειρηματικών Πάρκων όπως αυτά περιγράφονται στο τρίτο μέρος του ν. 3982/2011, κάτω από το όριο των χιλίων και σε απόσταση όχι μικρότερη των πεντακοσίων μέτρων επιτρέπεται μόνο η ανέγερση κτιρίων και μηχανολογικών εγκαταστάσεων για την άσκηση δραστηριοτήτων όπως ορίζονται στις παρ. 1 έως 5 του άρθρου 59 και για τις μονάδες των περιπτώσεων γ' και ζ' της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011.
Η ελάχιστη απόσταση χωροθέτησης από τα όρια της λατομικής περιοχής, όταν πρόκειται για πυλώνες ανεμογεννητριών, ορίζεται στα εκατόν πενήντα (150) μέτρα.
Ομοίως, το όριο των χιλίων μέτρων δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων που προορίζονται για γεωργοκτηνοτροφικές και υδατοκαλλιεργητικές εγκαταστάσεις, στέγαστρα σφαγής, γεωργικές αποθήκες, δεξαμενές και θερμοκήπια, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 163 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14.7.1999, Δ' 580), τα οποία χωροθετούνται σε αποστάσεις μεγαλύτερες των πεντακοσίων μέτρων από τα όρια της λατομικής περιοχής. Ειδικώς για τις πτηνοτροφικές και κτηνοτροφικές μονάδες απαιτείται προηγούμενη θετική γνώμη της Επιτροπής Ελέγχου Σταυλισμού του άρθρου 4 του ν. 4056/2012 (Α' 52).
Οι ανωτέρω αποστάσεις μπορεί να περιορίζονται, κατά περίπτωση, με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εφόσον το ανάγλυφο της περιοχής και οι συγκεκριμένες συνθήκες το επιτρέπουν.
Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, καθώς και της παρ. 1 ανατίθεται στα οικεία πολεοδομικά όργανα του ν. 4067/2012 (Α' 79).
Τα δασοτεχνικά έργα των άρθρων 1 5 και 16 του ν. 998/1979 εκτελούνται ανεξαρτήτως της απόστασής τους από το όριο της λατομικής περιοχής.

3. Σε νησιωτικές περιοχές, αν δεν υφίσταται η δυνατότητα τήρησης της απόστασης των χιλίων μέτρων της παρ. 1 ή σε παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες υφίσταται επιτακτική ανάγκη εξασφάλισης αδρανών υλικών για την ομαλή λειτουργία της αγοράς και την εκτέλεση δημόσιων έργων, είναι δυνατός ο περιορισμός της απόστασης αυτής, από μέρος ή το σύνολο των ορίων της λατομικής περιοχής, με τη σχετική απόφαση καθορισμού της.
Για τον περιορισμό της ανωτέρω απόστασης, η Επιτροπή της παρ. 1 του άρθρου 47 συνεκτιμά την έκταση της λατομικής περιοχής, τη μορφολογία και το ανάγλυφο του εδάφους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πετρώματος που πρόκειται να εξορυχθεί και τον τρόπο εξόρυξής του, καθώς και το μέγεθος και το είδος του γειτνιάζοντος ρυμοτομικού σχεδίου και των κτισμάτων, με σκοπό την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, των περιοίκων και των διερχόμενων, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος.
Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ανωτέρω απόστασης και των αποστάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 του άρθρου 85 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Δ7/Α/οικ. 12050/2223/23.5.2011) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Β' 1227) από τα όρια της λατομικής περιοχής, δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερος από τις ελάχιστες προβλεπόμενες από το συγκεκριμένο κανονισμό για τη χωροθέτηση των εξορυκτικών εργασιών αν γίνεται χρήση εκρηκτικών υλών.

4. Με τα κριτήρια της παρ. 3 του παρόντος άρθρου είναι δυνατός ο περιορισμός του εύρους της ζώνης προστασίας λατομικής περιοχής, με τη σχετική απόφαση καθορισμού της, κάτω των χιλίων (1000) μέτρων από τμήμα των ορίων της στις περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων οικισμών. Ο ανωτέρω περιορισμός εφαρμόζεται εφόσον η λατομική περιοχή περικλείει κατάλληλα πετρώματα για την παραγωγή καλής ποιότητας υλικών και συμβάλλει στην πλέον ορθολογική χωροταξική κατανομή των λατομείων, στη στήριξη της τοπικής οικονομίας και στην παραμονή του πληθυσμού στους οικισμούς αυτούς.
Ύστερα από αίτημα ενός δήμου και αιτιολογημένη γνώμη του οικείου περιφερειακού συμβουλίου για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του προηγουμένου εδαφίου, είναι δυνατός ο περιορισμός, κάτω των χιλίων (1000) μέτρων, του εύρους της ζώνης προστασίας λατομικής περιοχής που έχει ήδη καθοριστεί. Ο περιορισμός του εύρους αυτού γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 47, η οποία καθορίζει την επιτρεπτή απόσταση με βάση τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου, το σχετικό αίτημα του δήμου και τη γνωμοδότηση του Περιφερειακού Συμβουλίου, που διαβιβάζεται σ' αυτήν από την αρμόδια υπηρεσία της οικείας Περιφέρειας.
Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου ανατίθεται στα οικεία πολεοδομικά όργανα του ν. 4067/2012 (Α' 79)

5. Η εκμετάλλευση των λατομείων αδρανών υλικών εντός των λατομικών περιοχών χαρακτηρίζεται ως δημόσιας ωφέλειας. Στις περιοχές αυτές το δικαίωμα εκμετάλλευσης των αδρανών υλικών υπερισχύει καταρχάς του δικαιώματος εκμετάλλευσης οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών. Κατ' εξαίρεση, αν υπάρχουν κοιτάσματα μεταλλευμάτων, βιομηχανικών ορυκτών ή μαρμάρων σε σημαντικές ποσότητες και έχουν ουσιώδη σημασία για την εθνική οικονομία, το δικαίωμα εκμετάλλευσης των ορυκτών αυτών υπερισχύει. Στην περίπτωση αυτή, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνωμοδότηση του ΙΓΜΕ, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στη συνέχεια, για τα λατομικά ορυκτά ακολουθείται η διαδικασία τροποποίησης της σχετικής σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 53, καθώς και των σχετικών εγκρίσεων ή γνωστοποιήσεων.
Οι λατομικές περιοχές, μετά τον καθορισμό τους, καθώς και οι ήδη καθορισθείσες στο σύνολο ή σε μέρος αυτών, δεν μεταβάλλουν τον χαρακτήρα τους με μεταγενέστερες του καθορισμού τους πολεοδομικές, χωροταξικές, δασικές ή άλλες διατάξεις, μέχρι τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των αποθεμάτων των κοιτασμάτων τους.

6. Οι λατομικές περιοχές ενεργοποιούνται με την κατακύρωση ενός διαγωνισμού μίσθωσης τουλάχιστον ενός λατομικού χώρου μέσα σε αυτήν. Μη ενεργοποιημένες λατομικές περιοχές μπορούν να αποχαρακτηρίζονται, ολικά ή μερικά με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 47, για λόγους που τυχόν δεν έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό τους ή για λόγους που προέκυψαν μετά τον καθορισμό τους και επιβάλλουν τον αποχαρακτηρισμό τους. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι περιοχές αυτές δεν έχουν ενεργοποιηθεί μέσα σε πέντε (5) έτη από το χαρακτηρισμό τους, αποχαρακτηρίζονται με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το χρονικό διάστημα της πενταετίας μπορεί να παραταθεί για μία ακόμα διετία με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του οικείου Περιφερειάρχη.

7. Λατομικές περιοχές που έχουν ενεργοποιηθεί στο παρελθόν και έχουν περιέλθει σε αδράνεια πλέον της δεκαετίας αποχαρακτηρίζονται, ολικά ή μερικά με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη εφόσον κριθεί ότι δεν συντρέχει πλέον λόγος διατήρησής τους. Η απόφαση αυτή του Περιφερειάρχη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας της οικείας Περιφέρειας και αιτιολογημένη γνώμη του περιφερειακού συμβουλίου.

8. Σε περίπτωση απώλειας της δασικής βλάστησης λατομικών περιοχών που έχουν καθοριστεί μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις, λόγω πυρκαγιάς, παράνομης υλοτομίας ή άλλης αιτίας, που επισυνέβη μετά την έκδοση της απόφασης καθορισμού τους, ο καθορισμός της λατομικής περιοχής και η εκμετάλλευση του λατομείου δεν θίγονται από την κήρυξη της αναδάσωσης. Αποφάσεις κήρυξης αναδάσωσης, πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, διοικητικές ποινές προστίμων ή ειδικής αποζημίωσης που έχουν εκδοθεί σε βάρος λατομικών περιοχών του προηγούμενου εδαφίου ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμοδίου οργάνου.

9. Με διαδικασία ανάλογη εκείνης του καθορισμού της είναι δυνατή η τροποποίηση, επέκταση ή περιορισμός των ορίων ενεργοποιημένης λατομικής περιοχής ή της χωροταξικής κατανομής εντός αυτής, ύστερα από αίτηση που συνοδεύεται από παράβολο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ το οποίο καταβάλλεται υπέρ της οικείας Περιφέρειας, και αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

10. Τα έργα υποδομής που απαιτούνται για τα λατομεία που χωροθετούνται εντός λατομικών περιοχών, όπως η κατασκευή πρόσθετου οδικού δικτύου εξωτερικής προσπέλασης μέχρι των ορίων των λατομικών χώρων και οι επεκτάσεις κεντρικών δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος, υδροδότησης και επικοινωνιών, εκτελούνται από τους εκμεταλλευτές και αποδίδονται σε κοινή χρήση. Η εντός της λατομικής περιοχής οδοποιία που εξυπηρετεί την επικοινωνία των λατομικών χώρων χρησιμοποιείται ακωλύτως από τη δασική και την πυροσβεστική υπηρεσία κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η δαπάνη των έργων υποδομής που τυχόν εξυπηρετούν περισσότερους από έναν λατομικούς χώρους της παρ. 9 του παρόντος άρθρου αναλαμβάνεται από τους αντίστοιχους μισθωτές των λατομικών χώρων κατ' αναλογία, που καθορίζεται με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας της περιφέρειας.
Για δημόσια ή δημοτικά λατομεία εντός λατομικών περιοχών, η πραγματική δαπάνη των έργων υποδομής συμψηφίζεται μετά την έναρξη παραγωγικής λειτουργίας του λατομείου με το αναλογικό μίσθωμα της παρ. 4 του άρθρου 45. Για την έναρξη της διαδικασίας συμψηφισμού απαιτείται αίτηση του μισθωτή, η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης όταν ολοκληρωθεί συνολικά η εκτέλεσή των έργων υποδομής ή εκτελεστεί ολοκληρωμένο τμήμα αυτών. Η διενέργεια και το ύψος των δαπανών των έργων υποδομής εκτιμάται από τριμελή επιτροπή τεχνικών υπαλλήλων που συγκροτείται για τον λόγο αυτόν με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Το πρακτικό της επιτροπής κοινοποιείται με κάθε πρόσφορο τρόπο στον μισθωτή, ο οποίος διατυπώνει στην επιτροπή αντιρρήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μήνα. Αν διατυπωθούν αντιρρήσεις, η επιτροπή συνεδριάζει εκ νέου εντός ενός (1) μήνα, προκειμένου να εξετάσει τις αντιρρήσεις του μισθωτή, τις οποίες είτε λαμβάνει υπόψη και τροποποιεί το αρχικό πρακτικό της είτε τις απορρίπτει αιτιολογημένα. Η διαδικασία του συμψηφισμού ολοκληρώνεται μέσα σε έξι μήνες από την υποβολή της αίτησης του μισθωτή, με την έκδοση απόφασης του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί καθορισμού των προς συμψηφισμό δαπανών ή περί απόρριψης της αίτησης συμψηφισμού.

1. Απαγορεύεται η εκμετάλλευση λατομείων, αν από αυτήν δημιουργούνται:
α) κίνδυνοι για την ασφάλεια της ζωής ή για την υγεία των εργαζομένων, των περιοίκων και των διερχομένων, καθώς και βλάβες σε έργα δημόσιας ωφέλειας,
β) άμεση ή έμμεση βλάβη σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία ή ιστορικούς τόπους ή τουριστικές εγκαταστάσεις,
γ) σοβαρές αλλοιώσεις του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λήψη ανάλογων μέτρων και με κόστος οικονομικά αποδεκτό.
Απαιτείται η συνδρομή, σωρευτικά, των εξής προϋποθέσεων:
αα) σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για λόγους ασφάλειας και ορθολογικής εκμετάλλευσης,
ββ) έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (Α' 153), εάν δεν έχει χορηγηθεί σε προγενέστερο στάδιο,
γγ) έγκριση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως προβλέπεται στο ν. 4014/2011 (Α' 209),
δ) έγκριση τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης από την οποία προκύπτει ότι είναι εφικτός ο σχεδιασμός ορθολογικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ).

2. Εκτός από τις περιπτώσεις α' , β' και γ' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπεται επίσης η εκμετάλλευση λατομείων όταν κατά την αξιολόγηση της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης κριθεί ότι η αιτούμενη έκταση δεν επαρκεί για την εξασφάλιση ορθολογικής και ασφαλούς εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΜΛΕ.

3. Αν για τη χωροθέτηση του λατομείου απαιτείται η διερεύνηση και ειδικότερων απαγορευτικών λόγων, κατά το στάδιο έγκρισης της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης συνυποβάλλεται κατά περίπτωση, γνωμοδότηση των εξής υπηρεσιών:
α) της αρμόδιας υπηρεσίας για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του λατομικού χώρου,
β) του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.),
γ) του Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ),
δ) της αρχής ή του φορέα διαχείρισης αγωγών μεταφοράς ή διανομής ή αποθήκευσης (υπέργειων ή υπόγειων εγκαταστάσεων) υδρογονανθράκων και παραγώγων αυτών.
Για την αναγκαιότητα ή μη των γνωμοδοτήσεων των περιπτώσεων β' , γ' και δ' υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του υπογράφοντος τη σχετική μελέτη μηχανικού.
Δεν απαιτείται η εκ νέου γνωμοδότηση των ως άνω υπηρεσιών ή οργανισμών, εφόσον αυτές έχουν γνωμοδοτήσει κατά το στάδιο χορήγησης της έγκρισης ερευνητικών εργασιών ή της μίσθωσης του λατομικού χώρου ή της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών από την έκδοση των εν λόγω γνωμοδοτήσεων.
Για τα λατομεία που χωροθετούνται μέσα σε λατομικές περιοχές δεν απαιτείται η γνωμοδότηση των ως άνω υπηρεσιών.

4. Η ίδρυση λατομείου μέσα σε περιοχές του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών του άρθρου 3 του ν. 3937/2011 (Α' 60), είναι δυνατή μόνο στις ζώνες ή περιοχές εκείνες, στις οποίες επιτρέπεται η λατομική δραστηριότητα είτε από τον νόμο, είτε από τα διατάγματα και τις υπουργικές ή άλλες αποφάσεις προστασίας και διαχείρισης των περιοχών αυτών, και σύμφωνα με τις περαιτέρω εξειδικεύσεις ή περιορισμούς που τίθενται στις πράξεις αυτές.

1. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων, φυσικών λίθων καθώς και αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων, πλην της μαρμαρόσκονης, μαρμαροψηφίδας και των ασβεστολιθικών αντιολισθηρών πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 58 και 59 του ν. 4442/2016 (Α' 230).

2. Δεν επιτρέπεται η διενέργεια ερευνητικών εργασιών στις περιπτώσεις που υφίστανται, για τις εργασίες αυτές ή τις ενδεχόμενες μελλοντικές εργασίες εκμετάλλευσης, οι απαγορευτικοί λόγοι του άρθρου 49. Ειδικότερα, για τις δημόσιες εκτάσεις δεν επιτρέπεται η διενέργεια ερευνητικών εργασιών, αν πρόκειται για χώρο ως προς τον οποίο συντρέχει τουλάχιστον μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση έγκρισης ερευνητικών εργασιών έχει εκδοθεί οποιαδήποτε πράξη δημόσιας αρχής από την οποία συνάγεται ο προγραμματισμός του Δημοσίου να διενεργήσει έρευνα στο συγκεκριμένο χώρο ή χορηγείται έγκριση για χρηματοδότηση ή ένταξη του χώρου σε χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα ερευνών,
β) για χώρο στον οποίο, κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω αίτησης, το ίδιο το Δημόσιο ασκεί το δικαίωμά του για έρευνα,
γ) για χώρο στον οποίο είχε διενεργηθεί έρευνα από το Δημόσιο, από την οποία έχουν διαπιστωθεί κοιτάσματα,
δ) για χώρο στον οποίο είχε παρασχεθεί δικαίωμα εκμετάλλευσης οποιουδήποτε λατομικού ορυκτού και δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα της μεγαλύτερο της πενταετίας από τη λήξη, παύση ή ανάκλησή του. Στο χρονικό αυτό διάστημα που μεσολαβεί είναι δυνατή η δημοπράτηση του χώρου σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 53.

3. Η έρευνα σε δημόσιες και δημοτικές εκτάσεις διενεργείται σε ορισμένη ενιαία έκταση μέχρι τριακόσια (300) στρέμματα. Εκτάσεις, οι οποίες διασχίζονται από αγροτικό ή δασικό δρόμο θεωρούνται ενιαίες. Αν μετά την έρευνα επακολουθήσει εκμετάλλευση, ο εκμεταλλευτής υποχρεούται να μεταθέσει τους ανωτέρω δρόμους με δικές του δαπάνες εκτός του λατομικού χώρου. Ειδικά για την μετάθεση δασικού δρόμου ακολουθούνται οι προδιαγραφές της δασικής οδοποιίας στη σύνταξη της σχετικής μελέτης, η οποία εγκρίνεται από τη δασική αρχή.

4. Ο συνολικός όγκος του λατομικού ορυκτού που μπορεί να ληφθεί και να αξιοποιηθεί για τις ανάγκες της έρευνας θα καθορίζεται κάθε φορά από τη Δήλωση Συμμόρφωσης με Τεχνικές Προδιαγραφές Ερευνητικών Εργασιών Λατομείου, ανάλογα με το είδος, τις ιδιαιτερότητες του ορυκτού και την εφαρμοζόμενη μέθοδο έρευνας. Η ποσότητα αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 0,5 κυβικά μέτρα (κ.μ.) ανά στρέμμα, ενώ το σύνολο του όγκου της εκσκαφής δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο της προαναφερθείσας ποσότητας.

5. Η άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου για έρευνα και αναζήτηση λατομικών ορυκτών στις εκτάσεις ιδιοκτησίας του γίνεται σε καθορισμένη κάθε φορά έκταση κάθε φορά, ύστερα από αίτηση του Ι.Γ.Μ.Ε. στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή κοινοποίηση στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης πράξης δημόσιας αρχής από τις οριζόμενες στην περίπτωση α' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Με την αίτηση ή την κοινοποίηση το Ι.Γ.Μ.Ε. αποκτά προτεραιότητα για έρευνα του χώρου αυτού.
Για το σκοπό αυτόν το Ι.Γ.Μ.Ε. συντάσσει και υποβάλλει προς έγκριση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας πρόγραμμα, στο οποίο θα καθορίζονται:
α) τα προς έρευνα λατομικά ορυκτά και η ερευνητέα έκταση, μη υπερβαίνουσα τα τρεις χιλιάδες στρέμματα, τα όρια της οποίας θα προσδιορίζονται με συντεταγμένες εξαρτημένες από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς του 1987,
β) γεωλογικά στοιχεία και γεωλογική χαρτογράφηση του χώρου, οι μέθοδοι της έρευνας που θα εφαρμοσθούν, οι απαιτούμενοι δρόμοι προσπέλασης, η ακριβής θέση των ερευνητικών εργασιών, η περιγραφή του μηχανικού εξοπλισμού, το απαιτούμενο προσωπικό, τα μέτρα για το μεγαλύτερο δυνατό περιορισμό των επιπτώσεων στο περιβάλλον, τα μέτρα για την υγεία των εργαζομένων και την ασφάλεια εργασιών, εργαζομένων και περίοικων και το χρονοδιάγραμμα διεξαγωγής της έρευνας,
γ) η δαπάνη που απαιτείται και ο φορέας χρηματοδότησης του προγράμματος.
Μετά την έγκριση του ως άνω προγράμματος από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης χορηγεί την έγκριση διενέργειας ερευνητικών εργασιών.
Για την έγκριση διενέργειας ερευνητικών εργασιών, απαιτούνται μόνο τα δικαιολογητικά των περιπτ. α' της παρ. 3 του άρθρου 59 του Κεφαλαίου Ι του ν. 4442/2016.
Η έγκριση αυτή χορηγείται για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) έτη, με δυνατότητα παράτασης για ένα (1) έτος ακόμη, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την πληρέστερη έρευνα. Η παράταση αυτή χορηγείται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από έγκριση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στον οποίο υποβάλλεται αιτιολογημένη εισήγηση του Ι.Γ.Μ.Ε. πριν από τη λήξη της κανονικής διάρκειας του ερευνητικού προγράμματος.
Μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της έγκρισης ερευνητικών εργασιών, το Ι.Γ.Μ.Ε. υποχρεούται να υποβάλει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αναλυτική και πλήρη έκθεση με τα αποτελέσματα των ερευνών.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίνονται, ύστερα από αξιολόγηση, τα αποτελέσματα των ερευνών. Ακολούθως, ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εκδίδει μέσα σε τρεις (3) μήνες απόφαση με την οποία ο ερευνηθείς χώρος ή τμήματα αυτού, διατίθενται είτε προς μίσθωση με προκήρυξη δημοπρασίας, είτε καθίστανται ελεύθερα, ανάλογα με τα αποτελέσματα των ερευνών.
Αν ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποφασίσει ότι το πρόγραμμα δεν εκτελέστηκε ή διακόπηκε χωρίς αποτελέσματα, ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εκδίδει εντός τριών μηνών απόφαση με την οποία ο ερευνηθείς χώρος καθίσταται ελεύθερος.

6. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνητικών εργασιών σε δημόσιες και δημοτικές εκτάσεις τα σχετικά με τις ερευνητικές εργασίες δεδομένα και αποτελέσματα κατατίθενται σε ηλεκτρονική και έντυπη μορφή στο Ι.Γ.Μ.Ε., όπου και φυλάσσονται για πέντε (5) έτη. Τα αποτελέσματα αυτά δεν γνωστοποιούνται και το Ι.Γ.Μ.Ε. δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει μέσα στην προθεσμία αυτήν, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας. Η παραβίαση των υποχρεώσεων του πρώτου εδαφίου αποτελεί λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 4442/2016.

1. Η εκμετάλλευση των λατομείων των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43 πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 60, 61 και 64 του ν. 4442/2016.

2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, να καθορίζονται ως αποθεματικά δημόσια ή δημοτικά λατομεία βιομηχανικών ορυκτών ή μαρμάρων, για τα οποία έχουν συναφθεί μισθώσεις. Η έκταση των αποθεματικών λατομείων δεν μπορεί να υπερβαίνει την αντίστοιχη των λειτουργούντων. Βασική προϋπόθεση για τον καθορισμό λατομείων ως αποθεματικών είναι η ύπαρξη ή η δημιουργία βιομηχανικής μονάδας. Επιπλέον λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες τροφοδοσίας της μονάδας αυτής, η σπουδαιότητά της, το μέγεθος των αποθεμάτων και οι θέσεις των λατομείων, τα οποία μπορεί να βρίσκονται σε μη συνεχόμενους χώρους, στην περιοχή του ίδιου ή γειτονικού νομού. Οι εκμεταλλευτές αποθεματικών λατομείων καταβάλλουν πάγιο μίσθωμα διπλάσιο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 45 και απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αναγγείλουν την έναρξη των εργασιών, μέσα σε ένα (1) έτος από τη σύναψη της μίσθωσης.

3. Η αναγκαία προσωρινή διακοπή των εργασιών εκμετάλλευσης λατομείου για να διενεργηθούν αρχαιολογικές έρευνες ή για λόγους μη υπαιτιότητάς του εκμεταλλευτή παρέχει δικαίωμα παράτασης της δυνατότητας εκμετάλλευσης, για όσο χρόνο διαρκεί η διακοπή αυτή. Ο εκμεταλλευτής του λατομείου πρέπει να αποδείξει τη διάρκεια διακοπής της εκμετάλλευσης με έγγραφο δημόσιας αρχής, προκειμένου να παραταθεί η σύμβαση μίσθωσης. Για το χρόνο της αναγκαίας αυτής διακοπής των εργασιών εκμετάλλευσης ο εκμεταλλευτής του λατομείου δεν καταβάλλει μισθώματα.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Πολιτισμού και Αθλητισμού επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, η εκμετάλλευση λατομείων μικρής παραγωγής, χωρίς εμπορικούς σκοπούς, των οποίων τα εξορυσσόμενα υλικά προορίζονται αποκλειστικά για την αποκατάσταση και ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων για τα οποία σύμφωνα με τις διεθνείς αρχές και συμβάσεις απαιτείται η χρήση υλικών ίδιας ή συμβατής προέλευσης της αρχικής κατασκευής. Προϋπόθεση για την εκμετάλλευση των ανωτέρω λατομείων είναι να μην καθίσταται εφικτή η κάλυψη των αναγκαίων υλικών από υφιστάμενα λατομεία της ευρύτερης περιοχής. Η εκμετάλλευση και η περιβαλλοντική αποκατάσταση των ανωτέρω λατομείων γίνεται σύμφωνα με ειδική μελέτη.
Με την κοινή απόφαση του πρώτου εδαφίου καθορίζονται το είδος των υλικών, ο χρόνος λειτουργίας του λατομείου, τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας περιβάλλοντος, τα μέτρα για την αποκατάσταση του χώρου του λατομείου, καθώς και το ύψος της εγγυητικής επιστολής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Για την έκδοση και κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 55.
Η εκμίσθωση δημόσιων λατομείων που εξυπηρετούν τα ως άνω έργα γίνεται με απευθείας σύμβαση στον ανάδοχο των έργων αυτών, με όρους και μίσθωμα που καθορίζονται στην ανωτέρω Απόφαση.
Κατά τα λοιπά η λειτουργία των λατομείων της παρούσας παραγράφου διέπεται από τις διατάξεις του ΚΜΛΕ.

5. Τα λατομεία του βιομηχανικού ορυκτού ανθρακικού ασβεστίου, δεν επιτρέπεται να διαθέτουν στην αγορά τυχόν συμπαραγόμενα αδρανή υλικά. Σε περίπτωση παράβασης του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 6 του άρθρου 59 και με απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Σώματος Επιθεώρησης της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας παύει η εκμετάλλευση του λατομείου.

1. Η εκμετάλλευση των λατομείων της περίπτωσης β' της παρ. 3 του άρθρου 43 πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 62, 63 και 64 του ν. 4442/2016.

2. Η εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών σε όλη τη χώρα, διενεργείται μέσα στις λατομικές περιοχές, που καθορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 46, 47 και 48. Εκτός λατομικών περιοχών, η εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών επιτρέπεται, στις εξής περιπτώσεις: 
α) Αν αποκλειστεί, με τη διαδικασία των άρθρων 46 έως και 48, η δημιουργία λατομικής περιοχής σε συγκεκριμένη περιφερειακή ενότητα, στα γεωγραφικά όρια τέως επαρχίας ή σε νήσο, αφού ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα της παρ. 4 του άρθρου 47. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επικαιροποιείται ανά δέκα έτη. 
Αν μεταγενεστέρως καταστεί δυνατός ο καθορισμός λατομικής περιοχής σε συγκεκριμένη περιφερειακή ενότητα, τέως επαρχία ή νήσο όπου υφίσταται εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών στο πλαίσιο του πρώτου εδαφίου της παρούσας περίπτωσης, οι εκμεταλλευτές των λατομείων αυτών συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι τη λήξη του δικαιώματος εκμετάλλευσης το οποίο κατέχουν. Σε κάθε περίπτωση η συνέχιση της λειτουργίας τους δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) έτη. Οι εκμεταλλευτές των λατομείων αυτών υποχρεούνται μέσα σε έξι (6) μήνες από τον καθορισμό της λατομικής περιοχής να υποβάλουν για έγκριση τροποποιητικό προσάρτημα της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης και της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την πλήρη αποκατάσταση του λατομικού χώρου εντός του εναπομείναντος χρονικού διαστήματος. 
β) Αν στον αιτούμενο χώρο περικλείονται πετρώματα κατάλληλα για ειδικές χρήσεις και ιδίως για την παραγωγή αντιολισθηρών υλικών, αποκλειστικά μαρμαρόσκονης και μαρμαροψηφίδας ή για την παραγωγή τσιμέντου, ασβέστου ή συλλιπασμάτων μεταλλουργίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εκμετάλλευση λατομείων που τροφοδοτούν τσιμεντοβιομηχανίες, ασβεστοποιίες ή μεταλλουργίες πραγματοποιείται από επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου ή ασβέστου ή μεταλλουργικές και συνδέεται άμεσα με τον τόπο λειτουργίας των εγκαταστάσεών τους. Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνωμοδότηση του Ι.Γ.Μ.Ε.. 
Ειδικότερα, για τις επιχειρήσεις παραγωγής ασβέστου ή τους συνεταιρισμούς ασβεστοποιών, εφαρμόζεται εφόσον οι ποσοτικές και ποιοτικές ανάγκες τους δεν καλύπτονται από τις λατομικές περιοχές ή τα λειτουργούντα λατομεία της περιοχής τους. Στην περίπτωση αυτή η γνωμοδότηση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ι.Γ.Μ.Ε. αναφέρεται τόσο στη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών της ασβεστοποιίας από τις λατομικές περιοχές ή τα λειτουργούντα λατομεία της περιοχής τους, όσο και στην καταλληλότητα του υλικού για τη συγκεκριμένη χρήση. 
Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου τα λατομεία αυτά που τροφοδοτούν τσιμεντοβιομηχανίες, μεταλλουργίες ή ασβεστοποιίες μπορεί να διαθέτουν την πλεονάζουσα παραγωγή τους, δηλαδή την ποσότητα των αδρανών υλικών, τα οποία συνεξορύσσονται ή συμπαράγονται με τα κύρια υλικά τροφοδοσίας της ασβεστοποιίας, της τσιμεντοβιομηχανίας ή της μεταλλουργίας και λόγω της ποιότητας ή της κοκκομετρίας τους δεν είναι κατάλληλα για την τροφοδοσία αυτή. Η συνεξορυσσόμενη πλεονάζουσα παραγωγή θα υπολογίζεται στην εγκεκριμένη τεχνική μελέτη που θα συνοδεύεται από επικαιροποιημένη τοπογραφική αποτύπωση. 
Σε περιπτώσεις λατομείων αντιολισθηρών υλικών, αν η ορυκτολογική σύσταση του πετρώματος προκαλεί αμφιβολίες για την παρουσία ή μη αμιάντου, το Ι.Γ.Μ.Ε. πραγματοποιεί σχετικούς ελέγχους και συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματά τους στη γνωμοδότησή του. Ειδικά, τα μέτωπα των λατομείων αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων που εξορύσσουν οφιολιθικά πετρώματα (βασικά και υπερβασικά), εξετάζονται ύστερα από εισήγηση του κατά τόπον αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για τη διερεύνηση της ύπαρξης ινωδών ορυκτών, από τριμελή επιτροπή, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και αποτελείται από υπάλληλους της εν λόγω υπηρεσίας και του Ι.Γ.Μ.Ε.. 
Οι σχετικές δαπάνες για τις μελέτες του Ι.Γ.Μ.Ε. των ανωτέρω εδαφίων, βαρύνουν τους αιτούντες, ή/και τους εκμεταλλευτές. 
Η πλεονάζουσα παραγωγή αδρανών υλικών από τα ανωτέρω λατομεία διατίθενται ύστερα από καταβολή αναλογικού μισθώματος και ειδικού τέλους υπέρ ΟΤΑ, όπως αυτά ορίζονται αντιστοίχως στην παρ. 7 του άρθρου 45 και στην παρ. 2 του άρθρου 62. 
Τα λατομεία αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων μαρμαρόσκονης και μαρμαροψηφίδας δεν επιτρέπεται να διαθέτουν στην αγορά τυχόν συμπαραγόμενα αδρανή υλικά. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα ανωτέρω, επιπλέον των διοικητικών κυρώσεων της παραγράφου 6 του άρθρου 59, παύει η εκμετάλλευση. 
γ) για την εκτέλεση δημόσιων, εθνικών ή περιφερειακών έργων, που χαρακτηρίζονται ως εθνικής σημασίας.
Για την ίδρυση λατομείου των περιπτώσεων α' , β' και γ' ισχύουν οι περιορισμοί και απαγορεύσεις του άρθρου 85 του ΚΜΛΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 49. 

3. Για την έρευνα και την εκμίσθωση των λατομείων ειδικών χρήσεων της περίπτωσης β' της παρ. 2, εφαρμόζονται οι διατάξεις των λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, με εξαίρεση τα λατομεία μαρμαρόσκονης και μαρμαροψηφίδας καθώς και τα λατομεία αντιολισθηρών ασβεστολιθικών αδρανών υλικών, τα οποία μισθώνονται με τη διαδικασία της δημοπρασίας. Για τον υπολογισμό των μισθωμάτων των λατομείων της περίπτωσης β' της παρ. 2, που μισθώνονται ύστερα από έρευνα στους έχοντες το σχετικό δικαίωμα, ισχύουν όσα ορίζονται για τα λατομεία βιομηχανικών ορυκτών στην υποπερίπτωση γγ' της περίπτωσης β' της παρ. 4 του άρθρου 45.

4. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 51 έχουν εφαρμογή και για τα λατομεία αδρανών υλικών.

5. Τα εξορυσσόμενα αδρανή υλικά, που προέρχονται από την εκτέλεση δημοσίων, εθνικών ή περιφερειακών έργων απαγορεύεται να διατίθενται προς εμπορία. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εφαρμόζεται η παρ. 6 του άρθρου 59.

1. Η εκμίσθωση των λατομείων, που ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου, πραγματοποιείται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης με απευθείας σύμβαση ή με πλειοδοτική δημοπρασία με σφραγισμένες προσφορές.

2. Με απευθείας σύμβαση εκμισθώνονται δημόσιες εκτάσεις για την εκμετάλλευση λατομικών ορυκτών, σε όσους έχει χορηγηθεί η έγκριση διενέργειας ερευνητικών εργασιών του άρθρου 59 του ν. 4442/2016 , με την προϋπόθεση ότι μέχρι τη λήξη των ερευνών εντοπισθούν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη της έγκρισης διενέργειας ερευνητικών εργασιών, υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή αίτηση μίσθωσης με απευθείας σύμβαση της ερευνηθείσας έκτασης, συνοδευόμενη από αποδεικτικό κατάθεσης προς έγκριση, μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μετά την έκδοση της ΑΕΠΟ ακολουθεί η κατάθεση προς έγκριση τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης. 
Στην τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης πρέπει να αποδεικνύεται ο εντοπισμός εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος από την έρευνα που διενεργήθηκε, σύμφωνα με τις περιπτώσεις δ' και ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ΚΜΛΕ. 
Αν ακολουθήσει μίσθωση, ως αναλογικό μίσθωμα ορίζεται το ανώτατο της παρ. 4 του άρθρου 45. 
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η εκμίσθωση στον ανάδοχο του έργου με απευθείας σύμβαση δημόσιων εκτάσεων για τη λειτουργία λατομείων αδρανών υλικών της περίπτωσης γ' της παρ. 2 του άρθρου 52 και των λατομείων της παρ. 4 του άρθρου 51. 

3. Για τη συμπλήρωση του φακέλου της αίτησης του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 απαιτούνται τα εξής δικαιολογητικά:
α) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία,
β) έγκριση τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον ΚΜΛΕ,
γ) εγγυητική επιστολή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 55,
δ) εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης μίσθωσης.

4. Ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης υποχρεούται, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη συμπλήρωση του σχετικού φακέλου, να εκδώσει απόφαση έγκρισης της απευθείας μίσθωσης της δημόσιας έκτασης, καθορίζοντας τους οικονομικούς όρους για την προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου, όπως ύψος μισθωμάτων, ύψος απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών, διαδικασία παράδοσης και παραλαβής του μισθίου, και καλεί τον ενδιαφερόμενο για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης μίσθωσης μέσα σε είκοσι (20) ημέρες. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης της μίσθωσης απαιτείται η καταβολή του παραβόλου που προβλέπεται στο άρθρο 62. Ακολουθεί η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης μίσθωσης, η οποία επέχει θέση έγκρισης του άρθρου 7 του ν. 4442/2016, αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται αμέσως σε όλες τις συναρμόδιες υπηρεσίες.

5. Με δημοπρασία εκμισθώνονται, ύστερα από αίτηση ενδιαφερομένου, δημόσιες εκτάσεις για την εκμετάλλευση λατομικών ορυκτών, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εκμίσθωση με απευθείας σύμβαση. Η υπηρεσία ενημερώνει σχετικά τον ενδιαφερόμενο και διενεργεί πλειοδοτική δημοπρασία για τη μίσθωση του αιτούμενου χώρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 7.
Μετά την έκδοση απόφασης για την έγκριση του αποτελέσματος της δημοπρασίας, ακολουθείται από το Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης η διαδικασία των παραγράφων 3 και 4.

6. Σε περίπτωση δημόσιων εκτάσεων για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί αίτηση από ενδιαφερόμενο αλλά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκμίσθωσης με πλειοδοτική δημοπρασία, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 50 και εφόσον τα κοιτασματολογικά και οικονομικά στοιχεία οδηγούν σε πρόβλεψη για ύπαρξη αξιόλογου ενδιαφέροντος για αξιοποίηση του κοιτάσματος, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από σχετική αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων, μπορεί να προκηρύσσει δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης σχετικού ενδιαφέροντος στο σύνολο ή τμήμα της έκτασης.
Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας και εφόσον εκδηλωθεί ενδιαφέρον από έναν τουλάχιστον υποψήφιο, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβιβάζει το σχετικό φάκελο στην αρμόδια υπηρεσία και στη συνέχεια ακολουθείται η διαδικασία της πλειοδοτικής δημοπρασίας.
Αν δεν εκδηλωθεί ενδιαφέρον σε δύο διαδοχικές προσκλήσεις ενδιαφέροντος που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έξι (6) μήνες, ενημερώνεται ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος μέσα σε είκοσι (20) ημέρες εκδίδει απόφαση για ελευθέρωση του ερευνηθέντος χώρου ή τμήματος αυτού.

7. Αντικείμενο της πλειοδοτικής δημοπρασίας είναι:
α) Αν πρόκειται για λατομείο μαρμάρων, φυσικών λίθων ή βιομηχανικών ορυκτών των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43 ή λατομείο ειδικών χρήσεων της περίπτωσης β' της παρ. 2 του άρθρου 52, το προσφερόμενο αναλογικό μίσθωμα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του πέντε επί τοις εκατό (5%) αλλά ούτε ανώτερο του καθοριζόμενου, στην παρ. 4 του άρθρου 45, ανώτατου θεμιτού. Σε περίπτωση προσφοράς του ίδιου αναλογικού μισθώματος από περισσότερους του ενός συμμετέχοντες τότε αξιολογείται ως καλύτερη για το δημόσιο η προσφορά που προβλέπει το μεγαλύτερο ποσό επένδυσης για μηχανολογικό εξοπλισμό που θα χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του λατομείου, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού που αφορά εξόρυξη, μεταφορά και επεξεργασία εντός της πρώτης πενταετίας από την έναρξη της μίσθωσης. Σε περίπτωση ισοδύναμων προσφορών ως προς αμφότερα τα ως άνω κριτήρια, συνεκτιμώνται ο κύκλος εργασιών της τελευταίας τριετίας, η εμπειρία και η δυνατότητα του προσφέροντος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την προσφορά του.
β) Αν πρόκειται για λατομείο αδρανών υλικών, το ελάχιστο προσφερόμενο συνολικό ετήσιο μίσθωμα (άθροισμα παγίου και αναλογικού μισθώματος). Το ετήσιο πάγιο προσφερόμενο μίσθωμα προκύπτει από το γινόμενο του προσφερόμενου πάγιου μισθώματος (σε ευρώ ανά στρέμμα) επί την έκταση του λατομικού χώρου (σε στρέμματα). Το προσφερόμενο ελάχιστο ετήσιο αναλογικό μίσθωμα προκύπτει από το γινόμενο του προσφερόμενου αναλογικού μισθώματος (ποσοστού επί τοις εκατό) επί την καθοριζόμενη στην σχετική διακήρυξη τιμή πώλησης επί την προσφερόμενη ελάχιστη ετήσια παραγωγή. Το ποσοστό του προσφερόμενου αναλογικού μισθώματος, δεν μπορεί να είναι μικρότερο του πέντε επί τοις εκατό (5%). Το προσφερόμενο πάγιο μίσθωμα δεν μπορεί να είναι μικρότερο του μισθώματος που υπολογίζεται και εξάγεται σύμφωνα με τον τύπο της περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 45.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται η τιμή πώλησης θραυστού υλικού στο δάπεδο του λατομείου, η οποία μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης ορίζεται η τιμή των 5 ευρώ ανά τόνο, ως τιμή πώλησης θραυστού υλικού λατομείου.
Σε περίπτωση προσφοράς του ίδιου ελάχιστου ετήσιου μισθώματος από περισσότερους του ενός συμμετέχοντες, αξιολογείται ως καλύτερη για το Δημόσιο η προσφορά που προβλέπει το μεγαλύτερο ποσό για επενδύσεις μηχανολογικού εξοπλισμού (εξόρυξης, μεταφοράς και επεξεργασίας) εντός της πρώτης πενταετίας από την έναρξη της μίσθωσης. Σε περίπτωση ισοδύναμων προσφορών ως προς αμφότερα τα ως άνω κριτήρια, συνεκτιμώνται ο κύκλος εργασιών της τελευταίας τριετίας, η εμπειρία και η δυνατότητα του προσφέροντος να ανταπο-κριθεί στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την προσφορά του.

8. Για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες της παραγράφου 7 απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής ποσού πενήντα (50) ευρώ ανά στρέμμα της προς εκμίσθωσης έκτασης.
Σε περίπτωση παραίτησης ή έκπτωσης του αρχικού πλειοδότη από κάθε δικαίωμά του που απορρέει από την κατακύρωση υπέρ αυτού του αποτελέσματος της δημοπρασίας, ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να εκμισθώσει το χώρο στον αμέσως επόμενο πλειοδότη.
Ο υποψήφιος μισθωτής υποχρεούται να υποβάλει για έγκριση στο Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης χρονοδιάγραμμα εργασιών, για την ενεργοποίηση του λατομικού χώρου πριν από την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης και μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στη διακήρυξη. Σε περίπτωση παρέκκλισης από το χρονοδιάγραμμα εργασιών ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορεί να καταγγείλει αμέσως τη σύμβαση μίσθωσης και να παραχωρήσει το χώρο του λατομείου στον αμέσως επόμενο πλειοδότη.

9. Σε περίπτωση μίσθωσης κατατίθενται στον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης εγγυητική επιστολή για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης, που καταπίπτει προς όφελος του Δημοσίου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης καθώς και η εγγυητική επιστολή της παρ. 2 του άρθρου 55. Οι εγγυητικές αυτές επιστολές, επιστρέφονται αν διαπιστωθεί ότι έχουν εκπληρωθεί οι υποχρεώσεις για τις οποίες εκδόθηκαν, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καταπίπτουν αρμοδίως.
Επί δημοσίων λατομείων, αν για οποιοδήποτε λόγο λυθεί η σύμβαση μίσθωσης, παύει η εκμετάλλευση και εκδίδεται σχετική απόφαση από την αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Για την τυχόν μετά τη λύση της σύμβασης μίσθωσης ή την πράξη παύσης συνέχιση της εκμετάλλευσης εφαρμόζεται η παρ. 6 του άρθρου 59.

10. Η εκμίσθωση λατομείων εντός λατομικών περιοχών πραγματοποιείται για τους ενιαίους χώρους που έχουν χωροθετηθεί εντός αυτών με την διαδικασία της παρ. 7 του άρθρου 47. Αν εντοπίζονται νησίδες δημοσίων εκτάσεων εντός ενιαίων χωροθετημένων λατομικών χώρων, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους αποτελούνται από δημοτικές, κοινοτικές ή ιδιωτικές εκτάσεις ή εκτάσεις Ν.Π.Δ.Δ., η εκμίσθωσή τους πραγματοποιείται με απευθείας σύμβαση. Η διάρκεια της μίσθωσης των ανωτέρω νησίδων δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτή του υφιστάμενου λατομείου και για τις παρατάσεις εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου.
Εφόσον υφιστάμενα λατομεία ενταχθούν στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους σε λατομικές περιοχές και η έκτασή τους αποτελεί τμήμα ενιαίου χωροθετηθέντος χώρου εντός της λατομικής περιοχής, η εκμίσθωση του υπολοίπου τμήματος του ίδιου χωροθετηθέντος χώρου στους εκμεταλλευτές των λατομείων αυτών γίνεται ως εξής, με την προϋπόθεση ότι από τη χωροταξική κατανομή προκύπτει ένας τουλάχιστον επιπλέον χώρος προς διάθεση:
α. με απευθείας σύμβαση για δημόσιες εκτάσεις,
β. για δημοτικές εκτάσεις σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της υπ' αριθμ. 19690/ 19.4.1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας (Β' 402) όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 19661/6.6.2001 (Β'775) απόφαση,
γ. η διάρκεια της μίσθωσης των λατομείων των περιπτ. α' και β' δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτήν του υφιστάμενου ήδη αδειοδοτηθέντος λατομείου.

11. Αν κατά την πρόοδο της εκμετάλλευσης, σε λατομείο που λειτουργεί επί δημόσιας έκτασης, διαπιστωθεί από τον ίδιο τον εκμεταλλευτή ότι δεν υφίστανται πλέον κατάλληλα πετρώματα για την παραγωγή της συγκεκριμένης κατηγορίας ορυκτού, για την οποία έγινε η μίσθωση, αλλά υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης άλλης κατηγορίας ορυκτών, τότε ύστερα από αίτησή του στην αρμόδια αρχή είναι δυνατή η τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης μίσθωσης ως προς το είδος του εξορυσσόμενου ορυκτού.
Η ανωτέρω τροποποίηση επιτρέπεται μόνον εφόσον υπάρχει η δυνατότητα εκμετάλλευσης ορυκτών που ανήκουν στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών ή των μαρμάρων ή των πετρωμάτων που είναι κατάλληλα για ειδικές χρήσεις και αναφέρονται στην περίπτωση β' της παρ. 2 του άρθρου 52.
Για την εν λόγω τροποποίηση απαιτείται να προηγηθούν:
α) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για κατάταξη του πετρώματος του λατομείου στη νέα κατηγορία, με τη διαδικασία της παρ. 4 του άρθρου 43,
β) τροποποίηση των αποφάσεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης που θα αφορούν πλέον την νέα κατηγορία ορυκτού,
γ) γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, εφόσον προκύπτει ουσιώδης αλλαγή του τρόπου εκμετάλλευσης, όπως χρήση εκρηκτικών υλών.
Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων και κρίνει αν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ή να τροποποιηθεί η σύμβαση μίσθωσης του χώρου σύμφωνα με την αίτηση.
Ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης υποχρεούται εντός είκοσι (20) ημερών να εκδώσει απόφαση έγκρισης της τροποποίησης μίσθωσης της δημόσιας έκτασης με την οποία καθορίζει συγχρόνως τους οικονομικούς όρους για την προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου, ιδίως το ύψος των μισθωμάτων ανάλογα με την νέα κατηγορία ορυκτού, το ύψος των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών και καλεί τον ενδιαφερόμενο για την υπογραφή της σχετικής τροποποίησης της σύμβασης μίσθωσης μέσα σε είκοσι (20) ημέρες. Αντίγραφο της σύμβασης κοινοποιείται αμέσως σε όλες τις συναρμόδιες υπηρεσίες.
Η τροποποίηση της μίσθωσης από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ισχύει για τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της προϋπάρχουσας σύμβασης μίσθωσης που είχε συναφθεί.

12. Αιτήσεις για την παράταση της ισχύος των συμβάσεων μίσθωσης υποβάλλονται τουλάχιστον 24 μήνες πριν από τη λήξη τους. Αν παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία, εξετάζονται ως εμπρόθεσμες, εφόσον δεν έχει λήξει η ισχύς της σύμβασης και ύστερα από την κατάθεση παραβόλου, που ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του αντίστοιχου προβλεπομένου για την έκδοση απόφασης για την έγκριση μίσθωσης, σύμφωνα με την 1264/19.1.2012 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β' 230). Οι σχετικές αιτήσεις συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από επικαιροποιημένο τοπογραφικό διάγραμμα του λατομικού χώρου σε έξι (6) τουλάχιστον αντίγραφα κλίμακας 1:5.000 και αποδεικτικό κατάθεσης προς έγκριση στην αρμόδια αρχή επικαιροποιημένης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης.
Ο Συντονιστής της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αφού ελέγξει την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης, παρατείνει τη σύμβαση της μίσθωσης σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4. Σε περίπτωση παράτασης της σύμβασης μίσθωσης μετά τη λήξη της, η παράταση ισχύει αναδρομικά από τη λήξη της προηγούμενης.

13. Η σύμβαση μίσθωσης γίνεται για ενιαία έκταση και μπορεί να τροποποιείται ως προς την έκταση της εκμετάλλευσης, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Αν η τροποποίηση αφορά επέκταση του χώρου εκμετάλλευσης, σε χώρο για τον οποίο υφίσταται ήδη το σχετικό δικαίωμα, η τροποποίηση πραγματοποιείται με βάση επικαιροποιημένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης, η οποία εκπονείται για το σύνολο του χώρου. Κατάτμηση χώρου, για τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μίσθωσης εκμετάλλευσης λατομείου, δεν είναι επιτρεπτή.

1. Η εκμίσθωση λατομείων που ανήκουν στην κυριότητα των πρωτοβάθμιων O.T.A. πραγματοποιείται από τον οικείο πρωτοβάθμιο Ο.Τ.Α, μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, με απευθείας σύμβαση ή με πλειοδοτική δημοπρασία με ενσφράγιστες προσφορές.

2. Με απευθείας σύμβαση εκμισθώνονται εκτάσεις των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. για την εκμετάλλευση μαρμάρων, φυσικών λίθων και βιομηχανικών ορυκτών των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43, καθώς και για την εκμετάλλευση των λατομείων αδρανών υλικών στα οποία αναφέρεται η παρ. 3 του άρθρου 52, σε όσους έχει χορηγηθεί η έγκριση διενέργειας ερευνητικών εργασιών του άρθρου 59 του ν. 4442/2016 και με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ορίζονται στις παρ. 2, 3, 4 και 9 του άρθρου 53.
Κατ' εξαίρεση εκμισθώνονται με απευθείας σύμβαση στον ανάδοχο του έργου εκτάσεις των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. για τη δημιουργία λατομείων αδρανών υλικών της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 52 και των λατομείων της παρ. 4 του άρθρου 51.
Ύστερα από απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του δημοτικού συμβουλίου, επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η απευθείας εκμίσθωση δημοτικών εκτάσεων στις οποίες έχει διενεργηθεί στο παρελθόν έρευνα ή εκμετάλλευση σε συνεταιρισμούς λατόμων οι οποίοι λειτουργούν νόμιμα και όλα τα μέλη τους είναι κάτοικοι του πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α.. Για τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ακολουθείται ισχύουν τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο. Η με οποιονδήποτε τρόπο παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης από το μισθωτή προς τρίτο ή μέλος του συνεταιρισμού ατομικά, απαγορεύεται και παρέχει το δικαίωμα στον εκμισθωτή να καταγγείλει αμέσως τη σύμβαση μίσθωσης.

3. Με δημοπρασία εκμισθώνονται δημοτικές εκτάσεις για την εκμετάλλευση λατομικών ορυκτών ύστερα από αίτηση ενδιαφερόμενου, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εκμίσθωση με απευθείας σύμβαση. Η υπηρεσία ενημερώνει σχετικά τον ενδιαφερόμενο και να διενεργεί πλειοδοτική δημοπρασία για τη μίσθωση του αιτούμενου χώρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 7, 8 και 9 του άρθρου 53.

4. Για τον υπολογισμό των πάγιων και αναλογικών μισθωμάτων που προέρχονται από την εκμίσθωση δημοτικών λατομείων ισχύουν οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 45. Τα μισθώματα αυτά, βεβαιώνονται και εισπράττονται από τον οικείο δήμο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

5. Αν κατά την πρόοδο της εκμετάλλευσης διαπιστωθεί ότι δεν υφίστανται πλέον κατάλληλα πετρώματα για την παραγωγή της συγκεκριμένης κατηγορίας ορυκτού, για την οποία έγινε η μίσθωση, αλλά υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης άλλης κατηγορίας ορυκτών, ισχύουν όσα προβλέπονται στην παρ. 11 του άρθρου 53.

6. Οι διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 53 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στα λατομεία επί δημοτικών εκτάσεων.

7. Όπου στις παραγράφους 2, 3, 4, 7, 8, 9, 11 και 12 του άρθρου 53 αναφέρεται το Δημόσιο ή ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, για τα δημοτικά λατομεία νοούνται ο οικείος δήμος και ο δήμαρχος αντιστοίχως.

1. Οι εκμεταλλευτές των λατομείων οφείλουν να αποκαταστήσουν τους λατομικούς χώρους στους οποίους δραστηριοποιούνται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην εγκεκριμένη για το σκοπό αυτό μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τους περιβαλλοντικούς όρους του εκάστοτε έργου.
Η αποκατάσταση αυτή πραγματοποιείται σταδιακά εντός του χρόνου ισχύος της νόμιμης λειτουργίας. Ειδικώς, για τα λατομεία αδρανών υλικών που λειτουργούν για την εκτέλεση δημοσίων έργων της περίπτωσης γ' της παρ. 2 του άρθρου 52, καθώς και τα λατομεία της παρ. 4 του άρθρου 51, η χρονική διάρκεια της αποκατάστασης καθορίζεται από τις σχετικές αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45.

2. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής αορίστου χρονικής ισχύος από τον ενδιαφερόμενο στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Το ύψος του ποσού της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται με βάση το ποσό που αναφέρεται ως δαπάνη αποκατάστασης περιβάλλοντος στις ανωτέρω αποφάσεις. Για τους εκμεταλλευτές λατομείων μαρμάρων και φυσικών λίθων, βιομηχανικών ορυκτών και αδρανών υλικών που έχουν καταβάλει εγγυητική επιστολή για την αποκατάσταση της έκτασης, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 998/1979 (Α' 289), όπως ισχύει.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εκμεταλλευτή στις υποχρεώσεις για τις οποίες εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις από τις διατάξεις του παρόντος, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει υπέρ ειδικού λογαριασμού που δημιουργείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου, ο οποίος αφορά αποκλειστικά σε έργα αποκατάστασης λατομείων. Αν η εκμετάλλευση πραγματοποιήθηκε σε εκτάσεις που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία, το ποσό αποδίδεται στις δασικές υπηρεσίες, για την αποκατάσταση του δασογενούς περιβάλλοντος.
Λύση της σύμβασης μίσθωσης των λειτουργούντων λατομείων συνεπάγεται και την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για την αποκατάσταση, κατά το μέρος της που αναλογεί στο μη αποκατασταθέν τμήμα.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής, η διαδικασία αντικατάστασης και κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, η διαδικασία απόδοσης στον ειδικό λογαριασμό καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα εφαρμογής των ανωτέρω εδαφίων.

3. Η μη πραγματοποίηση της αποκατάστασης λατομείων όπως αυτή ορίζεται στους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, συνεπάγεται την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 30 του ν. 1650/1986 (Α' 160). Οι περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των λατομείων με τους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές, όπως αυτές ορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4014/2011 (Α' 209).

4. Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος των λατομείων που διακόπτουν τη λειτουργία τους χωρίς υπαιτιότητα του έχοντος την εκμετάλλευσή τους, πραγματοποιείται από τον εκμεταλλευτή σύμφωνα με ειδική μελέτη, οι προδιαγραφές και το χρονοδιάγραμμα της οποίας ορίζονται Δ10/Φ68/οικ.4437/1.3.2001 κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και των Υφυπουργών Ανάπτυξης και Γεωργίας (Β' 244).
Τα λατομεία του ανωτέρω εδαφίου παύουν οριστικά τη λειτουργία τους μετά το πέρας του οριζόμενου από την ειδική μελέτη χρόνου, εντός του οποίου ολοκληρώνεται η αποκατάσταση. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη.

5. Ο έλεγχος της αποκατάστασης γίνεται από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Περιβάλλοντος της οικείας Περιφέρειας, πλην των δασικών εκτάσεων, τις οποίες σύμφωνα με το ν. 998/1979 (Α' 289) διαχειρίζονται οι δασικές υπηρεσίες.
Η μη αποκατάσταση λατομικού χώρου, μετά το πέρας της εκμετάλλευσης, όπως αυτή ορίζεται στους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, σε εκτάσεις που προστατεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, συνεπάγεται, πέραν των προβλεπόμενων στην παρ. 3, την υποχρεωτική κήρυξη της έκτασης ως αναδασωτέας και την επιβολή σε βάρος του δικαιούχου από την αρμόδια δασική αρχή των ποινών της παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979. Η δασική έκταση που δεν έχει αποκατασταθεί από τον υπόχρεο αποκαθίσταται από τη δασική υπηρεσία σύμφωνα με το ύψος της εγγυητικής επιστολής που καταπίπτει υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2. Οι ιδιοκτήτες ή διακάτοχοι, αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διακατεχόμενες δασικού χαρακτήρα εκτάσεις αντίστοιχα, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την ακώλυτη διακίνηση των συνεργείων, μηχανημάτων και υλικών, που χρησιμοποιούνται για την αποκατάσταση και να μεριμνούν για τη διατήρηση των εκτελούμενων έργων. Σε αντίθετη περίπτωση υποχρεούνται στην άμεση αποκατάσταση του έργου.
Αν στην έκταση εντοπιστεί κοίτασμα που μπορεί να αξιοποιηθεί, αυτή δεν κηρύσσεται ως αναδασωτέα και ο λατομικός χώρος τίθεται σε δημοπρασία. Αν δεν υπάρξει εκδήλωση ενδιαφέροντος για την εκμετάλλευση του χώρου αυτού μέσα σε τρία (3) έτη από την προθεσμία της παραγράφου 2δ' του άρθρου 50, τότε η έκταση του λατομικού χώρου κηρύσσεται υποχρεωτικά ως αναδασωτέα.

6. Επιτρέπεται η εγκατάσταση μονάδων επεξεργασίας αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (Α.Ε.Κ.Κ.) εντός λειτουργούντων λατομείων, ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους, μετά την έκδοση όλων των απαιτούμενων εγκρίσεων και αδειών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και για τους σκοπούς του επόμενου εδαφίου. Η εγκατάσταση πραγματοποιείται ύστερα από συναίνεση ή σύμπραξη των εκμεταλλευτών των λατομείων αυτών, των οποίων δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η εκμετάλλευση, ούτε να δεσμεύονται αποθέματα των κοιτασμάτων.
Τα αδρανή προϊόντα ή τα κατάλοιπα που προκύπτουν από την επεξεργασία των Α.Ε.Κ.Κ., μπορεί να αξιοποιούνται και για την αποκατάσταση των λατομικών χώρων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις εγκεκριμένες μελέτες του λατομείου (τεχνική και περιβαλλοντικών επιπτώσεων) στις οποίες τεκμηριώνεται και η συνδρομή των προϋποθέσεων του προηγουμένου εδαφίου.

7. O εκμεταλλευτής ενός λατομείου δικαιούται, μέσα σε εύλογη προθεσμία, να αποκομίσει από τον πρώην λατομικό χώρο του οποίου έχει λήξει η εκμετάλλευση, υλικά τα οποία έχουν εξορυχθεί κατά τη διάρκεια της νόμιμης περιόδου λειτουργίας του λατομείου.
Προς τούτο απαιτείται σχετική έγκριση από την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση, στην οποία ορίζεται η ποσότητα και η ποιότητα των νομίμως εξορυχθέντων υλικών, η θέση τους, οι όροι καθώς και ο χρόνος για την αποκομιδή τους, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, από τη λήξη ή με οποιονδήποτε τρόπο παύση της εκμετάλλευσης, με δυνατότητα ανανέωσης για έξι (6) επιπλέον μήνες. Κατά το χρόνο αυτό επιτρέπεται η λειτουργία των εγκαταστάσεων επεξεργασίας του λατομείου με τους πλέον πρόσφατους περιβαλλοντικούς όρους που ίσχυαν μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της εκμετάλλευσης. Η ανωτέρω έγκριση, συνοδευόμενη από τοπογραφικό σχεδιάγραμμα στο οποίο αποτυπώνονται τα ανωτέρω στοιχεία των εν λόγω υλικών, κοινοποιείται και στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Κατά το χρονικό διάστημα αποκομιδής των εξορυγμένων υλικών, ο εκμεταλλευτής υποχρεούται να καταβάλει το ειδικό τέλος υπέρ Ο.Τ.Α., όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 62, καθώς και στον ιδιοκτήτη της έκτασης του χώρου εκμετάλλευσης το αναλογικό μίσθωμα.
Μετά την παρέλευση του ως άνω χρονικού διαστήματος τα εξορυχθέντα υλικά που τυχόν παραμένουν στο χώρο περιέρχονται στην κυριότητα του ιδιοκτήτη της έκτασης. Σε περίπτωση λατομείου σε δημόσια έκταση εκποιούνται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η περαιτέρω νόμιμη αξιοποίηση των εξορυχθέντων υλικών που παραμένουν στα λατομεία δεν εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος και πραγματοποιείται με ευθύνη του ιδιοκτήτη του χώρου.

1.α. Η εγκατάσταση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού εντός λατομικών χώρων, με σκοπό την επεξεργασία (μηχανική, εμπλουτισμού, παραγωγής κονιαμάτων, σκυροδεμάτων, ασφαλτομιγμάτων, ασβέστου και λοιπές κατεργασίες) των λατομικών ορυκτών, του απαραίτητου βοηθητικού εξοπλισμού όπως αντλιών και συστημάτων αερισμού υπογείων, καθώς και άδειας κατασκευής των απαιτουμένων για την εγκατάσταση αυτή τεχνικών δομικών έργων όπως βάσεων έδρασης, κατασκευών για την τροφοδοσία και την αποθήκευση χύδην στερεών υλικών-σιλό, βάθρων και μεταλλικών ικριωμάτων με ή χωρίς τη χρήση οπλισμένου σκυροδέματος, υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4442/2016. Η εγκατάσταση του εξοπλισμού μπορεί να αρχίσει μόνο μετά την υποβολή της γνωστοποίησης στην αρμόδια υπηρεσία.
Ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις που εγκαθίστανται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών λατομείων, τμήμα των οποίων βρίσκεται εντός του λατομικού χώρου και το υπόλοιπο εκτός αυτού, θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο και αντιμετωπίζονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για το τμήμα αυτό όπου είναι εγκατεστημένο το μεγαλύτερο ποσοστό της ισχύος τους.
β. Για την εγκατάσταση και λειτουργία εντός λατομικών και μεταλλευτικών χώρων αποθηκών εκρηκτικών υλών, απαιτείται άδεια η οποία χορηγείται σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΚΜΛΕ από την αρμόδια υπηρεσία της οικείας περιφέρειας.
γ. Η λειτουργία εγκαταστάσεων, οι οποίες βρίσκονται πάνω σε οχήματα μέσα σε λατομικούς χώρους και μεταλλεία και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ANFO ή SLURRIES ή γαλακτωμάτων, επιτρέπεται μόνον ύστερα από άδεια, η οποία χορηγείται από την αρμόδια υπηρεσία της οικείας περιφέρειας σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 107 του ΚΜΛΕ.

2. Η λειτουργία των εγκαταστάσεων του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 65 του ν. 4442/2016 και μπορεί να αρχίσει μόνο μετά την υποβολή της.

3. Η διάρκεια της λειτουργίας των εγκαταστάσεων των περιπτώσεων β' και γ' της παρ. 1, ορίζεται ίση με τη διάρκεια ισχύος της εκμετάλλευσης του υφιστάμενου λατομείου. Επιτρέπεται η επέκταση και η παράταση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων του προηγούμενου εδαφίου, με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την αρχική εγκατάσταση και λειτουργία τους.

4 Τα κινητά-μεταθετά μηχανήματα εξόρυξης, φόρτωσης, μεταφοράς και φωτισμού, καθώς και τα κινητά μηχανήματα επεξεργασίας των λατομικών ορυκτών πρέπει να είναι εφοδιασμένα με άδεια κυκλοφορίας μηχανήματος έργου (Μ.Ε.) και εγκεκριμένο ειδικό κανονισμό ασφαλείας του άρθρου 48 του ΚΜΛΕ.

5. Η ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων, που εξυπηρετούν τις ανάγκες της εκμετάλλευσης και επεξεργασίας λατομικών ορυκτών, καθώς και η ανέγερση προχείρων ή κινητών καταλυμάτων της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ΚΜΛΕ εντός των ως άνω χώρων διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 161 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277).

1. Η εκμετάλλευση των λατομείων μαρμάρων, φυσικών λίθων και βιομηχανικών ορυκτών, αδρανών υλικών εντός λατομικών περιοχών και των κατ' εξαίρεση εκτός των περιοχών τούτων λατομείων της παραγράφου 2 του άρθρου 52, χαρακτηρίζεται ως δημοσίας ωφελείας.

2. Αν για την εκμετάλλευση των λατομείων της προηγουμένης παραγράφου είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ξένης ιδιοκτησίας, ο εκμεταλλευτής του λατομείου υποχρεούται να επιδιώξει τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση μη παροχής συναίνεσης, επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση του συνόλου ή μέρους της ξένης ιδιοκτησίας για την κατασκευή δρόμων εξωτερικής προσπέλασης.
Ειδικά για τα λατομεία μαρμάρων και βιομηχανικών ορυκτών των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43, εκτός των ανωτέρω έργων, επιτρέπεται η απαλλοτρίωση για επέκταση των κεντρικών δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος και επικοινωνιών, ανέγερση εγκαταστάσεων επεξεργασίας των εξορυσσομένων ορυκτών υλών, κατασκευή υποδομών υδροδότησης, αποθηκών και λοιπών εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμετάλλευσης των συγκεκριμένων λατομείων.
Στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις απαγορεύεται η διενέργεια εξορυκτικών εργασιών.
Οι απαλλοτριώσεις των ανωτέρω παραγράφων γίνονται με αίτηση και με δαπάνες του εκμεταλλευτή του λατομείου και υπέρ του ιδιοκτήτη του λατομείου. Για την σκοπιμότητα της απαλλοτρίωσης και τον προσδιορισμό της έκτασης που απαιτείται, αποφαίνεται το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Οι απαλλοτριώσεις για μεν τις περιπτώσεις ακινήτων τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμετάλλευσης λατομείων μαρμάρων και βιομηχανικών ορυκτών των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43 αντίστοιχα, κηρύσσονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για δε τις περιπτώσεις των λατομείων αδρανών υλικών με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 128 έως και 138 του ν.δ. 210/1973. Οι απαλλοτριωτικές αποφάσεις δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Αν δεν εκτελεστούν τα έργα, για τα οποία έχει πραγματοποιηθεί η απαλλοτρίωση, εντός τετραετίας από τη συντέλεσή της ή αν η ιδιοκτησία που απαλλοτριώθηκε χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς, η συντελεσμένη απαλλοτρίωση ανακαλείται.
Η απαλλοτρίωση ανακαλείται και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι στην έκταση που έχει απαλλοτριωθεί πραγματοποιείται εξόρυξη ή απόληψη λατομικών ορυκτών. Στην περίπτωση αυτή, ανεξαρτήτως άλλων προβλεπόμενων κυρώσεων, επιβάλλεται από την αρμόδια υπηρεσία και χρηματικό πρόστιμο ίσο με την καταβληθείσα αποζημίωση της απαλλοτριωθείσας έκτασης, υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2 άρθρου 55, ο οποίος δημιουργείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου με σκοπό την αποκατάστασή της.

4. Αν για την εκμετάλλευση λατομείου οποιασδήποτε κατηγορίας λατομικών ορυκτών κριθεί απαραίτητη η χρήση άλλης ιδιοκτησίας, η οποία ανήκει στον ιδιοκτήτη του λατομείου, ο εκμεταλλευτής δικαιούται να ζητήσει την παραχώρηση κατά χρήση της έκτασης για όλη τη διάρκεια της εκμετάλλευσης. Για την αναγκαιότητα της χρήσης της κατά τα άνω ιδιοκτησίας και της απαραίτητης έκτασης αποφαίνεται το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η αποζημίωση για τη χρήση της ιδιοκτησίας αυτής καθορίζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου του λατομείου και η χρήση της έκτασης επιτρέπεται αμέσως μόλις καταβληθεί η αποζημίωση που θα καθοριστεί.

5. Δημόσιες εκτάσεις, που κρίνονται αναγκαίες για την εκμετάλλευση λατομείων οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών, κατά τα ανωτέρω, μπορούν να παραχωρούνται κατά χρήση στους εκμεταλλευτές, σύμφωνα με τη διαδικασία της προηγουμένης παραγράφου.

1. Ο εκμεταλλευτής λατομείου υποχρεούται να διενεργεί την εκμετάλλευση σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής και να τηρεί τους όρους των εγκρίσεων που έχουν χορηγηθεί, ειδικότερα της απόφασης για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και της τεχνικής μελέτης, καθώς και τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ΚΜΛΕ.

2. Ο εκμεταλλευτής λατομείου υποχρεούται να υποβάλλει για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τις 30 Απριλίου του επομένου έτους, δελτίο δραστηριότητας, ανάλογα με το εκμεταλλευόμενο ορυκτό. Στο δελτίο δραστηριότητας περιλαμβάνονται περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής σημασίας πληροφορίες και ιδίως νομιμοποιητικά στοιχεία του λατομείου, στοιχεία για το απασχολούμενο προσωπικό, στοιχεία ασφάλειας και ατυχημάτων, στοιχεία για τις καταναλώσεις φυσικών πόρων, πετρελαιοειδών, εκρηκτικών και ενέργειας, τη διαχείριση αποβλήτων και τις αποκαταστημένες εκτάσεις, την παραγωγή, επεξεργασία και διακίνηση των προϊόντων, τις επενδύσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο απαραίτητο για την υπηρεσία.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται το ακριβές περιεχόμενο των δελτίων δραστηριότητας καθώς και τα στοιχεία που οι κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται να γνωστοποιούν στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Σε περίπτωση μη εκμετάλλευσης λατομείου ή μη διενέργειας ερευνών αντί του ανωτέρω δελτίου υποβάλλεται μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους δήλωση απραξίας, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απραξίας. Η δήλωση αυτή συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων.
Η υποχρέωση υποβολής δελτίου δραστηριότητας ή δήλωσης απραξίας υφίσταται και αν δεν συμπληρώνεται πλήρες ημερολογιακό έτος εκμετάλλευσης.
Το δελτίο δραστηριότητας ή η δήλωση απραξίας υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην αρμόδια υπηρεσία για την τήρηση των συγκεντρωτικών στοιχείων της Γενικής Διεύθυνσης Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που προβλέπεται στην παρ. 7, το δελτίο δραστηριότητας ή η δήλωση απραξίας υποβάλλεται σε δύο αντίτυπα, ένα στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ένα στην ανωτέρω Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου. Για τα λατομεία που λειτουργούν σε δημόσιες εκτάσεις το δελτίο δραστηριότητας ή η δήλωση απραξίας υποβάλλεται και στην αρμόδια για τις μισθώσεις υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

3. Ο εκμεταλλευτής λατομείου υποχρεούται να υποβάλλει στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους, τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που πληροί τις προδιαγραφές της ισχύουσας νομοθεσίας και είναι υπογεγραμμένο από αρμόδιο μηχανικό. Μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που προβλέπεται στην παρ. 7, το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα υποβάλλεται σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή. Το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα πρέπει να είναι σε κλίμακα 1:1000 ή 1:2000, ή άλλη κατάλληλη κλίμακα ώστε να εμφανίζονται πλήρως και ευκρινώς όλα τα συμπεριλαμβανόμενα στοιχεία, να περιλαμβάνει πλήρη υψομετρική και οριζοντιογραφική αποτύπωση όχι παλαιότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία υποβολής, να είναι εξαρτημένο από το σύστημα αναφοράς ΕΓΣΑ '87 και να περιλαμβάνει αναλυτικό υπόμνημα. Στο σχεδιάγραμμα αποτυπώνονται και σημειώνονται τα όρια του λατομικού χώρου, της εγκεκριμένης τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης, της απόφασης για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), την έγκριση επέμβασης αν τα όρια αυτά είναι διαφορετικά από τα όρια της ΑΕΠΟ, οι βαθμίδες εξόρυξης, οι εκσκαφές και οι διαμορφώσεις του λατομικού χώρου, τα κτίρια και οι εγκαταστάσεις μέσα σε αυτόν, οι εσωτερικοί δρόμοι, κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την εκμετάλλευση και την ασφάλεια εργασιών, καθώς και οι αποθέσεις και επεμβάσεις σε απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων εκτός των ορίων του χώρου της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης. Ειδικά στην περίπτωση των υπόγειων έργων, επιπλέον των ανωτέρω, αποτυπώνονται και σημειώνονται όλες οι υπόγειες εργασίες, υλοποιημένες και σχεδιαζόμενες, οι ενεργοί και οι εξοφλημένοι χώροι, οι κύριες στοές, τα φρέατα, τα κεκλιμένα, οι έξοδοι και οι διαδρομές διαφυγής, τα δίκτυα μεταφοράς, τηλεφώνου, φωτισμού και αερισμού, οι εγκαταστάσεις, οι αποθήκες εκρηκτικών υλών και καψυλίων, τα καταφύγια και τα σημεία παροχής πρώτων βοηθειών, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την εκμετάλλευση και την ασφάλεια εργασιών.
Η υποχρέωση υποβολής τοπογραφικού σχεδιαγράμματος υφίσταται και αν δεν συμπληρώνεται πλήρες ημερολογιακό έτος εκμετάλλευσης.
Αν υποβληθεί δήλωση απραξία, ο εκμεταλλευτής δεν υποχρεούται να υποβάλει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα για το συγκεκριμένο έτος.

4. Στους εκμεταλλευτές που δεν υποβάλλουν τα προβλεπόμενα από το παρόν άρθρο δελτία δραστηριότητας ή δηλώσεις απραξίας ή τοπογραφικά σχεδιαγράμματα μέχρι την προβλεφθείσα ημερομηνία ή υποβάλλουν ανακριβή στοιχεία, καθώς και σε όσους δεν συμπληρώνουν, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πρόσκληση του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ελλιπή στοιχεία των δελτίων, δηλώσεων και τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων που έχουν υποβληθεί εμπροθέσμως επιβάλλεται πρόστιμο από την αρμόδια υπηρεσία. Προς τούτο συντάσσεται και αποστέλλεται στο Δημόσιο Ταμείο τίτλος βεβαίωσης (χρηματικός κατάλογος) για την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Το ύψος του προστίμου υπολογίζεται με βάση τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 59.

5. Ο εκμεταλλευτής λατομείου, σε κάθε περίπτωση οριστικής διακοπής της εκμετάλλευσης, πέραν των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 55, υποχρεούται να απομακρύνει από το χώρο του λατομείου τυχόν προϊόντα, τα πάσης φύσεως υλικά και απορρίμματα, που μπορεί να ρυπαίνουν το περιβάλλον και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των περιοίκων και των διερχομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΜΛΕ και τις τυχόν πρόσθετες εντολές του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Στις δασικού χαρακτήρα ή στις δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις ο εκμεταλλευτής υποχρεούται να αποξηλώσει τις πάσης φύσεως εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις οδηγίες της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας. Αν δεν συμμορφωθεί, καταπίπτει η σχετική προς τούτο εγγυητική επιστολή υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2 του άρθρου 55, ο οποίος δημιουργείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου.

6. Απαγορεύεται η μεταφορά εκτός του λατομικού χώρου λατομικών προϊόντων με φορτηγά οχήματα, αν δεν καλύπτεται το φορτίο τους με ειδικό κάλυμμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Σε εκμεταλλευτές που επιτρέπουν τη μεταφορά λατομικών προϊόντων, πλην αποκλειστικά ογκομαρμάρων ή ογκολίθων, κατά παράβαση του ανωτέρω εδαφίου, επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 3 του άρθρου 59.

7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται η υποχρεωτική ηλεκτρονική καταχώρηση ή η υποβολή, μέσω κατάλληλου Πληροφοριακού Συστήματος, εγγράφων, δηλώσεων, αρχείων, καταστάσεων, κανονισμών, βιβλίων, τοπογραφικών ή οποιονδήποτε άλλων στοιχείων οφείλει κατά τη λατομική και μεταλλευτική νομοθεσία να τηρεί ή να υποβάλλει ο εκμεταλλευτής σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες που θα προσφέρονται προς τους ενδιαφερόμενους, οι όροι πρόσβασης στο Πληροφοριακό Σύστημα και τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, η διαδικασία καταχώρισης ή υποβολής στοιχείων, οι τεχνικές προδιαγραφές των προς υποβολή στοιχείων, καθώς και κάθε άλλο θέμα που σχετίζεται με την ηλεκτρονική εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων.

1. Η εκμετάλλευση των λατομείων τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

2. Το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ασκεί τον έλεγχο των λατομείων, ελέγχει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΚΜΛΕ για την έρευνα και εκμετάλλευση των λατομείων και τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας των προϊόντων τους μέσα στους αντίστοιχους λατομικούς χώρους. Ελέγχει επίσης την εφαρμογή της εγκεκριμένης τεχνικής μελέτης και διατάσσει την τροποποίησή της, επιβάλλοντας σε όσους διενεργούν την έρευνα και εκμετάλλευση, τα απαιτούμενα συμπληρωματικά μέτρα για την ορθολογική έρευνα και εκμετάλλευση των λατομείων και την ασφάλεια των έργων, της ζωής και της υγείας των εργαζομένων, των περιοίκων και των διερχομένων.
Ειδικώς, για τα θέματα τήρησης των αποφάσεων για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), καθώς και γενικότερα για θέματα αποκατάστασης του περιβάλλοντος των λατομείων που λειτουργούν και διαχείρισης των εξορυκτικών αποβλήτων ο έλεγχος ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 20 του ν. 4014/2011.

3. Κάθε παράβαση από τον εκμεταλλευτή των διατάξεων του ΚΜΛΕ, των εντολών του Προϊσταμένου του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και κάθε παράβαση των παραγράφων 4 και 6 του άρθρου 58 τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο από τριακόσια (300) έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, που επιβάλλεται με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος συντάσσει και αποστέλλει στο Δημόσιο Ταμείο τίτλο βεβαίωσης (χρηματικό κατάλογο) για την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. 
Το ύψος του προστίμου ανά παράβαση εξαρτάται από τρεις συντελεστές: 1) τη σοβαρότητα της παράβασης (σ), 2) την υποτροπή (ε) και 3) τον αριθμό εργαζομένων του εργοταξίου (α). 
Η επιλογή του συντελεστή σ γίνεται κατά την κρίση των Επιθεωρητών Μεταλλείων με τη βοήθεια του Πίνακα 1: 

Πίνακας 1

Πίνακας 1

Συντελεστής σ Χαµηλή

Σοβαρότητα

1

    Σηµαντική

4

    Υψηλή

9

 

Η επιλογή του συντελεστή ε γίνεται με τη βοήθεια του Πίνακα 2:

Πίνακας 2

    Επαναληπτικότητα

Συντελεστής ε 

Η παράβαση

 

 δεν έχει επαναληφθεί

1

Η παράβαση έχει επαναληφθεί

 

µία φορά

5

Η παράβαση έχει επαναληφθεί  περισσότερες

 

από µία φορές

10

 

Πίνακας 3

Αριθµός εργαζοµένων στο εργοτάξιο

 Συντελεστής α

0-3

1

4-20

3

21-50

6

> 50

9

 

Ο αριθμός εργαζομένων περιλαμβάνει το σύνολο του προσωπικού που απασχολείται στο εργοτάξιο με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ακόμη και με υπεργολαβία.
Για τον προσδιορισμό του προστίμου π, υπολογίζονται αρχικά τα μόρια της παράβασης (μπ), που προκύπτουν ως το γινόμενο των τριών συντελεστών:
μπ = σ · ε · α
Στη συνέχεια, με βάση τα υπολογισμένα μόρια της παράβασης μπ, επιλέγεται η κλίμακα προσδιορισμού του προστίμου από τον Πίνακα 4, το ύψος του προς υποβολή προστίμου:

Πίνακας 4

Κλίµακα Μόρια παράβασης µπ 

 Ύψος προστίµου π (€) 

1

1 - 5

300 - 1.500 

2

6 - 15

1.501 - 3.000 

3

16 - 35

3.001 - 5.000 

4

36 - 75

5.001 - 8.000 

5

76 - 155

8.001 - 12.000 

6

156 - 315

12.001 - 16.000

7

> 315

16.001 - 20.000

 

4. Κατ' εξαίρεση, αποκλειστικά στην περίπτωση παραβάσεων χαμηλής σοβαρότητας (συντελεστής σ = 1) που δεν έχουν τελεστεί καθ' υποτροπή (συντελεστής ε = 1), μπορεί ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, να επιβάλει στον εκμεταλλευτή το μέτρο της έγγραφης σύστασης προς συμμόρφωση αντί των ανωτέρω χρηματικών προστίμων. Στην έγγραφη σύσταση ορίζονται οι ενέργειες στις οποίες οφείλει να προβεί ο εκμεταλλευτής, καθώς και συγκεκριμένη χρονική προθεσμία ολοκλήρωσής τους. Μετά το πέρας της προθεσμίας ελέγχεται με κάθε πρόσφορο μέσο από το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας η συμμόρφωσή του. Για κάθε παράβαση για την οποία μετά τον ανωτέρω έλεγχο δεν τεκμηριώνεται πλήρης συμμόρφωση, επιβάλλεται η μέγιστη τιμή του εύρους προστίμου (π) της κλίμακας του ανωτέρω Πίνακα 4 στην οποία κατατάσσονται τα μόρια (μπ) της παράβασης. 

5. Ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Σώματος Επιθεώρησης της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί, με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, που κοινοποιείται στον εκμεταλλευτή και στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή, να επιβάλει περιοριστικά μέτρα στην έρευνα ή εκμετάλλευση του λατομείου, ιδίως δε την προσωρινή ή οριστική διακοπή του συνόλου ή μέρους των εργασιών έρευνας ή εκμετάλλευσης, στις περιπτώσεις παραβάσεων της παρ. 3, κατά τις οποίες τίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η υγεία των εργαζομένων, των περιοίκων και των διερχομένων ή η ασφάλεια κτισμάτων, έργων κοινής ωφελείας ή διενεργείται ανορθολογική εκμετάλλευση κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΜΛΕ, καθώς και αν δεν υπάρχουν σε ισχύ εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι της εκμετάλλευσης. Στην απόφαση αυτή ορίζονται τα συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα, τα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία του λατομείου και οι προθεσμίες συμμόρφωσης του εκμεταλλευτή προς τα μέτρα αυτά.

6. Όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει λατομικά ορυκτά χωρίς να έχει τις προϋποθέσεις άσκησης του σχετικού δικαιώματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, τιμωρείται ποινικώς με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και διοικητικώς με χρηματικό πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες (270.000) ευρώ, που επιβάλλεται με απόφαση του Προϊστάμενου του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Η ανωτέρω διοικητική κύρωση επιβάλλεται ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης επιβολής κυρώσεων για τα παραπτώματα του άρθρου 67 του ν. 4442/2016 . 
Η διαπίστωση των παραβάσεων μπορεί να γίνεται από το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τις Αστυνομικές Αρχές, τις δασικές ή άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν αμελλητί στο ως άνω αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης, παρέχοντας τα στοιχεία του παραβάτη, καθώς και πληροφορίες για τα μέσα που χρησιμοποίησε σύμφωνα με τον παρακάτω Πίνακα 1. 

Ταξινόμηση παράβασης Ύψος                          προστίμου {€}
Χειρωνακτικές εργασίες ή χρήση μηχανικού εξοπλισμού εξόρυξης-φόρτωσης-μεταφοράς 15.000 ≤πο ≤30.000
Χρήση μηχανικού εξοπλισμού επεξεργασίας 20.000 ≤πο ≤60.000
Χρήση εκρηκτικών υλών 30.000 ≤πο ≤90.000

 

Αν η παράβαση μπορεί να ταξινομηθεί σε περισσότερες από μία κατηγορίες του Πίνακα 1, τότε το πρόστιμο υπολογίζεται με βάση τη σοβαρότερη από αυτές.
2) Αν πρόκειται για παράβαση που έχει τελεστεί για περισσότερες από μία φορές, το πρόστιμο υπολογίζεται ως η μέγιστη τιμή: 1) του τριπλάσιου του προστίμου που είχε επιβληθεί στην αμέσως προηγούμενη παράβαση ή 2) του μέγιστου ποσού που αντιστοιχεί στην κατηγορία στην οποία ταξινομείται η τρέχουσα παράβαση με βάση τον Πίνακα 1.
Τα παρανόμως παραχθέντα λατομικά προϊόντα περιέρχονται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση, εφόσον προέρχονται από δημόσιο χώρο ή στην οικεία Περιφέρεια σε κάθε άλλη περίπτωση. Τα υλικά αυτά, καταρχήν, χρησιμοποιούνται για την επαναφορά του αναγλύφου και την αποκατάσταση του χώρου και τα εναπομείναντα εκποιούνται με πλειοδοτική δημοπρασία από την κατά περίπτωση αρμόδια για τη διαχείρισή τους υπηρεσία, στην οποία περιέρχεται το προκύπτον από την εκποίηση τίμημα.
Σε περίπτωση καθ' υποτροπή τέλεσης της παράβασης, με την απόφαση επιβολής προστίμου, διατάσσεται και η σφράγιση των τυχόν υπαρχόντων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων επεξεργασίας καθώς και η κατάσχεση του κινητού εξοπλισμού (εξόρυξης, φόρτωσης και μεταφοράς) του διενεργούντος την παράνομη πράξη.
Μετά την απόρριψη της προβλεπόμενης στο άρθρο 61 ενδικοφανούς προσφυγής ή την παρέλευση άπρακτου του χρονικού διαστήματος για την άσκησή της, η απόφαση της επιβολής του προστίμου καθίσταται εκτελεστή και κοινοποιείται στην αρμόδια Περιφέρεια. Ο αρμόδιος Περιφερειάρχης εκδίδει αμελλητί απόφαση, με την οποία συγκροτεί τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από υπαλλήλους της Περιφέρειας, η οποία διενεργεί τη σφράγιση των εγκαταστάσεων που υπάρχουν και την κατάσχεση του κινητού εξοπλισμού.
Η απόφαση για την επιβολή του προστίμου κοινοποιείται και σε όλες τις αρμόδιες αρχές για τις δικές τους ενέργειες ιδίως στην αρμόδια Εισαγγελία Πλημμελειοδικών, στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή και στις αρμόδιες δασικές Υπηρεσίες, σε περίπτωση παράνομης εξόρυξης σε δασικές ή δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις. Η απόφαση σφράγισης κοινοποιείται και στον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας για τη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στις εγκαταστάσεις αυτές.
Η εκποίηση του εξοπλισμού πραγματοποιείται από την οικεία Περιφέρεια. Αν ο εξοπλισμός δεν μπορεί να εκποιηθεί, διατίθεται στον οικείο δήμο ή καταστρέφεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου καταστροφής, με ευθύνη της ανωτέρω επιτροπής. Το τίμημα που προκύπτει από την εκποίηση κατατίθεται υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2 του άρθρου 55. Αν η παράνομη εξόρυξη πραγματοποιήθηκε σε εκτάσεις που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία, το ποσό αποδίδεται στις δασικές υπηρεσίες για την αποκατάσταση του δασογενούς περιβάλλοντος. Ως μεσεγγυούχος και υπεύθυνος για τη φύλαξη των κατασχεμένων υλικών ορίζεται ο Περιφερειάρχης.

7. Οι κυρώσεις της παρ. 6 επιβάλλονται και στις περιπτώσεις διενέργειας, χωρίς σχετική άδεια, αμμοληψιών φυσικών αποθέσεων θραυσμάτων από τις κοίτες και εκβολές ποταμών, χειμάρρων και από τις θαλάσσιες και λιμναίες ακτές, επιπλέον των προβλεπόμενων κυρώσεων της σχετικής νομοθεσίας.

8. Τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, πλην εκείνων που αφορούν δημοτικά λατομεία, καθώς και στην παρ. 4 του άρθρου 58 αποδίδονται στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α., στην Περιφέρεια των οποίων λειτουργεί το λατομείο, μετά την αφαίρεση των πιστώσεων που προβλέπονται στην παρ. 3Α του άρθρου 30 του ν. 1650/1986 (Α' 160), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4409/2016 (Α' 136). 
Στις περιπτώσεις λατομείων επί δημοτικών εκτάσεων, τα πρόστιμα των παραγράφων 3 και 6, αφαιρουμένωντων πιστώσεων που προβλέπονται στην παρ. 3Α του άρθρου 30 του ν. 1650/1986, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4409/2016 , αποδίδονται υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2 του άρθρου 55. Αν η παράνομη εξόρυξη πραγματοποιήθηκε σε εκτάσεις που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία, το ποσό αποδίδεται στις δασικές Υπηρεσίες, για την αποκατάσταση του δασογενούς περιβάλλοντος. 

9. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να αναπροσαρμόζονται οι κλίμακες του Πίνακα 4 της παρ. 3 και του Πίνακα 1 της παρ. 6, καθώς και το ύψος των προστίμων που προβλέπονται στις παρ. 3 και 6, έως διπλασιασμού.

10. Για τα παραγόμενα από λατομεία αδρανή υλικά ανάλογα με τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται, οι χημικές και φυσικομηχανικές προδιαγραφές, καθώς και η διαδικασία δοκιμών και η μέθοδος ανάλυσης και εκτίμησης των αποτελεσμάτων των δοκιμών αυτών καθορίζονται με κοινές υπουργικές αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το π.δ. 334/1994 (Α'176).
Ειδικότερα, οι προδιαγραφές για τα αδρανή τα οποία προορίζονται για δομικά έργα πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές που τίθενται με την κοινή απόφαση 5328/122/2007 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Β' 386) και τον 305/2011/ΕΕ Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τα Δομικά Προϊόντα (ΕΕ L88 της 4.4.2011).
Αν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 11 του π.δ. 334/1994 ελέγχει την ορθή χρησιμοποίηση της σήμανσης CE στην αγορά και στους χώρους παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό, διαπιστώσει ότι κατ' επανάληψη τίθενται στην κυκλοφορία, πωλούνται, αναλώνονται και προορίζονται για δομικά έργα αδρανή προϊόντα προερχόμενα από λατομεία χωρίς την απαιτούμενη Σήμανση CE ή προϊόντα με ψευδή ή παραπλανητική Σήμανση CE ή αδρανή υλικά τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις εθνικές διατάξεις, ενημερώνει την αρμόδια υπηρεσία, ώστε να ανακαλέσει την απόφαση για την έγκριση της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης.

1. Οι εργασίες έρευνας ή εκμετάλλευσης μπορεί να ανασταλούν ή να διακοπούν με απόφαση του Προϊσταμένου του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από αιτιολογημένη πρότασημιας από τις αρμόδιες υπηρεσίες της παρ. 1 του άρθρου 49 εφόσον κατά τη διάρκεια της έρευνας ή της εκμετάλλευσης προκύψουν απαγορευτικοί της λατομίας λόγοι, οι οποίοι δεν υπήρχαν κατά το στάδιο έναρξης της έρευνας ή εκμετάλλευσης ή για λόγους που αφορούν στο δημόσιο συμφέρον.

2. Ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην περίπτωση λατομείων επί δημοσίων εκτάσεων ή ο Δήμαρχος στην περίπτωση λατομείων επί δημοτικών εκτάσεων αντίστοιχα, μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης στις εξής περιπτώσεις:
α) αν διαπιστωθεί ότι ο εκμεταλλευτής δεν τηρεί τους όρους της σύμβασης μίσθωσης,
β) αν εκδοθεί πράξη με την οποία διακόπτονται οριστικά οι εργασίες εκμετάλλευσης και δεν ασκήθηκαν τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις διοικητικά βοηθήματα εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή αν αυτά μετά την άσκησή τους απορρίφθηκαν,

3. Η σχετική απόφαση για καταγγελία της σύμβασης, επιδίδεται στο μισθωτή με απόδειξη και κοινοποιείται στην αρμόδια κατά τόπον υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή.

4. Πριν από την αναστολή ή διακοπή των εργασιών της έρευνας ή της εκμετάλλευσης και τη καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης ο ενδιαφερόμενος καλείται σε ακρόαση. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης.

5. Ο εκμεταλλευτής λατομείου μπορεί να παραιτείται από την εκμετάλλευση. Σε περίπτωση δημόσιων και δημοτικών εκτάσεων η παραίτηση αυτή καθίσταται οριστική μόνο μετά την αποδοχή της από την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση ή το Δήμο αντίστοιχα αφού διαπιστωθεί η συμμόρφωση του εκμεταλλευτή προς τους περιβαλλοντικούς όρους, τους όρους της Τεχνικής Μελέτης ή και τους όρους της σύμβασης μίσθωσης.
Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 55 και η παρ. 5 του άρθρου 58.

1. Κατά των απορριπτικών αποφάσεων του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης που αφορούν σε έγκριση διενέργειας ερευνητικών εργασιών του άρθρου 44 του παρόντος και του άρθρου 59 του ν.4442/2016 μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή τους.

2. Κατά των αποφάσεων του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και αφορούν σε σύναψη, παράταση, τροποποίηση, καθώς και καταγγελία σύμβασης μίσθωσης μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή τους.

3. Κατά των αποφάσεων του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τις οποίες επιβάλλονται χρηματικά πρόστιμα ή περιοριστικά μέτρα στην έρευνα και στην εκμετάλλευση, καθώς και προσωρινή ή οριστική διακοπή του συνόλου ή μέρους των εργασιών έρευνας ή εκμετάλλευσης μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή τους αντίστοιχα.

4. Επί των προσφυγών των παρ. 1 έως 3 ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποφαίνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκησή τους. Η προθεσμία άσκησης των προσφυγών, καθώς και η άσκησή τους έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα μόνο αν ασκούνται κατά αποφάσεων που απορρίπτουν την παράταση μισθώσεων, καθώς και κατά αποφάσεων επιβολής χρηματικών προστίμων.

5. Οι αποφάσεις του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που επιβάλλουν πρόστιμα, καθώς και κάθε άλλη διοικητική πράξη στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επιβολής των προστίμων κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο μέσω ταχυδρομείου με συστημένη επιστολή ή, αν η κοινοποίηση μέσω ταχυδρομείου αποβεί άκαρπη, επιδίδονται από τα αρμόδια κατά τόπους αστυνομικά όργανα. Ειδικώς οι αποφάσεις για την επιβολή των μέτρων ασφαλείας των παρ. 2 και 5 και συστάσεων συμμόρφωσης της παρ. 4 του άρθρου 59, της παρ. 1 του άρθρου 60, καθώς και των πρόσθετων μέτρων της παρ. 4 του άρθρου 3 του ΚΜΛΕ επιδίδονται στον ενδιαφερόμενο μέσω των αρμόδιων Αστυνομικών Τμημάτων.
Αν ο ενδιαφερόμενος ή ο αντίκλητός του δεν βρίσκονται στη διεύθυνση που έχει γνωστοποιηθεί στην αρμόδια υπηρεσία, η επίδοση γίνεται στο Γραμματέα του κατά τόπο αρμόδιου Πρωτοδικείου.

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα είδη και τα ποσά των παραβόλων που απαιτούνται για τη χορήγηση οποιασδήποτε έγκρισης που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος ή γενικότερα τη μεταλλευτική και λατομική νομοθεσία καθώς και την άσκηση οποιασδήποτε προσφυγής ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τα οποία μπορεί να αναπροσαρμόζονται.
Ποσοστό των εισπραττόμενων εσόδων από τα ως άνω παράβολα, όπως ορίζεται από την κοινή υπουργική απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, εγγράφεται ως πίστωση σε ειδικό κωδικό (ΚΑΕ), που συνιστάται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για την κάλυψη δαπανών της Γενικής Διεύθυνσης Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΓΔΟΠΥ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που σχετίζονται με δράσεις για την ορθολογική αξιοποίηση και βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης των ορυκτών πρώτων υλών.

2.α. Οι εκμεταλλευτές λατομείων αδρανών υλικών υποχρεούνται να καταβάλλουν ετησίως ειδικό τέλος υπέρ των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. στην περιοχή των οποίων λειτουργούν τα λατομεία σε δημόσια ή ιδιωτική έκταση. Το τέλος αυτό ορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) στην τιμή πώλησης μη επεξεργασμένων προϊόντων ή τέσσερα τοις εκατό (4%) στην τιμή πώλησης των επεξεργασμένων προϊόντων στο δάπεδο του λατομείου.
Ο προσδιορισμός των ποσοτήτων που πωλούνται γίνεται με βάση τα τιμολόγια που υποβάλλει ο εκμεταλλευτής μαζί με συγκεντρωτική κατάσταση με τα στοιχεία πωλήσεων (ποσότητες-τιμές) ή κάθε άλλη πρόσφορη μέθοδο καταμέτρησης των λατομικών προϊόντων, εφόσον κριθεί αναγκαίο, όπως, τοπογραφική επιμέτρηση των ποσοτήτων του εξορυχθέντος πετρώματος, έλεγχο των βιβλίων της επιχείρησης, διασταύρωση των υποβαλλόμενων στοιχείων με τα υποβαλλόμενα σε άλλες υπηρεσίες στοιχεία για τον υπολογισμό των αναλογικών μισθωμάτων, όπου αυτό απαιτείται.
Σε περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης ποσοτήτων για την τροφοδοσία εγκαταστάσεων του μισθωτή η τιμή πώλησης για τον υπολογισμό του τέλους προσδιορίζεται με βάση είτε προγενέστερα τιμολόγια του ίδιου λατομείου, είτε την τιμή εξορυσσόμενων προϊόντων αντίστοιχης ποιότητας γειτονικών λατομείων, ενώ αν δεν υπάρχουν και τα στοιχεία αυτά, λαμβάνεται υπόψη το κόστος εξόρυξης, η θέση και η προσπελασιμότητα του λατομείου, η ποιότητα του κοιτάσματος και οι συνθήκες εκμετάλλευσης, το επιχειρηματικό κέρδος και λοιπά στοιχεία που συνεκτιμώνται από την αρμόδια υπηρεσία.
Στην καταβολή ειδικού τέλους υποχρεούνται και οι εκμεταλλευτές που παράγουν αδρανή υλικά, τα οποία εξορύσσονται ως παραπροϊόντα κατά την εκμετάλλευση των λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 45. Το ειδικό τέλος ορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στην τιμή πώλησης ακατέργαστων υλικών ή έξι τοις εκατό (6%) στην τιμή πώλησης επεξεργασμένων υλικών.
β. Ειδικά για αδρανή υλικά, που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη στην τσιμεντοβιομηχανία, ασβεστοποιία και μεταλλουργία και εξορύσσονται από λατομεία που εκμεταλλεύονται οι ίδιες επιχειρήσεις, το πιο πάνω ειδικό τέλος υπολογίζεται με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη σε 4% επί του κόστους εξόρυξης του πετρώματος στο δάπεδο του λατομείου, αυξημένο κατά το επιχειρηματικό κέρδος. Για την πλεονάζουσα παραγωγή των πιο πάνω λατομείων ορίζεται ειδικό τέλος δέκα τοις εκατό (10%) στην τιμή πώλησης ακατέργαστων υλικών ή έξι τοις εκατό (6%) στην τιμή πώλησης επεξεργασμένων υλικών.
γ. Οι εκμεταλλευτές βιομηχανικών ορυκτών υποχρεούνται να καταβάλλουν ετησίως ειδικό τέλος υπέρ των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. στην περιοχή των οποίων λειτουργούν τα λατομεία. Το τέλος αυτό ορίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της αξίας των ακατέργαστων λατομικών προϊόντων που διατίθενται προς πώληση στο δάπεδο του λατομείου. Ο προσδιορισμός των ποσοτήτων που πωλούνται γίνεται με βάση τα τιμολόγια, σε συνδυασμό με κάθε άλλη πρόσφορη μέθοδο, σύμφωνα με την περίπτωση α' , εφόσον απαιτείται. Σε περίπτωση ιδιοχρησιμοποίησης εφαρμόζεται αναλόγως η περίπτωση α' .
δ. Τα ποσά που προέρχονται από το ειδικό τέλος της παρ. αυτής βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α..

3. Όλα τα λατομεία που συνεχίζουν την λειτουργία τους και μετά τα σαράντα (40) έτη υποχρεούνται να καταβάλλουν «πράσινο τέλους» ύψους ένα τοις εκατό (1%) επί της αξίας των πωλούμενων προϊόντων, υπέρ του ειδικού λογαριασμού της παρ. 2 του άρθρου 55, ο οποίος δημιουργείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου.

1. Για τον καθορισμό της στρατηγικής αξιοποίησης των ορυκτών πρώτων υλών της χώρας, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας συντάσσει και δημοσιοποιεί το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους έκθεση συγκεντρωτικών στοιχείων σχετικά με τη μεταλλευτική και λατομική δραστηριότητα του προηγούμενου έτους η οποία περιλαμβάνει:
α. στοιχεία παραγωγής, απασχόλησης, καθώς και λοιπά οικονομικά στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα δελτία δραστηριότητας,
β. στοιχεία δημόσιων εσόδων από τη μεταλλευτική και λατομική δραστηριότητα, όπως μισθώματα και τέλη, όπως προκύπτουν από τις επιμέρους αναφορές των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των λοιπών φορέων του Δημοσίου,
γ. στοιχεία σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και δράσεις, όπως αυτά προκύπτουν από τις μεταλλευτικές και λατομικές εταιρείες και αξιολογούνται από τους αρμόδιους δημόσιους φορείς (όπως Δασαρχεία),
δ. στοιχεία σχετικά με την ασφάλεια και συγκεκριμένα τα ατυχήματα που συνέβησαν, τους προληπτικούς ελέγχους που έχουν διεξαχθεί, καθώς και τα χρηματικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

2. Οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις συντάσσουν και δημοσιοποιούν ανάλογες ετήσιες εκθέσεις για τη μεταλλευτική και λατομική δραστηριότητα της χωρικής τους αρμοδιότητας, οι όποιες κοινοποιούνται εγκαίρως και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

1. Για τους εκμεταλλευτές μεταλλευτικών ορυκτών εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3, 6 και 7 του άρθρου 58 του παρόντος, η παράγραφος 4 του άρθρου 58 του παρόντος σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277) και το άρθρο 64Α του ν. 4442/2016

2. Οι εκμεταλλευτές μεταλλείων οφείλουν να αποκαταστήσουν τους μεταλλευτικούς χώρους στους οποίους δραστηριοποιούνται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σχετική απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Πριν από την έγκριση της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης απαιτείται να καταθέσει ο εκμεταλλευτής στην αρμόδια για την έγκριση της τεχνικής μελέτης υπηρεσία εγγυητική επιστολή αόριστης χρονικής ισχύος για την εκπλήρωση των όρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Το ύψος του ποσού της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται με βάση το ποσό που αναφέρεται ως δαπάνη αποκατάστασης περιβάλλοντος στις εγκεκριμένες ή θεωρημένες μελέτες και αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα ισχύος της απόφασης για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων.
Αν ο εκμεταλλευτής δεν συμμορφωθεί προς τις ως άνω υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις από τις διατάξεις του παρόντος, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει μερικώς ή ολικώς υπέρ του Πράσινου Ταμείου, ύστερα από έλεγχο της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας για εκτάσεις που βάσει του ν. 998/1979 διαχειρίζονται οι δασικές υπηρεσίες ή ύστερα από έλεγχο των κατά τόπους αρμόδιων διευθύνσεων περιβάλλοντος για τις λοιπές εκτάσεις.

3. Μεταλλειοκτήτες παραχωρήσεων για τις οποίες δεν έχουν υποβληθεί για κανένα από τα έτη 2007 έως και 2016 τα ετήσια δελτία δραστηριότητας ή οι ετήσιες δηλώσεις απραξίας που προβλέπονται στο άρθρο 118 του ν.δ. 210/1973 εκπίπτουν από το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας, εφόσον μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν υποβάλουν στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας τα ως άνω δελτία ή δηλώσεις με υπόμνημα στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της μη εμπρόθεσμης υποβολής, καθώς και οι λόγοι της μη εκμετάλλευσης ή μη διενέργειας μεταλλευτικών ερευνών. Η έκπτωση διαπιστώνεται με πράξη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία εκδίδεται μετά την άπρακτη πάροδο της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας. Ως ημερομηνία έκπτωσης θεωρείται η 31 η Δεκεμβρίου 2008. Με τη διαπιστωτική πράξη διατάσσεται και η κατάπτωση εγγυήσεων που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 47 του ν.δ. 210/1973. Η διαπιστωτική πράξη κοινοποιείται με απόδειξη στο μεταλλειοκτήτη και στον τυχόν μισθωτή ή στον έλκοντα από αυτούς δικαιώματα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως η παρ. 3 του άρθρου 14 και τα άρθρα 124 έως και 127 του ν. δ. 210/1973. Αν μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του πρώτου εδαφίου υποβληθούν τα αναφερόμενα στο εν λόγω εδάφιο δελτία ή δηλώσεις, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 119 και επόμενα του ν.δ. 210/1973.

4. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 του ν.δ. 210/1973 πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 69, 70 και 74 του ν. 4442/2016.

5. Το άρθρο 17 του ν.δ. 210/1973 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ουδείς δύναται να διενεργήσει μεταλλευτικές έρευνες, σε ιδιόκτητο ή μη έδαφος, εάν προηγουμένως δεν έχει λάβει την προβλεπόμενη στα ακόλουθα άρθρα άδεια μεταλλευτικών ερευνών. Με την άδεια μεταλλευτικών ερευνών, που εκδίδεται από τον Περιφερειάρχη, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκεται ο προς έρευνα χώρος, χορηγείται το δικαίωμα μεταλλευτικής έρευνας και εγκρίνεται η διενέργεια ερευνητικών εργασιών.»

6. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 76 του ν.δ. 210/1973 προστίθεται η φράση:
«ανατρέχει δε στο χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων της παρ. 1 του άρθρου 74, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν διαφορετικά, οπότε η έγκριση ανατρέχει στο χρόνο που όρισαν τα μέρη.»

7. Το άρθρο 158 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Η εγκατάσταση εντός μεταλλευτικών χώρων και λειτουργία μηχανημάτων πάσης φύσεως που εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμετάλλευσης των μεταλλείων και επεξεργασίας των εκ τούτων παραγομένων μεταλλευμάτων δια εφαρμογής μηχανικών, χημικών, θερμικών ή άλλων μεταλλουργικών μεθόδων, περιλαμβανομένων και των απαιτούμενων τεχνικών έργων για την εγκατάσταση αυτών (βάθρα έδρασης, silos κ.λπ.), πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 71, 72 και 73 του ν. 4442/2016

8. Το άρθρο 166 του ν.δ. 210/1973 αντικαθίσταται ως εξής:
«Όποιος πραγματοποιεί έρευνα ή εκμετάλλευση μεταλλευτικών ορυκτών σε χώρους για τους οποίους δεν διαθέτει το σχετικό δικαίωμα και τις προϋποθέσεις άσκησής του, πέραν των τυχόν αστικών και ποινικών συνεπειών, τιμωρείται και διοικητικώς σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 59 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ». Τα παρανόμως εξορυχθέντα μεταλλευτικά ορυκτά περιέχονται αυτοδίκαια στην κυριότητα του Δημοσίου. Η κτηματική υπηρεσία του Δημοσίου είναι αρμόδια για τη διαχείριση των προϊόντων αυτών.»

9. Η παρ. 1 του άρθρου 167 του ν.δ. 210/1973 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Κάθε παράβαση από τον εκμεταλλευτή των διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, των εντολών του Επιθεωρητή Μεταλλείων, των κατ' εφαρμογή των άρθρων 31, 32 και 61 τεθέντων όρων, καθώς και των άρθρων 158, 160 και 163 ανεξάρτητα από άλλες αστικές, διοικητικές ή ποινικές συνέπειες, τιμωρείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου.»

10. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 176 του ν.δ. 210/1973, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4203/2013 (Α' 235), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«1. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους ή μη συμμόρφωσης με τις λοιπές υποχρεώσεις που προβλέπονται σε αυτή. Σε περίπτωση υποτροπής μπορεί να προβλεφθεί, κατά περίπτωση, έκπτωση από την παραχώρηση ή ανάκληση της άδειας μεταλλευτικών ερευνών, σύμφωνα με τις σχετικές περί έκπτωσης από παραχώρηση ή ανάκλησης άδειας μεταλλευτικών ερευνών διατάξεις του παρόντος.»

11. Οι αποφάσεις του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας της παρ. 3 του άρθρου 164 του ν.δ. 210/1973 επιδίδονται από τα αρμόδια κατά τόπους αστυνομικά όργανα, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 61 του παρόντος.

12. Το άρθρο 32, η παρ. 2 του άρθρου 37, η παρ. 2 του άρθρου 41, τα άρθρα 159 και 169 του ν. δ. 210/1973 καταργούνται.

1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται: 
α. Η διαδικασία και ο χρόνος βεβαίωσης των μισθωμάτων που αφορούν τις συμβάσεις μίσθωσης λατομείων οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών καθώς και η διαδικασία συμψηφισμού τους, όταν συντρέχουν οι ανάλογες προϋποθέσεις του συμψηφισμού. 
β. Ο τρόπος λειτουργίας της επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 47 περί καθορισμού λατομικών περιοχών, καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η σχετική έκθεση της επιτροπής, με την οποία εισηγείται για τον καθορισμό ή την συμπλήρωση του σχεδιασμού λατομικών περιοχών. 
γ. Η διαδικασία και οι ειδικότεροι όροι εκμίσθωσης, εκμετάλλευσης και διαχείρισης των δημοσίων λατομείων, όπως: 
αα) Οι γενικοί και ειδικοί, κατά περίπτωση, όροι της προκήρυξης και η διαδικασία διεξαγωγής της δημοπρασίας. 
ββ) Τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλουν οι υποψήφιοι μισθωτές και τις εγγυητικές επιστολές συμμετοχής στις δημοπρασίες και καλής εκτέλεσης των όρων των συμβάσεων. 
γγ) Οι μελέτες που υποβάλλουν οι μισθωτές και τα στοιχεία αυτών. 
δδ) Η διαδικασία εκμίσθωσης με απευθείας σύμβαση. εε) Ο τρόπος παρακολούθησης και ελέγχου της εφαρμογής των όρων των συμβάσεων, τις διαδικασίες κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών και λύσεως των συμβάσεων, εφόσον συντρέχουν τέτοιες περιπτώσεις. 
στστ) Τεχνικά ζητήματα που αφορούν την εγγυητική επιστολή που αντιστοιχεί στα τυχόν οφειλόμενα στο δημόσιο μισθώματα του άρθρου 64 του ν. 4442/2016 . 
ζζ) Ο υπολογισμός και συμψηφισμός των μισθωμάτων με έργα υποδομής που προβλέπονται στην παρ. 10 του άρθρου 48, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. 
δ. Η διαδικασία υπολογισμού του ποσού της προβλεπόμενης, στα άρθρα 55 και 64 της παραγράφου 2,εγγυητικής επιστολής, καθώς και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία κατάθεσης, ανανέωσης και κατάπτωσης αυτής. 
ε. Το περιεχόμενο, η διαδικασία υποβολής, η επεξεργασία, η δυνατότητα δημοσιοποίησης καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά τόσο τα δελτία δραστηριότητας ή απραξίας που υποβάλλονται από τους εκμεταλλευτές λατομείων οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 58, όσο και τα στοιχεία που αποστέλλονται από τις συναρμόδιες υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 63. 

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία εκμίσθωσης, εκμετάλλευσης και διαχείρισης των λατομείων που ανήκουν στην κυριότητα των πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α..

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να αναπροσαρμόζονται:
α. το ύψος των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν.δ. 210/1973 (Α'277) χρηματικών ποσών που αφορούν ιδίως διοικητικές κυρώσεις, τέλη, μισθώματα,
β. το ύψος των παραβόλων για αίτηση χορήγησης ή χορήγηση οποιασδήποτε άδειας ή έγκρισης που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή γενικότερα τη μεταλλευτική και λατομική νομοθεσία, καθώς και για το παραδεκτό της άσκησης προσφυγής ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

1. Μετά το άρθρο 48ΙΒ του ν. 4442/2016, ο τίτλος «ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» αντικαθίσταται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ' ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

2. Το «άρθρο 57» του ν. 4442/2016 αναριθμείται σε «άρθρο 77».

3. Μετά το άρθρο 56 του ν. 4442/2016 προστίθεται ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ' που περιέχει τα εξής άρθρα 57 έως 67:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ'
ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ

Άρθρο 57
Πεδίο εφαρμογής

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν: α) οι δραστηριότητες με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 8.11, 8.12, 8.99.22.01, 8.99.29 και 9.90, που περιλαμβάνονται στην 2η ομάδα του Παραρτήματος και β) εν γένει οι δραστηριότητες έρευνας και εκμετάλλευσης των λατομικών ορυκτών.

Άρθρο 58
Διενέργεια ερευνητικών εργασιών για λατομικά ορυκτά σε ιδιωτική έκταση

1. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών σε ιδιωτική έκταση για τη διαπίστωση κοιτασμάτων βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων, καθώς και αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων, πλην της μαρμαρόσκονης, μαρμαροψηφίδας και των ασβεστολιθικών αντιολισθηρών για τα οποία δεν προβλέπεται έρευνα, υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5.

2. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικώς ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14.

3. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ για το τμήμα που αφορά τη γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας πριν από την έναρξη των ερευνητικών εργασιών υποβάλλει τη γνωστοποίηση στην αρμόδια Διεύθυνση της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές προ-κειμένου αυτές να ασκήσουν τα ελεγκτικά τους καθήκοντα. Με τη λειτουργία του ΟΠΣ-ΑΔΕ η ενημέρωση αυτή θα γίνεται αυτόματα, μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος.

4. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης ο ενδιαφερόμενος απαιτείται να έχει εξασφαλίσει:
α) αποδεικτικό κατοχής του σχετικού δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 44 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»,
β) απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης για την υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο ν. 4014/2011 (Α' 209) και στην 46294/2013 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β' 2001), ύστερα από την κατάθεση εγγυητικής επιστολής για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων περιβαλλοντικής αποκατάστασης. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής ισούται με πενήντα ευρώ ανά στρέμμα. Η εγγυητική επιστολή είναι αόριστης χρονικής ισχύος και εκδίδεται υπέρ του φορέα της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται η έκδοση εγγυητικής επιστολής αν η διενέργεια ερευνών γίνεται με μεθόδους που δεν συνιστούν ουσιώδη επέμβαση στο έδαφος, όπως γεωλογικών, γεωφυσικών, γεωχημικών και γεωτρήσεων. Αν μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ακολουθήσει εκμετάλλευση για το σύνολο ή τμήμα του χώρου έρευνας, η εγγυητική επιστολή αντικαθίσταται από την αντίστοιχη της παρ. 2 του άρθρου 55, του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»,
γ) σύμφωνη γνώμη του οικείου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από αποστολή σε αυτό δήλωσης πρότυπων τεχνικών δεσμεύσεων (ΠΤΔ), σύμφωνα με το Παράρτημα Α του νόμου για «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», για τη σκοπιμότητα και το σχεδιασμό των ερευνητικών εργασιών.

5. Μετά την υποβολή της γνωστοποίησης, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να διενεργεί ερευνητικές εργασίες για τα λατομικά ορυκτά της παρ. 1 στην ορισμένη ιδιωτική έκταση.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση για να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παρ. 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 59
Διενέργεια ερευνητικών εργασιών για λατομικά ορυκτά σε δημόσια ή δημοτική έκταση

1. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών σε δημόσια ή δημοτική έκταση για τη διαπίστωση κοιτασμάτων βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων, καθώς και αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων, πλην της μαρμαρόσκονης, μαρμαροψηφίδας και των ασβεστολιθικών αντιολισθηρών, για τα οποία δεν απαιτείται έρευνα υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 7.

2. Η έγκριση χορηγείται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, δίδει τη δυνατότητα διενέργειας ερευνητικών εργασιών και επέχει θέση αποδεικτικού παραχώρησης του δικαιώματος έρευνας.

3. Ο ενδιαφερόμενος για τη χορήγηση της έγκρισης οφείλει να υποβάλει στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση τα εξής:
α) αίτηση με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα 1: 5000 και παράβολο ύψους 3.000 ευρώ της παρ. 2 του άρθρου 66. Η αρμόδια Υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εξετάζει αν εντός της αιτούμενης έκτασης:
αα) είχε παρασχεθεί δυνατότητα εκμετάλλευσης οποιουδήποτε λατομικού ορυκτού και δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο πενταετίας από τη λήξη, παύση ή ανάκλησή της,
ββ) διενεργείται, ή προγραμματίζεται έρευνα από το Δημόσιο (Ι.Γ.Μ.Ε.), ή είχε διενεργηθεί στο παρελθόν και έχουν διαπιστωθεί κοιτάσματα,
γγ) προηγείται άλλη αίτηση για διενέργεια ερευνητικών εργασιών ή μίσθωση.
Αν έχει υποβληθεί άλλη αίτηση, απορρίπτει την αίτηση. Αν δεν έχει υποβληθεί, ενημερώνει αμελλητί τον ενδιαφερόμενο για την υποβολή των εξής επιπλέον δικαιολογητικών:
β) δήλωση για την υπαγωγή σε ΠΠΔ, μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά που προβλέπονται στο άρθρο 4 της 46294/14.8.2013 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β' 2001) και στον ν. 4014/2011 (A' 209) με εγγυητική επιστολή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων περιβαλλοντικής αποκατάστασης. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής ισούται με πενήντα ευρώ ανά στρέμμα. Η εγγυητική επιστολή είναι αόριστης χρονικής ισχύος και εκδίδεται υπέρ του φορέα της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται η έκδοση εγγυητικής επιστολής αν η διενέργεια ερευνών γίνεται με μεθόδους που δεν συνιστούν ουσιώδη επέμβαση στο έδαφος όπως γεωλογικών, γεωφυσικών, γεωχημικών καθώς και γεωτρήσεων. Αν μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ακολουθήσει εκμετάλλευση για το σύνολο ή τμήμα του χώρου έρευνας, η εγγυητική επιστολή αντικαθίσταται από την αντίστοιχη της παρ. 2 του άρθρου 55, του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»,
γ) σύμφωνη γνώμη του οικείου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από αποστολή σε αυτό δήλωσης πρότυπων τεχνικών δεσμεύσεων (ΠΤΔ), σύμφωνα με το Παράρτημα Α' του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»,
δ) απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου για την έγκριση της διενέργειας ερευνητικών εργασιών, αν η έκταση είναι δημοτική.

4. Εφόσον τα δικαιολογητικά είναι πλήρη, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση χορηγεί, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες την έγκριση για τη διενέργεια ερευνητικών εργασιών, στην οποία περιλαμβάνονται οι ΠΠΔ που οφείλει να τηρεί ο ενδιαφερόμενος και οι τεχνικές δεσμεύσεις, οι οποίες τίθενται με τη γνωμοδότηση του Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων και πρέπει να τηρούνται από τον ενδιαφερόμενο. Η έγκριση αυτή χορηγείται για χρονική διάρκεια δύο (2) ετών και για ενιαία έκταση.

5. Η έγκριση ερευνητικών εργασιών σε έκταση που ανήκει στο Δημόσιο χορηγείται, ύστερα από διερεύνηση από την αρμόδια αρχή, σ' εκείνον του οποίου η αίτηση της παρ. 3 καταχωρίστηκε πρώτη στο πρωτόκολλό της. Αν ο πρώτος αιτών υποβάλει παραίτηση ή απορριφθεί το αίτημά του για αιτίες που δεν εμπίπτουν στους απαγορευτικούς λόγους του άρθρου 49 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», η έκταση καθίσταται ελεύθερη.

6. Η έγκριση ερευνητικών εργασιών σε εκτάσεις που ανήκουν στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. χορηγείται σ' εκείνους, των οποίων η αίτηση για παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας καταχωρίστηκε πρώτη στο πρωτόκολλο της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία οφείλει να τη διαβιβάσει στον οικείο Ο.Τ.Α., εφόσον στις εκτάσεις αυτές δεν είχε χορηγηθεί στο παρελθόν η δυνατότητα εκμετάλλευσης ή δεν είχε διενεργηθεί έρευνα από τους Ο.Τ.Α.. Μετά την αποπεράτωση των ερευνητικών εργασιών οι Ο.Τ.Α. υποχρεούνται να εκμισθώσουν τις εκτάσεις στους κατόχους του δικαιώματος έρευνας με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παρ. 2 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με την έγκριση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 60
Εκμετάλλευση λατομείων βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων σε ιδιωτική έκταση

1. Η εκμετάλλευση λατομείου βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων σε ιδιωτική έκταση υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5.

2. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικώς ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14.

3. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ για το τμήμα που αφορά τη γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας πριν από την έναρξη των εργασιών που καθιστούν δυνατή την εκμετάλλευση του λατομείου υποβάλλει τη γνωστοποίηση στην αρμόδια Διεύθυνση της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

4. Η γνωστοποίηση σε ιδιωτική έκταση γίνεται για ενιαία έκταση και μπορεί να τροποποιείται ως προς την έκταση της εκμετάλλευσης, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Αν η τροποποίηση αφορά επέκταση του χώρου εκμετάλλευσης σε χώρο για τον οποίο υφίσταται ήδη το σχετικό δικαίωμα, η τροποποίηση πραγματοποιείται με βάση επικαιροποιημένη τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης του άρθρου 64Α του παρόντος, η οποία εκπονείται για το σύνολο του χώρου. Κατάτμηση χώρου, για τον οποίο έχει γίνει γνωστοποίηση εκμετάλλευσης λατομείου, δεν είναι επιτρεπτή.

5. Η Υπηρεσία, που παραλαμβάνει τη γνωστοποίηση, οφείλει να ενημερώσει όλες τις συναρμόδιες Υπηρεσίες, προκειμένου αυτές να ασκήσουν τα ελεγκτικά τους καθήκοντα. Με τη λειτουργία του ΟΠΣ-ΑΔΕ η ενημέρωση αυτή θα γίνεται αυτόματα, μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος.

6. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης, απαιτείται ο ενδιαφερόμενος να έχει εξασφαλίσει:
α) απόφαση για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ), που εκδίδεται από τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, αναλόγως με την κατάταξη της δραστηριότητας σε κατηγορία Α1 ή Α2, σύμφωνα με την υ.α. ΔΙΠΑ/οικ.37674/27.7.2016 (Β' 2471),
β) έγκριση τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κ.Μ.Λ.Ε., συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν το δικαίωμα εκμετάλλευσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 44 του νόμου για την «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»,
γ) έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (Α' 153), εφόσον αυτή δεν έχει χορηγηθεί κατά τη διαδικασία έγκρισης της ΑΕΠΟ της δραστηριότητας,
δ) κατάθεση στην αρμόδια υπηρεσία της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης εγγυητικής επιστολής, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 55, του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

7. Σε περίπτωση λήξης ή λύσης της σχέσης παραχώρησης της υπό εκμετάλλευση έκτασης, παύει να ισχύει η δυνατότητα εκμετάλλευσής της.

8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση για να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παρ. 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 61
Εκμετάλλευση λατομείων βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων σε δημόσια ή δημοτική έκταση

1. Η εκμετάλλευση λατομείου βιομηχανικών ορυκτών, μαρμάρων και φυσικών λίθων σε δημόσια ή δημοτική έκταση υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 7. Η σύμβαση μίσθωσης του λατομικού χώρου που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45, 53 και 54 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» επέχει θέση έγκρισης.

2. Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε εργασίας εντός του λατομικού χώρου δημόσιων ή δημοτικών εκτάσεων, ο φορέας οφείλει να αναγγείλει στο αρμόδιου Τμήμα Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την οικεία Αρχαιολογική Υπηρεσία την έναρξη των εργασιών. Η αναγγελία πρέπει να γίνεται μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που τάσσεται για την έναρξη των εργασιών η σύμβαση μίσθωσης καταγγέλλεται, εκτός αν, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης θεωρήσει δικαιολογημένη τη μη έναρξη των εργασιών εκμετάλλευσης. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται απόφαση, με την οποία παρατείνεται η προθεσμία για την έναρξη των εργασιών.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης, τα δικαιολογητικά που καταθέτει ο φορέας, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παρ. 2 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με την έγκριση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 62
Εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών ιδιωτικών εκτάσεων

1. Η εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών σε ιδιωτική έκταση υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5 και τις παραγράφους 4 ως 7 του άρθρου 60. Σε περίπτωση λατομείου σε ιδιωτική έκταση εκτός λατομικής περιοχής εφαρμόζεται το άρθρο 52 του νόμου για την «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

2. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικώς ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14.

3. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ για το τμήμα που αφορά τη γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου, η γνωστοποίηση υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας πριν την έναρξη των εργασιών προς την αρμόδια Διεύθυνση της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται με τη συμπλήρωση από τον ενδιαφερόμενο ενός τυποποιημένου εγγράφου γνωστοποίησης.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση για να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παραγράφου 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 63
Εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών δημόσιων ή δημοτικών εκτάσεων

1. Η εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών σε δημόσια ή δημοτική έκταση υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 7 και τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 61. Η σύμβαση μίσθωσης του λατομικού χώρου που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45, 53 και 54 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», επέχει θέση έγκρισης. Σε περίπτωση λατομείου σε δημόσια ή δημοτική έκταση εκτός λατομικής περιοχής εφαρμόζεται το άρθρο 52 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης, τα δικαιολογητικά που καταθέτει ο φορέας, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων μέσα στα όρια της παρ. 2 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με την έγκριση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 64
Εκμετάλλευση λατομείων στις περιοχές του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 του ν. 998/1979

1. Στις περιοχές του δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 του ν. 998/1979 (Α' 289), για τις οποίες το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει επιλυθεί οριστικά στο πλαίσιο του άρθρου 10 του ν. 3208/2003 (Α' 303), η εκμετάλλευση πραγματοποιείται χωρίς να καταρτιστεί σύμβαση μίσθωσης με το Δημόσιο, εφόσον έχει προηγηθεί κατάθεση αγωγής αναγνώρισης κυριότητας ή αίτημα διοικητικής αναγνώρισης κυριότητας του φερόμενου ιδιοκτήτη και κατατεθεί εγγυητική επιστολή διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου έναντι οφειλόμενων μισθωμάτων, νομίμως λειτουργούντος στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος, αορίστου ισχύος και συντρέχουν οι λοιπές σχετικές προϋποθέσεις.

2. Η εκμετάλλευση υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 5, 60 και 62, μέχρι την επίλυση της αμφισβήτησης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

3. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης ο φορέας πρέπει να έχει εξασφαλίσει τα δικαιολογητικά της παρ. 6 του άρθρου 60 και επιπλέον την εγγυητική επιστολή της παραγράφου 1.

4. Το ύψος της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται από την οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση και αντιστοιχεί στο ποσό των μέγιστων προβλεπόμενων πάγιων μισθωμάτων μίας τριετίας. Αν το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει επιλυθεί αμετάκλητα μέσα στην πρώτη τριετία, ο εκμεταλλευτής υποβάλλει αίτηση για την έκδοση νέας απόφασης καθορισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της τριετίας. Το ύψος της νέας εγγυητικής επιστολής αντιστοιχεί σε ποσό που περιλαμβάνει το σύνολο των αναμενόμενων μισθωμάτων, ύστερα από συμψηφισμό πάγιων και αναλογικών με βάση τα αποτελέσματα της δραστηριότητας της προηγούμενης τριετίας. Η νέα εγγυητική επιστολή κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία, προς αντικατάσταση της προηγούμενης, έναν (1) τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη της τριετίας και καλύπτει αθροιστικά τα μισθώματα όλης της προηγούμενης χρονικής περιόδου μέχρι τη λήξη της επόμενης τριετίας.
Λατομεία, τα οποία ήδη λειτουργούν με εγγυητική επιστολή της παρ. 1 του παρόντος, συνεχίζουν τη λειτουργία τους και λογίζεται ως ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής η ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε για πρώτη φορά ο υπολογισμός της.
Λατομεία, τα οποία ήδη λειτουργούν χωρίς εγγυητική επιστολή της παρ. 1 του παρόντος, συνεχίζουν τη λειτουργία τους, εφόσον καταθέσουν εγγυητική επιστολή και λογίζεται ως ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4409/2016 (Α' 136).
Και για τις δύο περιπτώσεις των προηγούμενων εδαφίων, ο τρόπος υπολογισμού της εγγυητικής επιστολής, καθορίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

5. Με ανάλογο τρόπο και διαδικασία καθορίζεται το ύψος της εγγυητικής επιστολής για το πέραν της κάθε τριετίας χρονικό διάστημα, μέχρι την αμετάκλητη επίλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Αν ο εκμεταλλευτής δεν εκπληρώσει τις κατά τις παρ. 1 έως 4 υποχρεώσεις του, η αρμόδια υπηρεσία προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την αναστολή της εκμετάλλευσης μέχρι την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.

6. Αν υπάρχουν περισσότερες αιτήσεις για αναγνώριση ιδιοκτησίας, το δικαίωμα ασκείται από τον φορέα που έχει υποβάλλει την πρώτη χρονικώς αίτηση που έχει κατατεθεί.

7. Μετά την επίλυση της αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος:
α) αν η έκταση χαρακτηριστεί ως ιδιωτική, η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται, χωρίς καμία άλλη υποχρέωση ή βάρος του Δημοσίου,
β) αν η έκταση χαρακτηριστεί ως δημόσια, καλείται ο εκμεταλλευτής να συνάψει σύμβαση μίσθωσης με το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία καλύπτει το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα μίσθωσης μέχρι τη συμπλήρωση του μέγιστου χρόνου που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία. Η αρμόδια υπηρεσία βεβαιώνει ατόκως το συνολικό ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων, το οποίο καταβάλλεται από τον εκμεταλλευτή εφάπαξ, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη βεβαίωσή του και ακολούθως επιστρέφεται στον εκμεταλλευτή η σχετική εγγυητική επιστολή. Για τις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α' 289), ως ημερομηνία έναρξης των οφειλόμενων μισθωμάτων ορίζεται η 8.8.2014. Εφόσον ο εκμεταλλευτής δεν εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων, η αρμόδια υπηρεσία παύει την εκμετάλλευση, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει και, αν το ποσό που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα μισθώματα είναι μεγαλύτερο από το ποσό της εγγυητικής επιστολής, βεβαιώνεται ατόκως το επιπλέον αυτό ποσό. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν επιστρέφεται ποσό για το χρόνο που προηγείται της επίλυσης της αμφισβήτησης.

8. Το Δημόσιο δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν εκνίκηση εκ μέρους τρίτων των εκτάσεων της παρ. 1 και οι εκτάσεις κρίθηκαν τελεσιδίκως ως μη δημόσιες.

Άρθρο 64Α
Τεχνική Μελέτη

1. Ο εκμεταλλευτής οφείλει να καταρτίζει και να υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, πριν από την έναρξη μεταλλευτικών ή λατομικών εργασιών εκμετάλλευσης σε νέο έργο ή και νέο μέρος του έργου, το οποίο δεν είχε περιληφθεί στην αρχική μελέτη, τεχνική μελέτη του έργου ή μέρους του έργου.

2. Η τεχνική μελέτη πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία και κεφάλαια: α) στοιχεία της επιχείρησης, β) στοιχεία του έργου, γ) στοιχεία μέρους έργου, δ) αποτελέσματα πραγματοποιηθεισών ερευνητικών εργασιών, όπου απαιτείται ε) κεφάλαιο εργασιών εκμετάλλευσης, στ) υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 της παρ. 4 του ν. 1599/1986 για ανάθεση και ανάληψη εκπόνησης της μελέτης, ζ) αποδείξεις κατάθεσης των αμοιβών μελετητών, των δικαιωμάτων του Δημοσίου και Ταμείων και πάσης φύσεως τελών, φόρων κ.λπ., σύμφωνα με τη κείμενη νομοθεσία, οι προδιαγραφές των οποίων εξειδικεύονται στο άρθρο 101 του ΚΜΛΕ, καθώς και η) οικονομοτεχνική μελέτη της εγκατάστασης και θ) στατική μελέτη για συναφή δομικά έργα των εγκαταστάσεων, οι προδιαγραφές των οποίων εξειδικεύονται στο άρθρο 103 του ΚΜΛΕ. Τα κριτήρια που γενικά πρέπει να ικανοποιούνται στη τεχνική μελέτη είναι η οικονομία του κοιτάσματος, σε συνδυασμό με την ασφάλεια των εργαζομένων, των εργασιών και των εγκαταστάσεων καθώς και με την προστασία του περιβάλλοντος και γενικότερα η ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κόστους στα πλαίσια των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης.

3. Ο εκμεταλλευτής πρέπει να υποβάλει για έγκριση την τεχνική μελέτη στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας πριν από την έναρξη των εργασιών που προβλέπονται σε αυτή. Το χρονικό διάστημα για την έγκριση της μελέτης από την πιο πάνω υπηρεσία, δεν μπορεί να ξεπερνάει τις εξήντα μέρες από την υποβολή της. Σε περίπτωση, που η μελέτη κριθεί ανεπαρκής ή ανακριβής, τότε επιστρέφεται στον εκμεταλλευτή που μπορεί να την υποβάλει εκ νέου, αφού προηγουμένως η μελέτη συμπληρωθεί ή διορθωθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες της Υπηρεσίας που έχουν εγγράφως διατυπωθεί. Η προθεσμία για την έγκριση της μελέτης, στην περίπτωση αυτή, περιορίζεται σε τριάντα μέρες από την επανυποβολή της.

Άρθρο 65
Ηλεκτρομηχανολογικές Εγκαταστάσεις

1. Η εγκατάσταση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού εντός λατομικών χώρων των εξορυσσομένων ορυκτών, υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5.
Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριότητας και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ - ΑΔΕ, η γνωστοποίηση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία.
Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης ο ενδιαφερόμενος απαιτείται να κατέχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης, κατά τα άρθρα 60, 61, 62, 63 και 64 και να έχει εξασφαλίσει:
α) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, εφόσον δεν προκύπτει από τις υφιστάμενες σε ισχύ άδειες, εγκρίσεις κ.λπ.,
β) εγκεκριμένη τεχνική μελέτη στην οποία θα περιέχονται, ως Κεφάλαια, το στοιχείο δ' και, εφόσον απαιτείται, το στοιχείο ε' της παρ. 1 του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε.,
γ) άδεια χρήσης αιγιαλού και παραλίας ή ζώνης λιμένα, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με το ν. 2971/2001 (Α' 285) και
δ) τις υπεύθυνες δηλώσεις του στοιχείου ιβ' του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε..
Σε περίπτωση δημόσιων και δημοτικών εκτάσεων, πριν από την έναρξη των σχετικών εργασιών απαιτείται να έχει συναφθεί η μίσθωση της έκτασης.

2. Η λειτουργία των εγκαταστάσεων του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριότητας και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ - ΑΔΕ, η γνωστοποίηση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία της οικίας περιφέρειας

3. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης ο ενδιαφερόμενος απαιτείται να έχει εξασφαλίσει:
α) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, από τους επιβλέψαντες, σύμφωνα με το νόμο, την κατασκευή της εγκατάστασης, διπλωματούχους ή πτυχιούχους ή αδειούχους τεχνικούς, ότι η εγκατάσταση έγινε σύμφωνα με τους όρους της σχετικής άδειας και ότι αυτή είναι στατικώς επαρκής και μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια,
β) υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, για την ανάθεση και ανάληψη της επίβλεψης καλής λειτουργίας και συντήρησης της εγκατάστασης από τους σύμφωνα με το νόμο, διπλωματούχους ή πτυχιούχους ή αδειούχους τεχνικούς,
γ) πιστοποιητικό πυρασφάλειας, από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, με αριθμό Δ7/Φ1/4817/15-3-1990 (Β' 188), όπως ισχύει,
δ) προσωρινή ή οριστική άδεια διάθεσης υγρών απόβλητων εφόσον απαιτείται,
ε) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, εφόσον δεν προκύπτει από τις υφιστάμενες σε ισχύ άδειες, εγκρίσεις,
στ) οικοδομικές άδειες, όπου απαιτείται,
ζ) πιστοποιητικά ελέγχου καταλληλότητας αναγνωρισμένου και πιστοποιημένου οίκου, σύμφωνα με τις εθνικές προδιαγραφές πιστοποίησης, για ανυψωτικά μηχανήματα, δεξαμενές αποθήκευσης καυσίμων, γερανογέφυρες, αποθέτες υλικών κ.λπ.,
η) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, όπως ισχύει, του επιβλέψαντα την κατασκευή της αντικεραυνικής προστασίας των δεξαμενών αποθήκευσης καυσίμων, ότι οι εγκαταστάσεις ανταποκρίνονται πλήρως στα αναφερόμενα στην παράγραφο 1θ του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε. και μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια,
ι) άδεια χρήσης αιγιαλού και παραλίας ή ζώνης λιμένα, εφόσον απαιτείται και έληξε η ισχύς της.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 66
Παράβολο

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα είδη και τα ποσά των παραβόλων που απαιτούνται για τη γνωστοποίηση και για τη χορήγηση έγκρισης των δραστηριοτήτων του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για την άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 67, ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τα οποία μπορεί να αναπροσαρμόζονται.

2. Για τη διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μαρμάρων, φυσικών λίθων ή βιομηχανικών ορυκτών των περιπτώσεων α' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 43 του νόμου, «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», καθώς και αδρανών υλικών ειδικών χρήσεων, πλην της μαρμαρόσκονης, μαρμαροψηφίδας και των ασβεστολιθικών αντιολισθηρών, σε δημόσιες και δημοτικές εκτάσεις καταβάλλεται μαζί με τη σχετική αίτηση, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Αν μετά την ολοκλήρωση των ερευνητικών εργασιών ακολουθήσει μίσθωση του χώρου, το ποσό αυτό συμψηφίζεται με τα μισθώματα του πρώτου έτους.

Άρθρο 67
Κυρώσεις

1. Αν ο φορέας παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία ή παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται σε βάρος του οι κυρώσεις του άρθρου 15. Αρμόδια αρχή για την επιβολή των κυρώσεων είναι η οικεία υπηρεσία όπου υποβάλλεται η γνωστοποίηση.

2. Αν ο φορέας δεν έχει εξασφαλίσει έγκριση επιβάλλονται σε βάρος του οι κυρώσεις του άρθρου 15. Αρμόδια αρχή για την επιβολή των κυρώσεων είναι η οικεία υπηρεσία που χορηγεί την έγκριση.

3. Κατά των πράξεων επιβολής κυρώσεων χωρεί η ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

4. Τα χρηματικά πρόστιμα των παρ. 1 και 2 επιβάλλονται σωρευτικά με τα πρόστιμα και τις κυρώσεις του άρθρου 59 του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

5. Σε περίπτωση παραβίασης επιμέρους όρων και προϋποθέσεων κατά τη λειτουργία δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε γνωστοποίηση ή έγκριση εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτή.»

Μετά το άρθρο 67 του ν. 4442/2016, προστίθεται ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ' που περιέχει τα εξής άρθρα 68 έως 76:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ'
ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ

Άρθρο 68
Πεδίο εφαρμογής

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτει η διενέργεια των ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών, καθώς και η εντός του μεταλλευτικού χώρου εγκατάσταση και λειτουργία μηχανημάτων πάσης φύσεως που εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμετάλλευσης των μεταλλείων και επεξεργασίας των εκ τούτων παραγομένων μεταλλευμάτων και ιδίως όσες αντιστοιχίζονται στους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 07,07.1,07.2, 09.9 της 2ης ομάδας του Παραρτήματος.

Άρθρο 69
Διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών που υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης

1. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών του άρθρου 2 του ν.δ. 210/1973 (Α'277) υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 7.

2. Η έγκριση χορηγείται σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στις παρ. 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 29 του ν.δ. 210/1973, όπως οι παράγραφοι αυτοί προστέθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του παρόντος.

3. Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14.

4. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ για το τμήμα που αφορά στην έγκριση διενέργειας των ερευνητικών εργασιών, η αίτηση υποβάλλεται, πριν την έναρξη των ερευνητικών εργασιών, από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην κατά τόπο αρμόδια Περιφέρεια ή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά περίπτωση.

5. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης, τα δικαιολογητικά που καταθέτει ο φορέας, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με την έγκριση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 70
Διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών που υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης

1. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών για τη διαπίστωση κοιτασμάτων μεταλλευτικών ορυκτών του άρθρου 2 του ν.δ. 210/1973 υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος νόμου, στις περιπτώσεις των παραγράφων 4 και 6 του άρθρου 29 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277), όπως προστέθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του παρόντος.

2. Η γνωστοποίηση γίνεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριότητας και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14.

3. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ για το τμήμα που αφορά στη γνωστοποίηση της διενέργειας των ερευνητικών εργασιών, η γνωστοποίηση υποβάλλεται, πριν την έναρξη των ερευνητικών εργασιών, από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην κατά τόπο αρμόδια Περιφέρεια ή στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά περίπτωση.

4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 71
Ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις υποστηρικτικές της εξόρυξης, βοηθητικές των μεταλλευτικών εργασιών και απλής μηχανικής επεξεργασίας

1. H εγκατάσταση εντός μεταλλευτικών χώρων, ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων υποστηρικτικών της εξόρυξης (όπως αντλίες, δίκτυα πεπιεσμένου αέρα, δεξαμενές υδάτων, εγκαταστάσεις αυτοματισμών, τηλεπικοινωνίας-τηλεειδοποιήσεων εργαζομένων, δίκτυα πυρόσβεσης, δίκτυα αερισμού), εγκαταστάσεων βοηθητικών των μεταλλευτικών εργασιών (όπως εγκαταστάσεις χημείου, εγκαταστάσεις συνεργείων, μηχανουργείων και ηλεκτροτεχνείων, αποθηκών πάσης φύσεως πλην εκρηκτικών υλών) καθώς και εγκαταστάσεων απλής μηχανικής επεξεργασίας του μεταλλεύματος (θραύσης-λειοτρίβησης-ταξινόμησης χωρίς περαιτέρω επεξεργασία), υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος νόμου.

2. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριότητας και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ - ΑΔΕ, η γνωστοποίηση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία.

3. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης ο ενδιαφερόμενος απαιτείται να έχει εξασφαλίσει:
α) δικαίωμα εδαφοχρησίας,
β) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (εφόσον δεν προκύπτει από τις υφιστάμενες σε ισχύ άδειες, εγκρίσεις κ.λπ.),
γ) εγκεκριμένη τεχνική μελέτη στην οποία θα περιέχονται, ως κεφάλαια, το στοιχείο δ και, εφόσον απαιτείται, το στοιχείο ε της παρ. 1 του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε.,
δ) άδεια χρήσης αιγιαλού και παραλίας ή ζώνης λιμένα, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με το ν. 2971/2001,

4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 72
Εγκατάσταση σύνθετων μονάδων επεξεργασίας μεταλλευτικών ορυκτών

1. Για την εγκατάσταση, εντός μεταλλευτικών χώρων, σύνθετων μονάδων που εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμετάλλευσης των μεταλλείων και επεξεργασίας μεταλλευτικών ορυκτών και συγκεκριμένα:
(α) εγκαταστάσεων εμπλουτισμού και πέραν της απλής θραύσης-λειοτρίβησης-ταξινόμησης, (β) εγκαταστάσεις καμινείας, (γ) εγκαταστάσεις μεταλλουργικής επεξεργασίας, (δ) εγκαταστάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται εργασίες χημικής και θερμικής επεξεργασίας και αποθήκευσης που σχετίζεται με τις εργασίες αυτές και στις οποίες υπεισέρχονται επικίνδυνες ουσίες όπως ορίζονται στο Παράρτημα Ι της υπ' αριθμ. 172058/2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β' 354), για τις οποίες εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις που ορίζονται στην εν λόγω απόφαση, (ε) χώροι απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 39624/2209/Ε 103/2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β' 2076), (στ) εγκαταστάσεις επεξεργασίας υδάτων, (ζ) εγκαταστάσεις ανέλκυσης προσωπικού, απαιτείται η έγκριση εγκατάστασης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

2. Ο εκμεταλλευτής οφείλει να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης συνοδευόμενη από πλήρη φάκελο με το σύνολο των απαιτούμενων δικαιολογητικών ή στοιχείων στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το χρονικό διάστημα για την έγκριση της εγκατάστασης, δεν μπορεί να ξεπερνάει τους έξι (6) μήνες από την προσήκουσα υποβολή της. Σε περίπτωση, που η αίτηση ή στοιχεία του φακέλου κριθούν ανεπαρκή ή ανακριβή, τότε επιστρέφεται στον εκμεταλλευτή που μπορεί να την υποβάλει εκ νέου, αφού προηγουμένως συμπληρωθεί ή διορθωθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες της υπηρεσίας που έχουν εγγράφως διατυπωθεί. Η προθεσμία για την έγκριση, στην περίπτωση αυτή, περιορίζεται σε τρεις (3) μήνες. Τα άρθρα 7 και 8 του παρόντος εφαρμόζονται για την υποβολή της αίτησης και την έγκρισή της υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω προθεσμιών.

3. Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, πριν την έναρξη των εργασιών εγκατάστασης, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ).

4. Μέχρι την ενεργοποίηση του τμήματος του ΟΠΣ-Α-ΔΕ που αφορά στην έγκριση των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου, η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, προς την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

5. Για την χορήγηση της έγκρισης απαιτείται η υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία των προβλεπόμενων στο άρθρο 103 του Κ.Μ.Λ.Ε. δικαιολογητικών.

6. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται άδεια εγκατάστασης ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων των δραστηριοτήτων της παραγράφου 1, νοείται εφεξής η έγκριση εγκατάστασης του παρόντος.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η ειδικότερη διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης, τα δικαιολογητικά που καταθέτει ο φορέας, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με την έγκριση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 73
Λειτουργία εγκαταστάσεων του άρθρου 71 και 72

1. Η λειτουργία των εγκαταστάσεων του άρθρου 71 και 72 υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 5.

2. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριότητας και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14.

3. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ - ΑΔΕ, η γνωστοποίηση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

4. Πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης απαιτείται ο φορέας να έχει εξασφαλίσει και να τηρεί στο αρχείο της δραστηριότητας τα κάτωθι:
α) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, όπως ισχύει, από τους επιβλέψαντες, σύμφωνα με το νόμο, την κατασκευή της εγκατάστασης, διπλωματούχους ή πτυχιούχους ή αδειούχους τεχνικούς, ότι η εγκατάσταση έγινε σύμφωνα με τους όρους της σχετικής άδειας και ότι αυτή είναι στατικώς επαρκής και μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια,
β) υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, όπως ισχύει, για την ανάθεση και ανάληψη της επίβλεψης καλής λειτουργίας και συντήρησης της εγκατάστασης από τους σύμφωνα με το νόμο, διπλωματούχους ή πτυχιούχους ή αδειούχους τεχνικούς,
γ) πιστοποιητικό πυρασφάλειας, από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, σύμφωνα με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, με αριθμό Δ7/Φ1/4817/15.3.1990 (Β' 188), όπως ισχύει και αντίστοιχο για τις επιμέρους εγκαταστάσεις της παρ.1 του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε.,
δ) προσωρινή ή οριστική άδεια διάθεσης υγρών απόβλητων εφόσον απαιτείται,
ε) απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (εφόσον δεν προκύπτει από τις υφιστάμενες σε ισχύ άδειες, εγκρίσεις κ.λπ.),
στ) οικοδομικές άδειες, όπου απαιτείται,
ζ) πιστοποιητικά ελέγχου καταλληλότητας αναγνωρισμένου και πιστοποιημένου οίκου, σύμφωνα με τις εθνικές προδιαγραφές πιστοποίησης, για ανυψωτικά μηχανήματα, δεξαμενές αποθήκευσης καυσίμων, γερανογέφυρες, αποθέτες υλικών κ.λπ.,
η) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, όπως ισχύει, του επιβλέψαντα την κατασκευή της αντικεραυνικής προστασίας των δεξαμενών αποθήκευσης καυσίμων, ότι οι εγκαταστάσεις ανταποκρίνονται πλήρως στα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 θ του άρθρου 103 του Κ.Μ.Λ.Ε. και μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια,
θ) άδεια χρήσης αιγιαλού και παραλίας ή ζώνης λιμένα, εφόσον απαιτείται και έληξε η ισχύς της.

5. Ειδικά για τις εγκαταστάσεις του άρθρου 72, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της γνωστοποίησης από το φορέα, η αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία προβαίνει σε κατά προτεραιότητα έλεγχο της εγκατάστασης. Εφόσον ο έλεγχος διαπιστώσει την ορθή λειτουργία της εγκατάστασης, η αρμόδια υπηρεσία εκδίδει φύλλο ελέγχου, το οποίο φυλάσσεται στο φάκελο της επιχείρησης. Στην περίπτωση που από τον έλεγχο διαπιστωθεί έλλειψη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας, ικανή να δημιουργήσει σοβαρό και άμεσο κίνδυνο στην υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων ή στο περιβάλλον, η αρμόδια υπηρεσία αποφασίζει τη λήψη των ανάλογων μέτρων, όπως την προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας της εγκατάστασης, την επιβολή κυρώσεων ή την παροχή συστάσεων μέχρι τη συμμόρφωσή της.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, η κλιμάκωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 1 του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6.

Άρθρο 74
Τροποποιούμενες διατάξεις

1. Η παρ. 1 του άρθρου 29 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο Περιφερειάρχης, εφόσον η αίτηση περί χορήγησης αδείας μεταλλευτικών ερευνών πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις των άρθρων 20, 21 παρ. 1, 22 παρ. 1, και 23 του παρόντος, έπειτα από έλεγχο των ορίων και της εκτάσεως του χώρου προκειμένου να διαπιστωθεί ότι ο αιτούμενος χώρος είναι ελεύθερος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 του παρόντος, εκδίδει εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή του αιτήματος, δια-πιστωτική πράξη με την οποία διαπιστώνεται η ολοκλήρωση του ελέγχου και καλείται ο ενδιαφερόμενος να προσδιορίσει, εντός του αιτούμενου χώρου, όπως αυτός τυχόν έχει περικοπεί μετά τον διενεργηθέντα έλεγχο, το είδος των εργασιών που προτίθεται να διενεργήσει καθώς και τη θέση αυτών.»

2. Μετά την παρ. 1 του άρθρου 29 του ν.δ. 210/1973 (Α' 277 προστίθενται παράγραφοι 2, 3,4, 5 και 6 ως εξής:
«2. Ανάλογα με το είδος των ερευνητικών εργασιών απαιτείται:
α) Υποβολή έγγραφης δήλωσης υπογεγραμμένης από αρμόδιο επιστήμονα, για τις περιπτώσεις που οι προβλεπόμενες ερευνητικές εργασίες δεν έχουν καμία επέμβαση επί του εδάφους. Για τις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η λήψη καμιάς περαιτέρω διοικητικής άδειας ή πράξης.
β) Προσκόμιση Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων και εγκεκριμένης προτυποποιημένης τεχνικής μελέτης, σύμφωνα με το Παράρτημα Β' του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», σε περιπτώσεις που οι ερευνητικές εργασίες αφορούν περιορισμένης έκτασης εκσκαφές (0,5m3 /στρέμμα) και γενικά περιορισμένη επέμβαση επί του εδάφους (όπως μέθοδοι σεισμικής διασκόπισης με χρήση εκρηκτικών υλών), μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
γ) Προσκόμιση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και εγκεκριμένης προτυποποιημένης τεχνικής μελέτης, σύμφωνα με το Παράρτημα Β' του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» για τις περιπτώσεις που η προτεινόμενη έρευνα αφορά την πραγματοποίηση γεωτρήσεων ή την οποιαδήποτε επέμβαση σε βάθος επί του εδάφους με την πραγματοποίηση ερευνητικών στοών κ.λπ.
3. Εφόσον τα δικαιολογητικά είναι πλήρη, ο Περιφερειάρχης, εντός 30 ημερών, εκδίδει εγκριτική πράξη υπό τον τίτλο «Άδεια Μεταλλευτικών Ερευνών», με την οποία χορηγείται το δικαίωμα μεταλλευτικών ερευνών στον αιτηθέντα χώρο, όπως τυχόν έχει περικοπεί και εγκρίνεται η διενέργεια των ερευνητικών εργασιών, όπως προκύπτουν από τα προσκομισθέντα στοιχεία της παραγράφου 2.
4. Στην περίπτωση που από τα αποτελέσματα των ερευνών προκύψει η ανάγκη εκτέλεσης εργασιών σε άλλη θέση εντός του χώρου της άδειας μεταλλευτικών ερευνών ή άλλου είδους από τις εγκεκριμένες με την χορηγηθείσα άδεια μεταλλευτικών ερευνών, ο φορέας οφείλει να γνωστοποιήσει στην κατά τόπο αρμόδια Περιφέρεια τα αντίστοιχα, προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 δικαιολογητικά, πριν την έναρξη των εργασιών αυτών και πάντα εντός του χρόνου ισχύος της αδείας.
5. Οι ερευνητικές εργασίες μετά τη σύσταση της μεταλλειοκτησίας διενεργούνται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 2 μετά την έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας προτυποποιημένης τεχνικής μελέτης, σύμφωνα με το Παράρτημα Β' του νόμου «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», αφού προσκομιστούν κατά περίπτωση Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις ή απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Η έγκριση χορηγείται μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
6. Η διενέργεια ερευνητικών εργασιών μετά τη σύσταση της μεταλλειοκτησίας, υπόκειται σε καθεστώς γνωστοποίησης για τις περιπτώσεις που οι προβλεπόμενες ερευνητικές εργασίες δεν έχουν καμία επέμβαση επί του εδάφους, εφαρμοζομένης αναλόγως της περίπτωσης α' της παραγράφου 2. Στην περίπτωση αυτή η δήλωση υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.»

3. Η παρ. 2 του άρθρου 29 του ν.δ. 210/1973 αναριθμείται σε 7.

Άρθρο 75
Παράβολο

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα είδη και τα ποσά των παραβόλων που απαιτούνται για τη γνωστοποίηση και για τη χορήγηση έγκρισης των δραστηριοτήτων του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για το παραδεκτό της άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το επόμενο άρθρο ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τα οποία μπορεί να αναπροσαρμόζονται.

Άρθρο 76
Κυρώσεις

1. Αν ο φορέας παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία ή παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται σε βάρος του οι κυρώσεις του άρθρου 15. Αρμόδια αρχή για την επιβολή των κυρώσεων είναι η οικεία υπηρεσία όπου υποβάλλεται η γνωστοποίηση.

2. Αν ο φορέας δεν έχει εξασφαλίσει έγκριση επιβάλλονται σε βάρος του οι κυρώσεις του άρθρου 15. Αρμόδια αρχή για την επιβολή των κυρώσεων είναι η οικεία υπηρεσία που χορηγεί την έγκριση.

3. Κατά των πράξεων επιβολής κυρώσεων χωρεί η ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

4. Τα χρηματικά πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλονται σωρευτικά με τα πρόστιμα και τις κυρώσεις του άρθρου 59 του νόμου για «ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ».

5. Σε περίπτωση παραβίασης επιμέρους όρων και προϋποθέσεων κατά τη λειτουργία δραστηριοτήτων που υπόκεινται σε γνωστοποίηση ή έγκριση εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτή.»

1. Αποφάσεις συναίνεσης διενέργειας ερευνητικών εργασιών επί δημοσίων εκτάσεων που έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του ν. 669/1977 (Α' 241) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη συμπλήρωση δύο ετών από την έκδοσή τους.
Ερευνητικές εργασίες επί δημοτικών και ιδιωτικών εκτάσεων που έχουν ξεκινήσει πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξακολουθούν μέχρι τη συμπλήρωση δύο ετών από την έναρξή τους.

2. Εκκρεμείς αιτήσεις για τη χορήγηση συναίνεσης διενέργειας ερευνητικών εργασιών επί δημοσίων και δημοτικών εκτάσεων, εξετάζονται σύμφωνα με το